Του Δημήτρη
Τσιγάρα
Ο Ληθαίος κυλούσε ήσυχα μέσα από τα Τρίκαλα, σαν ένα ασημένιο νήμα που έραβε την πόλη με το τοπίο. Τα νερά του περνούσαν κάτω από τα γεφύρια, χάιδευαν τις όχθες και καθρέφτιζαν τα δέντρα, τα σπίτια και τον ουρανό. Μα οι παλιοί Τρικαλινοί έλεγαν πως ο Ληθαίος δεν ήταν ένας συνηθισμένος ποταμός. Στα νερά του κατοικούσαν μυστικά που δεν τα φανέρωνε σε όλους.
Ιδιαίτερα
τις νύχτες της πανσελήνου, όταν το φεγγάρι κρεμόταν πάνω από την πόλη σαν
μεγάλο ασημένιο λυχνάρι, οι άνθρωποι απέφευγαν να πλησιάζουν τις όχθες του.
Έλεγαν πως τότε έβγαιναν από τα νερά οι νεράιδες του Ληθαίου. Φορούσαν
αραχνούφαντα φορέματα, τόσο λεπτά που έμοιαζαν υφασμένα από ομίχλη και
φεγγαρόφωτο, και χόρευαν πάνω στο νερό τραγουδώντας τραγούδια που κανένας
θνητός δεν μπορούσε να μάθει.
Όποιος
τύχαινε να τις δει, έλεγαν, βρισκόταν μπροστά σε μια μεγάλη μοίρα. Μπορούσαν να
του χαρίσουν τύχη, έμπνευση και ευτυχία, μπορούσαν όμως και να τον παρασύρουν
στον αόρατο κόσμο τους, όπου ο χρόνος κυλούσε διαφορετικά και κανείς δεν
γνώριζε αν θα επέστρεφε ποτέ.
Κανείς
δεν ήξερε αν όλα αυτά ήταν αλήθεια ή αν ήταν απλώς ιστορίες που οι παλιοί
έλεγαν στα παιδιά για να τα κρατούν μακριά από το ποτάμι τις νύχτες. Όμως στον
κόσμο των ανθρώπων, μερικές φορές, οι μύθοι περιμένουν υπομονετικά τη στιγμή
που θα γίνουν αλήθεια.
Εκείνα
τα χρόνια είχε εγκατασταθεί στα Τρίκαλα μια οικογένεια που είχε έρθει από τα
Γιάννενα. Ανάμεσά τους ήταν κι ένα αγόρι, ο Βασίλης, που αγαπούσε περισσότερο
απ’ όλα τη μουσική.
Ο
Βασίλης ήταν ακόμη μικρός, μα είχε μέσα του μια παράξενη ευαισθησία. Άκουγε τον
άνεμο να περνά ανάμεσα από τα κλαδιά και νόμιζε πως άκουγε τραγούδι. Άκουγε τη
βροχή να χτυπά τα κεραμίδια και προσπαθούσε να βρει τον ρυθμό της. Κι όταν ο
πατέρας του έπαιρνε τη μαντόλα στα χέρια του, ο μικρός καθόταν δίπλα του και
τον παρακολουθούσε με μάτια γεμάτα θαυμασμό.
Ένα
απόγευμα, πήρε το καλάμι του και κατηφόρισε προς τον Ληθαίο για ψάρεμα. Ο ήλιος
άρχιζε να γέρνει προς τη δύση και το φως του χρυσοκόκκινου δίσκου απλωνόταν
πάνω στο ποτάμι. Τα νερά γυάλιζαν και οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου έσπαζαν
στην επιφάνειά τους σε χιλιάδες μικρά κομμάτια φωτός.
Ο
Βασίλης έριξε τη πετονιά του και περίμενε.
Δεν
πέρασε πολλή ώρα και τα ψάρια άρχισαν να τσιμπούν. Ένα, δύο, τρία… Κάμποσα
ψάρια είχαν ήδη συγκεντρωθεί στο καλάθι του.
Ο
ήλιος όμως είχε σχεδόν βασιλέψει.
Ο
Βασίλης ετοιμάστηκε να μαζέψει τα πράγματά του, όταν ξαφνικά κάτι παράξενο
συνέβη.
Οι
αντανακλάσεις πάνω στο νερό άρχισαν να κινούνται διαφορετικά. Δεν ήταν πια
απλές ανταύγειες του ήλιου. Σαν να αναδεύτηκε ολόκληρος ο Ληθαίος και να άνοιξε
μπροστά του ένας αόρατος δρόμος.
Και
τότε τις είδε.
Μέσα
από το φως του δειλινού ξεπρόβαλαν τρεις κοπέλες.
Ήταν
πανέμορφες. Τα φορέματά τους ήταν αραχνούφαντα και έμοιαζαν να κυματίζουν χωρίς
να τα αγγίζει ο άνεμος. Τα μαλλιά τους έπεφταν στους ώμους σαν χρυσαφένια και
ασημένια νήματα και τα πόδια τους άγγιζαν μόλις την επιφάνεια του νερού.
Και
τραγουδούσαν.
Ο
Βασίλης έμεινε ακίνητος.
Δεν
είχε ακούσει ποτέ στη ζωή του τέτοια μουσική. Ήταν σαν να τραγουδούσε μαζί ο
ποταμός, τα δέντρα, τα πουλιά και ο ουρανός. Η μία φωνή έμπλεκε μέσα στην άλλη
και όλες μαζί έφτιαχναν μια μελωδία τόσο γλυκιά, που το αγόρι ξέχασε ακόμη και
να αναπνεύσει.
Δεν
ένιωθε φόβο πια.
Μόνο
θαυμασμό.
Πλησίασε
λίγο περισσότερο.
—
Ποιες είστε; ρώτησε διστακτικά.
Οι
τρεις κοπέλες σταμάτησαν να τραγουδούν και τον κοίταξαν χαμογελώντας.
—
Είμαστε οι νεράιδες του Ληθαίου, του απάντησαν.
Ο
Βασίλης κοίταξε τα ψάρια που είχε πιάσει.
—
Το τραγούδι σας είναι τόσο όμορφο… Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω. Πάρτε τα ψάρια
μου.
Οι
νεράιδες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Η πράξη του παιδιού τις συγκίνησε. Δεν ζήτησε
τίποτα για τον εαυτό του, θέλησε μόνο να ανταποδώσει τη χαρά που του χάρισαν.
—
Η καλοσύνη σου, Βασίλη, αξίζει ένα δώρο, είπε η μεγαλύτερη.
—
Ζήτησε ό,τι επιθυμεί η καρδιά σου, συμπλήρωσε η δεύτερη.
—
Κι αν είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί, εμείς θα το πραγματοποιήσουμε, είπε η
τρίτη.
Ο
Βασίλης σκέφτηκε για λίγο.
Θα
μπορούσε να ζητήσει πλούτη. Θα μπορούσε να ζητήσει δύναμη ή τύχη. Μα τίποτε από
αυτά δεν τον συγκινούσε.
Σήκωσε
το βλέμμα του και είπε:
—
Θέλω να μπορώ κι εγώ να φτιάχνω τραγούδια τόσο όμορφα όσο τα δικά σας. Να
παίρνω τις νότες και να τις κάνω τραγούδια. Και να μπορώ να τα τραγουδώ στους
ανθρώπους.
Οι
νεράιδες χαμογέλασαν.
Πλησίασαν
μία-μία το αγόρι. Η πρώτη το φίλησε στο δεξί μάγουλο, η δεύτερη στο αριστερό
και η τρίτη ακούμπησε τα χείλη της απαλά στο μέτωπό του.
—
Απόψε, του ψιθύρισαν, ο Ληθαίος σου χάρισε το τραγούδι του.
Και
πριν προλάβει να τους απαντήσει, άρχισαν να χάνονται μέσα στις τελευταίες
ανταύγειες του δειλινού.
Οι
μορφές τους έγιναν φως.
Ύστερα
έγιναν σκιά.
Και
τέλος χάθηκαν μέσα στα νερά του ποταμού.
Ο
Βασίλης έμεινε μόνος.
Για
μια στιγμή αναρωτήθηκε αν όσα είχε δει ήταν αληθινά. Ύστερα κοίταξε το καλάθι
του και θυμήθηκε πως είχε προσφέρει τα ψάρια του στις νεράιδες.
Χαμογέλασε.
Και
πήρε τον δρόμο για το σπίτι.
Μόλις
έφτασε, δεν είπε τίποτα σε κανέναν.
Πήρε
στα χέρια του τη μαντόλα του πατέρα του και κάθισε σε μια γωνιά. Άρχισε να
ψάχνει τις νότες.
Στην
αρχή τα δάχτυλά του δίσταζαν.
Ύστερα,
όμως, συνέβη κάτι παράξενο.
Μια
μελωδία άρχισε να γεννιέται από τα χέρια του.
Ήταν
απλή στην αρχή, σαν μικρό ρυάκι. Ύστερα μεγάλωσε, κύλησε και άνοιξε σαν ποτάμι.
Ο Βασίλης άρχισε να τη συνοδεύει με στίχους.
Και
τότε κατάλαβε.
Οι
νεράιδες δεν του είχαν χαρίσει απλώς ένα τραγούδι.
Του
είχαν ανοίξει την πόρτα προς έναν ολόκληρο κόσμο.
Από
εκείνη την ημέρα, κάθε φορά που έπιανε τη μαντόλα στα χέρια του, οι νότες
έρχονταν μόνες τους. Οι στίχοι έβρισκαν τον δρόμο τους και οι μελωδίες
γεννιούνταν η μία μετά την άλλη.
Σαν
να είχε μείνει μέσα στην καρδιά του ένα κομμάτι από το τραγούδι των νεράιδων.
Τα
χρόνια πέρασαν.
Το
αγόρι μεγάλωσε και η μουσική του ταξίδεψε πολύ μακριά από τις όχθες του Ληθαίου.
Τα τραγούδια του τα τραγούδησαν άνθρωποι σε γειτονιές και πλατείες, σε ταβέρνες
και πανηγύρια, σε χαρές και σε λύπες. Έγιναν η φωνή μιας ολόκληρης εποχής.
Και
το όνομα του Βασίλη Τσιτσάνη έμελλε να μείνει για πάντα δεμένο με το τραγούδι.
Μα
οι παλιοί Τρικαλινοί έλεγαν πως, όταν κάποιος περνούσε αργά τη νύχτα από τις
όχθες του Ληθαίου και άκουγε προσεκτικά το νερό, μπορούσε ακόμη να διακρίνει
μέσα στο μουρμούρισμά του μια παράξενη μελωδία.
Κι
αν ήταν νύχτα με πανσέληνο, ίσως να άκουγε και τρεις γυναικείες φωνές να
τραγουδούν από μακριά.
Γιατί
οι νεράιδες, λένε, δεν έφυγαν ποτέ πραγματικά από τον Ληθαίο.
Κι
εκεί, ανάμεσα στο νερό και στο φως του φεγγαριού, κρατούν ακόμη ζωντανό το
μυστικό του τραγουδιού που κάποτε χάρισαν σ’ ένα αγόρι από τα Τρίκαλα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου