Η
τελευταία μεγάλη γιορτή του χειμώνα ήταν τα Φώτα. Έτσι το ’λεγαν όλοι στο χωριό
και το πίστευαν βαθιά. Ήταν η μέρα που καθάριζε ο κόσμος από τα σκοτεινά του,
που έφευγαν τα καρκαντζάλια και έμπαινε ξανά μια τάξη στα πράγματα. Από νωρίς
οι καμπάνες καλούσαν τους χωριανούς στην εκκλησία, κι αυτοί κατέβαιναν καθαροί
και σιωπηλοί, άλλοι με τα καλά τους, άλλοι όπως-όπως, μα όλοι με την ίδια
σοβαρότητα. Κάποιοι κρατούσαν κι ένα μπουκάλι νερό, για να το ευλογήσει ο
παπάς. Με τούτο το νερό θα ράντιζαν αργότερα τα σπαρτά, για να ’χουν καρπό και
προκοπή.
Για
τα παιδιά όμως, και κυρίως για τα αγόρια, τα Φώτα είχαν άλλη χάρη. Σήμαιναν πως
άρχιζε επιτέλους η κατανάλωση των λουκάνικων -εκείνων που τόσες μέρες τα
έβλεπαν να κρέμονται στο ανώι και τους έτρεχαν τα σάλια- και πως θα έβγαιναν
πάλι στα σπίτια να πουν τα κάλαντα. Όχι του Αϊ-Βασίλη αυτή τη φορά, μα του
φωτισμού.
Ο
Χάρης το περίμενε πώς και πώς. Η επιτυχία της Πρωτοχρονιάς του είχε δώσει
θάρρος, κι έτσι, ένα βράδυ πριν τα Φώτα, ζήτησε από τον πατέρα του να του μάθει
το τραγούδι που έλεγε κι εκείνος μικρός. Ο πατέρας δεν ήθελε και πολύ. Λίγο οι
αναμνήσεις που ξύπνησαν, λίγο η χαρά να νιώθει χρήσιμος στο παιδί του, λίγο για
να περάσει η ώρα, άρχισε να τραγουδά με όρεξη, με τη φωνή χαμηλή, μα σταθερή:
«Σήμερα
τα Φώτα κι ο φωτισμός
και χαρές μεγάλες στον Κύριο,
για να σε βαφτίσει θεού παιδί
μέσα στην κολυμπήθρα την αργυρή,
για να κατακάτσουν τα ζούζουλα,
να καταπραΰνουν τα είδωλα,
και του χρόνου.»
Ο
Χάρης δεν καταλάβαινε πολλά από τις λέξεις, ούτε από τα «ζούζουλα» και τα
«είδωλα», μα δεν τον ένοιαζε πια. Είχε μάθει το κόλπο. Έλεγε έναν-δυο στίχους,
χτυπούσε το κουδούνι, κι ύστερα, με το «και του χρόνου», τελείωνε την υπόθεση.
Η πόρτα άνοιγε, η νοικοκυρά χαμογελούσε και γέμιζε τα χέρια τους λουκάνικα,
κουλούρες και παράδες.
Μαζί
με τον Σιούλα και τον Γκέλια γύρισαν όλη τη γειτονιά, τον δώθε μαχαλά, ώσπου
νύχτωσε. Ύστερα χώρισαν, κι ο καθένας πήρε τον δρόμο του.
Στο
σπίτι, ο Χάρης άδειαζε τον ντρουβά με καμάρι. Η μάνα έπιανε ένα-ένα τα καλούδια
και προσπαθούσε να μαντέψει από ποιο σπίτι ήταν το καθένα. Μετρούσαν τα λεφτά
και, σαν να ’ταν ιεροτελεστία, περίμεναν τον παπά.
Εκείνη
τη μέρα ο εφημέριος περνούσε από όλα τα σπίτια. Να διώξει τα καρκαντζάλια,
έλεγαν. Κρατούσε στο ένα χέρι τον σταυρό και στο άλλο ένα ματσάκι βασιλικό. Τον
ακολουθούσε ένα παπαδοπαίδι με το κακάβι του αγιασμού και την τριχιά της
γομάρας.
Ο
οντάς έλαμπε. Η μάνα είχε σκουπίσει, τινάξει, διπλώσει και στρώσει το καλό
κιλίμι. Τα παιδιά γκρίνιαζαν από την πείνα, μα εκείνη τα μάλωνε να κάνουν
υπομονή. Όταν έφτασε ο παπάς, μουρμούρισε τα τροπάρια, ράντισε τον χώρο,
ακούμπησε το βασιλικό στα μέτωπα και όλοι φίλησαν τον σταυρό. Στο φεύγα, η μάνα
έβαλε στο δισάκι μια κουλούρα κι ένα λουκάνικο και έριξε τη δεκάρα στο κακάβι.
Μόλις
έκλεισε η πόρτα, αναστέναξαν όλοι. Το τηγάνι μπήκε στη φωτιά και τα λουκάνικα
άρχισαν να τσιτσιρίζουν. Έφαγαν με όρεξη και χάρηκε η καρδιά τους, όπως έλεγε
κι ο ψαλμός.
Μα
η μάνα ήξερε. Όσο θα τα έβλεπαν, τόσο θα τα ζητούσαν. Έτσι, τα έκοψε σε
κομμάτια, τα έβαλε στη φτήνα και τα σκέπασε με λιωμένη λίπα. Ο Χάρης το
κατάλαβε, μα συμφώνησε σιωπηλά. Θα τα έτρωγαν λίγα-λίγα.
«Οι
μέρες είναι πλιότερες από τα λουκάνικα», έλεγε ο παππούς ο Νικολάκης. Και είχε
δίκιο.
Γιατί
μετά τα Φώτα, ο χειμώνας βάραινε. Τα τρόφιμα λιγόστευαν, παράδες δεν υπήρχαν,
κι η μάνα αναγκαζόταν καμιά φορά να πάει στη θείτσα τη Φώτω. Γύριζε με την
ποδιά γεμάτη από το υστέρημα της αδερφής της και τάιζε τα παιδιά της, ώσπου να
περάσει κι αυτός ο χειμώνας.
Κι
έτσι, με κράτει, πίστη και λίγα λουκάνικα, περνούσαν οι μέρες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου