Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

Το γάλα των διακοσίων πενήντα γραμμαρίων

 Διήγημα του Δημήτρη Τσιγάρα

Στο Βαλτινό, τη δεκαετία του εβδομήντα, μετρούσαν τη μέρα με τα ζώα. Πριν λαλήσει καλά-καλά ο πετεινός, ακουγόταν το τρίξιμο της πόρτας του στάβλου και το μεταλλικό χτύπημα από τα δοχεία. Ο Αποστόλης είχε μία και μοναδική αγελάδα. Δεν ήταν φτώχεια, ήταν τρόπος ζωής. Το γάλα της έφτανε ίσα-ίσα για το σπίτι και, αν περίσσευε λίγο, το πήγαιναν στον γαλατά.

Τη γαλακτοπαραγωγική περίοδο, μόλις τελείωναν το άρμεγμα, γέμιζαν το δοχείο και έπαιρναν τον δρόμο για τον γαλατά. Παραλήπτης ήταν ο Βασίλης Αγγελής, άνθρωπος γνωστός στο χωριό, με το βιβλίο του πάντα κάτω από τη μασχάλη. Ζύγιζε το γάλα κάθε παραγωγού, σημείωνε την ημερομηνία και τα κιλά στο βιβλίο παραλαβής και στο δεφτέρι τους. Ήταν μια διαδικασία απλή, σχεδόν τελετουργική. Κανείς δεν αμφισβητούσε κανέναν.

Ύστερα όμως οι καιροί άρχισαν να αλλάζουν. Από το εργοστάσιο γάλακτος Τρικάλων έστελναν κατά διαστήματα συνεργεία ελέγχου. Έλεγαν πως ήθελαν να πατάξουν τη νοθεία, το νερό που έριχναν κάποιοι στο γάλα. Οι έλεγχοι γίνονταν αιφνιδιαστικά, με μπουκαλάκια των διακοσίων πενήντα γραμμαρίων. Περνούσαν από τα γαλατάδικα, άνοιγαν τα δοχεία και έπαιρναν δείγμα.

Σε κάθε έλεγχο αφαιρούσαν διακόσια πενήντα γραμμάρια από κάθε παραγωγό. Μπορεί να ακουγόταν λίγο, μα για εκείνους δεν ήταν. Ήταν κόπος, ήταν ιδρώτας, ήταν χρήμα. Και το χειρότερο: το έπαιρναν πριν από το ζύγισμα.

Εκείνη την ημέρα ο Αποστόλης δεν άντεξε. Όταν ήρθε το συνεργείο, είπε αυτό που σκεφτόταν καιρό. Ότι η διαδικασία ήταν άδικη. Ότι το δείγμα έπρεπε να το χρεώνεται το εργοστάσιο, όχι ο παραγωγός. Ότι, αν ήθελαν δείγμα, ας το έπαιρναν από το ζυγισμένο γάλα, όχι από το αζύγιστο.

Στην αρχή, όλοι συμφώνησαν. Για λίγο, το Βαλτινό στάθηκε όρθιο. Κανείς δεν παρέδιδε γάλα. Οι άντρες μιλούσαν χαμηλόφωνα, οι γυναίκες κρατούσαν τα δοχεία τους κλειστά. Τα βλέμματα συναντιούνταν, η σιωπή βάραινε, κι έμοιαζε πως το δίκιο ένωνε.

Μα η αποφασιστικότητα κράτησε όσο κρατά ένα σύννεφο τον Αύγουστο.

Ένας-ένας οι συγχωριανοί άρχισαν να λυγίζουν.
«Τι να κάνουμε;»
«Μη μπλέξουμε.»
«Έτσι είναι ο κανονισμός.»

Το δοχείο άνοιγε, το μπουκαλάκι γέμιζε, το γάλα χανόταν. Κι ο Αποστόλης έμεινε μόνος.

Δεν παρέδωσε το γάλα. Όχι από πείσμα, αλλά από ευθιξία. Δεν μπορούσε να δεχτεί να τον κλέβουν στο όνομα του ελέγχου. Την επόμενη ημέρα ήρθε η τιμωρία: απεριόριστος αποκλεισμός από το εργοστάσιο.

Πήγε στα Τρίκαλα. Βρήκε τους διευθυντάδες, τους μίλησε ήρεμα. Τους εξήγησε την αδικία, τη στάση του, την αξιοπρέπεια του μικρού παραγωγού. Εκείνοι όμως είχαν άλλη άποψη. Πίστευαν πως δεν παρέδωσε το γάλα επειδή το είχε, λέει, νοθευμένο.

Του ζήτησαν να υπογράψει υπεύθυνη δήλωση ότι δεν θα ξανανοθεύσει το γάλα, για να του χαρίσουν την ποινή.

Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι του. Πώς να υπογράψει ένα ψέμα; Πώς να παραδεχτεί μια ατιμία που δεν έκανε; Προσπάθησε ξανά να εξηγήσει, μα ήταν σαν να μιλούσε σε τοίχο. Δεν καταλάβαιναν - ή δεν ήθελαν να καταλάβουν.

Το πήρε κι αυτός στραβά. Σηκώθηκε κι έφυγε.

Την επόμενη ημέρα πούλησε την αγελάδα. Τόσο απλά. Έκλεισε έτσι ένας κύκλος. Ησύχασε από αυτούς και τις διαδικασίες τους, μα όχι από τη σκέψη.

Λίγο καιρό αργότερα έμαθε πως ο δειγματοληπτικός έλεγχος γινόταν πλέον με φιάλες των είκοσι πέντε γραμμαρίων. Φαίνεται πως αποφάσισαν να μικρύνουν το μέγεθος της κλοπής.

Στο Βαλτινό όμως, κάθε φορά που περνούσε από την πλατεία, θυμούνταν εκείνα τα διακόσια πενήντα γραμμάρια. Όχι για το γάλα, μα για την αξιοπρέπεια που χάθηκε και δεν ξαναζυγίστηκε ποτέ.

***

Ανάλυση του διηγήματος «Το γάλα των διακοσίων πενήντα γραμμαρίων»

Το διήγημα «Το γάλα των διακοσίων πενήντα γραμμαρίων» είναι ένα λιτό, ρεαλιστικό αφήγημα κοινωνικής μνήμης, όπου το μικρό, μετρήσιμο γεγονός (250 γραμμάρια γάλα) λειτουργεί αλληγορικά ως μέτρο δικαιοσύνης, αξιοπρέπειας και συλλογικής ευθύνης. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Αποστόλης, όχι ως ήρωας με την κλασική έννοια, αλλά ως φορέας μιας σιωπηρής, εσωτερικής ηθικής αντίστασης.

Η αρχική στάση του Αποστόλη: ο άνθρωπος του μέτρου και της εμπιστοσύνης

Στην αρχή του διηγήματος, ο Αποστόλης παρουσιάζεται πλήρως ενταγμένος στην κοινοτική τάξη πραγμάτων. Έχει μία και μοναδική αγελάδα, όχι ως ένδειξη φτώχειας αλλά ως επιλογή ζωής. Αυτό το στοιχείο είναι κρίσιμο:

δείχνει αυτάρκεια, αποδοχή του ορίου, και σεβασμό στον κόπο.

Η σχέση του με τον γαλατά και το σύστημα παραλαβής βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη. Η ζύγιση είναι «τελετουργική», σχεδόν ιερή. Ο Αποστόλης δεν είναι καχύποπτος, πιστεύει στη δικαιοσύνη ως αυτονόητη πρακτική, όχι ως επιβεβλημένο κανονισμό.

Η αντίδραση: όχι έκρηξη, αλλά διατύπωση αρχής

Όταν εμφανίζονται οι έλεγχοι, η αδικία δεν είναι μόνο οικονομική, είναι συμβολική. Τα 250 γραμμάρια: αφαιρούνται πριν από το ζύγισμα, χωρίς συναίνεση, και χωρίς απόδοση ευθύνης στο εργοστάσιο.

Η αντίδραση του Αποστόλη δεν είναι βίαιη ούτε παρορμητική.
Μιλά καθαρά, ήρεμα, τεκμηριωμένα. Δεν αρνείται τον έλεγχο, αρνείται τον τρόπο. Αυτό τον διαφοροποιεί από τον «ταραξία» και τον τοποθετεί στη θέση του ηθικού διαπραγματευτή.

Η στάση του έχει τρία χαρακτηριστικά:

Δικαιοσύνη – ο έλεγχος πρέπει να χρεώνεται σε αυτόν που τον ζητά.

Ισοτιμία – ο παραγωγός δεν είναι ύποπτος εκ προοιμίου.

Αξιοπρέπεια – δεν δέχεται απώλεια κόπου χωρίς αναγνώριση.

Η μοναχική του θέση: από το «εμείς» στο «εγώ»

Η πιο δραματική καμπή του διηγήματος είναι η στιγμή της αρχικής συλλογικής στάσης και της γρήγορης κατάρρευσής της. Για λίγο, το χωριό στέκεται ενωμένο, όμως αυτή η ενότητα αποδεικνύεται εύθραυστη.

Ο Αποστόλης δεν αλλάζει στάση, σε αντίθεση με τους άλλους. Αυτό είναι κομβικό:

Οι συγχωριανοί υποχωρούν από φόβο, συνήθεια και επίκληση του «κανονισμού».

Ο Αποστόλης μένει μόνος, όχι επειδή το επιδιώκει, αλλά επειδή αρνείται να προδώσει τον εαυτό του.

Η μοναξιά του δεν είναι ηρωική με εξωτερική λάμψη, είναι βαριά, καθημερινή και σιωπηλή.

Η άρνηση υπογραφής: ηθικό όριο χωρίς επιστροφή

Η κορύφωση της στάσης του Αποστόλη έρχεται όταν του ζητείται να υπογράψει υπεύθυνη δήλωση ότι δεν θα ξανανοθεύσει το γάλα.

Εδώ η σύγκρουση παύει να είναι οικονομική ή γραφειοκρατική και γίνεται υπαρξιακή:

Η υπογραφή ισοδυναμεί με αποδοχή μιας ψευδούς ενοχής.

Η άρνηση ισοδυναμεί με αποκλεισμό.

Ο Αποστόλης επιλέγει το δεύτερο. Δεν διαπραγματεύεται την αλήθεια του.
Η αντίδρασή του («το πήρε στραβά») δεν είναι θυμός εκδίκησης, αλλά αγανάκτηση ηθικού ανθρώπου που βλέπει το σύστημα να του ζητά συνενοχή.

Η τελική στάση: αποχώρηση αντί προσαρμογής

Η πώληση της αγελάδας είναι η πιο σκληρή, αλλά και η πιο καθαρή πράξη του. Δεν είναι ήττα, είναι απόσυρση αξιοπρέπειας. Ο Αποστόλης:

δεν προσαρμόζεται σε μια άδικη κανονικότητα,

δεν συμβιβάζεται για να επιβιώσει μέσα στο σύστημα,

επιλέγει να βγει έξω από αυτό.

Το τίμημα είναι μεγάλο, αλλά συνειδητό.

Συμπέρασμα: ο Αποστόλης ως μέτρο ηθικής

Ο Αποστόλης δεν αλλάζει τον κόσμο. Αλλάζει όμως το μέτρο με το οποίο τον κοιτάμε.
Τα 250 γραμμάρια γάλα δεν είναι απώλεια ύλης, είναι απώλεια δικαίου. Η μείωσή τους αργότερα σε 25 γραμμάρια δεν αποκαθιστά την αδικία - απλώς τη σμικρύνει τεχνικά.

Η μνήμη του χωριού δεν κρατά το γάλα, κρατά τη μοναχική αντίσταση, τη σιωπηλή ήττα της συλλογικότητας, και την αξιοπρέπεια που «δεν ξαναζυγίστηκε ποτέ».

Ο Αποστόλης, τελικά, δεν είναι τραγικός επειδή έχασε. Είναι τραγικός επειδή είχε δίκιο και έμεινε μόνος.



Το βάρος του πορτοφολιού και η ελαφρότητα της εμπιστοσύνης

 

Το πορτοφόλι είναι μικρό, σχεδόν ταπεινό. Μια θήκη που χωράει κέρματα, λίγα χαρτονομίσματα, ίσως και μια απόδειξη ξεχασμένη. Στη φωτογραφία μοιάζει ανοιχτό, εκτεθειμένο, σαν να αποκαλύπτει όχι μόνο το περιεχόμενό του, αλλά και κάτι από τον άνθρωπο που το κρατά. Τα κέρματα, παλιά και διαφορετικά μεταξύ τους, κουβαλούν ίχνη χρόνου, αλλαγών, αξιών που κάποτε μετρούσαν περισσότερο από ό,τι σήμερα.

Πέρα όμως από την πρακτική του χρήση, το πορτοφόλι έχει φορτωθεί με νόημα βαρύ. Έγινε σύμβολο δύναμης, μέτρο αξίας, κριτής σχέσεων. «Η δύναμη στον άνθρωπο είναι στο πορτοφόλι», λέγαν κάποιοι, κι έτσι το δέρμα του άρχισε να ζυγίζει περισσότερο από την ψυχή. Όσο πιο γεμάτο, τόσο πιο “σημαντικός” ο άνθρωπος. Όσο πιο άδειο, τόσο πιο αόρατος. Φίλοι που πλησιάζουν, πόρτες που ανοίγουν, λόγια που ακούγονται - όλα συχνά περνούν από το φίλτρο των χρημάτων.

Κι όμως, αυτή η δύναμη είναι εύθραυστη σαν τα κέρματα που γλιστρούν από τα δάχτυλα. Σήμερα λάμπουν, αύριο σκουριάζουν. Το πορτοφόλι μπορεί να γίνει εργαλείο εξουσίας, αλλά ποτέ δεν έγινε εργαλείο αγάπης. Δεν αγοράζει την εμπιστοσύνη, ούτε εγγυάται τη συντροφικότητα. Μπορεί να εξασφαλίσει παρουσία, όχι όμως αλήθεια.

Η αληθινή σχέση των ανθρώπων θα ’πρεπε να βασίζεται στην εμπιστοσύνη, σε εκείνο το άυλο νόμισμα που δεν φυλάσσεται σε θήκες και δεν μετριέται σε αξίες. Στη ματιά που μένει, στο χέρι που απλώνεται χωρίς αντάλλαγμα, στη φιλία που δεν ρωτά αν το πορτοφόλι είναι γεμάτο ή άδειο. Γιατί στο τέλος, όταν κλείσει η θήκη και σβήσει ο ήχος των κερμάτων, αυτό που μένει είναι ο άνθρωπος, και η σχέση που κατάφερε να χτίσει χωρίς να την πληρώσει.


Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

ΒΡΟΧΗ

 

«Όλα στάζουν βροχή, καημός του Βούδα για τον άνθρωπο», γράφει ο Κομπαγιάσι Ίσσα (1763-1828) κι εγώ μπαίνω στον πειρασμό να τον παραφράσω: Βρέχει σιγανά κι ακατάπαυστα και νιώθω διαρκώς τον καημό των προγόνων, που θέλουν να τους θυμηθούμε. Κι είμαι μαζί τους μέσα σ’ αυτή την αραιή βροχή, που αφήνει διαβάσεις ανάμεσα στις ροές της για να περάσουν οι Παλιοί. Τι απόκοσμο ημίφως. Μια απραξία σαν ανυπαρξία. Σιωπηλοί επιπλέουμε πάνω στο τίποτα. Μια μουσική νερού κατεβαίνει, γλείφοντας τα κλαδιά των δέντρων και ξεπλένοντας τα πέτρινα σκαλιά. Κάποιες δαμασκηνιές λάμπουν μακριά από ένα αιφνίδιο φως. Μια ανεπαίσθητη άχνα σχηματίζει τα πρόσωπα των Παλιών. Βρίσκονται εδώ κι εγγράφονται μαζί μας και σιγά σιγά βρέχει όλο και πιο δυνατά. Καταφθάνει κάτι που μας συναρπάζει από μέσα μας. 

Του Ηλία Κεφάλα


Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Στηριγμένοι ο ένας στον άλλον, προς τον ουρανό

 

Το χιόνι απλώνεται σαν λευκή σελίδα.
Πάνω της, τέσσερα σώματα γράφουν για λίγο ένα ποίημα που δεν πρόλαβαν να πουν με λόγια.

Ο Γιώργος, ο Δημήτρης, ο Αντώνης και ο Χρήστος -
ονόματα απλά, δεμένα με το χώμα του Βαλτινού,
μα τα μάτια τους κοιτούν ψηλά,
εκεί όπου ο ουρανός δεν ζητά εξηγήσεις.

Σηκώνουν ο ένας τον άλλον,
όπως σηκώνει η νιότη τα όνειρα:
με γέλιο, με τόλμη, με μια ελαφρότητα
που αγνοεί τον κίνδυνο της πτώσης.
Χέρια γίνονται ρίζες, ώμοι γίνονται έδαφος,
και πάνω τους ανθίζει για μια στιγμή το πέταγμα.

Ανοιγμένα χέρια χαράζουν στον αέρα
το σχήμα του αετού.
Όχι για να φύγουν,
μα για να μάθουν πως μπορούν.
Πως ο άνθρωπος δεν γεννήθηκε μόνο για να πατά,
μα και για να υψώνεται -
έστω αν χρειάζεται τους άλλους για φτερά.

Είναι η δεκαετία του ΄80.
Ο χρόνος ακόμη συγχωρεί,
το μέλλον δεν έχει πρόσωπο,
και το βάρος της ζωής μοιάζει παιχνίδι στο χιόνι.
Σε λίγο τα χέρια θα κουραστούν,
οι πατούσες θα βραχούν,
κι ο κόσμος θα ζητήσει σοβαρότητα.

Μα αυτή η στιγμή θα μείνει.
Σαν μνήμη που επιστρέφει τις δύσκολες μέρες.
Σαν απόδειξη ότι κάποτε,
τέσσερις φίλοι έγιναν για λίγο ουρανός
και ένας άνθρωπος τόλμησε να πετάξει.


Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

Η Στεργιάνω και η Επανάσταση της Καλημέρας

 Διήγημα του Δημήτρη Τσιγάρα

Μεγάλη απόφαση πήρε εκείνο το καλοκαίρι η Στεργιάνω από το Βαλτινό, να κατέβει στην Αθήνα να δει τον γιο της τον Βαγγέλη, «να χαρεί και τα εγγόνια», όπως έλεγε, κι ας μην την χώραγε ο τόπος. Γιατί άλλο χωριό κι άλλο τσιμεντούπολη. Στο χωριό, άμα ανοίξεις την πόρτα, σε καλημερίζει ο ήλιος, η κότα, ο γείτονας και, αν έχεις κέφια, κι εσύ ο ίδιος τον εαυτό σου.

Στην Αθήνα, όμως, η Στεργιάνω κατάλαβε από την πρώτη μέρα πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Ξύπνησε χαράματα, όπως πάντα, το βιολογικό της ρολόι ήταν ρυθμισμένο στα «ζωντανά» και στα χωράφια, όχι στα ρολά της πολυκατοικίας. Έφτιαξε μόνη της καφέ και βγήκε έξω, γιατί το διαμέρισμα την πλάκωνε σαν σιδερόφρακτο μαντρί.

Κάθισε στο παγκάκι της εισόδου και άρχισε να χαζεύει. Κόσμος να περνάει, να τρέχει. «Λες και τους κυνηγάνε», σκέφτηκε. Τους κοίταζε έναν έναν, τους χαμογελούσε… τίποτα. Ούτε βλέμμα, ούτε νεύμα, ούτε ένα «καλημέρα χριστιανέ μου».

Τη δεύτερη μέρα το ίδιο. Την τρίτη, άρχισε να την τρώει το σαράκι. Το βράδυ, την ώρα που έτρωγαν, γύρισε στον Βαγγέλη και του λέει, με ύφος βαθιά αδικημένης:

— Αρέ Βαγγέλη, να τ’ς βαρέσει μέσα… τι στο διάολο τους έκανα και δε με λεν καλημέρα εδώ οι άνθρωποι;

Ο Βαγγέλης χαμογέλασε κουρασμένα. Προσπάθησε να της εξηγήσει για τις μεγαλουπόλεις, την αποξένωση, το άγχος, τα ωράρια, τα προβλήματα. Της μίλησε για «κοινωνικές δομές» και «απρόσωπες σχέσεις».

Η Στεργιάνω τον άκουγε σοβαρά, κουνώντας το κεφάλι, ώσπου στο τέλος σηκώθηκε όρθια σαν να έπαιρνε όρκο:

— Ε, λοιπόν, εγώ θα τους μάθω να μου τη λένε την καλημέρα!

Ο Βαγγέλης τρόμαξε. Η νύφη του χαμογέλασε επικίνδυνα. Τα εγγόνια χειροκρότησαν.

Την άλλη μέρα, από τα χαράματα, η Στεργιάνω έπιασε θέση στο παγκάκι της. Στρατηγικό σημείο, περνούσαν όλοι. Πρώτος ένας κύριος με κοστούμι, σκυθρωπός, με χαρτοφύλακα.

— Καλημέρα αφέντη μ’! του φώναξε με φωνή που θα τρόμαζε και γίδα στο βουνό.

Ο κύριος παραλίγο να του πέσει ο χαρτοφύλακας. Την κοίταξε, δεν απάντησε και επιτάχυνε.

— Να τα μας… μουρμούρισε η Στεργιάνω. Θα στρώσεις εσύ.

Δεύτερη μια κοπέλα με καφέ στο χέρι.

— Καλημέρα κυρά μ’! Να ’σαι καλά!

Η κοπέλα χαμογέλασε αμήχανα και είπε ένα δειλό «εε… καλημέρα».

Η Στεργιάνω άστραψε.

— Είδες; πιάνει!

Μέρα με τη μέρα, η φήμη απλώθηκε. «Η γιαγιά της καλημέρας», την έλεγαν. Άλλοι την απέφευγαν αλλάζοντας πεζοδρόμιο, άλλοι περίμεναν σχεδόν με ανυπομονησία να τους καλημερίσει. Ένας συνταξιούχος άρχισε να κάθεται δίπλα της. Μια κυρία με σκύλο της έφερνε κουλουράκια. Ένας τυροπιτάς, που στην αρχή κοίταζε κάτω, μια μέρα της είπε:

— Αν δε μου πείτε καλημέρα, δε φεύγω.

Και η Στεργιάνω, περήφανη, του απάντησε:

— Άργησα σήμερα, παλληκάρι μ’, συγχώρεσέ με.

Το αποκορύφωμα ήρθε όταν μια μέρα κατέβηκε όλη η πολυκατοικία. Ο θυρωρός (που δεν υπήρχε), η κυρία του τρίτου, ο φοιτητής του πέμπτου, όλοι έλεγαν καλημέρα. Σαν χωριό είχε γίνει το πρωινό.

Όταν έφυγε η Στεργιάνω για το Βαλτινό, το παγκάκι έμεινε άδειο. Μα όχι για πολύ. Κάποιος κάθισε. Μετά άλλος. Και το πρωί, χωρίς να το πολυσκεφτούν, άρχισαν να λένε καλημέρα.

Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε τσιμέντα και πολυκατοικίες, φύτρωσε λίγη ανθρωπιά.

Καλημέρα, λοιπόν.
Καλημέρα αείμνηστη Στεργιάνω.
Γιατί καμιά φορά, για να αλλάξεις τον κόσμο, δεν χρειάζεσαι μεγάλα λόγια, φτάνει να πεις μια καλημέρα δυνατά, καθαρά και με χαμόγελο.


«Θέλω να θυμάμαι» - Από την συλλογή του Χρήστου Γκίμτσα

 

Δεκαετία του 1960, κι εγώ μαζί με τους συνομήλικούς μου βρισκόμασταν στα θρανία του πρώτου δημοτικού σχολείου, που τότε στεγαζόταν στο όμορφο, πέτρινο και διατηρητέο κτίριο απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Στεφάνου.

Ήμασταν τότε μια μεγάλη παρέα από πιτσιρικάδες. Τα σπίτια μας βρίσκονταν στις οδούς Βούλγαρη, Πελέκη, Χαριλάου Τρικούπη, Λάκμωνος, Ψαρών- που τότε ήταν ένα καλντερίμι- και γενικά στους δρόμους γύρω από την πλατεία της Βουβής.

Η πλατεία εκείνη ήταν τότε αλάνα και αποτελούσε το σημείο αναφοράς για όλες τις δραστηριότητές μας. Εκεί γίνονταν οι συναντήσεις μας, το ποδόσφαιρο, τα επικίνδυνα παιχνίδια με την ασετιλίνη, αλλά και το πέταγμα του χαρταετού.

Δυτικά της αλάνας υπήρχαν κάποια κτήματα γεμάτα βλάστηση, που τον χειμώνα μετατρέπονταν σε υδροβιότοπο, αφού κρατούσαν νερό. Εκεί έβρισκες όλα τα πετούμενα του ουρανού. Εννοείται πως αυτόν τον χώρο, χειμώνα καιρό, μόνο με εκείνες τις μαύρες γαλότσες μπορούσες να τον περπατήσεις.

Εκεί δοκιμάζαμε τα τόξα και τις σφεντόνες μας και, μέσα στην πυκνή βλάστηση, είχαμε τα λημέρια μας. Η περιοχή αυτή με τον καιρό οικοπεδοποιήθηκε, γέμισε νεόδμητες οικοδομές και σήμερα τη λένε «τα Δημοσιοϋπαλληλικά».

Από το σχολείο μας χώριζε ο Ληθαίος και η πρόσβαση γινόταν είτε από τη γέφυρα του Τρικκαίογλου είτε, συχνότερα, από τη γέφυρα της Γούρνας. Η γέφυρα στο ύψος της Βούλγαρη κατασκευάστηκε πολύ αργότερα, τότε δεν υπήρχε.

Εκείνη την εποχή το ποτάμι ήταν για όλη την πιτσιρικαρία της περιοχής ένας ακόμη ζωτικός χώρος. Ακριβώς κάτω από την εκκλησία του Αγίου Στεφάνου σχηματιζόταν ένα φυσικό βαθούλωμα και εκεί, τα καλοκαίρια, κολυμπούσαμε, αφού τότε το νερό ήταν πεντακάθαρο.

Και όχι μόνο αυτό. Εκεί μάθαμε να ψαρεύουμε με καλάμι, αγκίστρι και δόλωμα σκουλήκι, γιατί το ποτάμι είχε άφθονα ψάρια -κυρίως μπριάνες- αλλά και καραβίδες, που τις πιάναμε με τα χέρια. Οι μεγαλύτεροι της παρέας τις πουλούσαν στα τσιπουράδικα της παλιάς αγοράς, που σήμερα έχει πια γκρεμιστεί, και εξασφάλιζαν καλό χαρτζιλίκι.

Το να πηγαίνουμε όμως στο σχολείο δυο φορές τη μέρα, πρωί και απόγευμα, περνώντας τις γέφυρες του Τρικκαίογλου και της Γούρνας, δεν ήταν και το πιο ευχάριστο. Γι’ αυτό, στο ύψος της εκκλησίας, όταν ο καιρός ήταν καλός και το ποτάμι δεν είχε «κατεβάσει» -κοντά παντελόνια φορούσαμε άλλωστε- βγάζαμε παπούτσια και κάλτσες και με μερικές δρασκελιές περνούσαμε απέναντι. Στεγνώναμε όπως όπως, ξαναφορούσαμε κάλτσες και παπούτσια και ανηφορίζαμε για το σχολείο.

Μερικές φορές, όταν ο δάσκαλος καταλάβαινε πως «την είχαμε κάνει» μέσα από το ποτάμι, με το καλημέρα δοκίμαζε τη βέργα του επάνω μας. Αλλά μυαλό δεν βάζαμε.

Ένα απόγευμα, άνοιξη ήταν, γυρίζαμε από το μάθημα εγώ κι ένας κολλητός μου, ο Νίκος. Γειτονάκια ήμασταν, μέναμε στη Βούλγαρη. Εγώ σε μια χαμοκέλα φτιαγμένη με την τεχνική του μπαγδατιού κι εκείνος στο υπόγειο μιας μονοκατοικίας.

Αποφασίσαμε λοιπόν να γυρίσουμε μέσα από το ποτάμι. Βγάλαμε κάλτσες και παπούτσια και μπήκαμε στο νερό, κρατώντας στο ένα χέρι τα παπούτσια και στο άλλο τη σάκα. Κάποια στιγμή ο Νίκος παραπάτησε λίγο και, ώσπου να βρει την ισορροπία του, το ένα παπούτσι έπεσε στο νερό. Τρομαγμένοι αρχίσαμε να το ακολουθούμε για να το πιάσουμε, αλλά το ρεύμα ήταν αρκετά δυνατό και δεν τα καταφέραμε.

Το ακολουθήσαμε περπατώντας στην όχθη μέχρι τη γέφυρα της Μαρούγκαινας και μετά το χάσαμε από τα μάτια μας. Κατάλαβα την αγωνία και τον φόβο του. Θα γύριζε στο σπίτι μονοσάνταλος, σαν τον Θησέα. Πώς να εξηγήσει ότι είχε χάσει το παπούτσι μέσα στο ποτάμι;

Εκείνο το βράδυ, αν περνούσες έξω από το υπόγειο όπου έμενε, θα άκουγες το σπαρακτικό του κλάμα, τις φωνές της μάνας του και τον ήχο από τις σφαλιάρες. Υπήρχε άραγε δεύτερο ζευγάρι για την επόμενη μέρα; Φτωχοί άνθρωποι ήταν, όπως οι περισσότεροι στη γειτονιά.

Το επόμενο πρωί ο Νίκος ήρθε στο σχολείο με σκυμμένο κεφάλι, φορώντας εκείνες τις μαύρες γαλότσες - άνοιξη καιρό. Και δεν ήταν μόνο το ξύλο, ήταν και η καζούρα από τους συμμαθητές, όταν έμαθαν πως είχε χάσει το παπούτσι του.

Τα χρόνια πέρασαν και ο καθένας από εκείνη την παρέα τράβηξε τον δρόμο του. Ο Νίκος, που «δεν είχε μυαλό για γράμματα», πήγε λίγο γυμνάσιο και μετά δούλεψε στην οικοδομή, σε διάφορα αφεντικά. Είχε όμως μυαλό και προκοπή. Με τον καιρό έκανε δικό του συνεργείο, πήρε μαστόρους στη δούλεψή του και άνοιξε γραφείο με μια μεγάλη πινακίδα που έγραφε: «Εκτελούνται οικοδομικές εργασίες».

Πρόκοψε, όπως λένε. Κι ενώ εμείς τρέχαμε για σπουδές, μεταπτυχιακά και εξειδικεύσεις, εκείνος είχε φορτωμένους τραπεζικούς λογαριασμούς και μπλοκ επιταγών στην τσέπη - παρακαλώ.

Με τον Νίκο δεν χαθήκαμε. Μείναμε φιλαράκια, αν και συναντιόμαστε αραιά. Σε κάθε μας συνάντηση, πέρα από την ανυπόκριτη χαρά, είτε έχουμε δουλειά είτε όχι, αράζουμε στο πιο κοντινό καφενείο ή τσιπουράδικο για να τα πούμε, πάντα με την προϋπόθεση ότι θα κερνούσε εκείνος.

Και μέσα στην κουβέντα, πάντα γυρίζουμε στην αλάνα της Βουβής. Σε μία από αυτές τις συναντήσεις τον ρώτησα τι θυμόταν περισσότερο από εκείνα τα χρόνια. Δεν χρειάστηκε ούτε δευτερόλεπτο να σκεφτεί.

«Το ξύλο που έφαγα εκείνο το βράδυ που έχασα το παπούτσι και την καζούρα που μου κάνατε την επόμενη μέρα, όταν ήρθα στο σχολείο με τις γαλότσες. Αυτά θα τα θυμάμαι μέχρι να μου βγει η ψυχή».

Έτσι είπε και κατέβασε το ποτήρι με το τσίπουρο μονορούφι.

«Και αν πας τώρα στο σπίτι», συνέχισε, «θα βρεις στοιβαγμένα καμιά εικοσαριά ζευγάρια παπούτσια -ό,τι σχέδιο και χρώμα θέλεις- έτσι, για να ξεπαθιάζω και να μου φεύγει το άχτι».

Ξαφνιάστηκα. Τι κουβαλάει ο άνθρωπος μέσα στην ψυχή του καμιά φορά, σκέφτηκα. Μα δεν το είπα. Σήκωσα μόνο το ποτήρι και ήπια κι εγώ το περιεχόμενό του μονορούφι.

«Περασμένα ξεχασμένα. Άντε, στην υγειά μας», ήταν το μόνο που μπόρεσα να πω.












Christos.gim@gmail.com


Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

Το όνομα Γιάννης στη λαϊκή παράδοση

 

Το όνομα Γιάννης είναι από τα πιο αγαπημένα, συνηθισμένα και βαθιά ριζωμένα ονόματα του ελληνικού λαϊκού βίου. Τόσο κοινό, ώστε στη λαϊκή συνείδηση να μη δηλώνει απλώς ένα πρόσωπο, αλλά τον «καθένα», τον απλό άνθρωπο, τον δικό μας άνθρωπο.

Ετυμολογία και θρησκευτική σημασία

Ο Γιάννης προέρχεται από το εβραϊκό Γιοχανάν, που σημαίνει «ο Θεός είναι ελεήμων». Στην ελληνική παράδοση συνδέεται κυρίως με δύο μεγάλες μορφές της Ορθοδοξίας:

-Τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, αυστηρό, ασκητικό και προφητικό πρόσωπο,

-Τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, σύμβολο αγάπης, σοφίας και πνευματικότητας.

Οι δύο αυτές όψεις -η αυστηρότητα και η τρυφερότητα- αντανακλώνται και στον λαϊκό χαρακτήρα του ονόματος.

Ο Γιάννης ως λαϊκός τύπος

Στη λαογραφία, ο Γιάννης δεν είναι άρχοντας ούτε ήρωας απόμακρος. Είναι ο γεωργός, ο βοσκός, ο μάστορας, ο ναύτης, ο άνθρωπος της καθημερινότητας. Γι’ αυτό και λέμε:

-«Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει»

-«Όπου φτωχός κι η μοίρα του, κι ο Γιάννης με τη γκλίτσα»

Το όνομα γίνεται συνώνυμο της απλότητας, αλλά και της πονηριάς της ζωής, του ανθρώπου που ξέρει να επιβιώνει.

Παροιμίες και λαϊκές φράσεις

Ο Γιάννης κυριαρχεί στις ελληνικές παροιμίες περισσότερο από κάθε άλλο όνομα:

-«Τι είχες Γιάννη; Τι είχα πάντα»: Αναφέρεται σε καταστάσεις που παραμένουν στάσιμες και αμετάβλητες, παρά τις όποιες προσδοκίες ή προσπάθειες για αλλαγή. 

Σαρανταπέντε Γιάννηδες ενός κοκόρου γνώση»: Αναφέρεται σε περιπτώσεις όπου πολλοί άνθρωποι μαζί δεν καταφέρνουν να βγάλουν ένα σωστό συμπέρασμα.

-«Σπίτι χωρίς Γιάννη, προκοπή δεν κάνει»: Δηλώνει τη δημοτικότητα του ονόματος και την πεποίθηση ότι σε κάθε σπιτικό υπάρχει (ή πρέπει να υπάρχει) ένας Γιάννης για να ευημερήσει.

-«Ακόμα δεν τον είδαμε, Γιάννη τον βαφτίσαμε»: Για βιαστικές αποφάσεις ή συμπεράσματα πριν δούμε το αποτέλεσμα.

-«Τι Γιάννης, τι Γιαννάκης»: Όταν δύο πράγματα είναι ουσιαστικά τα ίδια παρά τη μικρή διαφορά στην ονομασία.

-«Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει»: Για περιπτώσεις αυτοεξυπηρέτησης ή όταν κάποιος ελέγχει πλήρως μια κατάσταση προς όφελός του.

-«Πότε ο Γιάννης δεν μπορεί, πότε ο κώλος του πονεί»: Για άτομα που βρίσκουν συνεχώς δικαιολογίες για να αποφύγουν μια εργασία.

Οι φράσεις αυτές δείχνουν πώς το όνομα λειτουργεί ως μέτρο του οικείου, του αναμενόμενου, του ανθρώπινου.

Ο Γιάννης στο τραγούδι και στο παραμύθι

Στα δημοτικά τραγούδια και τα παραμύθια, ο Γιάννης είναι συχνά ο μικρός και αδύναμος που τα καταφέρνει, όχι με δύναμη αλλά με μυαλό και καρδιά. Είναι ο ήρωας που ξεγελά τον δράκο, ο νέος που ξενιτεύεται, ο άνθρωπος που πονά και αντέχει.

Έτσι λοιπόν ο Γιάννης δεν είναι απλώς ένα όνομα, είναι σύμβολο της λαϊκής ψυχής. Φέρει τη σοφία του καθημερινού ανθρώπου, τη σιωπηλή αντοχή, την ελπίδα και το πείσμα της ζωής. Γι’ αυτό και, όσο υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν, μοχθούν και ονειρεύονται, ο Γιάννης θα ζει μέσα στη γλώσσα, στις φωτιές του Αϊ-Γιάννη και στις παροιμίες του τόπου.


Όταν το φως μαθαίνει να κατοικεί μέσα μας (Με αφορμή τη γιορτή του φωτός)

 

Η πνευματική αναγέννηση του ανθρώπου δεν έρχεται ως θαύμα ούτε ως ξαφνική αποκάλυψη. Αναδύεται αργά, όπως το φως που διαχέεται πριν ακόμη ανατείλει ο ήλιος, πρώτα αμφίβολο, ύστερα επίμονο, τέλος αναπόφευκτο. Είναι η στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος παύει να ζει αποκλειστικά μέσα στη σκιά των φόβων του και αναλαμβάνει την ευθύνη της εσωτερικής του θέασης.

Το σκότος δεν είναι εξωτερικός εχθρός. Είναι η αδράνεια της συνείδησης, η συνήθεια της αποφυγής, η άρνηση να αντικρίσουμε τον εαυτό μας χωρίς δικαιολογίες. Το φως, αντίθετα, δεν είναι ηθική υπεροχή ούτε θρίαμβος πάνω στους άλλους. Είναι η διαύγεια. Η ικανότητα να βλέπουμε τα πράγματα όπως είναι, χωρίς να τα παραμορφώνουμε για να μας βολεύουν. Η νίκη του φωτός δεν συντελείται με εξάλειψη του σκότους, αλλά με τη μεταμόρφωσή του σε γνώση.

Η κάθαρση, σε αυτή τη φιλοσοφική προοπτική, δεν είναι τιμωρία ούτε εξιλέωση. Είναι αποδέσμευση. Είναι η αργή αποκόλληση από τα περιττά βάρη του εγώ, από τις ψευδαισθήσεις ελέγχου και τις επιβεβλημένες ταυτότητες. Ο άνθρωπος καθαίρεται όταν παύει να ταυτίζεται με τον ρόλο του θύματος ή του κυρίαρχου και αρχίζει να υπάρχει ως συνειδητή παρουσία μέσα στον κόσμο. Τότε η σκέψη του παύει να είναι εργαλείο άμυνας και γίνεται όργανο κατανόησης.

Από αυτή την εσωτερική μετατόπιση γεννιέται η ευλογία της κτίσης, όχι ως υπερβατικό δώρο, αλλά ως φυσική συνέπεια. Όταν ο άνθρωπος παύει να βλέπει τη φύση ως αντικείμενο εκμετάλλευσης και τους άλλους ως μέσα επιβεβαίωσης, τότε ο κόσμος αποκαθίσταται στη βαθύτερη αρμονία του. Η γη, τα ζώα, τα νερά, ακόμη και οι σιωπές ανάμεσα στους ανθρώπους, συμμετέχουν σε μια νέα ισορροπία, όπου τίποτα δεν περισσεύει και τίποτα δεν καταναλώνεται χωρίς λόγο.

Η πνευματική αναγέννηση, λοιπόν, δεν ανυψώνει τον άνθρωπο πάνω από την κτίση, τον επανατοποθετεί μέσα σε αυτήν. Τον κάνει συμμέτοχο, όχι κυρίαρχο. Φορέα ευθύνης, όχι εξουσίας. Και έτσι το φως δεν θριαμβεύει με κραυγές, αλλά με σιωπηλή διάρκεια, γίνεται τρόπος ύπαρξης, στάση ζωής, καθημερινή πράξη συνείδησης.

Σε αυτή τη νίκη δεν υπάρχουν ηττημένοι. Το σκότος μετατρέπεται σε μνήμη, η κάθαρση σε ελευθερία, και η ευλογία σε κοινό τόπο ύπαρξης. Ο άνθρωπος, επιτέλους, δεν στέκεται απέναντι στον κόσμο, αλλά μέσα του - και για πρώτη φορά, πραγματικά, τον φωτίζει.


ΤΟΥ ΔΗΜ. ΓΑΣΤΡΙΑ


Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Τα Φώτα και τα λουκάνικα του χειμώνα (Του Χάρη Αγγελή)

 

Η τελευταία μεγάλη γιορτή του χειμώνα ήταν τα Φώτα. Έτσι το ’λεγαν όλοι στο χωριό και το πίστευαν βαθιά. Ήταν η μέρα που καθάριζε ο κόσμος από τα σκοτεινά του, που έφευγαν τα καρκαντζάλια και έμπαινε ξανά μια τάξη στα πράγματα. Από νωρίς οι καμπάνες καλούσαν τους χωριανούς στην εκκλησία, κι αυτοί κατέβαιναν καθαροί και σιωπηλοί, άλλοι με τα καλά τους, άλλοι όπως-όπως, μα όλοι με την ίδια σοβαρότητα. Κάποιοι κρατούσαν κι ένα μπουκάλι νερό, για να το ευλογήσει ο παπάς. Με τούτο το νερό θα ράντιζαν αργότερα τα σπαρτά, για να ’χουν καρπό και προκοπή.

Για τα παιδιά όμως, και κυρίως για τα αγόρια, τα Φώτα είχαν άλλη χάρη. Σήμαιναν πως άρχιζε επιτέλους η κατανάλωση των λουκάνικων -εκείνων που τόσες μέρες τα έβλεπαν να κρέμονται στο ανώι και τους έτρεχαν τα σάλια- και πως θα έβγαιναν πάλι στα σπίτια να πουν τα κάλαντα. Όχι του Αϊ-Βασίλη αυτή τη φορά, μα του φωτισμού.

Ο Χάρης το περίμενε πώς και πώς. Η επιτυχία της Πρωτοχρονιάς του είχε δώσει θάρρος, κι έτσι, ένα βράδυ πριν τα Φώτα, ζήτησε από τον πατέρα του να του μάθει το τραγούδι που έλεγε κι εκείνος μικρός. Ο πατέρας δεν ήθελε και πολύ. Λίγο οι αναμνήσεις που ξύπνησαν, λίγο η χαρά να νιώθει χρήσιμος στο παιδί του, λίγο για να περάσει η ώρα, άρχισε να τραγουδά με όρεξη, με τη φωνή χαμηλή, μα σταθερή:

«Σήμερα τα Φώτα κι ο φωτισμός
και χαρές μεγάλες στον Κύριο,
για να σε βαφτίσει θεού παιδί
μέσα στην κολυμπήθρα την αργυρή,
για να κατακάτσουν τα ζούζουλα,
να καταπραΰνουν τα είδωλα,
και του χρόνου.»

Ο Χάρης δεν καταλάβαινε πολλά από τις λέξεις, ούτε από τα «ζούζουλα» και τα «είδωλα», μα δεν τον ένοιαζε πια. Είχε μάθει το κόλπο. Έλεγε έναν-δυο στίχους, χτυπούσε το κουδούνι, κι ύστερα, με το «και του χρόνου», τελείωνε την υπόθεση. Η πόρτα άνοιγε, η νοικοκυρά χαμογελούσε και γέμιζε τα χέρια τους λουκάνικα, κουλούρες και παράδες.

Μαζί με τον Σιούλα και τον Γκέλια γύρισαν όλη τη γειτονιά, τον δώθε μαχαλά, ώσπου νύχτωσε. Ύστερα χώρισαν, κι ο καθένας πήρε τον δρόμο του.

Στο σπίτι, ο Χάρης άδειαζε τον ντρουβά με καμάρι. Η μάνα έπιανε ένα-ένα τα καλούδια και προσπαθούσε να μαντέψει από ποιο σπίτι ήταν το καθένα. Μετρούσαν τα λεφτά και, σαν να ’ταν ιεροτελεστία, περίμεναν τον παπά.

Εκείνη τη μέρα ο εφημέριος περνούσε από όλα τα σπίτια. Να διώξει τα καρκαντζάλια, έλεγαν. Κρατούσε στο ένα χέρι τον σταυρό και στο άλλο ένα ματσάκι βασιλικό. Τον ακολουθούσε ένα παπαδοπαίδι με το κακάβι του αγιασμού και την τριχιά της γομάρας.

Ο οντάς έλαμπε. Η μάνα είχε σκουπίσει, τινάξει, διπλώσει και στρώσει το καλό κιλίμι. Τα παιδιά γκρίνιαζαν από την πείνα, μα εκείνη τα μάλωνε να κάνουν υπομονή. Όταν έφτασε ο παπάς, μουρμούρισε τα τροπάρια, ράντισε τον χώρο, ακούμπησε το βασιλικό στα μέτωπα και όλοι φίλησαν τον σταυρό. Στο φεύγα, η μάνα έβαλε στο δισάκι μια κουλούρα κι ένα λουκάνικο και έριξε τη δεκάρα στο κακάβι.

Μόλις έκλεισε η πόρτα, αναστέναξαν όλοι. Το τηγάνι μπήκε στη φωτιά και τα λουκάνικα άρχισαν να τσιτσιρίζουν. Έφαγαν με όρεξη και χάρηκε η καρδιά τους, όπως έλεγε κι ο ψαλμός.

Μα η μάνα ήξερε. Όσο θα τα έβλεπαν, τόσο θα τα ζητούσαν. Έτσι, τα έκοψε σε κομμάτια, τα έβαλε στη φτήνα και τα σκέπασε με λιωμένη λίπα. Ο Χάρης το κατάλαβε, μα συμφώνησε σιωπηλά. Θα τα έτρωγαν λίγα-λίγα.

«Οι μέρες είναι πλιότερες από τα λουκάνικα», έλεγε ο παππούς ο Νικολάκης. Και είχε δίκιο.

Γιατί μετά τα Φώτα, ο χειμώνας βάραινε. Τα τρόφιμα λιγόστευαν, παράδες δεν υπήρχαν, κι η μάνα αναγκαζόταν καμιά φορά να πάει στη θείτσα τη Φώτω. Γύριζε με την ποδιά γεμάτη από το υστέρημα της αδερφής της και τάιζε τα παιδιά της, ώσπου να περάσει κι αυτός ο χειμώνας.

Κι έτσι, με κράτει, πίστη και λίγα λουκάνικα, περνούσαν οι μέρες.


Έγινε από τον Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Η απονομή του “Βραβείου Φιλίας Τρικάλων” στην μοναχή Θεοτέκνη Αγιοστεφανίτισσα

 

Η επίδοση του Διπλώματος με το «Βραβείο Φιλίας Τρικάλων» στην μοναχή Θεοτέκνη από τον πρόεδρο του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Θεόδωρο Νημά.

Το περασμένο Σάββατο και ώρα 5 μ.μ., στην Ιερά Μονή Αγίου Στεφάνου Αγίων Μετεώρων, σε μια λιτή τελετή, έγινε από τον Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Τρικάλων η απονομή του Βραβείου Φιλίας Τρικάλων 2024 στην «οσιολογιωτάτη και ελλογιμωτάτη Μοναχή ΘΕΟΤΕΚΝΗ ΑΓΙΟΣΤΕΦΑΝΙΤΙΣΣΑ, η οποία με το σπουδαίο συγγραφικό της έργο συνέβαλε στην ανάδειξη της Ιστορίας των Μονών των Μετεώρων, καθώς και της πολυσχιδούς και διαχρονικής προσφοράς τους στο Έθνος».

Στην αρχή η καθηγουμένη της Ιεράς Μονής του Αγίου Στεφάνου Χριστονύμφη καλωσόρισε και ευχαρίστησε τον πρόεδρο και τα μέλη του Δ.Σ. του Φιλολογικού, Ιστορικού, Λογοτεχνικού Συνδέσμου για την απόφαση να τιμήσουν την μοναχή Θεοτέκνη. Κατόπιν ο πρόεδρος του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. κ. Θεόδωρος Νημάς, αφού αναφέρθηκε με συντομία στο πλούσιο και σπουδαίο συγγραφικό έργο της τιμωμένης μοναχής Θεοτέκνης καθώς και στην συμβολή των μονών των Μετεώρων στην ενίσχυση της ελληνικής παιδείας κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, της επέδωσε το Δίπλωμα του «Βραβείου Φιλίας Τρικάλων».

Εν συνεχεία ο σεβασμιώτατος μητροπολίτης Σταγών και Μετεώρων κ. Θεόκλητος, αφού εξήρε δι’ ολίγων το έργο της μοναχής Θεοτέκνης, της επέδωσε το ειδικό μετάλλιο του «Βραβείου Φιλίας  Τρικάλων».

Η λιτή τελετή έκλεισε με ομιλία της τιμωμένης μοναχής Θεοτέκνης, η οποία, αφού ευχαρίστησε τον Φ.Ι.ΛΟ.Σ. για την βράβευσή της, αναφέρθηκε στην 50ετή διακονία της στην Ιερά Μονή του Αγίου Στεφάνου Αγίων Μετεώρων.

Το επιδοθέν Δίπλωμα του «Βραβείου Φιλίας Τρικάλων».

Η επίδοση του ειδικού μεταλλίου του «Βραβείου Φιλίας Τρικάλων» στην μοναχή Θεοτέκνη από τον σεβασμιώτατο μητροπολίτη Σταγών και Μετεώρων κ. Θεόκλητο.

Το επιδοθέν Μετάλλιο του «Βραβείου Φιλίας Τρικάλων».

. Η έκθεση των βιβλίων που συνέγραψε η βραβευθείσα μοναχή Θεοτέκνη.

Αναμνηστική φωτογραφία από την τελετή απονομής του «Βραβείου Φιλίας Τρικάλων». Εικονίζονται από αριστερά: ο αντιπρόεδρος του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Δ. Σούλας,  η ειδ. γραμματέας του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Ελ. Τζαβέλλα, η  καθηγουμένη της Ι. Μονής Αγ. Στεφάνου Χριστονύμφη, η βοηθός της Συγγραφέως μοναχή Αγάθη, η βραβευθείσα μοναχή Θεοτέκνη, ο μητροπολίτης Σταγών & Μετεώρων κ. Θεόκλητος,  ο πρόεδρος του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Θεόδ. Νημάς, η ταμίας του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Παρ. Λάππα-Πουλιανίτη, ο εκπρόσωπος του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. στην Καλαμπάκα Αχ. Σιάχος και το μέλος της Εξελ. Επιτροπής του Φ.Ι.ΛΟ.Σ.  Ι. Καρασιώτος. 


Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

Η μνήμη που σφάζεται για να σωθεί

 

Στο Βαλτινό, ο χειμώνας δεν έρχεται μόνο με το κρύο και τη σιωπή των χωραφιών. Έρχεται και με μνήμες που αντέχουν, με ήχους και μυρωδιές που αρνούνται να σβήσουν. Η γουρουνοσφαγή, παλιό εορταστικό έθιμο του χωριού, δεν είναι απλώς μια πράξη επιβίωσης του παρελθόντος, είναι ένας τρόπος να θυμάται η κοινότητα ποια είναι.

Όταν ο Πέτρος Σταμούλης κι η παρέα του έσφαξαν τα γουρούνια τους με την παραδοσιακή διαδικασία, δεν επανέλαβαν μηχανικά μια συνήθεια. Άνοιξαν ένα πέρασμα στον χρόνο. Με τα ίδια εργαλεία, τις ίδιες κινήσεις, με την ίδια σχεδόν ιεροτελεστική σοβαρότητα, ανακάλεσαν έναν κόσμο όπου το έθιμο δεν ήταν φολκλόρ, αλλά ανάγκη, συνεργασία και γιορτή μαζί. Γύρω από τη γουρουνοσφαγή συγκεντρώνονταν οι άνθρωποι, μοιράζονταν τον κόπο, το κρέας, το κρασί και τον λόγο. Ήταν μια μικρή κοινωνία σε λειτουργία.

Η αντοχή τέτοιων εθίμων δεν οφείλεται στην πεισματική προσκόλληση στο παρελθόν, αλλά στη βαθιά τους ρίζα. Η γουρουνοσφαγή κουβαλά μια κοσμοθεωρία, τον σεβασμό στον κύκλο της ζωής, την αυτάρκεια, τη συλλογικότητα. Σε μια εποχή που η τροφή αποσπάται από την ιστορία της και ο άνθρωπος από την κοινότητά του, το έθιμο στέκει ως σιωπηλή υπενθύμιση ότι κάποτε γνωρίζαμε από πού ερχόμαστε και πώς επιβιώνουμε μαζί.

Το γεγονός ότι το έθιμο αναβιώνει σήμερα, όχι ως θέαμα αλλά ως βιωμένη πράξη, δείχνει πως το Βαλτινό δεν έχει κόψει τον ομφάλιο λώρο με τη μνήμη του. Η πράξη του Πέτρου Σταμούλη και της παρέας του λειτουργεί σαν μια μικρή αντίσταση στη λήθη. Δεν πρόκειται για νοσταλγία, αλλά για συνέχεια. Για τη συνειδητή επιλογή να διατηρηθεί κάτι που δίνει νόημα στον χρόνο και βάθος στην καθημερινότητα.

Έτσι, η γουρουνοσφαγή στο Βαλτινό εκτός από ένα εορταστικό έθιμο που άντεξε, είναι και μια υπενθύμιση ότι η παράδοση ζει όσο υπάρχουν άνθρωποι που τη σηκώνουν στους ώμους τους, όχι σαν βάρος, αλλά σαν πολύτιμο φορτίο μνήμης και ταυτότητας.


Ανασκόπηση της χρονιάς - Του Προέδρου Τ.Κ. Βαλτινού Βάιου Τσιγάρα

 

Στο πλαίσιο της δημόσιας λογοδοσίας και της ουσιαστικής ενημέρωσης των πολιτών, ο Πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας Βαλτινού, κ. Βάιος Τσιγάρας, παρουσιάζει την ανασκόπηση της χρονιάς που πέρασε.
Έναν απολογισμό έργων, παρεμβάσεων και δράσεων που αποτυπώνουν την καθημερινή προσπάθεια για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής, με σεβασμό στο περιβάλλον, την ιστορία και τον άνθρωπο. Ένα κείμενο που καταγράφει όσα έγιναν -και όσα απομένουν να γίνουν- με οδηγό τη συνεργασία και τη συλλογική ευθύνη.

Το κείμενο της δημόσιας λογοδοσίας έχει ως εξής: 

Ήταν μια χρονιά δουλειάς, συνεργασίας και ουσιαστικών παρεμβάσεων για το χωριό μας. Με μικρά και μεγάλα έργα, με σεβασμό στο περιβάλλον, στην ιστορία και στους ανθρώπους του Βαλτινού, καταφέραμε να βελτιώσουμε την εικόνα και την καθημερινότητά μας.

Υποδομές – Καθημερινότητα

Πραγματοποιήθηκε καθαρισμός κεντρικών φρεατίων, καναλιών και ρεμάτων. Έγιναν αποκαταστάσεις σε χαλασμένα οδοστρώματα και ευπρεπισμοί που είχαν να γίνουν εδώ και χρόνια.
Στα σχολεία του χωριού πραγματοποιήθηκαν παρεμβάσεις με γνώμονα την ασφάλεια και την καθημερινότητα των παιδιών μας. Κλαδεύτηκαν δέντρα που ακουμπούσαν σε καλώδια της ΔΕΗ, εξασφαλίζοντας την ασφάλεια μαθητών και προσωπικού, ενώ τοποθετήθηκαν παγκάκια για την καλύτερη εξυπηρέτηση των παιδιών.

Περιβάλλον – Δημόσιος χώρος

Καθαρίστηκε και έκλεισε οριστικά η μεγάλη παράνομη χωματερή στην είσοδο του χωριού. Ξεκίνησε ο καθαρισμός του χώρου μετά το νεκροταφείο, με στόχο τη μελλοντική αναδιάπλαση του συγκεκριμένου δάσους.
Τοποθετήθηκαν τέσσερις (4) νέοι μέλιγοι στον χώρο της Παναγίας, ενώ σύντομα θα προστεθούν και άλλοι. Παραδόθηκαν δέκα (10) ξύλινοι τραπεζόπαγκοι, κατασκευασμένοι από ξύλα της Παναγίας, ως ανταποδοτικό έργο για το χωριό, τους χωριανούς και τους επισκέπτες.
Υλοποιήθηκε η καμπάνια «Σεβάσου το δάσος – Ρίξε τα σκουπίδια στον κάδο», με προειδοποιητικές πινακίδες που μείωσαν εμφανώς το πρόβλημα της ρύπανσης.

Πολιτισμός – Ιστορία

Πραγματοποιήθηκε βάψιμο και καθαρισμός του Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη. Παράλληλα, βάφτηκαν τα πέντε (5) κεντρικά ΚΑΦΑΟ, βελτιώνοντας αισθητικά την εικόνα του χωριού.

Εκδηλώσεις – Ζωή στο χωριό

Το χωριό «βούλιαξε» από κόσμο με την παράσταση θεάτρου σκιών Καραγκιόζη, με συμμετοχή που άγγιξε τα 100 παιδιά. Με ιδιαίτερη επιτυχία πραγματοποιήθηκε το 1ο Τουρνουά «Γιώργος Τσιγάρας», με πλήθος κόσμου να κατακλύζει το γήπεδο.
Μεγάλη επιτυχία σημείωσε το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου, με τη σημαντική συμβολή εθελοντών που καθάρισαν το δασάκι για να υποδεχτεί τον κόσμο. Ιδιαίτερα συγκινητική ήταν και η μεγαλοπρεπής τιμητική εκδήλωση για τον πάτερ Κωνσταντίνο Ζαχαράκη, ο οποίος υπηρέτησε το Βαλτινό για 48 ολόκληρα χρόνια.

Κοινωνική μέριμνα

Επιτεύχθηκε παράταση στη διακοπή υδροδότησης για χωριανούς με οφειλές, δίνοντας τον απαραίτητο χρόνο ώστε να μπορέσουν να τακτοποιήσουν τις υποχρεώσεις τους.

Ψηφιακές & τεχνολογικές παρεμβάσεις

Τοποθετήθηκε κάμερα ζωντανής μετάδοσης (live), ώστε να μπορεί ο καθένας — και ιδιαίτερα οι απόδημοι — να βλέπει το χωριό μας. Εγκαταστάθηκε μετεωρολογικός σταθμός για τη συλλογή πολύτιμων δεδομένων και την καλύτερη αντιμετώπιση έκτακτων καιρικών φαινομένων.
Μετά από πολλές προσπάθειες, επιτεύχθηκε η μετάπτωση στο πρόγραμμα «Σύζευξις ΙΙ» στο Δημαρχείο Βαλτινού και αναβαθμίστηκε η ταχύτητα διαδικτύου από 0,37 Mbps σε 9 Mbps, για άμεση και ποιοτικότερη εξυπηρέτηση των πολιτών.

Φωτισμός – Ασφάλεια

Τοποθετήθηκαν νέες κολώνες ηλεκτροφωτισμού σε κατοικίες που δεν διέθεταν, ενώ αναμένονται και άλλες σύντομα. Φωτίστηκε η πολύπαθη διασταύρωση προς Διαλεκτό με σύγχρονα φωτοβολταϊκά φωτιστικά, αλλάζοντας πλήρως την εικόνα της εισόδου του χωριού, χωρίς οικονομική επιβάρυνση των κατοίκων.

Για όλα τα παραπάνω, θα ήθελα να ευχαριστήσω:
την Περιφέρεια και ιδιαίτερα την Αντιπεριφερειάρχη κα Χρύσα Ντιντή, που είναι πάντα δίπλα μας,
τον Δήμο και τους Αντιδημάρχους για τη συνεργασία και τη στήριξη,
τους διευθυντές των σχολείων του χωριού μας για την άψογη συνεργασία και το έργο τους προς όφελος των παιδιών μας,
τους υπαλλήλους όλων των συνεργείων και υπηρεσιών,
τους εθελοντές και όλους τους χωριανούς που στηρίζουν έμπρακτα το Βαλτινό.

Κλείνοντας, θέλω να τονίσω πως, πέρα από τα θετικά, υπήρξαν και αστοχίες ή παραλείψεις. Αυτό είναι αναπόφευκτο όταν υπάρχει καθημερινή προσπάθεια. Εδώ είναι που χρειαζόμαστε τη συνδρομή όλων, με ενημέρωση, προτάσεις και παρατηρήσεις, ώστε να παρεμβαίνουμε έγκαιρα και να βελτιωνόμαστε συνεχώς.
Το 2025 απέδειξε ότι με δουλειά, επιμονή και συνεργασία, ακόμη και ένα μικρό χωριό μπορεί να προχωρά μπροστά. Με αισιοδοξία, ευχόμαστε το 2026 να είναι ακόμη πιο δημιουργικό.
Πληροφοριακά, από την αρχή της θητείας μου έχουν κοπεί 15 δέντρα, έχουν φυτευτεί 6 νέα, και δεσμεύομαι ότι στο άμεσο μέλλον θα φυτευτούν υπερδιπλάσια, στα ίδια σημεία.

Συνεχίζουμε…

 


Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Γιορτές γύρω από την τάβλα (της Ρούλας Σταυρέκα)

 

Το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς μαζευόμασταν γύρω από την τάβλα. Ο πατέρας σταύρωνε τη βασιλόπιτα, έλεγε τις ευχές του και άρχιζε να την κόβει. Το χέρι του, όμως, πήγαινε πάντα στο ίδιο σημείο. Ήξερε πού ήταν το δίφραγκο. Εγώ κι ο αδερφός μου μαλώναμε ποιος θα το κερδίσει, γινόταν χαμός κάθε φορά. Κι έτσι, σχεδόν πάντα, το φλουρί κατέληγε στους γονείς.

Ο πατέρας ποτέ δεν παραδέχτηκε πως ήξερε το μυστικό. Εγώ όμως είχα προσέξει το ταψί: απ’ έξω είχε ένα μικρό βαθούλωμα. Εκεί ακριβώς έβαζε η μάνα το δίφραγκο. Παρ’ όλα αυτά, μάθαμε να χάνουμε, να δεχόμαστε την τύχη μας χωρίς φασαρίες και κλάματα. Κι όμως, κάθε χρόνο ελπίζαμε. «Φέτος μπορεί να το πετύχουμε», λέγαμε. Κι αν όχι, «του χρόνου».

Την ημέρα των Φώτων η μάνα έφτιαχνε μικρές κουλουρίτσες, στρογγυλές σαν τα κουλούρια της Θεσσαλονίκης. Περίμενε τον παπά Χρήστο να περάσει για τον αγιασμό, να του τις δώσει με ευλάβεια και χαμόγελο.

Τις Απόκριες το σπίτι μοσχοβολούσε. Γαλακτομπούρεκο, κανταΐφι, κουραμπιέδες, όλα φτιαγμένα από τα χέρια της μάνας. Ακόμα θυμάμαι τη μυρωδιά του κουραμπιέ, τη γεύση του. Αγόραζε και χαλβά με σουσάμι και γάλα, σκληρό μα νοστιμότατο.

Το μεγάλο γλέντι άρχιζε την Κυριακή των Απόκριων. Μασκαράδες μικροί και μεγάλοι ξεχύνονταν στον δρόμο του χωριού, με γέλια, πειράγματα και τραγούδια. Γύριζαν από πόρτα σε πόρτα ως αργά το βράδυ. Στολές δεν υπήρχαν, μόνο αυτοσχέδιες μεταμφιέσεις από παλιά ρούχα. Ντύνονταν γέροι, γριές, γυναίκες. Έπαιρναν την τσίπα, το μαύρο μαντήλι της γιαγιάς, και το φορούσαν στο πρόσωπο για μάσκα.

Οι νοικοκυρές τους καλοδέχονταν με χαρά.
«Καλός τους! Περάστε μέσα, μην ξεπαγιάσετε. Τι θα κεράσουμε; Γλυκό, τσίπουρο ή λικέρ;»
Προσπαθούσαν να τους τραβήξουν το μαντήλι, μα δύσκολα τα κατάφερναν. Ήρθαν και στο σπίτι μας. Η μάνα άνοιξε διάπλατα την πόρτα, τους έβαλε να καθίσουν, τους κέρασε απ’ όλα.
«Εσύ ποιος είσαι, ρε; Ούι, δεν δίνεις ντιπ γνώρου!» έλεγε γελώντας.
Στο τέλος, όμως, αποκάλυπταν το πρόσωπό τους.

Εκείνη τη χρονιά είχε πολύ χιόνι. Κι όμως, οι μασκαράδες συνέχιζαν το κέφι τους μέσα στο άσπρο τοπίο.

Ακόμα κι όταν το χιόνι σκέπαζε τα πάντα, το κέφι δεν σταματούσε. Οι φωνές αντηχούσαν στα σοκάκια, κι η χαρά περνούσε από σπίτι σε σπίτι.

Τι όμορφα χρόνια! Τι αγνοί άνθρωποι! Οι πόρτες ανοιχτές για όλους, χωρίς φόβο, χωρίς δικαιολογίες.

Τώρα όλα αυτά χάθηκαν. Τα καλύτερά μας χρόνια δεν ξαναγυρίζουν. Εμείς, η ξυπόλητη γενιά, κάναμε φίλο το διαδίκτυο και χάσαμε τους αληθινούς φίλους μας. Κοιτάξαμε να περάσουμε καλά, να φτιάξουμε χρήματα, κι έτσι, κοιτώντας το δέντρο, χάσαμε το δάσος.

Κι έτσι έμεναν οι γιορτές εκείνες στη μνήμη μας: με απλά φαγητά, ανοιχτές πόρτες και ανθρώπους κοντά ο ένας στον άλλον. Σαν ένα ζεστό φως που, όσο κι αν περνούν τα χρόνια, συνεχίζει να μας συντροφεύει.


Γέφυρα Χρόνου πάνω από το Βαλτινό

 

Στην ανατολή του νέου έτους, το ουράνιο τόξο στάθηκε πάνω από το Βαλτινό και η Μαρία – Χριστίνα Βότσιου το κατάγραψε με το φακό της. Δεν έσκισε τον ουρανό, τον ένωσε. Τα χρώματά του δεν φώναζαν, συνομιλούσαν χαμηλόφωνα με το γκρίζο του χειμώνα, με τα χωράφια που ακόμη κοιμούνται, με τα σπίτια που κρατούν μέσα τους τη μνήμη των ανθρώπων.

Το ουράνιο τόξο δεν εμφανίστηκε μετά την καταιγίδα, αλλά μαζί της. Κι αυτό ίσως είναι το πιο βαθύ του μήνυμα, ότι η ελπίδα δεν έρχεται όταν όλα έχουν τελειώσει, αλλά όταν ακόμη συνυπάρχουν το φως και η υγρασία, η υπόσχεση και το βάρος. Στο Βαλτινό, τόπο γης και μόχθου, όπου ο χρόνος μετριέται με εποχές και όχι με ημερολόγια, το ουράνιο τόξο δεν είναι σύμβολο φυγής αλλά συμφιλίωσης, του ουρανού με τη γη, του παλιού με το καινούργιο.

Η ανατολή του νέου έτους το βρήκε εκεί, σαν γέφυρα χωρίς προορισμό, παρά μόνο πέρασμα. Δεν οδηγούσε κάπου αλλού, μας καλούσε να σταθούμε. Να θυμηθούμε ότι κάθε αρχή είναι συνέχεια μεταμορφωμένη. Ότι τα χρώματα δεν ακυρώνουν το σκοτάδι, αλλά το διαπερνούν. Ότι ο χρόνος δεν αλλάζει απότομα, αλλάζει όταν τον κοιτάζουμε αλλιώς.

Ίσως, τελικά, το ουράνιο τόξο πάνω από το Βαλτινό να μην ήταν μήνυμα για το μέλλον, αλλά μια υπενθύμιση για το παρόν, πως ακόμη κι εδώ, ακόμη έτσι, ακόμη τώρα, ο κόσμος βρίσκει τρόπους να μιλά με ομορφιά, αρκεί να σηκώσουμε το βλέμμα.


Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Βεντούζες. Να τραβήξουμε το κρύο

 

Το δωμάτιο μύριζε οινόπνευμα πριν ακόμη ανάψει η φωτιά. Ήταν εκείνη η γνώριμη μυρωδιά που προμήνυε πως κάτι θα γινόταν, μα όχι βιαστικά, όχι πρόχειρα, αλλά με τρόπο δοκιμασμένο. Ο άρρωστος ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα στο κρεβάτι, με το κεφάλι γυρισμένο στο πλάι, μισοκλείνοντας τα μάτια. Δεν μιλούσε. Ήξερε τη διαδικασία. Την είχε ξαναζήσει.

Η γυναίκα στεκόταν από πάνω του με ήρεμες κινήσεις. Πήρε το πιρούνι, τυλιγμένο σφιχτά με βαμβάκι, το βούτηξε στο οινόπνευμα και το άναψε. Η φλόγα τρεμόπαιξε για μια στιγμή, μικρή και πειθαρχημένη, σαν να ήξερε κι αυτή τι έπρεπε να κάνει. Το πέρασε γρήγορα στο στόμιο του γυάλινου ποτηριού και, χωρίς δισταγμό, το κόλλησε στην πλάτη του αρρώστου. Ένα ελαφρύ τράβηγμα, ένα ανεπαίσθητο ρίγος και μετά σιωπή.

«Να τραβήξει το κρύο», είπε χαμηλόφωνα, περισσότερο σαν επιβεβαίωση παρά σαν εξήγηση.

Το ένα ποτήρι ακολούθησε το άλλο. Πέντε, έξι συνολικά, απλωμένα σε όλη την πλάτη, σαν μικρά διάφανα σημάδια φροντίδας. Η γυναίκα δούλευε αργά, με ρυθμό σταθερό, σχεδόν τελετουργικό. Δεν υπήρχαν ρολόγια, ούτε οδηγίες γραμμένες σε χαρτί. Υπήρχε μόνο η γνώση που περνούσε από χέρια σε χέρια, από γενιά σε γενιά, χωρίς να χρειάζεται απόδειξη.

Ο άρρωστος άφησε την αναπνοή του να βαραίνει. Το σώμα του ζεσταινόταν σιγά σιγά και, μαζί με τη ζέστη, κάτι χαλάρωνε μέσα του. Ίσως ήταν το στήθος που άνοιγε λίγο περισσότερο, ίσως ο πόνος που υποχωρούσε, ίσως απλώς η σιγουριά πως κάποιος είχε αναλάβει το βάρος του.

Λέγανε πως οι βεντούζες είχαν αποτέλεσμα. Και πράγματι, όταν τελείωνε η διαδικασία και τα ποτήρια αφαιρούνταν ένα ένα, ο άρρωστος ένιωθε πιο ελαφρύς. Όχι μόνο στο σώμα, αλλά και στην ψυχή. Γιατί εκείνη την ώρα, μέσα στο απλό δωμάτιο, η αρρώστια δεν ήταν κάτι απρόσωπο. Είχε όνομα, είχε τρόπο, και κυρίως είχε απέναντί της μια ανθρώπινη παρουσία.

Και ίσως αυτό να ήταν το μεγαλύτερο γιατρικό απ’ όλα.


Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Για εκείνους που θα έρθουν»: ο Καποδίστριας ως τραγικό όραμα

 Του Δημήτρη Τσιγάρα

Ο «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή δεν επιχειρεί απλώς την αναπαράσταση μιας ιστορικής μορφής, αλλά τη σκιαγράφηση ενός τραγικού πολιτικού οράματος. Η ταινία αναδεικνύει μία από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες της νεότερης ελληνικής ιστορίας, τον πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας, Ιωάννη Καποδίστρια, όχι ως αμιγώς ηρωικό πρόσωπο, αλλά ως φορέα μιας ανεκπλήρωτης αποστολής.

Η κριτική μου ματιά εστιάζει στη σκηνή της παράδοσης του φακέλου στον υπασπιστή και στη φράση «γι’ αυτούς που θα έρθουν και θα θελήσουν», η οποία λειτουργεί ως συμπυκνωμένος κινηματογραφικός υπαινιγμός της τραγικής συνείδησης ενός ανθρώπου που θέλησε να συγκροτήσει την Ελλάδα ως κράτος, αλλά δεν πρόλαβε - ή δεν του επετράπη - να ολοκληρώσει το έργο του.

Η φράση του Ιωάννη Καποδίστρια στην ταινία -«να τον παραδώσεις σ’ αυτούς που θα έρθουν και θα θελήσουν»- λειτουργεί ως πυκνός φιλοσοφικός πυρήνας, γύρω από τον οποίο οργανώνεται όχι μόνο η δραματουργία της συγκεκριμένης σκηνής, αλλά και ολόκληρη η στοχαστική πρόταση της ταινίας. Δεν πρόκειται απλώς για τα λόγια ενός ανθρώπου που προαισθάνεται τον θάνατό του, είναι η παρακαταθήκη ενός πολιτικού που αντιλαμβάνεται ότι η Ιστορία δεν ολοκληρώνεται με τη βιολογική παρουσία εκείνων που τη θεμελιώνουν.

Ο Σμαραγδής κινηματογραφεί τον Καποδίστρια ως τραγική μορφή, όχι ως ήρωα με την κλασική έννοια της νίκης, αλλά ως ήρωα της ήττας, η οποία μετασχηματίζεται σε ηθική υπεροχή. Η επίγνωση της επικείμενης δολοφονίας δεν τον οδηγεί σε πικρία ή καταγγελία, αλλά σε μια πράξη βαθιάς πολιτικής ταπεινότητας. Ο φάκελος δεν παραδίδεται στους ισχυρούς του παρόντος, αλλά σε εκείνους που «θα θελήσουν» στο μέλλον. Η λέξη «θελήσουν» είναι καθοριστική, δεν αναφέρεται στη δύναμη ούτε στη γνώση, αλλά στη βούληση. Η Ελλάδα, υπονοεί ο Καποδίστριας της ταινίας, δεν απέτυχε επειδή δεν διέθετε ανθρώπους, αλλά επειδή δεν είχε ακόμη τη συλλογική θέληση να γίνει κράτος.

Σε αυτό το σημείο η ταινία υπερβαίνει την ιστορική αναπαράσταση και εισέρχεται στο πεδίο της πολιτικής φιλοσοφίας. Ο Καποδίστριας δεν παρουσιάζεται ως σωτήρας που απλώς προδόθηκε από τους προύχοντες, αλλά ως φορέας μιας πρόωρης συνείδησης. Επιχείρησε να οικοδομήσει ένα κράτος δικαίου πάνω σε μια κοινωνία εθισμένη στην προσωποπαγή εξουσία, στο τοπικό συμφέρον και στην ιδέα της ελευθερίας χωρίς ευθύνη. Η αποτυχία του, έτσι, δεν είναι μόνο ιστορική, είναι υπαρξιακή. Η Ελλάδα, όπως την οραματίστηκε, δεν υπήρχε ακόμη.

Ο Σμαραγδής, πιστός στο ποιητικό και συμβολικό του ύφος, χρησιμοποιεί τη σκηνή αυτή ως γέφυρα ανάμεσα στο τότε και στο τώρα. Ο φάκελος μετατρέπεται σε σύμβολο ανολοκλήρωτου σχεδίου, αλλά και διαρκούς πρόσκλησης. Δεν περιέχει απλώς έγγραφα ή ιδέες, εμπεριέχει ένα ερώτημα: «Θέλουμε;». Και το ερώτημα αυτό δεν απευθύνεται μόνο στους χαρακτήρες της ταινίας, αλλά στους θεατές, στους πολίτες κάθε εποχής.

Η στοχαστική δύναμη της ταινίας έγκειται ακριβώς εδώ: δεν εξιδανικεύει τον Καποδίστρια ως άμεμπτο άγιο της πολιτικής, αλλά τον αναδεικνύει ως καθρέφτη των ορίων μας. Εκείνος «θέλησε να φτιάξει την Ελλάδα», αλλά η Ελλάδα δεν θέλησε ακόμη να φτιαχτεί. Έτσι, ο θάνατός του δεν αποτελεί μόνο πολιτική δολοφονία, συνιστά ρήξη ανάμεσα στο όραμα και στην κοινωνική ωριμότητα.

Η τελευταία αυτή παρακαταθήκη, δοσμένη αθόρυβα στον υπασπιστή, μοιάζει με ψίθυρο μέσα στον χρόνο. Δεν καταγγέλλει, δεν εκδικείται, δεν επιβάλλεται. Περιμένει. Και η ταινία, μέσα από αυτή τη σιωπηλή αναμονή, θέτει το πιο ανήσυχο ερώτημα της νεοελληνικής ιστορίας: μήπως ο φάκελος παραμένει ακόμη ανοιχτός, επειδή εκείνοι που «θα θελήσουν» δεν έχουν έρθει ακόμη;


ΣΠΑΤΑΛΟ ΦΩΣ

 

Το δυναμικό φως που έρχεται φυσικό ή τεχνητό να διαλύσει τα σκοτάδια της ψυχής μας αποτυγχάνει διαρκώς, όταν η ψυχή μας έχει αποθέματα σκοταδιού και θλίψης. Το φως διαχέεται σπάταλο χωρίς να βρίσκει τον στόχο του. Αχ ψυχή, ψυχή μας, πού κρύβεσαι και κρύβεις τα ερέβη σου, πες μου πώς να σε ξαλαφρώσω έστω και μέσα στο μισοσκόταδο, εκεί όπου το φως μαραζώνει δειλό στη γωνιά του. Ας είναι καλή η νέα μας χρονιά, όσο το μπορέσει. 

Του Ηλία Κεφάλα


Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Η Πρωτοχρονιά στο Βαλτινό

 

Η Πρωτοχρονιά στο Βαλτινό μπήκε αθόρυβα, σαν πάχνη που απλώθηκε τη νύχτα πάνω στα χωράφια και στα χαμηλά μας σπίτια, χωρίς να τη δούμε, αλλά τη νιώσαμε το πρωί. Ο χρόνος άλλαξε, μα το χωριό στάθηκε ακόμα μια φορά όρθιο μέσα στον χειμώνα, κι εμείς μαζί του.

Ο Ιανουάριος είναι μήνας λιτός για μας. Τα χρώματα λιγοστά, οι κινήσεις μετρημένες, οι κουβέντες πιο βαριές, σαν να κουβαλούν το βάρος όσων περάσαμε. Τα πρωινά καπνίζουν οι καμινάδες και οι δρόμοι κρατούν ακόμη τα ίχνη από παλιές πατημασιές, ανθρώπινες και ζωικές, για να μας θυμίζουν πως εδώ ο χρόνος δεν τρέχει, αλλά περπατά μαζί μας.

Δεν μιλάμε πολύ για «στόχους» και «αλλαγές». Η Πρωτοχρονιά είναι για μας περισσότερο λογαριασμός παρά υπόσχεση. Κοιτάμε πίσω με τη σιωπή εκείνου που ξέρει πως ό,τι έγινε δεν ξεγίνεται, κι ύστερα μπροστά με τη σοβαρότητα ανθρώπων που γνωρίζουν ότι τίποτα δεν χαρίζεται. Ένας ακόμα χρόνος σημαίνει αντοχή, να κρατήσουμε τα σπίτια μας όρθια, τα χωράφια ζωντανά, τις μνήμες ακέραιες.

Ο Ιανουάριος μας φέρνει πιο κοντά στη φωτιά και μεταξύ μας. Στα χαμηλόφωνα καφενεία, στις κουζίνες με τη μυρωδιά του ξύλου, ο χρόνος παίρνει μορφή αφήγησης. «Θυμάσαι εκείνον τον χειμώνα…» λέμε, και ξαφνικά ο παλιός πόνος, η παλιά χαρά, ο παλιός μόχθος ξαναζούν. Για μας, ο χρόνος δεν είναι ημερολόγιο, είναι ιστορία που περνά από στόμα σε στόμα.

Η Πρωτοχρονιά δεν είναι γιορτή του καινούργιου, αλλά επιβεβαίωση της συνέχειας. Ότι, παρά τις απουσίες, τις φθορές και τις αλλαγές, το χωριό μας ανασαίνει ακόμα. Ότι εμείς, με τα λίγα μας, στεκόμαστε μέσα στον Ιανουάριο σαν δέντρα γυμνά, μα βαθιά ριζωμένα.

Κι ίσως αυτός να είναι ο κρυφός μας στοχασμός για τον μήνα και για την αρχή του χρόνου: πως η αληθινή ανανέωση δεν φαίνεται. Συμβαίνει αθόρυβα, μέσα στην επιμονή να ξημερώσει άλλη μια μέρα, να ανάψει άλλη μια φωτιά, να ειπωθεί άλλη μια ιστορία. Εκεί, στη σιωπηλή αυτή συνέχεια, βρίσκουμε κι εμείς το νόημα του χρόνου.

Από την εφημερίδα μας, ευχές σε όλους για μια ευτυχισμένη χρονιά!


Με αφορμή την αλλαγή του χρόνου

 

Με αφορμή την αλλαγή του χρόνου ακολουθεί ένας προσωποποιημένος λόγος σε μορφή διαδοχικής προσφώνησης, όπου ο παλαιός και ο νέος χρόνος απευθύνονται στον άνθρωπο, ο καθένας υπερασπιζόμενος τα δώρα του. Ο παλαιός χρόνος μιλά από τη θέση της εμπειρίας και της μνήμης, ζητώντας όχι δικαίωση αλλά ευγνωμοσύνη για το βίωμα και τη γνώση που προσφέρθηκαν μέσα από χαρές, δοκιμασίες και απώλειες. Δεν διεκδικεί την παραμονή του, παρά μόνο την αναγνώριση της συμβολής του στη διαμόρφωση της ανθρώπινης συνείδησης.

Ο νέος χρόνος, αντίθετα, απευθύνεται στον άνθρωπο από το πεδίο του ενδεχόμενου και της προσδοκίας. Δεν υπόσχεται βεβαιότητες, αλλά ανοίγει χώρο για ελπίδες, επιλογές και πράξεις που μπορούν να μετατρέψουν τη γνώση του παρελθόντος σε υπεύθυνη στάση ζωής. Ανάμεσα στους δύο χρόνους δεν τίθεται δίλημμα, ο άνθρωπος καλείται να σταθεί ως γέφυρα, κρατώντας τη μνήμη ως θεμέλιο και την ελπίδα ως προσανατολισμό.

Ο Παλαιός Χρόνος: Σε σένα μιλώ, άνθρωπε, που στέκεσαι στο κατώφλι και κοιτάς πίσω με αμφιθυμία.
Μη με προσπερνάς βιαστικά. Δεν ήμουν μόνο κόπος και φθορά. Υπήρξα το πεδίο όπου έμαθες να αναγνωρίζεις τον εαυτό σου. Κάθε σου βήμα πάνω μου άφησε ίχνος, κι εγώ σου απάντησα με εμπειρία.

Σου πρόσφερα το βίωμα: τη χαρά που σε άνοιξε, τη λύπη που σε βάθυνε, την απώλεια που σου έμαθε το μέτρο των πραγμάτων. Μέσα μου έμαθες ότι τίποτα δεν χαρίζεται χωρίς τίμημα και τίποτα δεν χάνεται χωρίς να αφήσει γνώση. Αν σήμερα στέκεσαι όρθιος, είναι γιατί δοκιμάστηκες.

Δεν σου ζητώ να με υμνήσεις ούτε να με νοσταλγείς. Σου ζητώ μόνο ευγνωμοσύνη, όχι για όσα πέτυχαν, αλλά για όσα σε διαμόρφωσαν. Εγώ έγινα η μνήμη σου, κι η μνήμη είναι το πρώτο θεμέλιο της σοφίας.

Ο Νέος Χρόνος: Κι εγώ σε χαιρετώ, άνθρωπε, όχι από το βάθος της μνήμης, αλλά από το άνοιγμα του ορίζοντα. Δεν έρχομαι με αποδείξεις, έρχομαι με υποσχέσεις. Δεν κουβαλώ γεγονότα, αλλά δυνατότητες.

Σε μένα μπορείς να δοκιμάσεις ό,τι φοβήθηκες, να διορθώσεις ό,τι έμαθες, να μετατρέψεις τη γνώση σε πράξη. Σου προσφέρω την ελπίδα όχι ως αυταπάτη, αλλά ως ευθύνη: να γίνεις πιο συνειδητός, πιο δίκαιος, πιο ανθρώπινος.

Δεν σου εγγυώμαι ευκολία. Σου προσφέρω όμως χώρο, για νέες αρχές, για σχέδια που ακόμη δεν τολμήθηκαν, για νοήματα που δεν έχουν ειπωθεί. Αν ο παλαιός χρόνος σου έμαθε ποιος είσαι, εγώ σου δίνω την ευκαιρία να αποφασίσεις ποιος θέλεις να γίνεις.

Επίλογος (σιωπηλός):Ανάμεσα στην ευγνωμοσύνη και την ελπίδα, άνθρωπε, βρίσκεται η ωριμότητά σου. Κράτησε τον παλαιό χρόνο μέσα σου ως γνώση. Και υποδέξου τον νέο ως πράξη.


επικοινωνιστε μαζι μας