Πέμπτη 5 Ιουνίου 2025

Μια ξεχωριστή συνάντηση στη Μικρολίμνη Πρεσπών

 

Σε ένα από τα ομορφότερα τοπία της Ελλάδας, στις μαγευτικές Πρέσπες, ο Υπουργός Εσωτερικών Θεόδωρος Λιβάνιος είχε την ευκαιρία να επισκεφθεί το γραφικό ψαροχώρι Μικρολίμνη και να γνωρίσει από κοντά την αυθεντική φιλοξενία του τόπου.

Στο τέρμα του δρόμου ή της ήσυχης παραλίας, εκεί όπου τελειώνει ο χάρτης και αρχίζει η εμπειρία, βρίσκεται η ονομαστή ταβέρνα «Το σπιτικό της Λουκίας». Σε έναν φιλόξενο, πέτρινο χώρο, δίπλα στα ήρεμα νερά της Μικρής Πρέσπας, η συγχωριανή μας, Λουκία Κλιάκου υποδέχτηκε τον Υπουργό με το γνωστό της χαμόγελο, προσφέροντάς του γεύσεις μοναδικές και φιλοξενία που μένει αξέχαστη.

Η φωτογραφία αποτυπώνει τη ζεστασιά αυτής της συνάντησης – μια στιγμή που συνδέει την πολιτική παρουσία με την αυθεντικότητα της ελληνικής παράδοσης και γαστρονομίας.


Τετάρτη 4 Ιουνίου 2025

Παραλαβή του γάλακτος στο Βαλτινό

 


Μια στάση του χρόνου, κάπου στη δεκαετία του 1960 – εκεί, μπροστά απ’ το παλαιό μπακάλικο του Ευαγγέλου Βότσιου, συντελείται μια σιωπηλή ιεροτελεστία.

Ο Βασίλης Αγγελής με τη Χρύσω του στο πλάι, δέχονται το γάλα της ημέρας – λευκή προσφορά που μυρίζει κόπο, αυγή και στάνη.

Η Στεριανή Στάθη κι ο Χριστόφορος Καραθανάσης μεταφέρουν με τα γκιούμια τον κόπο της στάνης, τον αφρό της ζωής. μα κι ολόκληρες ιστορίες από πέτρινες αυλές, κουρασμένα βλέμματα και άγραφους όρκους με τη γη και τα ζωντανά.

Στο προσκήνιο, τα γκιούμια, και τα μεταλλικά δοχεία, στέκουν σαν φρουροί παλαιών χρόνων.

Το γάλα χύνεται προσεκτικά, σε κύματα λευκού χρέους.

Ο παραλήπτης – ταπεινός γραφέας μιας άλλης οικονομίας – σημειώνει στο πρόχειρο βιβλίο: ονόματα, κιλά, μέρες. Αριθμοί που κρατούν όρθιο τον τόπο, ποτισμένοι με ιδρώτα και πίστη.

Κι ο ήλιος, δειλά ανεβαίνοντας από τον κάμπο, διαπερνά τις σκιές στο χωριό Βαλτινό, σα να αγγίζει τους ανθρώπους αυτούς – που συνεχίζουν τη ζωή με μια δύναμη πατρογονική, ήσυχη σαν προσευχή και σταθερή σαν το γύρισμα της γης.

Είναι μια φωτογραφία απλή, κι όμως μέσα της αντηχεί ολόκληρη ψυχή της υπαίθρου.

Ένα ποίημα άγραφης τιμιότητας, μια μνήμη που δεν ξεθωριάζει.


Τρίτη 3 Ιουνίου 2025

Το τελευταίο παραμύθι

 

Το φως του πρωινού ήταν θολό εκείνη τη μέρα. Όχι από τον καιρό, μα από κάτι πιο λεπτό, πιο άυλο — σαν να γνώριζε ήδη η μέρα το βάρος που θα κουβαλούσε. Η μητέρα δεν σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι. «Ζαλίζομαι», είπε, και η φωνή της έμοιαζε μ’ εκείνες τις τελευταίες σελίδες ενός βιβλίου που δεν θες να τελειώσει, αλλά καταλαβαίνεις πως πλησιάζει στο τέλος του.

Τέσσερα χρόνια είχε πιασμένο το βλέμμα της στα σύννεφα της λήθης. Από τότε που έφυγε ο πατέρας — ο Αντώνης της — κάτι μέσα της έσπασε ήσυχα, χωρίς φωνή. Μόνο η απουσία του ήταν εκεί, καθαρή, σαν φρέσκος πάγος πάνω στην καρδιά της. Η άνοια δεν την άλλαξε αμέσως· την πήρε κομμάτι-κομμάτι, σαν παιδί που μαδάει ένα λουλούδι, ένα πέταλο τη φορά.

Την πήγαμε στο Νοσοκομείο. Τρεις μέρες την κράτησαν. Την τελευταία νύχτα, έμεινα κοντά της. Το φως χαμήλωνε στις γρίλιες του θαλάμου, τα μηχανήματα αναστέναζαν ρυθμικά, και η μητέρα — ανήσυχη, μισή εδώ και μισή αλλού — ζητούσε διαρκώς να πάει στην τουαλέτα. Ήξερα πως της είχαν βάλει καθετήρα, αλλά το αίτημα ερχόταν ξανά και ξανά, σαν ανάμνηση από ένα σώμα που ακόμα ήθελε να νιώσει πως υπήρχε.

Για να της αποσπάσω τη σκέψη, έκανα κάτι απλό, σχεδόν παιδικό:
«Θες να σου πω ένα παραμύθι;»
Έγνεψε. «Ναι», είπε.
Και της είπα για τα εφτά κατσικάκια.

Αναστέναζε, αντιδρούσε με ήχους μικρούς, γεμάτους ζωή. «Μπα!», «Πω πω!», «Άντε!». Ήταν εκεί, μαζί μου, για λίγο — ίσως όσο διαρκεί ένα παραμύθι. Και τότε σκέφτηκα: γιατί να μη της πω το παραμύθι της ίδιας της ζωής της;

Έσβησα το φως. Το σκοτάδι δεν τρόμαζε πια. Είχε γίνει φιλικό, σχεδόν τρυφερό.

«Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα χωριό, ήταν ένα όμορφο παλικάρι που το λέγαν Αντώνη…»

Της μιλούσα για τον έρωτα της ζωής της, σαν να ήταν χαρακτήρας από παραμύθι — όχι επειδή δεν ήταν αληθινός, αλλά επειδή η αλήθεια, όταν την αγαπάς, γίνεται θρύλος.

Μίλησα για τον γάμο της, για τα παιδιά της, για τα εγγόνια και τα δισέγγονα. Για την οικογένεια που άνθισε από τη ρίζα της. Για τις μέρες που κύλησαν ήσυχα ή άγρια, μα πάντα με εκείνη παρούσα.

Και όταν έφτασα στο τέλος, με φωνή που έτρεμε από μέσα μου, της είπα:
«…κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.»

Έμεινε σιωπηλή για λίγο. Κι ύστερα είπε, με φωνή που έμοιαζε να έρχεται μέσα από το ίδιο της το παρελθόν:
«Αχ, να ζήσεις χίλια χρόνια, παλληκάρι μου.»

Ήταν η τελευταία της ευχή. Η τελευταία της λέξη.
Την άλλη μέρα, έφυγε.

Δεν φώναξε. Δεν παραπονέθηκε.
Απλώς… πέρασε απ’ την άλλη πλευρά του παραμυθιού.

Και τώρα, κάθε φορά που μπαίνει νύχτα και τα φώτα σβήνουν,
σκέφτομαι εκείνη τη στιγμή,
το φως που δεν χρειαζόταν,
την ιστορία που έκλεισε μέσα σε μια αγκαλιά,
και καταλαβαίνω:

Η μητέρα μου δεν πέθανε μέσα σε ένα Νοσοκομείο.
Έφυγε μέσα σε ένα παραμύθι.
Το δικό της.

 

Βαλτινό. Στην καρδιά του κάμπου – το χωριό που ανασαίνει με τη γη

 

Στην αγκαλιά της πεδιάδας, εκεί που η γη ανοίγεται πλατιά και οι ορίζοντες δεν γνωρίζουν όρια, βρίσκεται το χωριό Βαλτινό που μοιάζει να έχει ξεχάσει τον χρόνο. Είναι το μέρος όπου η καθημερινότητα κυλά αργά, με ρυθμούς που θυμίζουν άλλες εποχές κι όμως παραμένει ζωντανό και αυθεντικό.

Καθώς πλησιάζεις, ο κάμπος σε καλωσορίζει με τα αρώματα των σιτηρών, των καλαμποκιών και όλων των άλλων καλλιεργειών. Το χωριό αναδύεται σιγά-σιγά μέσα από το πράσινο και τις αλέες, με τα σπίτια του, χτισμένα με υλικά που έρχονται κατευθείαν από τη γη που τα τρέφει.

Η πλατεία, το ζωντανό κέντρο της κοινότητας, είναι σκιασμένη από πανέμορφα δέντρα του κατάφυτου πάρκου. Εκεί οι κάτοικοι συναντιούνται κάθε απόγευμα, πίνοντας τον καφέ τους και συζητώντας τα νέα του τόπου.

Λίγο πιο πέρα δεσπόζει η εκκλησία του χωριού, με το ψηλό της καμπαναριό να ξεχωρίζει ανάμεσα στα κεραμοσκεπή σπίτια. Τις Κυριακές οι καμπάνες της ακούγονται από μακριά φέρνοντας τους ήχους της παράδοσης σε κάθε γωνιά του κάμπου.

Απέναντι από το πρώην κοινοτικό κατάστημα, που σήμερα λειτουργεί ο παιδικός Σταθμός, συναντά κανείς το Δημοτικό Σχολείο. Ένα πέτρινο κτίριο ζεστό και φιλόξενο, που μοιάζει φτιαγμένο για να αγκαλιάζει τα πρώτα βήματα των παιδιών στη γνώση. Οι παιδικές φωνές που γεμίζουν το χώρο, μαρτυρούν πως εκεί γεννιούνται οι πρώτες φιλίες και οι πρώτες ελπίδες.

Σε κοντινή απόσταση από την πλατεία βρίσκεται το Δημαρχείο, ένα όμορφο διώροφο κτίριο με λιτή αρχιτεκτονική, που φιλοξενεί τη διοίκηση και τις ελπίδες του τόπου για πρόοδο. Ακριβώς απέναντί του, δεσπόζει το Γυμνάσιο και το Λύκειο του χωριού – ένα σύγχρονο συγκρότημα που ενώνει γενιές μαθητών, ονειροπόλων και δασκάλων. Οι φωνές των παιδιών στα διαλείμματα σμίγουν με τις μυρωδιές των λουλουδιών από τις αυλές, δημιουργώντας ένα τοπίο ζωντανό και αισιόδοξο.

Περπατώντας στις γειτονιές του χωριού, ανακαλύπτεις παλαιά σπίτια με όμορφες αυλές, μπαξέδες με λουλούδια, και μικρές λεπτομέρειες που αφηγούνται τις ιστορίες των ανθρώπων του χωριού.

Ο κάμπος που απλώνεται γύρω είναι και αυτός μέρος της ζωής. Καθημερινά, άνθρωποι νέοι και ηλικιωμένοι εργάζονται με φροντίδα και επιμονή – οι γεωργοί, οι κτηνοτρόφοι, οι επαγγελματίες – όλοι τους δεμένοι με τη γη και τους κύκλους της.

Κι όταν πέφτει το φως του ήλιου, ο ουρανός βάφεται με πορτοκαλί και μοβ αποχρώσεις, δίνοντας στη φύση μια σχεδόν μαγική υπόσταση. Είναι η ώρα που το χωριό ησυχάζει, μα αναπνέει βαθιά. Κάθε σπιθαμή του αποπνέει μια ζεστασιά που δεν συναντάς εύκολα στις πόλεις. Είναι η αίσθηση του «ανήκειν», της αληθινής, ριζωμένης ζωής.


Δευτέρα 2 Ιουνίου 2025

«Σταυροδρόμι φωτός και πατρίδας»

 Με τον φακό της Χριστίνας – Μαρίας Βότσιου. 

Ήταν εκείνη η στιγμή – η ώρα ανάμεσα στον ήλιο και τη σιωπή. Η πλατεία του χωριού, γεμάτη απουσία και προσμονή, στεκόταν ακίνητη καθώς το φως έγερνε πίσω απ’ την κορυφογραμμή του Κόζιακα. Σαν να ήθελε, απόψε, ο ήλιος να πει κάτι τελευταίο προτού χαθεί πίσω από το πέπλο του βουνού, ένα μυστικό, μια υπόσχεση πως θα ξανάρθει.

Στο κέντρο ο ιστός με την ελληνική σημαία – όρθιος αγέρωχος – τέμνει τη γραμμή του βουνού σαν σταυρός πάνω στο τοπίο. Ένα σημάδι ήσυχης πίστης και απλής περηφάνιας. Δεν κάνει θόρυβο η σημαία, χορεύει σιγανά στο αεράκι, σαν να ψιθυρίζει ιστορίες παλιές, ιστορίες που γεννήθηκαν απ’ τη γη και τους ανθρώπους της.

Το φωτιστικό της πλατείας ακόμα σβηστό, στέκει σαν φύλακας της ώρας αυτής. Δεν χρειάζεται να φωτίσει – το φως τώρα είναι αλλού: στα λίγα χρυσοκόκκινα σύννεφα που πλέουν πάνω από όλα, μικρές φωτιές που αργοσβήνουν στην άκρη του κόσμου.

Κι όλα μοιάζουν να συναντιούνται εκείνη τη στιγμή – βουνό και ουρανός, άνθρωπος και πατρίδα, φως και σκιά. Ένα σταυροδρόμι. Ένα ηλιοβασίλεμα που δεν είναι τέλος, μα σιωπηλή αρχή.


Κυριακή 1 Ιουνίου 2025

Ο αντάρτης κι η στιγμή της αιωνιότητας

 

Μπροστά μας μια φωτογραφία – στατική, ασπρόμαυρη, μα σπαρταράει από ζωή. Ένας αντάρτης από το Βαλτινό, ο Γεώργιος Σταυρέκας, όρθιος, στιβαρός, με φυσιγγιοθήκες χιαστί στο στήθος και το όπλο κρεμασμένο στον ώμο, ποζάρει μπροστά στον φακό με ένα βλέμμα περήφανο, σχεδόν αλύγιστο. Η στολή του προσεγμένη, τα άρβυλα γυαλισμένα, οι περικνημίδες σφιχτοδεμένες, το δίκοχο καπέλο του φορεμένο με ακρίβεια - σαν να θέλει να αποτυπωθεί όχι μόνο η μορφή του, αλλά και η τιμή που φέρει.

Το χέρι του ακουμπά στη ζώνη, χαϊδεύοντας απαλά το πιστόλι. Όχι από αμηχανία, αλλά από συνείδηση της θέσης του. Είναι στάση όχι απλώς στρατιωτική, αλλά σχεδόν τελετουργική - μια επίκληση στη μνήμη, μια αναγνώριση της ευθύνης. Το μουστάκι του καλοσχηματισμένο, όπως άρμοζε στους άντρες εκείνης της εποχής που ο ανδρισμός δεν ήταν κραυγαλέος, αλλά βαρύς, υπόγειος, παρών.

Κι όμως, το πιο παράδοξο στοιχείο είναι ο χώρος: ένα φωτογραφείο, όχι το βουνό, ούτε κάποιο πεδίο μάχης. Είναι ένας τεχνητός κόσμος που προσφέρει αιωνιότητα σε κάτι εφήμερο - σε μια στάση, μια στιγμή, ίσως και μια αυταπάτη. Δεν ξέρουμε τι σκέφτεται - αν είναι λίγο πριν φύγει για μάχη ή αν ποζάρει για να στείλει την εικόνα του σε κάποιον που αγαπά. Μα ό,τι κι αν κρύβεται πίσω από το βλέμμα του, αυτή η φωτογραφία δεν είναι απλώς ένα ντοκουμέντο. Είναι ένας καθρέφτης της ανθρώπινης ανάγκης για νόημα, για μνήμη, για περηφάνια που αντιστέκεται στη λήθη.

Ο αντάρτης αυτός δεν είναι μόνο πρόσωπο. Είναι σύμβολο. Κι ίσως κατά βάθος, μια σιωπηλή προσευχή για να μην χαθεί ποτέ το γιατί.


Σάββατο 31 Μαΐου 2025

1η Ιουνίου στο κατώφλι του καλοκαιριού

 


Πρώτη του Ιούνη σήμερα.

Η μέρα ξυπνά απαλά, σαν να ψιθυρίζει ένα νέο ξεκίνημα.

Ανασαίνει αργά, σαν παιδί που τεντώνεται στο ξύπνημα.

Η γη μυρίζει ώριμο στάχυ και φρέσκο χώμα.

Το καλοκαίρι δεν έρχεται ποτέ με βία.

 

Στην πρώτη Ιουνίου δεν μετρούν τα ρολόγια.

Μετρά η σκιά ενός σύννεφου που πέρασε αργά.

Το πρώτο καρπούζι στο τραπέζι.

Το πρώτο άγγιγμα του ήλιου στο δέρμα,

που δεν καίει – θυμίζει.

 

Καλοκαίρι: η εποχή που δεν σε ρωτάει.

Ανοίγει τις πόρτες της ψυχής και μπαίνει μέσα ξυπόλητο,

με άμμο στα μαλλιά και γεμάτα χέρια από αναμνήσεις που δεν έχουν ακόμα υπάρξει.

 

Κι εμείς;

Καθόμαστε στην άκρη αυτής της μέρας, σαν συνταξιδιώτες.

Με μια κρυφή ελπίδα πως ό,τι δεν ειπώθηκε την άνοιξη,

θα ανθίσει τώρα, κάτω από τον ήλιο του καλοκαιριού.

 

Καλοτάξιδο να είναι το καλοκαίρι σας – και καρποφόρο, μέσα κι έξω!



Απεβίωσε η Κωνσταντινιά Μπαντόλια

 


Απεβίωσε η συγχωριανή μας Κωνσταντινιά Μπαντόλια του Βασιλείου, στις 31-5-2025 σε ηλικία 80 ετών.

Η Κωνσταντινιά Μπαντόλια του Βασιλείου και της Χαρίκλειας, γεννήθηκε στο Βαλτινό το 1945 και έχει έναν γιό, τον Χάρη Χαλκίδη.

Η εξόδιος ακολουθία θα γίνει την Κυριακή 1 Ιουνίου2025 & ώρα 12:00 μ.μ. στον Ιερό Ναό Αγίου Αθανασίου Βαλτινού Τρικάλων.

Παρακαλούνται οι συγγενείς και φίλοι όπως προσέλθουν και συνοδεύσουν την εκφορά της.

Η σορός θα μεταφερθεί στον Ιερό Ναό την Κυριακή 1-6- 2025 και ώρα 11:30 π.μ.


Παρασκευή 30 Μαΐου 2025

ΠΡΑΣΙΝΟ ΤΥΡΙ

 

Κεντρική Πίνδος, Περτούλι. Δεν ξέρω πόσο παρθένο είναι το δάσος που απλώνεται σκιερό μπροστά μου, δηλαδή πόσο απάτητο από ανθρώπους. Ένας εγγενής δισταγμός πάντως μ’ εμποδίζει να αποπειραθώ να το διασχίσω και να διασαλεύσω την τάξη της καθαρότητάς του. Μένω στην άκρη, στα πρόθυρα της μυστικότητάς του, ενώ ξέρω ότι στα ενδότερά του πνέει ο άνεμος των θρύλων του, ο κόσμος των σκοτεινών θαυμάτων. Λίγο να του δώσουμε πάντως την ευκαιρία το δάσος αναγεννιέται, αποκαθαίρεται και εμπλουτίζεται με νέα πληθωρική χλωρίδα. Δεν ήταν πάντα έτσι. Παλιότερα δάσος και άνθρωπος, δηλαδή δάσος και κάτοικοι των παραπλήσιων οικισμών, ζούσαν αρμονικά και βοηθούσαν ο ένας τον άλλον στη διατήρηση της βιοτικής ισορροπίας. Ήμουνα μικρός όταν είχα μπει μαζί με συντροφιά μέσα βαθιά στα μυστηριώδη σπλάγχνα του δάσους αυτού για συλλογή χαμοκέρασων και λίγα ζαλίκια κόζες, δηλαδή φλούδες από κορμούς ελάτων. Τι χαμηλό φως συνάντησα, σχεδόν σκοτάδι, αφού ο ήλιος δεν μπορούσε να μας βρει απευθείας, αλλά μόνο μέσω περίπλοκων αντικατοπτρισμών των φύλλων που τον εξασθενούσαν προοδευτικά και στο τέλος τον άφηναν να επικαθήσει πάνω μας σαν μια ισχνή πράσινη ανταύγεια. Τότε κατάλαβα γιατί την καρδιά αυτή του δάσους την έλεγαν «στον πράσινο», επειδή το ανακλώμενο από φύλλο σε φύλλο φως τα έβαφε όλα πράσινα. Ναι, πράσινα. Τρώγαμε μαύρο ψωμί με τυρί εντελώς πράσινο και απορούσαμε. Ακούς εκεί πράσινο τυρί! Ήταν όμως το ίδιο νόστιμο, όπως το ξέραμε.

Του Ηλία Κεφάλα


Πέμπτη 29 Μαΐου 2025

Η φωτογραφία του παππού Σκρέκα

 

Στο παλιό φωτογραφείο των Τρικάλων,  

εκεί που η σκόνη του χρόνου σκεπάζει το φως,

στερεώθηκε η μορφή του προπάππου μου,

του Βασίλη Σκρέκα,

μια γραφική φιγούρα,

αγκυρωμένη στο μυστήριο μιας άλλης εποχής.

 

Μπροστά από την κουρτίνα,

σαν αυλαία θεάτρου πριν από μια σπουδαία εξομολόγηση,

στέκει αγέρωχος, καθαρός, τίμιος.

Το πρόσωπο του, με την μακριά γενειάδα και τα πυκνά μαλλιά,

είναι σαν τοπίο άγριο αλλά δίκαιο –

 σαν γη που δεν σκύβει, μόνο καρπίζει.

 

Φορά στρατιωτικό πουκάμισο –

ίσως ενθύμιο πειθαρχίας, ή απλώς καθημερινή πανοπλία.

Στη μέση του δεμένη μια ποδιά – άδειο σελάχι,

σύμβολο του μόχθου, του καθημερινού ιδρώτα στα τσιφλίκια,

όπου στάθηκε επιστάτης,

όχι αφέντης μα ούτε και υπήκοος –

μονάχα φρουρός του μέτρου.

 

Στο δεξί του χέρι κρατά τη γκλίτσα,

όχι σαν όπλο,

μα σαν προέκταση της ψυχής του –

για να περπατά ανάμεσα σε πέτρες και αδικίες

χωρίς να λυγίζει.

 

Το αριστερό του πόδι ακουμπά σε έναν μικρό βατήρα,

σαν να πατά ένα βήμα πιο πάνω απ’ τη γη,

μα πάντα με το σώμα γυρισμένο προς τον κόσμο.

Γιατί τέτοιος ήταν:

δίκαιος, έντιμος, αποφασιστικός.

 

Ο παππούς ο Σκρέκας, όπως τον αποκαλούσε το χωριό,

δεν χρειαζόταν να υψώσει φωνή,

η σιωπή του είχε βάρος, και η κρίση του κύρος.

Ως αγροφύλακας, φύλαγε όχι μόνο τις σοδειές,

μα και τη συνείδηση μιας ολόκληρης κοινότητας.

 

Κοιτάζω το βλέμμα του στη φωτογραφία

και νιώθω ότι δεν ποζάρει –

απλώς στέκεται, όπως ήταν πάντα.

Κι αυτή η στάση, αγέρωχη και γειωμένη,

μοιάζει να μου λέει:

«Να στέκεσαι όπως εγώ, παιδί μου.

Όχι ψηλά – μα σταθερά».


Δ.Τ.

Ευχετήριο μήνυμα για τους μαθητές του Λυκείου Βαλτινού

 


Αγαπητοί μαθητές και μαθήτριες του Λυκείου Βαλτινού,

Αύριο ξεκινάτε μια σημαντική δοκιμασία στη ζωή σας – τις Πανελλήνιες εξετάσεις. Σας ευχόμαστε ολόψυχα καλή επιτυχία, δύναμη και πάνω από όλα ψυχραιμία.

Η προσπάθεια και η αφοσίωσή σας όλη τη χρονιά είναι το εφόδιο που θα σας οδηγήσει στην επιτυχία. Πιστέψτε στον εαυτό σας, μείνετε συγκεντρωμένοι και να θυμάστε: οι εξετάσεις είναι μία στάση στη διαδρομή σας – όχι ο προορισμός.

Είμαστε υπερήφανοι για εσάς και βέβαιοι ότι θα δώσετε τον καλύτερο σας εαυτό.

Καλή αρχή και καλή επιτυχία!

Εφημερίδα Βαλτινού


Απεβίωσε η Αθανασία Ζησοπούλου

 

Απεβίωσε η συγχωριανή μας Αθανασία Ζησοπούλου – Κουφοχρήστου την Πέμπτη 29- 5-2025, σε ηλικία 74 ετών.

Η Αθανασία Ζησοπούλου, το γένος Γεωργίου Κουφοχρήστου, γεννήθηκε στο Βαλτινό το 1951. Παντρεύτηκε με τον Βασίλη Ζησόπουλο, από την Φωτάδα και απόκτησαν δυο παιδιά, την Ευαγγελία και την Γιώτα.

Η εξόδιος ακολουθία θα γίνει την Παρασκευή 30/5/2025 και ώρα 11.00 π.μ.

στον Ιερό Ναό Ζωοδόχου Πηγής Σαραγίων Τρικάλων.

Παρακαλούνται οι συγγενείς και φίλοι να προσέλθουν και να συνοδεύσουν την εκφορά της.

Η σορός θα μεταφερθεί στον Ιερό Ναό ώρα 10.30 π.μ.


Τετάρτη 28 Μαΐου 2025

Η ποιήτρια Γεωργία Κολοβελώνη στις «Εικοσιέξ Ποιητικές Ταξιανθίες»

 

Η συγχωριανή μας ποιήτρια Γεωργία Κολοβελώνη συμμετέχει με καινούργια ποιήματά της στον συλλογικό ποιητικό τόμο «Εικοσιέξ Ποιητικές Ταξιανθίες», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κουκίδα. Η έκδοση αυτή αποτελεί έναν καλαίσθητο και ουσιαστικό σταθμό στο σύγχρονο ποιητικό τοπίο, φέρνοντας κοντά τις φωνές είκοσι έξι εκλεκτών ποιητριών της εποχής μας.

Η Γεωργία Κολοβελώνη, με τη χαρακτηριστική της ευαισθησία και την πυκνή, στοχαστική της γραφή, προσφέρει νέα ποιήματα που εμβαθύνουν στο υπαρξιακό και το προσωπικό, αγγίζοντας με διαύγεια και ποιητική δύναμη τα σημεία εκείνα όπου η γλώσσα συναντά το βίωμα. Η παρουσία της στον τόμο ενισχύει τη συλλογική ποιότητα της έκδοσης και αναδεικνύει τη διαρκή ανανέωση του γυναικείου ποιητικού λόγου στην Ελλάδα.

Την επιμέλεια και τη φροντίδα της έκδοσης είχε ο Κώστας Θ. Ριζάκης, ο οποίος, ως ερανιστής, συνέλεξε και ενοποίησε τις ποικίλες ποιητικές φωνές με ευαισθησία και γνώση. Η κριτική ματιά της Ισιδώρας Μάλαμα φώτισε βαθύτερα τις ποιητικές διαδρομές, ενώ η εικαστική επιμέλεια της Φωτεινής Χαμιδιελή προσέδωσε ένα ξεχωριστό αισθητικό πλαίσιο, που συνομιλεί αρμονικά με το περιεχόμενο του βιβλίου.

Η ανθολογία,«Εικοσιέξ Ποιητικές Ταξιανθίες», είναι ένα ποιητικό γεγονός που τιμά τον λόγο των γυναικών και εμπλουτίζει την ελληνική λογοτεχνική σκηνή.



Μνήμη σε ασπρόμαυρο

 


Στην αυλή της εκκλησίας, του Αγίου Αθανασίου Βαλτινού, 

ένα απόγευμα της άνοιξης που δεν υπάρχει πια,

επτά κοπέλες ποζάρουν στον φακό –

τέσσερις όρθιες, τρεις καθιστές,

σαν νότες σε παρτιτούρα παλιάς ζωής,

σαν άνθη σε στεφάνι που υφαίνει ο χρόνος με σιωπή.

 

Τα φορέματά τους, καθαρά και φροντισμένα,

μιλούν για την δεκαετία του ΄60, για μία εποχή

που η κομψότητα δεν ήταν μόδα, μα στάση ψυχής.

Καρό φούστες σε πλισέ σχέδιο, πλεκτές ζακέτες,

ματιές που ακροβατούν ανάμεσα στην ντροπή και στη λαχτάρα.

 

Πίσω τους, δεξιά, το παλιό ξυλουργείο του Βερβέρα –

ένα ταπεινό σημάδι ανθρώπινης δημιουργίας,

ξύλα, ροκανίδια, μυρωδιές από ρετσίνι και μόχθο.

Και μπροστά, το χορτάρι – μαλακό τρυφερό,

σαν η φύση να τους κράτησε θέση στην καρδιά της.

 

Είναι λένε, 2 Μαΐου. Πανηγύρι του Αγίου Αθανασίου.

Η μέρα μεγάλη, το φως καθαρό, οι καμπάνες θα πρέπει να ηχούσαν ακόμα,

μα στη φωτογραφία επικρατεί σιωπή –

εκείνη η βαθιά, ποιητική σιωπή του παρελθόντος

που κουρνιάζει σε κάθε ασπρόμαυρο βλέμμα.

 

Μα τι κοιτάζουν; Ποιον περιμένουν; Ή μήπως ποθούν

να μείνουν εκεί για πάντα, ανάμεσα σε ανθισμένες αμυγδαλιές

και στην αίσθηση πως όλα ήταν τότε αθώα και σπουδαία;

Η φωτογραφία δεν απαντά –

 μα ο χρόνος υποκλίνεται μπροστά τους.

 

Γιατί το φως του Μάη, το ξύλο του ξυλουργείου,

τα καλά ρούχα, η νεότητα που δεν γνωρίζει το πέρασμα

όλα τους έγιναν μνήμη –

κι η μνήμη όταν ντύνεται σε ασπρόμαυρο,

μυρίζει λιβάνι και αγιόκλημα.


Τρίτη 27 Μαΐου 2025

«Όταν θέλω εσύ δεν θέλεις...»


«Όταν θέλω, εσύ δεν θέλεις,

τώρα που δεν θέλω, θέλεις,

να και εγώ, τώρα δεν θέλω,

για να θέλεις, όταν θέλω.»

Υπάρχει μια παράξενη, σχεδόν ειρωνική αρμονία στις ανθρώπινες σχέσεις ένας χορός συγχρονισμού που συχνά καταλήγει σε ασυμφωνία. Οι στίχοι «Όταν θέλω, εσύ δεν θέλεις, τώρα που δεν θέλω, θέλεις…» αποτυπώνουν την ουσία αυτής της συνεχούς εναλλαγής επιθυμιών, που μοιάζει να καθορίζεται όχι μόνο από το συναίσθημα, αλλά και από τον χρόνο, την ψυχολογία, και την ανάγκη για ισορροπία - ή ίσως, για εξουσία.

Αν αναρωτηθούμε βαθύτερα, βλέπουμε πως η επιθυμία δεν γεννιέται στο κενό. Πολλές φορές, θέλουμε εκείνον που δεν μας θέλει, όχι μόνο γιατί δεν μας ανταποκρίνεται, αλλά γιατί μέσα από την έλλειψη αυτή καθρεφτίζεται η δική μας ανάγκη για αναγνώριση και σημασία. Κι όταν τελικά αλλάζουν οι ρόλοι, όταν η επιθυμία του άλλου μάς βρίσκει σε στιγμή αδιαφορίας, γεννιέται η πιο ανθρώπινη διαπίστωση: το «μαζί» δεν φτάνει μόνο με την επιθυμία, χρειάζεται και ο συγχρονισμός της.

Μέσα από την αντίφαση των στίχων αναδεικνύεται μια αλήθεια: οι άνθρωποι συχνά αγαπούν όχι τον άλλον, αλλά την ανάγκη τους να αγαπηθούν από εκείνον. Κι έτσι, οι στιγμές της επιθυμίας σπάνια συναντιούνται. Είναι σαν δυο τρένα που περνούν η μία δίπλα στην άλλη ράγα, αλλά με διαφορετικό προορισμό και διαφορετική ώρα αναχώρησης.

Το «να κι εγώ, τώρα δεν θέλω, για να θέλεις, όταν θέλω» δείχνει μια σιωπηρή προσπάθεια να πάρουμε τον έλεγχο του χρόνου και της σχέσης. Μα η αλήθεια είναι σκληρή: κανείς δεν μπορεί να ελέγξει το πότε θα αγαπηθεί. Μόνο να αγαπήσει - κι αυτό, χωρίς εγγυήσεις.

Ίσως, τελικά, η ευτυχία να μην είναι να θέλουμε την ίδια στιγμή. Αλλά να μάθουμε να περιμένουμε. Να συναντιόμαστε στη μέση, με γενναιοδωρία και υπομονή. Γιατί μόνο τότε, ίσως, το «θέλω» και το «θέλεις» γίνουν επιτέλους «θέλουμε».



Αιτήσεις για τους Παιδικούς και Βρεφονηπιακούς Σταθμούς του Δήμου Τρικκαίων

 Αφορά και τον ΠΑΙΔΙΚΟ ΣΤΑΘΜΟ «ΑΕΡΟΣΤΑΤΟ» ΒΑΛΤΙΝΟΥ. ΤΗΛ. 2431094575


Ο Δήμος Τρικκαίων συνεχίζει τη στήριξη της τρικαλινής οικογένειας με τους βρεφονηπιακούς και παιδικούς σταθμούς που λειτουργεί. Οι γονείς και κηδεμόνες καλούνται να υποβάλλον αιτήσεις εγγραφών και επανεγγραφών από τη Δευτέρα 19 Μαΐου 2025 και μέχρι τη Δευτέρα 30 Ιουνίου 2025, για την περίοδο 2025-2026.
Οι αιτήσεις θα υποβληθούν αποκλειστικά μέσω ψηφιακής πλατφόρμας με δύο τρόπους:
1. https://trikalacity.gr/egwebapps/home

2. trikalacity.gr→ηλεκτρονικές πληρωμές→λοιπές ωφειλές→αιτήσεις παιδικών σταθμών

Και στις δύο περιπτώσεις η είσοδος γίνεται με κωδικούς taxisnet

Χωρίς την υποβολή όλων των απαραίτητων δικαιολογητικών δε θα είναι εφικτή η οριστική κατάθεση της αίτησης και ως εκ τούτου θα απορριφθεί. Η ηλεκτρονική αίτηση δήλωσης  σταθμού δε συνεπάγεται αυτόματη εγγραφή του παιδιού στον σταθμό προτίμησης. Ακολουθεί μοριοδότηση των αιτήσεων. Οι αιτούντες/ουσες θα ενημερωθούν με email για την έγκριση ή  απόρριψη της αίτησής τους μετά τις 20-07-2025.

Η ηλεκτρονική αίτηση αφορά μόνο ένα (1) παιδί. Για δεύτερο παιδί θα πρέπει να υποβληθεί νέα αίτηση.

Όσοι γονείς – κηδεμόνες ενταχθούν στο πρόγραμμα ΕΣΠΑ («Πρόγραμμα προσχολικής αγωγής και δημιουργικής απασχόλησης παιδιών») απαλλάσσονται από την υποχρεωτική καταβολή μηνιαίας οικονομικής εισφοράς, καθώς θα λάβουν το voucher.


Δευτέρα 26 Μαΐου 2025

Όταν δεν ήμουν ακόμα εγώ

 

Κοιτώ αυτή τη φωτογραφία σαν να ξεφυλλίζω ένα κομμάτι μνήμης που δεν με ρώτησε αν ήθελα να σωθεί. Η μάνα μου στο κέντρο, στητή, γαλήνια, με το βλέμμα εκείνο που κράταγε τα πάντα στη θέση τους - κι εμάς και τον κόσμο γύρω μας.

Αριστερά της ο Κώστας, παιδί ακόμη, και δεξιά εγώ - πιο παιδί και από παιδί. Δυο αγόρια-σκιές, κουρεμένα γουλί, σαν στρατιωτάκια χωρίς αποστολή, με πρόσωπα που κρύβανε περισσότερα από όσα φανέρωναν. Δύο κεφάλια γυμνά, έτοιμα να καούν στον ήλιο ή να κρυφτούν απ’ το βλέμμα.

Δύο-τρεις γλάστρες μας πλαισιώνουν, λουλούδια ανθισμένα - ειρωνικά σχεδόν. Εμείς άτριχοι, εκείνα γεμάτα ζωή.

Θυμάμαι πως ντρεπόμουν. Όχι για τη φωτογραφία - για τον εαυτό μου. Γιατί ήμουν λιγότερος απ’ ό,τι ήθελα να είμαι. Γυμνός απ’ τα μαλλιά, γυμνός από τόλμη. Μικρός, αμήχανος, ένας εαυτός που μόλις σχηματιζόταν.

Κι όμως, στεκόμασταν εκεί, στην ισόγεια βεράντα του σπιτιού, που κάποτε ήταν για μας ολόκληρο σύμπαν. Δεν μιλούσαμε, αλλά μιλούσε η σιωπή μας.

Η μάνα, ατάραχη. Ο Κώστας, λίγο πιο άνετος. Κι εγώ… εγώ μ’ ένα σφίξιμο στο στομάχι μου κρατούσα την ανάσα μου, μη και φανούν όσα ένιωθα. Δεν ξέρω αν χαμογελούσα. Ίσως προσπαθούσα. Ίσως αυτό να ’ναι το πιο παιδικό πράγμα σ’ εκείνη τη φωτογραφία. Όλα είναι εκεί, αποτυπωμένα σαν να ’χαν χαραχτεί με καρφί στο φωτογραφικό χαρτί.

Τώρα που την κοιτώ, βλέπω το πρώτο μάθημα. Πως κάποτε πρέπει να σταθείς εκεί, γυμνός, άβολος, ντροπαλός - για να αρχίσεις να χτίζεις τον εαυτό σου.

Δ.Τ.


Ανακοίνωση - Πρόσκληση

 


Ο Αθλητικός Όμιλος Βαλτινού καλεί όλα τα μέλη του στην Τακτική Γενική Συνέλευση, που θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 1 Ιουνίου 2025, και ώρα 12:00 το μεσημέρι, στο γήπεδο του χωριού.

Θέματα ημερήσιας διάταξης:

-Οικονομικός απολογισμός της τελευταίας τριετίας των αγωνιστικών περιόδων.

-Ανάδειξη νέου Διοικητικού Συμβουλίου.

Η παρουσία όλων των μελών κρίνεται απαραίτητη για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας και της συνέχειας της ομάδας.

Δικαίωμα ψήφου και υποψηφιότητας έχουν όλα τα εγγεγραμμένα μέλη.

Όποιος δεν είναι μέλος και επιθυμεί μπορεί να εγγραφεί εκείνη την στιγμή.

 

Το Διοικητικό Συμβούλιο Α.Ο. Βαλτινού.


Κυριακή 25 Μαΐου 2025

Η εγκατάλειψη των χωριών

 

Τα τελευταία χρόνια, η εγκατάλειψη των χωριών στην Ελλάδα έχει αναδειχθεί σε ένα σοβαρό κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα. Από τα απομονωμένα ορεινά χωριά μέχρι τα παραθαλάσσια, πολλά από αυτά αργοπεθαίνουν, απομακρύνοντας την παράδοση, την ιστορία και την πολιτιστική κληρονομιά που κουβαλούν.

Η εγκατάλειψη αυτή δεν είναι μια φυσική διαδικασία, αλλά το αποτέλεσμα μιας σειράς κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών παραμέτρων που υπονομεύουν τη βιωσιμότητα των τοπικών κοινοτήτων.

Μια από τις κύριες αιτίες που οδηγούν στην εγκατάλειψη των χωριών είναι η αστυφιλία. Το φαινόμενο της μετανάστευσης από την ύπαιθρο προς τις πόλεις, αναζητώντας καλύτερες ευκαιρίες εργασίας, εκπαίδευσης και υγειονομικής περίθαλψης, είναι διαχρονικό. Οι νέοι κυρίως, που κάποτε αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά των κοινοτήτων αυτών, πλέον εγκαταλείπουν τα χωριά για να βρουν δουλειά και καλύτερες συνθήκες ζωής στις μεγάλες πόλεις ή στο εξωτερικό. Η ηλικιακή δομή των χωριών έχει γείρει υπέρ των ηλικιωμένων, ενώ οι νέοι που απομένουν σπάνια επιστρέφουν.

Η οικονομική ανάπτυξη της υπαίθρου έχει ακολουθήσει μια πτωτική πορεία. Οι παραδοσιακές ασχολίες όπως η γεωργία και η κτηνοτροφία δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν τη βιομηχανική παραγωγή και τις σύγχρονες τεχνολογίες. Οι γεωργοί αντιμετωπίζουν την έλλειψη επενδύσεων, την ασταθή αγορά και την περιορισμένη στήριξη από την πολιτεία. Οι υποδομές είναι συχνά ανεπαρκείς και οι περιοχές απομονωμένες, γεγονός που αποτρέπει την ανάπτυξη νέων επιχειρηματικών πρωτοβουλιών και την προσέλκυση επενδύσεων.

Η εγκατάλειψη των χωριών δεν έχει μόνο κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες. Συνοδεύεται και από σημαντικές πολιτιστικές και περιβαλλοντικές αλλαγές. Τα παραδοσιακά κτίρια, οι ναοί, οι πλατείες και τα μνημεία που αποτελούν την ιστορική ταυτότητα των περιοχών αυτών, αργοσβήνουν. Η εγκατάλειψη φέρνει την παρακμή, την αδιαφορία και την καταστροφή, ενώ συχνά καταλήγουν να είναι στο έλεος της φυσικής φθοράς ή ακόμα και του βανδαλισμού.

Επιπλέον η εγκατάλειψη επηρεάζει και το φυσικό περιβάλλον. Χωρίς ανθρώπινη παρουσία, τα καλλιεργήσιμα εδάφη αχρηστεύονται, τα δάση και οι θάμνοι καταλαμβάνουν περιοχές που ήταν κάποτε καλλιεργήσιμες, ενώ ο κίνδυνος πυρκαγιάς αυξάνεται λόγω της έλλειψης συντήρησης και προληπτικών μέτρων.

Για να αναστραφεί αυτή η τάση εγκατάλειψης, απαιτείται μια ολοκληρωμένη στρατηγική που να περιλαμβάνει:

1.      Επενδύσεις στις υποδομές: Η βελτίωση των συγκοινωνιών, της υγειονομικής περίθαλψης και της εκπαίδευσης μπορεί να φέρει νέες ευκαιρίες για τους κατοίκους της υπαίθρου και να βελτιώσει την ποιότητα ζωής τους.

2.      Ενίσχυση των τοπικών οικονομιών: Δημιουργία νέων προγραμμάτων που θα υποστηρίζουν τους τοπικούς αγρότες και κτηνοτρόφους, προσφέροντας χρηματοδοτικά κίνητρα για τη στροφή σε πιο βιώσιμες και σύγχρονες μεθόδους παραγωγής.

3.      Ενθάρρυνση της ήπιας τουριστικής ανάπτυξης: Ο τουρισμός μπορεί να αποτελέσει σημαντικό μοχλό ανάπτυξης για τα χωριά. Ωστόσο, η ανάπτυξη του πρέπει να είναι ήπια και βιώσιμη, προκειμένου να προστατεύονται τα πολιτιστικά και φυσικά αγαθά της περιοχής.

4.      Κίνητρα για νέους ανθρώπους: Η πολιτεία πρέπει να ενθαρρύνει τη νεολαία να παραμείνει ή να επιστρέψει στην ύπαιθρο, προσφέροντας προγράμματα εκπαίδευσης, επιδοτήσεις και φορολογικά κίνητρα για τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων και την καινοτομία στις αγροτικές περιοχές.

Υπάρχει ελπίδα για τα χωριά;

Η εγκατάλειψη των χωριών είναι μια πραγματικότητα που δύσκολα μπορεί να ανατραπεί από τη μια στιγμή στην άλλη. Ωστόσο, με τη σωστή στρατηγική και τη συνεργασία όλων των εμπλεκομένων φορέων, υπάρχει ελπίδα. Χρειάζεται πολιτική βούληση, αλλά και μια αλλαγή νοοτροπίας από την μεριά των κατοίκων και των τοπικών κοινωνιών, ώστε να αναγνωρίσουν την αξία της διατήρησης των χωριών μας και να αγωνιστούν για το μέλλον τους.

Τα χωριά μας αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής παράδοσης, ιστορίας, και κουλτούρας. Η επιβίωσή τους εξαρτάται από εμάς. Αν όλοι, μαζί, προσπαθήσουμε, ίσως καταφέρουμε να ξαναδώσουμε ζωή στα χωριά μας, αποτρέποντας την πλήρη απομόνωση και εγκατάλειψή τους.


ΚΡΥΨΟΥ

 

Κρύψου μονάκριβή μου. Παράτησε τη βαριά σάκα κι έλα να παίξουμε πάλι το κρυφτό που σου αρέσει. Τι πολυτέλεια να έχουμε τόσες ευφάνταστες κρυψώνες μέσα στο σπίτι. Επειδή όχι μακριά από εδώ υπάρχουν παιδάκια που δεν βρίσκουν καμία κρυψώνα να κρυφτούν. Και ο Ηρώδης, αιμοσταγής κυνηγός, τρέχει στους δρόμους. Κρύψου μικρό μου κι ας μην ξέρεις τίποτα για όσα συμβαίνουν εδώ κοντά. Εγώ που ξέρω θ’ αφουγκράζομαι για τυχόν άγρια βήματα. Κι ας είμαι ανήμπορος να κάνω κάτι, πέρα από την ουρανομήκη κραυγή μου.

Του Ηλία Κεφάλα


Σάββατο 24 Μαΐου 2025

Η σωστή και δίκαιη μοιρασιά της κληρονομιάς

 Διήγημα του Δημήτρη Τσιγάρα

Ήταν ένα ψυχρό πρωινό του χειμώνα, όταν η Ελένη και ο Κώστας βρέθηκαν μπροστά στο παλιό τραπέζι της κουζίνας του πατρικού τους σπιτιού, που τους είχε υποδεχθεί όπως πάντα σε κάθε γιορτή και σε κάθε σημαντική στιγμή της ζωή τους. Ο πατέρας τους είχε φύγει πριν από λίγες εβδομάδες, αφήνοντας πίσω του μόνο τη σκιά του και μια κληρονομιά που τώρα τους χώριζε.

Η Ελένη, η μεγαλύτερη αδερφή, πάντα είχε την αίσθηση ότι η φροντίδα του σπιτιού, η υπευθυνότητα για τα κτήματα και οι αμέτρητες ώρες που είχε περάσει στο πλευρό των γονιών τους, της έδιναν το δικαίωμα να διεκδικήσει τη μεγαλύτερη μερίδα της περιουσίας. Από την άλλη, ο Κώστας, ο νεότερος και πιο ανεξάρτητος, πίστευε ότι η μόνη δικαιοσύνη θα ήταν η ισότιμη μοιρασιά και τίποτα παραπάνω.

«Δεν μπορείς να πάρεις όλο το σπίτι Ελένη!» είπε ο Κώστας με ένταση, και το πρόσωπο του σφιγμένο από θυμό. «Ο πατέρας μας ήθελε να το μοιραστούμε. Δεν είναι δικό σου μόνο επειδή ήσουν εδώ πιο συχνά.»

Η Ελένη τον κοίταξε με ψυχρότητα. «Εγώ ήμουν πάντα εδώ Κώστα. Εσύ ήσουν έξω, κυνηγούσες τη ζωή σου και δεν σε ένοιαζε. Αλλά τώρα ξαφνικά θυμήθηκες το σπίτι;»

Ο Κώστας κοίταξε γύρω του, αναστενάζοντας. Ο χώρος ήταν γεμάτος αναμνήσεις - το ίδιο τραπέζι όπου είχε παίξει παιδί, οι φωτογραφίες στον τοίχο που τους έδειχναν σαν μια ευτυχισμένη οικογένεια και τα παλιά έπιπλα που είχαν περάσει από γενιά σε γενιά. Τι ήταν αυτό που τους είχε φέρει σε αυτό το σημείο; Τι είχε αλλάξει τόσα χρόνια μετά;

«Δεν θέλω το σπίτι, Ελένη», είπε τελικά, πιο ήρεμα. «Αλλά ούτε κι εγώ θα δεχτώ να πάρω μόνο μερικά ασημικά και τα χωράφια του πατέρα σαν να ήταν ψίχουλα. Αυτός δεν το άφησε για να το κάνουμε πεδίο μάχης.»

Η Ελένη, βλέποντας την αμφιβολία στο βλέμμα του αναστέναξε. «Το ξέρω. Αλλά δεν καταλαβαίνεις τι σημαίνει να είσαι το άτομο που έχει αναλάβει όλα αυτά τα χρόνια την ευθύνη. Δεν είναι μόνο οι πέτρες και το χώμα του σπιτιού Κώστα. Είναι οι θυσίες μας.»

Ο Κώστας γύρισε και κοίταξε την πόρτα της πατρικής κρεβατοκάμαρας, εκεί όπου ο πατέρας τους είχε πεθάνει με τις τελευταίες του λέξεις να αναφέρονται στην οικογένεια και την ενότητα. Αισθανόταν ότι κάτι είχε αλλάξει σε αυτό το σπίτι από την ημέρα εκείνη.

«Μα δεν είναι μόνο οι θυσίες, Ελένη. Είναι και το ότι η οικογένεια είναι πιο σημαντική από τα υλικά. Πρέπει να αποφασίσουμε τι θέλουμε τελικά – να αναστήσουμε τη μνήμη του πατέρα με αγάπη ή να τη διαλύσουμε με αντιπαραθέσεις για το τι μας ανήκει;»

Η Ελένη πήρε μια βαθιά αναπνοή, προσπαθώντας να ελέγξει το συναίσθημά της. «Θα μπορούσαμε να το μοιραστούμε, Κώστα. Αλλά πρέπει να συμφωνήσουμε πρώτα στο τι είναι δίκαιο. Όχι να αφήσουμε το εγωισμό να μας χωρίσει για πάντα.»

Ο Κώστας την κοίταξε με ένα βλέμμα που έμοιαζε να έχει αναγνωρίσει κάτι. Κάτι που έλειπε από την αρχή του καυγά τους. Αντί για την εκδίκηση ή την κατανομή, υπήρχε μία αίσθηση συνεννόησης που μπορούσαν να οικοδομήσουν ξανά.

«Είσαι σίγουρη ότι το σπίτι σου ανήκει περισσότερο από ό,τι μου ανήκει εμένα;» ρώτησε, αφήνοντας την ερώτηση να αιωρηθεί στον αέρα.

Η Ελένη στάθηκε για λίγο, σκεπτόμενη, και τότε το πρόσωπό της φωτίστηκε. «Όχι Κώστα. Ίσως ήμουν λίγο αλαζόνα. Αλλά πιστεύω ότι μπορούμε να τα βρούμε. Ο πατέρας δεν ήθελε να καταστραφεί ή οικογένεια για μια κληρονομιά.»

Τα δυο αδέρφια, χωρίς να χρειαστεί να πουν περισσότερα άρχισαν να συζητούν ήρεμα προσπαθώντας να βρουν μία λύση που θα τους έφερνε πιο κοντά και θα διατηρούσε την αγάπη και τη μνήμη του πατέρα τους. Έτσι, οι καυγάδες για την κληρονομιά έδωσαν τη θέση τους στην πραγματική κληρονομιά - την ενότητα και την αλληλοεκτίμηση.

Από εκείνη τη στιγμή, η στάση τους άρχισε να είναι πιο συγκαταβατική. Και οι δυο ήξεραν ότι αν η οικογένεια χωριστεί για τα υλικά αγαθά, τότε χάνεται η αληθινή αξία αυτών.

Κάθισαν λοιπόν, και σκέφθηκαν έναν έξυπνο και δίκαιο τρόπο μοιρασιάς που τον αποδέχθηκαν απολύτως και οι δύο. Έστριψαν λοιπόν, ένα νόμισμα κορώνα γράμματα, εκείνος που κέρδισε μοίρασε την περιουσία, ενώ αυτός που έχασε διάλεξε πρώτος.


Παρασκευή 23 Μαΐου 2025

Το άρμα της χαράς

 

Μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Παγωμένο το φως, λες και η ίδια η μνήμη φοβάται το χρώμα μήπως και αλλοιώσει τη στιγμή. Πάνω σε μία καρότσα τρακτέρ, καμιά δεκαπενταριά νέοι του Βαλτινού, οι βλάμηδες του γαμπρού, πορεύονται ανάμεσα στο χθες και το σήμερα. Το χώμα σηκώνει λίγο σκόνη στο πέρασμα τους, μα αυτή δεν φαίνεται στη φωτογραφία - φαίνεται μόνο η κίνηση, το γέλιο, ο παλμός μιας ζωής που τότε δεν γνώριζε ακόμα τη νοσταλγία.

Οι μουσικοί κρατούν τα όργανα τους με σοβαρότητα, σχεδόν τελετουργικά. Δεν είναι απλώς οι μουσικοί της χαράς - είναι η φωνή του τόπου, ο ήχος του δεσίματος. Ένας κρατάει μία κανάτα με κρασί, την υψώνει, χαμογελά πλατιά, σαν να προκαλεί το φακό και το θεατή να πιει μαζί του για την ευτυχία που έρχεται.

Στο προσκήνιο, ο οδηγός και οι δύο συνοδοί, ντυμένοι με κουστούμια, στη θέση του καθήκοντος αλλά με βλέμμα που προδίδει συμμετοχή στο γλέντι. Είναι και αυτοί μες στη χαρά, μόνο που την ντύνουν λίγο πιο επίσημα. Το τρακτέρ δεν είναι απλώς όχημα - γίνεται άρμα μιας γιορτής παλιάς, που ταξιδεύει στο χρόνο όπως κι αυτή η εικόνα.

Και κάπως έτσι μέσα σε λίγα τετραγωνικά εκατοστά χαρτιού, κρατάμε μια στιγμή που δεν επαναλαμβάνεται, παρά μόνο στη μνήμη και στη φαντασία. Μια στιγμή που μιλά για δεσμούς, για έθιμα, για το συλλογικό και το απλό, που γίνεται ιερό. Σαν κρασί στην κανάτα, που μεθάει ακόμα και το φακό.


επικοινωνιστε μαζι μας