Το
δωμάτιο μύριζε οινόπνευμα πριν ακόμη ανάψει η φωτιά. Ήταν εκείνη η γνώριμη
μυρωδιά που προμήνυε πως κάτι θα γινόταν, μα όχι βιαστικά, όχι πρόχειρα, αλλά
με τρόπο δοκιμασμένο. Ο άρρωστος ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα στο κρεβάτι, με το
κεφάλι γυρισμένο στο πλάι, μισοκλείνοντας τα μάτια. Δεν μιλούσε. Ήξερε τη
διαδικασία. Την είχε ξαναζήσει.
Η
γυναίκα στεκόταν από πάνω του με ήρεμες κινήσεις. Πήρε το πιρούνι, τυλιγμένο
σφιχτά με βαμβάκι, το βούτηξε στο οινόπνευμα και το άναψε. Η φλόγα τρεμόπαιξε
για μια στιγμή, μικρή και πειθαρχημένη, σαν να ήξερε κι αυτή τι έπρεπε να
κάνει. Το πέρασε γρήγορα στο στόμιο του γυάλινου ποτηριού και, χωρίς δισταγμό,
το κόλλησε στην πλάτη του αρρώστου. Ένα ελαφρύ τράβηγμα, ένα ανεπαίσθητο ρίγος
και μετά σιωπή.
«Να
τραβήξει το κρύο», είπε χαμηλόφωνα, περισσότερο σαν επιβεβαίωση παρά σαν
εξήγηση.
Το
ένα ποτήρι ακολούθησε το άλλο. Πέντε, έξι συνολικά, απλωμένα σε όλη την πλάτη,
σαν μικρά διάφανα σημάδια φροντίδας. Η γυναίκα δούλευε αργά, με ρυθμό σταθερό,
σχεδόν τελετουργικό. Δεν υπήρχαν ρολόγια, ούτε οδηγίες γραμμένες σε χαρτί.
Υπήρχε μόνο η γνώση που περνούσε από χέρια σε χέρια, από γενιά σε γενιά, χωρίς
να χρειάζεται απόδειξη.
Ο
άρρωστος άφησε την αναπνοή του να βαραίνει. Το σώμα του ζεσταινόταν σιγά σιγά
και, μαζί με τη ζέστη, κάτι χαλάρωνε μέσα του. Ίσως ήταν το στήθος που άνοιγε
λίγο περισσότερο, ίσως ο πόνος που υποχωρούσε, ίσως απλώς η σιγουριά πως
κάποιος είχε αναλάβει το βάρος του.
Λέγανε
πως οι βεντούζες είχαν αποτέλεσμα. Και πράγματι, όταν τελείωνε η διαδικασία και
τα ποτήρια αφαιρούνταν ένα ένα, ο άρρωστος ένιωθε πιο ελαφρύς. Όχι μόνο στο
σώμα, αλλά και στην ψυχή. Γιατί εκείνη την ώρα, μέσα στο απλό δωμάτιο, η
αρρώστια δεν ήταν κάτι απρόσωπο. Είχε όνομα, είχε τρόπο, και κυρίως είχε
απέναντί της μια ανθρώπινη παρουσία.
Και
ίσως αυτό να ήταν το μεγαλύτερο γιατρικό απ’ όλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου