Τρίτη 10 Ιουνίου 2025

Ένας στρατιώτης του Μικρασιατικού Πολέμου

 

Μια φωτογραφία, ελαφρώς επιχρωματισμένη με τα χρώματα του παρελθόντος, ταπεινά και συγκρατημένα. Μπροστά της, ένας στρατιώτης του Μικρασιατικού Πολέμου, ο Κωνσταντίνος Μαγκάτος, όρθιος, μόνος, ακίνητος, σαν να στέκεται φρουρός της ίδιας της μνήμης. Η στολή του φθαρμένη από το ταξίδι του χρόνου, οι περικνημίδες, οι αρβύλες, το δίκοχο - όλα φορεμένα με τάξη, με σεβασμό, σαν να τον φωτογράφιζαν για την ιστορία κι όχι για ένα οικογενειακό άλμπουμ.

Το αριστερό του χέρι ακουμπά σταθερά στη ζώνη του - μια στάση αυτοκυριαρχίας, ίσως και περηφάνιας. Το δεξί, πίσω από το σώμα, κρυμμένο, σαν να κρατά κάτι που δεν βλέπουμε: την απώλεια, τον φόβο, τις σκιές του πολέμου. Είναι άοπλος, κι όμως, μοιάζει πιο δυνατός έτσι. Γιατί το όπλο του είναι η ίδια του η στάση – αγέρωχη, αμετακίνητη.

Το ύφος του δεν είναι πολεμικό, είναι ανθρώπινο. Περήφανο, όχι από αλαζονεία, αλλά από συναίσθηση ευθύνης. Ίσως δεν ξέρει ακόμη τι του επιφυλάσσει η ιστορία. Ίσως έχει ήδη δει περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσε να αντέξει. Κι όμως, στέκεται εκεί, μέσα στο στούντιο, παγωμένος στο χρόνο, για να μας θυμίζει κάτι που η μνήμη μας παλεύει συχνά να ξεχάσει: ότι πίσω από τις χρονολογίες και τις μάχες, υπήρχαν άνθρωποι. Και αυτός είναι ένας από αυτούς.

Μια εικόνα. Ένας στρατιώτης. Ένα βλέμμα που ταξιδεύει από το τότε στο τώρα - κι ίσως, κάποτε, στο πάντα.


ΛΙΤΗ ΖΩΗ

 

Ανθισμένο ρυάκι, πυκνόφυλλη συστάδα, χωματόδρομος. Με μι’ ανοιχτή αγκαλιά οι αγροί και το απόμακρο βουνό συνομιλούν με νεύματα και ψιθυρίσματα. Κι εσύ απλώς περνάς με μια αόριστα καλή διάθεση και αποφαίνεσαι ότι ήλεγξες τη ζωή σου με όλους τους επίγειους ρυθμούς, μέτρησες τα συν και τα πλην, εμπιστεύθηκες το εφικτό και αγάπησες το απλό και λιτό. Βαδίζεις ανάμεσα στις εκβλαστήσεις και κάπου-κάπου σε συνοδεύει η σκέψη ότι δεν γίνεται αλλιώς, μόλις δοθεί το σύνθημα, είσαι έτοιμος να κλείσεις το μεγάλο βιβλίο που κρέμεται στο στήθος σου. Συνήθως η τελευταία του σελίδα μένει για πάντα μισογραμμένη. Ποτέ δεν προλαβαίνουμε να βάλουμε τελεία και παύλα.

Του Ηλία Κεφάλα


Δευτέρα 9 Ιουνίου 2025

Αλωνισμός στον Θεσσαλικό Κάμπο

 

Στην καρδιά του καλοκαιριού, όταν ο ήλιος γίνεται μαστίγιο και ευλογία μαζί, η πατόζα στέκει σαν θηρίο εξημερωμένο — βρυχάται και ανασαίνει σκόνη, μες στον ρυθμό μιας εποχής που δεν ξεχνά.

Τρία κορμιά σκυμμένα, με καπέλα ίσκιο απέναντι στο φως, ταΐζουν το ανεβατόρι με δεμάτια ευλογημένα· στάχυα χρυσά, θερισμένα με ιδρώτα κι ελπίδα για το ψωμί του χρόνου.

Πάνω στη μηχανή, δυο ακόμα εργάτες λύνουν τα δεμάτια σαν να ξεκλειδώνουν μνήμες — και τα ρίχνουν στο στόμιο της μεταμόρφωσης: σπυρί και άχυρο, καρπός και περίσσευμα.

Τα λουριά γυρνούν, σφιχτά δεμένα στη δύναμη του τρακτέρ· μια αλυσίδα χρόνου που ενώνει τον ιδρώτα του πατέρα με το σιτάρι του γιου.

Κι από τον λουλά, φουγάρο χωρίς φωτιά, ξεχύνεται το άχυρο σε σύννεφο πυκνό —
κίτρινο, καυτό, σχεδόν ασήκωτο, μια ατμόσφαιρα που στέκεται ανάμεσα στη ζωή και την αντοχή.

Εικόνα παλιά, σαν φωτογραφία ξεθωριασμένη στην κάμαρα της γιαγιάς· κι όμως ζωντανή, γιατί ό,τι τρέφει με κόπο και κοινό μόχθο δεν χάνεται ποτέ.

Ο θερισμός πέρασε, μα ο αλωνισμός είναι το κρίσιμο τέλος· όλο το καλοκαίρι ένας κύκλος από ήχο, σώμα, σκόνη και καρπό.

Κι αν κανείς σκύψει και αφουγκραστεί, θα ακούσει κάτω από τον θόρυβο της μηχανής, τον παλμό της γης — τον παλμό του ανθρώπου που ακόμη παλεύει να σταθεί όρθιος δίπλα στο σιτάρι που γεννά την ελπίδα.


Κυριακή 8 Ιουνίου 2025

Καλοκαίρι – Μπάνιο στη Θάλασσα – Μέτρα Προστασίας

 

Το καλοκαίρι είναι η πιο αγαπημένη εποχή του χρόνου για μικρούς και μεγάλους. Ο ήλιος, η ζέστη και οι διακοπές μάς προσκαλούν στις παραλίες, για να δροσιστούμε και να χαλαρώσουμε δίπλα στο απέραντο γαλάζιο της θάλασσας. Το μπάνιο στη θάλασσα δεν προσφέρει μόνο διασκέδαση, αλλά και σημαντικά οφέλη για την υγεία, όπως χαλάρωση των μυών και βελτίωση της κυκλοφορίας του αίματος. Όμως, για να απολαύσουμε με ασφάλεια τις καλοκαιρινές μας στιγμές, είναι απαραίτητο να τηρούμε ορισμένα βασικά μέτρα προστασίας.

Καταρχάς, η προστασία από τον ήλιο είναι ζωτικής σημασίας. Φοράμε πάντα αντηλιακό με υψηλό δείκτη προστασίας (SPF), το ανανεώνουμε κάθε δύο ώρες και αποφεύγουμε την έκθεση στον ήλιο τις ώρες αιχμής, από τις 12 το μεσημέρι έως τις 4 το απόγευμα. Ένα καπέλο, γυαλιά ηλίου και ένα ελαφρύ μπλουζάκι προσφέρουν επιπλέον προστασία.

Επιπλέον, δεν πρέπει να ξεχνάμε τους κανόνες ασφαλείας μέσα στο νερό. Δεν κολυμπάμε ποτέ με γεμάτο στομάχι, αποφεύγουμε τις απότομες βουτιές και προσέχουμε τα ρεύματα ή τις απότομες αλλαγές βάθους. Παιδιά και άτομα που δεν γνωρίζουν καλό κολύμπι πρέπει πάντα να επιτηρούνται ή να φορούν ειδικά βοηθήματα πλευστότητας.

Τέλος, σημαντικό είναι να μένουμε ενυδατωμένοι, πίνοντας άφθονο νερό και αποφεύγοντας την υπερβολική έκθεση στη ζέστη. Η καλοκαιρινή διασκέδαση γίνεται ακόμα καλύτερη όταν προτεραιότητα έχει η υγεία και η ασφάλειά μας.

Ας απολαύσουμε λοιπόν το καλοκαίρι και το μπάνιο στη θάλασσα με υπευθυνότητα, για να δημιουργήσουμε όμορφες και ξέγνοιαστες αναμνήσεις!


Σάββατο 7 Ιουνίου 2025

Ο λαϊκός ποιητής με τη σημαία

 

Ήταν ένας άνθρωπος μικρός στον θόρυβο του κόσμου, μα μεγάλος στις σκιές του. Ο Βασίλης.
Γεννημένος το ΄48, σε ένα χωριό του κάμπου – εκεί που η γη μιλάει τραχιά και τα στάχυα ξέρουν από κόπο. Δεν έμαθε πολλά γράμματα· ίσα που έφτασε μέχρι την Τετάρτη τάξη. Μα έμαθε νωρίς αυτήν την άγρια, τη σκονισμένη, τη φτωχή σοφία, που σου χαράζει βαθιές ρυτίδες πριν την ώρα σου.

Παντρεύτηκε τη Βάια, γυναίκα καρτερική, και απέκτησαν δυο παιδιά.
Τα παιδιά ξενιτεύτηκαν στη Γερμανία – εκεί όπου δεν ανθίζει η μυρωδιά του βασιλικού,
μα φυτρώνει η ανάγκη στα τσιμέντα.

Ο Βασίλης κύλησε στη ζωή όπως το ποδήλατό του στους δρόμους της πόλης:
με τριξίματα, με ταχύτητα άλλοτε και άλλοτε σκουντουφλώντας.
Έκανε φυλακές, πάλεψε με εθισμούς και σιωπές,
μιλούσε λίγο —έγραφε περισσότερο.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του βρήκε στέγη σε μια κοινωνική δομή του Νοσοκομείου της πόλης.

Ένα δωμάτιο, μια κουβέρτα, μια τηλεόραση, και λίγες φωτογραφίες κολλημένες στον τοίχο με σελοτέιπ. Και το πιο πολύτιμο: ένα μπλοκάκι με στίχους.
Εκεί κοντά στα εβδομήντα, άρχισε να γράφει ποιήματα. Ή όπως εκείνος τα έλεγε: «στίχους από την καρδιά». 
Τα δημοσίευε σε τοπικές εφημερίδες.

Με ένα ποδήλατο παλιό, που στο πίσω μέρος ανέμιζε μια ελληνική σημαία,
γύρναγε την πόλη. Έμοιαζε με ιππότη άλλων καιρών.
Όχι γιατί είχε πανοπλία, μα γιατί είχε απομείνει μόνος,
κι ο κόσμος δεν του χρώσταγε πια τίποτα.

Εκείνη την περίοδο, εγώ είχα μια ιστοσελίδα, μια ηλεκτρονική εφημερίδα.
Μου ζήτησε να τον φιλοξενήσω. Του έκανα ένα μικρό αφιέρωμα.
Μα οι στίχοι του, όσο κι αν έσταζαν ειλικρίνεια,
δεν ταίριαζαν με τη θεματολογία μου.
Γι’ αυτό του έφτιαξα έναν δικό του χώρο: ένα blog, ένα καταφύγιο.
Εγώ του διαχειριζόμουν τις αναρτήσεις.
Μου έφερνε χειρόγραφα, τα περνούσα,
του τύπωσα και κάρτες με τη διεύθυνση, να τις μοιράζει. Τις μοίραζε περήφανος, σαν προσκλήσεις σε συναυλία σιωπής.

Μια μέρα σταμάτησε μπροστά στο γραφείο μου με το ποδήλατο και μου είπε ήρεμα:
– Ο γιατρός είπε πως έχω καρκίνο.
Δεν τον πίστεψα. Ή δεν ήθελα να τον πιστέψω. Μου φάνηκε ακμαίος, όπως πάντα –

σαν δέντρο που δεν πρόλαβε να γείρει.

Μια εβδομάδα μετά, σταμάτησε ένα ταξί.
Κατέβηκε ο Βασίλης.
Μου παρέδωσε μια βαλίτσα.
«Εδώ μέσα είναι όλα τα γραφόμενά μου.
Σε φακέλους. Κάθε φάκελος και ο παραλήπτης του.
Θα πεθάνω. Εσύ να τα μοιράσεις. Σε εμπιστεύομαι.»

Έφυγε. Για το νοσοκομείο.
Δεν τον ξαναείδα.
Πέθανε την Πέμπτη 25 Απριλίου του 2019, στα 71 του.

Στο blog του ανάρτησα την τελευταία του ανάρτηση:

Απεβίωσε ο Βασίλης, ο λαϊκός ποιητής, την Πέμπτη 25 Απριλίου 2019 σε ηλικία 71 ετών.
Ο Βασίλης έγραφε και δημοσίευε στίχους στον τοπικό Τύπο των Τρικάλων και στην παρούσα ιστοσελίδα, η οποία αποτελεί πλέον έναν χώρο μνήμης και προσωπικής παρακαταθήκης έτσι όπως ακριβώς τον ήθελε εκείνος.
Καλό ταξίδι, Βασίλη.

Η βαλίτσα έμεινε στο γραφείο μου σχεδόν ένα χρόνο.
Όταν ήρθαν τα παιδιά του, με άδεια από τη Γερμανία, τους την έδειξα.
Δεν τους ενδιέφερε.
Βρήκα κάποτε την αδερφή του.
Μετανάστρια κι εκείνη. Της την έδωσα.
Της έδωσα, ουσιαστικά, την τελευταία του λέξη.

Και ίσως κάπου, σε έναν άλλο ουρανό
ένας άνθρωπος με ποδήλατο, με μια σημαία στην πλάτη και ένα μπλοκάκι στην τσέπη,
να συνεχίζει να γράφει.

Όχι για την πατρίδα, αλλά για την ποίηση που δεν ζητά διδακτορικά – μονάχα ψυχή.

 

Δ.Τ.


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΕΚΔΡΟΜΗΣ

 


Ο Εκπολιτιστικός Σύλλογος Βαλτινού διοργανώνει ημερήσια εκδρομή την Κυριακή 29 Ιουνίου 2025 στην Ιερά Μονή Κάτω Ξενιάς στον Αλμυρό Βόλου.

Κατά την επίσκεψη στην Ιερά Μονή, θα υπάρχει η δυνατότητα να γνωρίσετε την ιστορία της, να προσκυνήσετε και να απολαύσετε τη γαλήνη του μοναστηριακού περιβάλλοντος.

Στη συνέχεια, θα γίνει η μετάβαση στην πόλη του Αλμυρού, όπου θα υπάρχει ελεύθερος χρόνος για βόλτα, φαγητό ή καφέ.

Η αναχώρηση θα γίνει το πρωί από την πλατεία του χωριού στις 7:30 π.μ.

Τιμή συμμετοχής 18 ευρώ. Πληρωμή απαραίτητη για κατοχύρωση θέσης.

Τηλ. επικοινωνίας: 6947644861 και 6989465792.
Για πληροφορίες και δηλώσεις συμμετοχής, μπορείτε να απευθύνεστε στα μέλη του Δ.Σ.


Παρασκευή 6 Ιουνίου 2025

Ξηροί καρποί με μεράκι από το Βαλτινό Τρικάλων

 

Στην καρδιά της Θεσσαλίας, στο Βαλτινό Τρικάλων, γεννήθηκε μια οικοτεχνία με αγάπη για τη γη και τους θησαυρούς της. Η επιχείρηση «Καρποί της Γης», με ιδιοκτήτες τον Μάκη και την Βάσω Βότσιου, δραστηριοποιείται με συνέπεια και μεράκι στην παραγωγή και εμπορία ποιοτικών ξηρών καρπών, προσφέροντας προϊόντα που συνδυάζουν την παράδοση με τη γεύση και τη διατροφική αξία.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου βρίσκονται στις λαϊκές αγορές της Θεσσαλίας, ενώ τους καλοκαιρινούς μήνες θα τους συναντήσετε στους Νέους Πόρους, με ένα χαμόγελο και ένα καλάθι γεμάτο αγνά προϊόντα!

Η γκάμα τους περιλαμβάνει: Φυστίκι αράπικο, Φυστικοβούτυρο, Φουντούκι, Φουντουκοβούτυρο, Αμύγδαλο, Αμυγδαλοβούτυρο, Καρύδι, Αλεύρι καλαμποκιού, Πασατέμπο, Ηλίανθος, Ποπ κορν.

Όλα τα προϊόντα προέρχονται από επιλεγμένες ποικιλίες, επεξεργάζονται με φροντίδα και προσφέρονται φρέσκα, θρεπτικά και γευστικά. Ο βασικός στόχος είναι να φέρνουν στο τραπέζι των πελατών, τους αυθεντικούς καρπούς της ελληνικής γης, όπως ακριβώς τους προσφέρει η φύση.

Ανακαλύψτε τη γεύση, τη φρεσκάδα και την ποιότητα των «Καρπών της Γης» – γιατί η φύση ξέρει, κι εκείνοι την ακούνε.




Οι γιατροί δε ξέρν’ καντίπουτα! (Με τη γλώσσα του τόπου μας)

 

Αγαπημένο αντρόγυνο ήτανε ο Βασίλης με τη γυναίκα του! Παιδιά δεν είχαν, κι όλη τους την αγάπη τη δίνανε ο ένας στον άλλον.
Ο Βασίλης πήγαινε στο καφενείο και καθόταν ως αργά με την παρέα του εκεί. Η γυναίκα του τον καρτερούσε κάθε βράδυ με αγωνία και λαχτάρα, για να αγκαλιαστούνε ύστερα στο κρεβάτι όλη τη νύχτα!

Ένα βράδυ όμως, ο Βασίλης γύρισε νωρίτερα στο σπίτι! Η γυναίκα του παραξενεύτηκε, ανησύχησε κιόλας, και τον ρώτησε:

— Τι έπαθες, ρε Βασίλη, κι ήρθες τόσο γλήγορα; Γιατί δε μιλάς; Έχεις τίποτα πονίδια; Σαν να βήχεις λίγο μού φαίνεται!

— Να, ρε γυναίκα! Πήγα στον γιατρό, γιατί μ’ έπιασε πόνος στον λαιμό κι έβηχα πολύ τώρα το δειλινό, κι μ’ είπε να κόψω τα τσιγάρα! Να τα πετάξω πέρα, μ’ είπε, για να σταματήσω να βήχω!

— Εμ, καλά σ’ είπε, ρε Βασίλη! Να το κόψεις το ρημάδι, δουλειά είναι αυτή; Όλη την ώρα πάφα-πούφα, τι να σου κάνει κι ο λαιμός; Κάτι ξέρουν κι οι γιατροί!

Τα ’κοψε τα τσιγάρα ο Βασίλης, και σταμάτησε να βήχει! Στεναχωριόταν όμως που δεν μπορούσε να τραβήξει τσιγάρο, και το γύρισε στο πιοτό! Δεν πέρασε πολύς καιρός, κι ένα βράδυ γύρισε πάλι νωρίς στο σπίτι, διπλωμένος και στεναχωρημένος! Παραξενεύτηκε και ανησύχησε πάλι η γυναίκα του, και τον ρωτάει:

— Τι έπαθες πάλι, ρε Βασίλη, κι είσαι διπλωμένος; Έχεις πάλι πονίδια; Μήπως σ’ έπιασε σφάχτης; Πες μου, γιατί δε μου λες;

— Να, ρε γυναίκα, με πόνισε λίγο το στομάχι, πήγα στον γιατρό κι μ’ είπε να κόψω το πιοτό!

— Μμμ! Καλά σ’ είπε, ρε Βασίλη! Κάθε βράδυ στα μαγαζιά μέχρι αργά, πίνεις πολύ! Στομάχι είναι κι αυτό, πόσο να αντέξει; Να το κόψεις για να γιάνεις! Κάτι ξέρουν παραπάνω οι γιατροί!

Τι να κάνει κι ο Βασίλης, το ’κοψε και το πιοτό. Πέρασε πάλι λίγος καιρός, κι ένα βράδυ γύρισε νωρίς ο Βασίλης στο σπίτι. Αυτή τη φορά είχε το κεφάλι κατεβασμένο κι ήταν μουτρωμένος, δε μιλούσε καθόλου!

— Τι βάσανο έχεις πάλι, ρε Βασίλη; Γιατί δε μιλάς; Γιατί δε μου λες, ρε; Θα με σκάσεις!

Με τα πολλά λέει ο Βασίλης:

— Να, ρε γυναίκα, είχα κάτι αντράλες προχτές, κι πήγα στον γιατρό! Μ’ εξέτασε κι μ’ είπε να κόψω και τ’ άλλο!

— Ποιο άλλο πάλι, ρε Βασίλη;

— Να μωρέ… αυτή τη δουλειά που κάνουμε τα μεσημέρια και τα βράδια στο κρεβάτι, ξέρεις εσύ!

— Α ρε τώρααα!!! Κοίτα τη δουλειά σ’ εσύ! Εσύ νομίζεις πως τα ξέρουν όλα οι γιατροί! Τη στραβομάρα τους την κακιά ξέρουν κι αυτοί!

 


Πέμπτη 5 Ιουνίου 2025

Μια ξεχωριστή συνάντηση στη Μικρολίμνη Πρεσπών

 

Σε ένα από τα ομορφότερα τοπία της Ελλάδας, στις μαγευτικές Πρέσπες, ο Υπουργός Εσωτερικών Θεόδωρος Λιβάνιος είχε την ευκαιρία να επισκεφθεί το γραφικό ψαροχώρι Μικρολίμνη και να γνωρίσει από κοντά την αυθεντική φιλοξενία του τόπου.

Στο τέρμα του δρόμου ή της ήσυχης παραλίας, εκεί όπου τελειώνει ο χάρτης και αρχίζει η εμπειρία, βρίσκεται η ονομαστή ταβέρνα «Το σπιτικό της Λουκίας». Σε έναν φιλόξενο, πέτρινο χώρο, δίπλα στα ήρεμα νερά της Μικρής Πρέσπας, η συγχωριανή μας, Λουκία Κλιάκου υποδέχτηκε τον Υπουργό με το γνωστό της χαμόγελο, προσφέροντάς του γεύσεις μοναδικές και φιλοξενία που μένει αξέχαστη.

Η φωτογραφία αποτυπώνει τη ζεστασιά αυτής της συνάντησης – μια στιγμή που συνδέει την πολιτική παρουσία με την αυθεντικότητα της ελληνικής παράδοσης και γαστρονομίας.


Τετάρτη 4 Ιουνίου 2025

Παραλαβή του γάλακτος στο Βαλτινό

 


Μια στάση του χρόνου, κάπου στη δεκαετία του 1960 – εκεί, μπροστά απ’ το παλαιό μπακάλικο του Ευαγγέλου Βότσιου, συντελείται μια σιωπηλή ιεροτελεστία.

Ο Βασίλης Αγγελής με τη Χρύσω του στο πλάι, δέχονται το γάλα της ημέρας – λευκή προσφορά που μυρίζει κόπο, αυγή και στάνη.

Η Στεριανή Στάθη κι ο Χριστόφορος Καραθανάσης μεταφέρουν με τα γκιούμια τον κόπο της στάνης, τον αφρό της ζωής. μα κι ολόκληρες ιστορίες από πέτρινες αυλές, κουρασμένα βλέμματα και άγραφους όρκους με τη γη και τα ζωντανά.

Στο προσκήνιο, τα γκιούμια, και τα μεταλλικά δοχεία, στέκουν σαν φρουροί παλαιών χρόνων.

Το γάλα χύνεται προσεκτικά, σε κύματα λευκού χρέους.

Ο παραλήπτης – ταπεινός γραφέας μιας άλλης οικονομίας – σημειώνει στο πρόχειρο βιβλίο: ονόματα, κιλά, μέρες. Αριθμοί που κρατούν όρθιο τον τόπο, ποτισμένοι με ιδρώτα και πίστη.

Κι ο ήλιος, δειλά ανεβαίνοντας από τον κάμπο, διαπερνά τις σκιές στο χωριό Βαλτινό, σα να αγγίζει τους ανθρώπους αυτούς – που συνεχίζουν τη ζωή με μια δύναμη πατρογονική, ήσυχη σαν προσευχή και σταθερή σαν το γύρισμα της γης.

Είναι μια φωτογραφία απλή, κι όμως μέσα της αντηχεί ολόκληρη ψυχή της υπαίθρου.

Ένα ποίημα άγραφης τιμιότητας, μια μνήμη που δεν ξεθωριάζει.


Τρίτη 3 Ιουνίου 2025

Το τελευταίο παραμύθι

 

Το φως του πρωινού ήταν θολό εκείνη τη μέρα. Όχι από τον καιρό, μα από κάτι πιο λεπτό, πιο άυλο — σαν να γνώριζε ήδη η μέρα το βάρος που θα κουβαλούσε. Η μητέρα δεν σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι. «Ζαλίζομαι», είπε, και η φωνή της έμοιαζε μ’ εκείνες τις τελευταίες σελίδες ενός βιβλίου που δεν θες να τελειώσει, αλλά καταλαβαίνεις πως πλησιάζει στο τέλος του.

Τέσσερα χρόνια είχε πιασμένο το βλέμμα της στα σύννεφα της λήθης. Από τότε που έφυγε ο πατέρας — ο Αντώνης της — κάτι μέσα της έσπασε ήσυχα, χωρίς φωνή. Μόνο η απουσία του ήταν εκεί, καθαρή, σαν φρέσκος πάγος πάνω στην καρδιά της. Η άνοια δεν την άλλαξε αμέσως· την πήρε κομμάτι-κομμάτι, σαν παιδί που μαδάει ένα λουλούδι, ένα πέταλο τη φορά.

Την πήγαμε στο Νοσοκομείο. Τρεις μέρες την κράτησαν. Την τελευταία νύχτα, έμεινα κοντά της. Το φως χαμήλωνε στις γρίλιες του θαλάμου, τα μηχανήματα αναστέναζαν ρυθμικά, και η μητέρα — ανήσυχη, μισή εδώ και μισή αλλού — ζητούσε διαρκώς να πάει στην τουαλέτα. Ήξερα πως της είχαν βάλει καθετήρα, αλλά το αίτημα ερχόταν ξανά και ξανά, σαν ανάμνηση από ένα σώμα που ακόμα ήθελε να νιώσει πως υπήρχε.

Για να της αποσπάσω τη σκέψη, έκανα κάτι απλό, σχεδόν παιδικό:
«Θες να σου πω ένα παραμύθι;»
Έγνεψε. «Ναι», είπε.
Και της είπα για τα εφτά κατσικάκια.

Αναστέναζε, αντιδρούσε με ήχους μικρούς, γεμάτους ζωή. «Μπα!», «Πω πω!», «Άντε!». Ήταν εκεί, μαζί μου, για λίγο — ίσως όσο διαρκεί ένα παραμύθι. Και τότε σκέφτηκα: γιατί να μη της πω το παραμύθι της ίδιας της ζωής της;

Έσβησα το φως. Το σκοτάδι δεν τρόμαζε πια. Είχε γίνει φιλικό, σχεδόν τρυφερό.

«Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα χωριό, ήταν ένα όμορφο παλικάρι που το λέγαν Αντώνη…»

Της μιλούσα για τον έρωτα της ζωής της, σαν να ήταν χαρακτήρας από παραμύθι — όχι επειδή δεν ήταν αληθινός, αλλά επειδή η αλήθεια, όταν την αγαπάς, γίνεται θρύλος.

Μίλησα για τον γάμο της, για τα παιδιά της, για τα εγγόνια και τα δισέγγονα. Για την οικογένεια που άνθισε από τη ρίζα της. Για τις μέρες που κύλησαν ήσυχα ή άγρια, μα πάντα με εκείνη παρούσα.

Και όταν έφτασα στο τέλος, με φωνή που έτρεμε από μέσα μου, της είπα:
«…κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.»

Έμεινε σιωπηλή για λίγο. Κι ύστερα είπε, με φωνή που έμοιαζε να έρχεται μέσα από το ίδιο της το παρελθόν:
«Αχ, να ζήσεις χίλια χρόνια, παλληκάρι μου.»

Ήταν η τελευταία της ευχή. Η τελευταία της λέξη.
Την άλλη μέρα, έφυγε.

Δεν φώναξε. Δεν παραπονέθηκε.
Απλώς… πέρασε απ’ την άλλη πλευρά του παραμυθιού.

Και τώρα, κάθε φορά που μπαίνει νύχτα και τα φώτα σβήνουν,
σκέφτομαι εκείνη τη στιγμή,
το φως που δεν χρειαζόταν,
την ιστορία που έκλεισε μέσα σε μια αγκαλιά,
και καταλαβαίνω:

Η μητέρα μου δεν πέθανε μέσα σε ένα Νοσοκομείο.
Έφυγε μέσα σε ένα παραμύθι.
Το δικό της.

 

Βαλτινό. Στην καρδιά του κάμπου – το χωριό που ανασαίνει με τη γη

 

Στην αγκαλιά της πεδιάδας, εκεί που η γη ανοίγεται πλατιά και οι ορίζοντες δεν γνωρίζουν όρια, βρίσκεται το χωριό Βαλτινό που μοιάζει να έχει ξεχάσει τον χρόνο. Είναι το μέρος όπου η καθημερινότητα κυλά αργά, με ρυθμούς που θυμίζουν άλλες εποχές κι όμως παραμένει ζωντανό και αυθεντικό.

Καθώς πλησιάζεις, ο κάμπος σε καλωσορίζει με τα αρώματα των σιτηρών, των καλαμποκιών και όλων των άλλων καλλιεργειών. Το χωριό αναδύεται σιγά-σιγά μέσα από το πράσινο και τις αλέες, με τα σπίτια του, χτισμένα με υλικά που έρχονται κατευθείαν από τη γη που τα τρέφει.

Η πλατεία, το ζωντανό κέντρο της κοινότητας, είναι σκιασμένη από πανέμορφα δέντρα του κατάφυτου πάρκου. Εκεί οι κάτοικοι συναντιούνται κάθε απόγευμα, πίνοντας τον καφέ τους και συζητώντας τα νέα του τόπου.

Λίγο πιο πέρα δεσπόζει η εκκλησία του χωριού, με το ψηλό της καμπαναριό να ξεχωρίζει ανάμεσα στα κεραμοσκεπή σπίτια. Τις Κυριακές οι καμπάνες της ακούγονται από μακριά φέρνοντας τους ήχους της παράδοσης σε κάθε γωνιά του κάμπου.

Απέναντι από το πρώην κοινοτικό κατάστημα, που σήμερα λειτουργεί ο παιδικός Σταθμός, συναντά κανείς το Δημοτικό Σχολείο. Ένα πέτρινο κτίριο ζεστό και φιλόξενο, που μοιάζει φτιαγμένο για να αγκαλιάζει τα πρώτα βήματα των παιδιών στη γνώση. Οι παιδικές φωνές που γεμίζουν το χώρο, μαρτυρούν πως εκεί γεννιούνται οι πρώτες φιλίες και οι πρώτες ελπίδες.

Σε κοντινή απόσταση από την πλατεία βρίσκεται το Δημαρχείο, ένα όμορφο διώροφο κτίριο με λιτή αρχιτεκτονική, που φιλοξενεί τη διοίκηση και τις ελπίδες του τόπου για πρόοδο. Ακριβώς απέναντί του, δεσπόζει το Γυμνάσιο και το Λύκειο του χωριού – ένα σύγχρονο συγκρότημα που ενώνει γενιές μαθητών, ονειροπόλων και δασκάλων. Οι φωνές των παιδιών στα διαλείμματα σμίγουν με τις μυρωδιές των λουλουδιών από τις αυλές, δημιουργώντας ένα τοπίο ζωντανό και αισιόδοξο.

Περπατώντας στις γειτονιές του χωριού, ανακαλύπτεις παλαιά σπίτια με όμορφες αυλές, μπαξέδες με λουλούδια, και μικρές λεπτομέρειες που αφηγούνται τις ιστορίες των ανθρώπων του χωριού.

Ο κάμπος που απλώνεται γύρω είναι και αυτός μέρος της ζωής. Καθημερινά, άνθρωποι νέοι και ηλικιωμένοι εργάζονται με φροντίδα και επιμονή – οι γεωργοί, οι κτηνοτρόφοι, οι επαγγελματίες – όλοι τους δεμένοι με τη γη και τους κύκλους της.

Κι όταν πέφτει το φως του ήλιου, ο ουρανός βάφεται με πορτοκαλί και μοβ αποχρώσεις, δίνοντας στη φύση μια σχεδόν μαγική υπόσταση. Είναι η ώρα που το χωριό ησυχάζει, μα αναπνέει βαθιά. Κάθε σπιθαμή του αποπνέει μια ζεστασιά που δεν συναντάς εύκολα στις πόλεις. Είναι η αίσθηση του «ανήκειν», της αληθινής, ριζωμένης ζωής.


Δευτέρα 2 Ιουνίου 2025

«Σταυροδρόμι φωτός και πατρίδας»

 Με τον φακό της Χριστίνας – Μαρίας Βότσιου. 

Ήταν εκείνη η στιγμή – η ώρα ανάμεσα στον ήλιο και τη σιωπή. Η πλατεία του χωριού, γεμάτη απουσία και προσμονή, στεκόταν ακίνητη καθώς το φως έγερνε πίσω απ’ την κορυφογραμμή του Κόζιακα. Σαν να ήθελε, απόψε, ο ήλιος να πει κάτι τελευταίο προτού χαθεί πίσω από το πέπλο του βουνού, ένα μυστικό, μια υπόσχεση πως θα ξανάρθει.

Στο κέντρο ο ιστός με την ελληνική σημαία – όρθιος αγέρωχος – τέμνει τη γραμμή του βουνού σαν σταυρός πάνω στο τοπίο. Ένα σημάδι ήσυχης πίστης και απλής περηφάνιας. Δεν κάνει θόρυβο η σημαία, χορεύει σιγανά στο αεράκι, σαν να ψιθυρίζει ιστορίες παλιές, ιστορίες που γεννήθηκαν απ’ τη γη και τους ανθρώπους της.

Το φωτιστικό της πλατείας ακόμα σβηστό, στέκει σαν φύλακας της ώρας αυτής. Δεν χρειάζεται να φωτίσει – το φως τώρα είναι αλλού: στα λίγα χρυσοκόκκινα σύννεφα που πλέουν πάνω από όλα, μικρές φωτιές που αργοσβήνουν στην άκρη του κόσμου.

Κι όλα μοιάζουν να συναντιούνται εκείνη τη στιγμή – βουνό και ουρανός, άνθρωπος και πατρίδα, φως και σκιά. Ένα σταυροδρόμι. Ένα ηλιοβασίλεμα που δεν είναι τέλος, μα σιωπηλή αρχή.


Κυριακή 1 Ιουνίου 2025

Ο αντάρτης κι η στιγμή της αιωνιότητας

 

Μπροστά μας μια φωτογραφία – στατική, ασπρόμαυρη, μα σπαρταράει από ζωή. Ένας αντάρτης από το Βαλτινό, ο Γεώργιος Σταυρέκας, όρθιος, στιβαρός, με φυσιγγιοθήκες χιαστί στο στήθος και το όπλο κρεμασμένο στον ώμο, ποζάρει μπροστά στον φακό με ένα βλέμμα περήφανο, σχεδόν αλύγιστο. Η στολή του προσεγμένη, τα άρβυλα γυαλισμένα, οι περικνημίδες σφιχτοδεμένες, το δίκοχο καπέλο του φορεμένο με ακρίβεια - σαν να θέλει να αποτυπωθεί όχι μόνο η μορφή του, αλλά και η τιμή που φέρει.

Το χέρι του ακουμπά στη ζώνη, χαϊδεύοντας απαλά το πιστόλι. Όχι από αμηχανία, αλλά από συνείδηση της θέσης του. Είναι στάση όχι απλώς στρατιωτική, αλλά σχεδόν τελετουργική - μια επίκληση στη μνήμη, μια αναγνώριση της ευθύνης. Το μουστάκι του καλοσχηματισμένο, όπως άρμοζε στους άντρες εκείνης της εποχής που ο ανδρισμός δεν ήταν κραυγαλέος, αλλά βαρύς, υπόγειος, παρών.

Κι όμως, το πιο παράδοξο στοιχείο είναι ο χώρος: ένα φωτογραφείο, όχι το βουνό, ούτε κάποιο πεδίο μάχης. Είναι ένας τεχνητός κόσμος που προσφέρει αιωνιότητα σε κάτι εφήμερο - σε μια στάση, μια στιγμή, ίσως και μια αυταπάτη. Δεν ξέρουμε τι σκέφτεται - αν είναι λίγο πριν φύγει για μάχη ή αν ποζάρει για να στείλει την εικόνα του σε κάποιον που αγαπά. Μα ό,τι κι αν κρύβεται πίσω από το βλέμμα του, αυτή η φωτογραφία δεν είναι απλώς ένα ντοκουμέντο. Είναι ένας καθρέφτης της ανθρώπινης ανάγκης για νόημα, για μνήμη, για περηφάνια που αντιστέκεται στη λήθη.

Ο αντάρτης αυτός δεν είναι μόνο πρόσωπο. Είναι σύμβολο. Κι ίσως κατά βάθος, μια σιωπηλή προσευχή για να μην χαθεί ποτέ το γιατί.


Σάββατο 31 Μαΐου 2025

1η Ιουνίου στο κατώφλι του καλοκαιριού

 


Πρώτη του Ιούνη σήμερα.

Η μέρα ξυπνά απαλά, σαν να ψιθυρίζει ένα νέο ξεκίνημα.

Ανασαίνει αργά, σαν παιδί που τεντώνεται στο ξύπνημα.

Η γη μυρίζει ώριμο στάχυ και φρέσκο χώμα.

Το καλοκαίρι δεν έρχεται ποτέ με βία.

 

Στην πρώτη Ιουνίου δεν μετρούν τα ρολόγια.

Μετρά η σκιά ενός σύννεφου που πέρασε αργά.

Το πρώτο καρπούζι στο τραπέζι.

Το πρώτο άγγιγμα του ήλιου στο δέρμα,

που δεν καίει – θυμίζει.

 

Καλοκαίρι: η εποχή που δεν σε ρωτάει.

Ανοίγει τις πόρτες της ψυχής και μπαίνει μέσα ξυπόλητο,

με άμμο στα μαλλιά και γεμάτα χέρια από αναμνήσεις που δεν έχουν ακόμα υπάρξει.

 

Κι εμείς;

Καθόμαστε στην άκρη αυτής της μέρας, σαν συνταξιδιώτες.

Με μια κρυφή ελπίδα πως ό,τι δεν ειπώθηκε την άνοιξη,

θα ανθίσει τώρα, κάτω από τον ήλιο του καλοκαιριού.

 

Καλοτάξιδο να είναι το καλοκαίρι σας – και καρποφόρο, μέσα κι έξω!



Απεβίωσε η Κωνσταντινιά Μπαντόλια

 


Απεβίωσε η συγχωριανή μας Κωνσταντινιά Μπαντόλια του Βασιλείου, στις 31-5-2025 σε ηλικία 80 ετών.

Η Κωνσταντινιά Μπαντόλια του Βασιλείου και της Χαρίκλειας, γεννήθηκε στο Βαλτινό το 1945 και έχει έναν γιό, τον Χάρη Χαλκίδη.

Η εξόδιος ακολουθία θα γίνει την Κυριακή 1 Ιουνίου2025 & ώρα 12:00 μ.μ. στον Ιερό Ναό Αγίου Αθανασίου Βαλτινού Τρικάλων.

Παρακαλούνται οι συγγενείς και φίλοι όπως προσέλθουν και συνοδεύσουν την εκφορά της.

Η σορός θα μεταφερθεί στον Ιερό Ναό την Κυριακή 1-6- 2025 και ώρα 11:30 π.μ.


Παρασκευή 30 Μαΐου 2025

ΠΡΑΣΙΝΟ ΤΥΡΙ

 

Κεντρική Πίνδος, Περτούλι. Δεν ξέρω πόσο παρθένο είναι το δάσος που απλώνεται σκιερό μπροστά μου, δηλαδή πόσο απάτητο από ανθρώπους. Ένας εγγενής δισταγμός πάντως μ’ εμποδίζει να αποπειραθώ να το διασχίσω και να διασαλεύσω την τάξη της καθαρότητάς του. Μένω στην άκρη, στα πρόθυρα της μυστικότητάς του, ενώ ξέρω ότι στα ενδότερά του πνέει ο άνεμος των θρύλων του, ο κόσμος των σκοτεινών θαυμάτων. Λίγο να του δώσουμε πάντως την ευκαιρία το δάσος αναγεννιέται, αποκαθαίρεται και εμπλουτίζεται με νέα πληθωρική χλωρίδα. Δεν ήταν πάντα έτσι. Παλιότερα δάσος και άνθρωπος, δηλαδή δάσος και κάτοικοι των παραπλήσιων οικισμών, ζούσαν αρμονικά και βοηθούσαν ο ένας τον άλλον στη διατήρηση της βιοτικής ισορροπίας. Ήμουνα μικρός όταν είχα μπει μαζί με συντροφιά μέσα βαθιά στα μυστηριώδη σπλάγχνα του δάσους αυτού για συλλογή χαμοκέρασων και λίγα ζαλίκια κόζες, δηλαδή φλούδες από κορμούς ελάτων. Τι χαμηλό φως συνάντησα, σχεδόν σκοτάδι, αφού ο ήλιος δεν μπορούσε να μας βρει απευθείας, αλλά μόνο μέσω περίπλοκων αντικατοπτρισμών των φύλλων που τον εξασθενούσαν προοδευτικά και στο τέλος τον άφηναν να επικαθήσει πάνω μας σαν μια ισχνή πράσινη ανταύγεια. Τότε κατάλαβα γιατί την καρδιά αυτή του δάσους την έλεγαν «στον πράσινο», επειδή το ανακλώμενο από φύλλο σε φύλλο φως τα έβαφε όλα πράσινα. Ναι, πράσινα. Τρώγαμε μαύρο ψωμί με τυρί εντελώς πράσινο και απορούσαμε. Ακούς εκεί πράσινο τυρί! Ήταν όμως το ίδιο νόστιμο, όπως το ξέραμε.

Του Ηλία Κεφάλα


Πέμπτη 29 Μαΐου 2025

Η φωτογραφία του παππού Σκρέκα

 

Στο παλιό φωτογραφείο των Τρικάλων,  

εκεί που η σκόνη του χρόνου σκεπάζει το φως,

στερεώθηκε η μορφή του προπάππου μου,

του Βασίλη Σκρέκα,

μια γραφική φιγούρα,

αγκυρωμένη στο μυστήριο μιας άλλης εποχής.

 

Μπροστά από την κουρτίνα,

σαν αυλαία θεάτρου πριν από μια σπουδαία εξομολόγηση,

στέκει αγέρωχος, καθαρός, τίμιος.

Το πρόσωπο του, με την μακριά γενειάδα και τα πυκνά μαλλιά,

είναι σαν τοπίο άγριο αλλά δίκαιο –

 σαν γη που δεν σκύβει, μόνο καρπίζει.

 

Φορά στρατιωτικό πουκάμισο –

ίσως ενθύμιο πειθαρχίας, ή απλώς καθημερινή πανοπλία.

Στη μέση του δεμένη μια ποδιά – άδειο σελάχι,

σύμβολο του μόχθου, του καθημερινού ιδρώτα στα τσιφλίκια,

όπου στάθηκε επιστάτης,

όχι αφέντης μα ούτε και υπήκοος –

μονάχα φρουρός του μέτρου.

 

Στο δεξί του χέρι κρατά τη γκλίτσα,

όχι σαν όπλο,

μα σαν προέκταση της ψυχής του –

για να περπατά ανάμεσα σε πέτρες και αδικίες

χωρίς να λυγίζει.

 

Το αριστερό του πόδι ακουμπά σε έναν μικρό βατήρα,

σαν να πατά ένα βήμα πιο πάνω απ’ τη γη,

μα πάντα με το σώμα γυρισμένο προς τον κόσμο.

Γιατί τέτοιος ήταν:

δίκαιος, έντιμος, αποφασιστικός.

 

Ο παππούς ο Σκρέκας, όπως τον αποκαλούσε το χωριό,

δεν χρειαζόταν να υψώσει φωνή,

η σιωπή του είχε βάρος, και η κρίση του κύρος.

Ως αγροφύλακας, φύλαγε όχι μόνο τις σοδειές,

μα και τη συνείδηση μιας ολόκληρης κοινότητας.

 

Κοιτάζω το βλέμμα του στη φωτογραφία

και νιώθω ότι δεν ποζάρει –

απλώς στέκεται, όπως ήταν πάντα.

Κι αυτή η στάση, αγέρωχη και γειωμένη,

μοιάζει να μου λέει:

«Να στέκεσαι όπως εγώ, παιδί μου.

Όχι ψηλά – μα σταθερά».


Δ.Τ.

Ευχετήριο μήνυμα για τους μαθητές του Λυκείου Βαλτινού

 


Αγαπητοί μαθητές και μαθήτριες του Λυκείου Βαλτινού,

Αύριο ξεκινάτε μια σημαντική δοκιμασία στη ζωή σας – τις Πανελλήνιες εξετάσεις. Σας ευχόμαστε ολόψυχα καλή επιτυχία, δύναμη και πάνω από όλα ψυχραιμία.

Η προσπάθεια και η αφοσίωσή σας όλη τη χρονιά είναι το εφόδιο που θα σας οδηγήσει στην επιτυχία. Πιστέψτε στον εαυτό σας, μείνετε συγκεντρωμένοι και να θυμάστε: οι εξετάσεις είναι μία στάση στη διαδρομή σας – όχι ο προορισμός.

Είμαστε υπερήφανοι για εσάς και βέβαιοι ότι θα δώσετε τον καλύτερο σας εαυτό.

Καλή αρχή και καλή επιτυχία!

Εφημερίδα Βαλτινού


Απεβίωσε η Αθανασία Ζησοπούλου

 

Απεβίωσε η συγχωριανή μας Αθανασία Ζησοπούλου – Κουφοχρήστου την Πέμπτη 29- 5-2025, σε ηλικία 74 ετών.

Η Αθανασία Ζησοπούλου, το γένος Γεωργίου Κουφοχρήστου, γεννήθηκε στο Βαλτινό το 1951. Παντρεύτηκε με τον Βασίλη Ζησόπουλο, από την Φωτάδα και απόκτησαν δυο παιδιά, την Ευαγγελία και την Γιώτα.

Η εξόδιος ακολουθία θα γίνει την Παρασκευή 30/5/2025 και ώρα 11.00 π.μ.

στον Ιερό Ναό Ζωοδόχου Πηγής Σαραγίων Τρικάλων.

Παρακαλούνται οι συγγενείς και φίλοι να προσέλθουν και να συνοδεύσουν την εκφορά της.

Η σορός θα μεταφερθεί στον Ιερό Ναό ώρα 10.30 π.μ.


Τετάρτη 28 Μαΐου 2025

Η ποιήτρια Γεωργία Κολοβελώνη στις «Εικοσιέξ Ποιητικές Ταξιανθίες»

 

Η συγχωριανή μας ποιήτρια Γεωργία Κολοβελώνη συμμετέχει με καινούργια ποιήματά της στον συλλογικό ποιητικό τόμο «Εικοσιέξ Ποιητικές Ταξιανθίες», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κουκίδα. Η έκδοση αυτή αποτελεί έναν καλαίσθητο και ουσιαστικό σταθμό στο σύγχρονο ποιητικό τοπίο, φέρνοντας κοντά τις φωνές είκοσι έξι εκλεκτών ποιητριών της εποχής μας.

Η Γεωργία Κολοβελώνη, με τη χαρακτηριστική της ευαισθησία και την πυκνή, στοχαστική της γραφή, προσφέρει νέα ποιήματα που εμβαθύνουν στο υπαρξιακό και το προσωπικό, αγγίζοντας με διαύγεια και ποιητική δύναμη τα σημεία εκείνα όπου η γλώσσα συναντά το βίωμα. Η παρουσία της στον τόμο ενισχύει τη συλλογική ποιότητα της έκδοσης και αναδεικνύει τη διαρκή ανανέωση του γυναικείου ποιητικού λόγου στην Ελλάδα.

Την επιμέλεια και τη φροντίδα της έκδοσης είχε ο Κώστας Θ. Ριζάκης, ο οποίος, ως ερανιστής, συνέλεξε και ενοποίησε τις ποικίλες ποιητικές φωνές με ευαισθησία και γνώση. Η κριτική ματιά της Ισιδώρας Μάλαμα φώτισε βαθύτερα τις ποιητικές διαδρομές, ενώ η εικαστική επιμέλεια της Φωτεινής Χαμιδιελή προσέδωσε ένα ξεχωριστό αισθητικό πλαίσιο, που συνομιλεί αρμονικά με το περιεχόμενο του βιβλίου.

Η ανθολογία,«Εικοσιέξ Ποιητικές Ταξιανθίες», είναι ένα ποιητικό γεγονός που τιμά τον λόγο των γυναικών και εμπλουτίζει την ελληνική λογοτεχνική σκηνή.



Μνήμη σε ασπρόμαυρο

 


Στην αυλή της εκκλησίας, του Αγίου Αθανασίου Βαλτινού, 

ένα απόγευμα της άνοιξης που δεν υπάρχει πια,

επτά κοπέλες ποζάρουν στον φακό –

τέσσερις όρθιες, τρεις καθιστές,

σαν νότες σε παρτιτούρα παλιάς ζωής,

σαν άνθη σε στεφάνι που υφαίνει ο χρόνος με σιωπή.

 

Τα φορέματά τους, καθαρά και φροντισμένα,

μιλούν για την δεκαετία του ΄60, για μία εποχή

που η κομψότητα δεν ήταν μόδα, μα στάση ψυχής.

Καρό φούστες σε πλισέ σχέδιο, πλεκτές ζακέτες,

ματιές που ακροβατούν ανάμεσα στην ντροπή και στη λαχτάρα.

 

Πίσω τους, δεξιά, το παλιό ξυλουργείο του Βερβέρα –

ένα ταπεινό σημάδι ανθρώπινης δημιουργίας,

ξύλα, ροκανίδια, μυρωδιές από ρετσίνι και μόχθο.

Και μπροστά, το χορτάρι – μαλακό τρυφερό,

σαν η φύση να τους κράτησε θέση στην καρδιά της.

 

Είναι λένε, 2 Μαΐου. Πανηγύρι του Αγίου Αθανασίου.

Η μέρα μεγάλη, το φως καθαρό, οι καμπάνες θα πρέπει να ηχούσαν ακόμα,

μα στη φωτογραφία επικρατεί σιωπή –

εκείνη η βαθιά, ποιητική σιωπή του παρελθόντος

που κουρνιάζει σε κάθε ασπρόμαυρο βλέμμα.

 

Μα τι κοιτάζουν; Ποιον περιμένουν; Ή μήπως ποθούν

να μείνουν εκεί για πάντα, ανάμεσα σε ανθισμένες αμυγδαλιές

και στην αίσθηση πως όλα ήταν τότε αθώα και σπουδαία;

Η φωτογραφία δεν απαντά –

 μα ο χρόνος υποκλίνεται μπροστά τους.

 

Γιατί το φως του Μάη, το ξύλο του ξυλουργείου,

τα καλά ρούχα, η νεότητα που δεν γνωρίζει το πέρασμα

όλα τους έγιναν μνήμη –

κι η μνήμη όταν ντύνεται σε ασπρόμαυρο,

μυρίζει λιβάνι και αγιόκλημα.


Τρίτη 27 Μαΐου 2025

«Όταν θέλω εσύ δεν θέλεις...»


«Όταν θέλω, εσύ δεν θέλεις,

τώρα που δεν θέλω, θέλεις,

να και εγώ, τώρα δεν θέλω,

για να θέλεις, όταν θέλω.»

Υπάρχει μια παράξενη, σχεδόν ειρωνική αρμονία στις ανθρώπινες σχέσεις ένας χορός συγχρονισμού που συχνά καταλήγει σε ασυμφωνία. Οι στίχοι «Όταν θέλω, εσύ δεν θέλεις, τώρα που δεν θέλω, θέλεις…» αποτυπώνουν την ουσία αυτής της συνεχούς εναλλαγής επιθυμιών, που μοιάζει να καθορίζεται όχι μόνο από το συναίσθημα, αλλά και από τον χρόνο, την ψυχολογία, και την ανάγκη για ισορροπία - ή ίσως, για εξουσία.

Αν αναρωτηθούμε βαθύτερα, βλέπουμε πως η επιθυμία δεν γεννιέται στο κενό. Πολλές φορές, θέλουμε εκείνον που δεν μας θέλει, όχι μόνο γιατί δεν μας ανταποκρίνεται, αλλά γιατί μέσα από την έλλειψη αυτή καθρεφτίζεται η δική μας ανάγκη για αναγνώριση και σημασία. Κι όταν τελικά αλλάζουν οι ρόλοι, όταν η επιθυμία του άλλου μάς βρίσκει σε στιγμή αδιαφορίας, γεννιέται η πιο ανθρώπινη διαπίστωση: το «μαζί» δεν φτάνει μόνο με την επιθυμία, χρειάζεται και ο συγχρονισμός της.

Μέσα από την αντίφαση των στίχων αναδεικνύεται μια αλήθεια: οι άνθρωποι συχνά αγαπούν όχι τον άλλον, αλλά την ανάγκη τους να αγαπηθούν από εκείνον. Κι έτσι, οι στιγμές της επιθυμίας σπάνια συναντιούνται. Είναι σαν δυο τρένα που περνούν η μία δίπλα στην άλλη ράγα, αλλά με διαφορετικό προορισμό και διαφορετική ώρα αναχώρησης.

Το «να κι εγώ, τώρα δεν θέλω, για να θέλεις, όταν θέλω» δείχνει μια σιωπηρή προσπάθεια να πάρουμε τον έλεγχο του χρόνου και της σχέσης. Μα η αλήθεια είναι σκληρή: κανείς δεν μπορεί να ελέγξει το πότε θα αγαπηθεί. Μόνο να αγαπήσει - κι αυτό, χωρίς εγγυήσεις.

Ίσως, τελικά, η ευτυχία να μην είναι να θέλουμε την ίδια στιγμή. Αλλά να μάθουμε να περιμένουμε. Να συναντιόμαστε στη μέση, με γενναιοδωρία και υπομονή. Γιατί μόνο τότε, ίσως, το «θέλω» και το «θέλεις» γίνουν επιτέλους «θέλουμε».



επικοινωνιστε μαζι μας