Παρασκευή 16 Μαΐου 2025

Κώστας Βότσιος, ο σκαλιστής του πάρκου

 

Ο Κώστας Βότσιος είναι από εκείνες τις φιγούρες που δεν τις προσπερνάς. Με τη μακριά του γενειάδα, το γεμάτο βλέμμα και τα χέρια πάντα γεμάτα ροκανίδια, μοιάζει περισσότερο με καλλιτέχνη κάποιας παλιάς εποχής, παρά με υπάλληλο δημοτικής επιχείρησης. Κι όμως, η καθημερινότητά του μοιράζεται ανάμεσα σε φαινομενικά ταπεινά καθήκοντα - μια στο ζωολογικό κήπο, να φροντίζει τα ζώα και τους χώρους τους, μια στο δημοτικό πάρκο, να ελέγχει παγκάκια και παρτέρια. Αλλά μέσα σε αυτό το αστικό ρολόι, βρίσκει χρόνο για κάτι πιο βαθύ: τη σιωπηλή τέχνη της ξυλογλυπτικής.

Ο Κώστας δεν χρειάζεται καμβά ή γκαλερί. Του φτάνει ένας παλιός κορμός, ξεχασμένος σε μια γωνιά του πάρκου. Εκεί, με τα σκαρπέλα και την υπομονή του χρόνου, γεννιούνται χελώνες με κουρασμένα μάτια, σαλιγκάρια που μοιάζουν να σύρθηκαν από όνειρο, σκίουροι με ξύλινα μάτια που ατενίζουν τους περαστικούς. Τα παιδιά τα χαϊδεύουν σαν να είναι ζωντανά. Οι μεγάλοι στέκονται με χαμόγελο και μια αδιόρατη νοσταλγία.

Μα δεν είναι μόνο τα ξυλόγλυπτα. Είναι η αίσθηση ότι αυτός ο άνθρωπος, γραφικός και απλός, έχει βρει έναν τρόπο να ενώσει την εργασία με το μεράκι, το καθήκον με την τέχνη. Μέσα από το σμίλευμα του ξύλου, σμιλεύει και μια διαφορετική καθημερινότητα - πιο ανθρώπινη, πιο ήσυχη, πιο ουσιαστική.

Ο Κώστας Βότσιος δεν κυνηγά τη δόξα. Μα ίσως, σε έναν κόσμο που αλλάζει με φρενήρη ρυθμό, η παρουσία του και τα ξυλόγλυπτά του να είναι από τις πιο αληθινές μορφές πολιτισμού: σιωπηλές, αφοσιωμένες, γεμάτες ψυχή.



Άριστες οι εντυπώσεις Από την εκδήλωση του Δήμου Τρικκαίων και του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. για την πρώτη Θεσσαλή ποιήτρια Ιφιγένεια Γκίκα - Κοπάδη (1889-1985)

 

Ήταν κάτι το διαφορετικό αυτή η Μουσικοφιλολογική εκδήλωση η Αφιερωμένη στην Τρικαλινή ποιήτρια Ιφιγένεια Γκίκα - Κοπάδη, που συνδιοργάνωσαν ο Δήμος Τρικκαίων / Διεύθυνση Παιδείας, Πολιτισμού και Αθλητισμού και ο  Φιλολογικός Ιστορικός, Λογοτεχνικός Σύνδεσμος (Φ.Ι.ΛΟ.Σ.) Τρικάλων. Από την αρχή μέχρι το τέλος καθήλωσε το πολυπληθές ακροατήριο, που παρά την βροχή προσήλθε να την παρακολουθήσει στην αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου Τρικάλων και έφυγε με άριστες εντυπώσεις, πράγμα που φάνηκε από το παρατεταμένο και θερμό χειροκρότημα των συντελεστών της. Ήταν μια εκδήλωση επιπέδου όπως μας έχουν συνηθίσει να μας προσφέρουν ο πολύπειρος Φ.Ι.ΛΟ.Σ. και η Διεύθυνση Παιδείας, Πολιτισμού και Αθλητισμού του Δήμου Τρικκαίων, όταν συνεργάζονται.

Η εκδήλωση άρχισε με τους Χαιρετισμούς του προέδρου του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. κ. Θεοδώρου Νημά,  του αρμόδιου αντιδημάχου κ. Μιχάλη Λάππα και της κ. Ιφιγένειας Κοπάδη (Copadis), εγγονή της ποιήτριας και σπουδαίας λογίας Ιφιγέειας Γκίκα-Κοπάδη, η οποία στον σύντομο και γεμάτον συγκίνηση χαιρετισμό της στα ελληνικά αναφέρθηκε  στην σπουδαία αμερικανοελληνίδα γιαγιά της, η οποία με το έργο της πρόβαλε και υπερασπίστηκε τον Ελληνισμό στις Η.Π.Α.

Απεβίωσε η Μαρία Σατρατζέμη

 

Απεβίωσε η συγχωριανή μας Μαρία (Σταυρέκα), σύζυγος Χρήστου Σατρατζέμη, στις 16 Μαΐου 2025, σε ηλικία 86 ετών.

Η Μαρία Σατραζτέμη το γένος Γεωργίου Σταυρέκα γεννήθηκε στο Βαλτινό το 1939. Παντρεύτηκε και με τον σύζυγό της Χρήστο έκαναν δύο παιδιά, τον Κωνσταντίνο και τον Βασίλη.

Η κηδεία της θα γίνει το Σάββατο17/5/2025 και ώρα 12:00μ.μ., στον Ιερό Ναό Αγίου Αθανασίου Βαλτινού Τρικάλων.

Παρακαλούνται οι συγγενείς και φίλοι να προσέλθουν και να συνοδεύσουν την εκφορά της.

Σημ: Η σορός θα μεταφερθεί στον Ιερό Ναό Αγίου Αθανασίου Βαλτινού Τρικάλων, το Σάββατο 17/5/2025 και ώρα 11:30 π.μ.


Πέμπτη 15 Μαΐου 2025

Μορφές του χωριού «Ο Βάιος»

 

Σε κάθε χωριό υπάρχει μια μορφή που γίνεται θρύλος, όχι γιατί το επιδιώκει, αλλά γιατί κουβαλά στο βλέμμα, στη φωνή και στις πράξεις του όλη την τραχύτητα και την αυθεντικότητα του τόπου. Ένας τέτοιος ήταν και ο Βάιος Σταμούλης.

Ψηλός, γεροδεμένος, με βροντερή φωνή που σκέπαζε κάθε άλλον ήχο στο καφενείο, ήταν από εκείνους που όταν έμπαιναν σ’ έναν χώρο δεν χρειάζονταν συστάσεις. Δεν τον έλεγαν «ο κύριος Βάιος», ούτε καν «ο Βάιος ο Σταμούλης». Ήταν απλώς ο ΒΑΪΟΣ - το μικρό του όνομα αρκούσε, γιατί κουβαλούσε μαζί του ιστορία, φήμη, φόβο και σεβασμό.

Στο τραπέζι του καφενείου, ήταν βασιλιάς. Με τα χαρτιά στο χέρι και το βλέμμα κοφτερό, ήξερε να κερδίζει - όχι πάντα την παρτίδα, αλλά πάντα τον σεβασμό. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που έλεγαν πως μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις σου πριν παίξεις το φύλλο σου. Ήξερε τη σιωπή, μα ήξερε και την έκρηξη. Οξύθυμος, καμιά φορά σαν καταιγίδα, μπλεκόταν σε καυγάδες, αλλά ποτέ χωρίς λόγο. Σαν να ζύγιζε πρώτα το δίκιο, κι ύστερα έπαιρνε φωτιά.

Στα νιάτα του, ο Βάιος έπαιζε ποδόσφαιρο. Όχι απλώς με πάθος, αλλά με ψυχή. Ήταν απ’ αυτούς που έπεφταν πρώτοι στην μπάλα και τελευταίοι στην ήττα. Κι αν καμιά φορά το παιχνίδι γίνονταν πεδίο μάχης, δεν ήταν γιατί ήθελε να κάνει κακό - ήταν γιατί δεν ήξερε να υποχωρεί. Ούτε στη ζωή, ούτε στο γήπεδο.

Ο Βάιος ήταν ένας άνθρωπος σύμβολο - της παλιάς γενιάς, εκείνης που ζούσε σκληρά αλλά ντόμπρα, που μιλούσε με τα μάτια και όχι με περιστροφές. Ήταν το άγρυπνο βλέμμα στο καφενείο, το δυνατό χέρι στον ώμο, ο λόγος που μετρούσε.

Σήμερα, ίσως κάποιοι τον θυμούνται με χαμόγελο, άλλοι με δέος. Μα όλοι συμφωνούν: ο Βάιος δεν ήταν απλώς κάποιος που πέρασε από το χωριό. Ήταν κομμάτι του. Ένας θόρυβος στην ησυχία, μια παρουσία που δεν ξεχνιέται. Ένας αληθινός χαρακτήρας, από εκείνους που δεν φτιάχνονται πια.



Η Κολυμπήθρα, το άγιο σκαλοπάτι

 

Σιωπηλή στέκει η κολυμπήθρα, στο ξωκλήσι της Παναγίας,

σαν μικρή λίμνη ιερής αρχής,

γεμάτη νερό, νόημα, φως και υπόσχεση.

Εκεί, όπου το βρέφος γίνεται όνομα,

όπου η ψυχή ντύνεται λευκό και αγγίζει ουρανό.

 

Τα χέρια του ιερέα ακουμπούν το σώμα,

και σφραγίζουν το πέρασμα από το φθαρτό στο αιώνιο.

Στον κυκλικό καθρέφτη του νερού,

αντικατοπτρίζεται η στιγμή που ο Θεός σκύβει και ευλογεί.

 

Η κολυμπήθρα μοιάζει μικρή,

μα χωράει μέσα της την αρχή όλου του κόσμου.

Μια σταγόνα από το παρελθόν,

ένα ρεύμα από το αύριο.

 

Οι ψαλμοί γύρω της υφαίνουν μυστήριο,

και το – παιδί ακίνητο για μια στιγμή –

βαπτίζεται στο φως, σαν σπόρος σε εύφορη γη.

Και γεννιέται ξανά, όχι από σώμα, μα από πνεύμα.

 

Κι έτσι, η κολυμπήθρα από ένα απλό σκεύος,

γίνεται άγιο σκαλοπάτι,

πρώτο βήμα στο μονοπάτι της πίστης,

σφραγισμένο με λάδι, με προσευχή, με αγάπη.




Τετάρτη 14 Μαΐου 2025

Το μυστικό του καμπαναριού

 Διήγημα του Δημήτρη Τσιγάρα

Στο παλιό χωριό του Βαλτινού, το Παλιοχώρι, εκεί αρχές περίπου του1890, που οι δρόμοι ήταν έρημοι και οι μνήμες των κατοίκων ζωντανές, όπως τα πλατάνια που στέκονται αγέρωχα στα διάφορα σημεία του χωριού, υπήρχε μια ερειπωμένη εκκλησία που όλοι γνώριζαν, μα ελάχιστοι πλησίαζαν. Το παλιό ερειπωμένο τέμενος του ναού του Αγίου Αθανασίου είχε πάντα μία παράξενη αύρα. Χρόνια και χρόνια, οι κάτοικοι έλεγαν ιστορίες για το καμπαναριό της εκκλησίας που κάποτε στεκόταν ψηλά σαν φρουρός πάνω από το χωριό.

Αλλά κανείς δεν τολμούσε να ανέβει εκεί, ούτε οι πιο τολμηροί. Οι παλαιότεροι λέγανε ότι το καμπαναριό ήταν στοιχειωμένο και ότι τη νύχτα κάποιες φορές, ακουγόταν ένας περίεργος ήχος, σαν χτύπημα καμπάνας, αν και ποτέ δεν έβλεπε κανείς την καμπάνα να κουνιέται.

Ο Σωτήρης, ένας νέος άντρας που είχε μεγαλώσει στο χωριό, ήταν πάντα περίεργος για το μυστήριο του καμπαναριού. Ο παππούς του, ο κυρ-Ανδρέας του είχε πει πολλές φορές να μην πλησιάσει εκεί ψηλά, καθώς «ο τόπος είχε το δικό του μυστικό». Αλλά ο Σωτήρης δεν μπορούσε να ξεχάσει τις ιστορίες που είχε ακούσει όταν ήταν παιδί. Μια βραδιά, αφού η τελευταία ακτίνα του ήλιου χάθηκε πίσω από τον Κόζιακα και το φως των φαναριών άρχισε να τρεμοσβήνει, αποφάσισε να ανακαλύψει μόνος του την αλήθεια.

Ανέβηκε στο άλογό του και κατευθύνθηκε προς το Παλιοχώρι. Ο ψυχρός ήχος από τα βήματα του αλόγου αντηχούσε στην απόλυτη σιωπή του ερειπωμένου χωριού. Όταν έφτασε στην εκκλησία, στάθηκε μπροστά από την είσοδο και κοίταξε το καμπαναριό. Ο ουρανός ήταν γεμάτος αστέρια και η κορυφή του καμπαναριού φαινόταν να αγγίζει το σκοτεινό πέπλο της νύχτας.

Η πόρτα του καμπαναριού ήταν κλειστή, αλλά το κλειδί βρισκόταν στην τσέπη του παπαθανάση, του ιερέα του χωριού, ο οποίος ήταν ο μόνος που κατοικούσε ακόμα εκεί. Ο Σωτήρης δεν δίστασε. Χτύπησε την πόρτα του παππά και, μετά από λίγα λεπτά, εκείνος του άνοιξε. «Σωτήρη, τι θέλεις εδώ, τέτοια ώρα;» τον ρώτησε με απορία, αλλά και ανεπαίσθητη ανησυχία στο βλέμμα του. 

«Παπά, θέλω να μάθω τι κρύβεται στο καμπαναριό. Όλοι μιλάνε για το μυστικό του καμπαναριού, αλλά κανείς δεν έχει δει ποτέ κάτι. Τι συμβαίνει εκεί πάνω;»

Ο παπάς τον κοίταξε για μια στιγμή σιωπηλός, σαν να προσπαθούσε να αποφασίσει αν θα του αποκάλυπτε το μυστικό. Τελικά, αναστενάζοντας του είπε: «Αν επιμένεις, ακολούθησε με, αλλά να ξέρεις, ότι κάποια πράγματα ίσως είναι καλύτερα να μένουν κρυμμένα».

Ο παπαθανάσης άναψε δυο κεριά  και κατευθύνθηκε μαζί με τον Σωτήρη προς το καμπαναριό. Άνοιξε την πόρτα και ανέβηκε τη σκάλα, σιγά-σιγά με τον Σωτήρη να κοιτάζει γύρω του. Η ατμόσφαιρα εκεί πάνω ήταν βαριά και η μυρωδιά από το παλιό ξύλο και την μούχλα ήταν έντονη. Όταν έφτασαν στην κορυφή, ο παπάς έδειξε την καμπάνα που ήταν σκεπασμένη με ένα παλιό πανί. «Δες,» είπε ο παπάς, «αυτή η καμπάνα χτυπά μόνο όταν κάποιος από το χωριό πεθάνει. Αλλά δεν είναι συνηθισμένη καμπάνα. Χτυπάει μόνο όταν πεθαίνει κάποιος ή όταν πρόκειται να συμβεί κάποιο μεγάλο κακό.»

Ο Σωτήρης τον κοίταξε με απορία. «Και πώς χτυπάει, αφού δεν την αγγίζει κανείς;»

Ο παπαθανάσης τον κοίταξε με μια σκιά θλίψης στα μάτια του και του είπε. «Το βλέπεις εκείνο το μικρό γλυπτό, από ελαφρόπετρα, που έχει κεφάλι λιονταριού, σώμα κατσίκας και ουρά φιδιού;». Ο Σωτήρης κοίταξε προσεκτικά και, πράγματι, διέκρινε το περίεργο τερατώδες σύμπλεγμα που ήταν πίσω από την καμπάνα. «Αυτή είναι μια  από τις αμέτρητες φρικαλέες δημιουργίες της φύσης, έχει στοιχειώσει εδώ, από τον καιρό της χολέρας. Είναι μια χίμαιρα που προσπαθεί να καταστρέψει την ανθρώπινη κοινωνία. Και όσο υπάρχει το σώμα της εδώ, θα ζούμε πάντα με τον κίνδυνο της καταστροφικής δύναμης, που μπορεί να προκαλέσει ανά πάσα στιγμή στον τόπο μας. Γι’ αυτό, μόνο εκείνες τις φορές που η μοίρα του χωριού καλεί την καμπάνα, αυτή χτυπά μόνη της».

Ο Σωτήρης έμεινε άφωνος. Κοίταξε τον παπά στα μάτια και γρήγορα κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει. «Χρειάζομαι ένα λοστό ή μια αξίνα» είπε στον παπά.

Ο παπάς πήρε μία βαθιά αναπνοή, κατέβηκε και κατευθύνθηκε στην μικρή αποθήκη. Σε λίγο γύρισε με μια αξίνα και την έδωσε στον Σωτήρη.

Ο Σωτήρης στάθηκε εκεί, κοιτάζοντας μια την καμπάνα και μια τη χίμαιρα, καθώς ανακάλυπτε για πρώτη φορά το σκοτεινό μυστήριο που είχε πλέξει η ιστορία του χωριού με τη χολέρα.

Γκρέμισε το γλυπτό, το φόρτωσε στο άλογό του και κατευθύνθηκε προς τη Σαλαμπριά, όπου και το πέταξε στα βαθιά νερά της.

Από εκείνη τη νύχτα, η καμπάνα δεν ξαναχτύπησε ποτέ, αλλά ούτε ο Σωτήρης ξαναφάνηκε ποτέ στο χωριό. Κανείς δεν έμαθε τι απέγινε.

Μόνο, ο παπαθανάσης ήξερε ότι το μυστήριο δεν είχε τελειώσει. Και ίσως, κάποια μέρα, θα ξαναχτυπήσει, φέρνοντας μαζί του το αίνιγμα του χωριού που κανείς δεν ήθελε να θυμάται.



Διαβάζοντας μια φωτογραφία «Η καρδιά του δέντρου»

 

Μια γιαγιά, καθισμένη ταπεινά σε μια καρέκλα, κρατά στην αγκαλιά της δυο μικρά κοριτσάκια. Δίπλα της, τρία αγοράκια - λίγο μεγαλύτερα - την περιστοιχίζουν με βλέμματα γεμάτα αθωότητα και θαυμασμό. Πέντε εγγόνια. Πέντε μικρές καρδιές, καρποί της ζωής των τριών της παιδιών - του Αντώνη, της Μαριέττας και του Γιώργου. Πέντε κομμάτια από την ψυχή της.

Το χαμόγελο της γιαγιάς Λίτσας είναι ήρεμο, βαθύ, γεμάτο ευγνωμοσύνη. Δεν είναι απλώς ευτυχισμένη. Είναι πλήρης. Μέσα σε αυτή τη στιγμή, κάθε δυσκολία, κάθε θυσία, κάθε σιωπηλή αγωνία των χρόνων που πέρασαν, βρίσκει νόημα. Τα μάτια της δεν κοιτάζουν μόνο το παρόν, βλέπουν το παρελθόν που οδήγησε εδώ και το μέλλον που γεννιέται μέσα από αυτά τα παιδιά.

Η εικόνα αυτή είναι ένας ύμνος στη συνέχεια, στη ρίζα και στον καρπό. Η γιαγιά δεν κρατά απλώς τα εγγόνια της. Κρατά την μνήμη, την αγάπη, την οικογένεια. Σαν ένα δέντρο που άντεξε τις εποχές και τώρα χαίρεται τον ίσκιο που προσφέρει.

Μια φωτογραφία γεμάτη σιωπηλή δύναμη. Ένα κάδρο αγάπης που δεν χρειάζεται λέξεις - μόνο βλέμματα, αγγίγματα, και την αόρατη κλωστή που ενώνει γενιές.


Τρίτη 13 Μαΐου 2025

Γέλια στις συγκρούσεις

 

Σε έναν κόσμο που ολοένα και βαρύνει από την ένταση και την ευθύνη, υπάρχει ένα μικρό παράθυρο στη χαρά - ένα λούνα παρκ, μια στιγμή, δυο φωτογραφίες. Εκεί, μέσα στα συγκρουόμενα αυτοκινητάκια, τα παιδιά δεν παίζουν απλώς, ζουν με όλο τους το είναι. Οι φωνές τους γίνονται η μουσική της ανεμελιάς και τα πρόσωπα τους καθρεφτίζουν κάτι πολύτιμο και σπάνιο: την ανόθευτη χαρά.

Κοιτώντας τις δυο φωτογραφίες, ο χρόνος μοιάζει να σταματά. Δεν υπάρχουν «πρέπει», δεν υπάρχουν κανόνες, μονάχα η στιγμή που τα παιδιά συγκρούονται για να γελάσουν, όχι για να πληγώσουν.

Είναι ένα παράδοξο παιχνίδι: μια ελεγχόμενη σύγκρουση, που αντί για φόβο, γεννά ενθουσιασμό. Και ίσως, κάπου εκεί, να κρύβεται και ένα από τα απλά μυστικά της ζωής - να συγκρούεσαι χωρίς κακία, να χάνεις τον έλεγχο χωρίς να κινδυνεύεις, να βρίσκεις χαρά ακόμα και στο απρόσμενο.

Η παιδική αυτή ανεμελιά δεν είναι απλώς μια φάση - είναι μια υπενθύμιση. Μας θυμίζει πως ήταν κάποτε ο κόσμος στα μάτια μας, πώς είναι δυνατόν να ξαναδούμε έτσι τα πράγματα, αν αφήσουμε για λίγο τα φρένα του ενήλικου φόβου. Μέσα από το χαμόγελο ενός παιδιού σε ένα συγκρουόμενο, ίσως να μπορούμε κι εμείς να ξαναβρούμε τον δρόμο πίσω σε εκείνη τη χαμένη απλότητα. Γιατί η χαρά δεν είναι πάντα αποτέλεσμα μεγάλων πραγμάτων, συχνά βρίσκεται κρυμμένη μέσα σε μία μικρή, φευγαλέα στιγμή.



Στοχασμοί με φόντο τη βρεγμένη πλατεία του χωριού

 

Η σημερινή, απογευματινή βροχή ήρθε αθόρυβα, σαν να ήθελε να καθαρίσει όχι μόνο τους δρόμους του χωριού, αλλά και τις σκέψεις μας. Η φίλη μου η Χριστίνα - Μαρία Βότσιου απαθανάτισε τη στιγμή σε τρεις φωτογραφίες, απλές, μα γεμάτες νόημα. Η πλατεία, ντυμένη με σταγόνες, λαμπυρίζει κάτω από το φως των φαναριών. Οι δρόμοι, άδειοι από βήματα, γεμάτοι όμως από μνήμες, καθρεφτίζουν τον ουρανό και το πέρασμα του χρόνου.

Το σούρουπο τυλίγει το τοπίο σε μια απαλή, χρυσαφένια μελαγχολία. Είναι η ώρα που όλα μοιάζουν πιο αληθινά - όταν το φως δεν φωνάζει, αλλά ψιθυρίζει. Εκεί στη σιωπή των βρεγμένων δρόμων, γεννιέται μια ιδιαίτερη ομορφιά, όχι εντυπωσιακή, μα διακριτική και βαθιά. Είναι η ομορφιά της στιγμής που περνά, αλλά μένει μέσα μας.

Οι φωτογραφίες της Χριστίνας δεν είναι απλώς εικόνες. Είναι καθρέφτες μιας ευαισθησίας που βλέπει πίσω από το προφανές. Μας καλούν να σταθούμε για λίγο, να κοιτάξουμε γύρω μας - και μέσα μας - και να αναγνωρίσουμε τη γοητεία του απλού, του καθημερινού, του φευγαλέου.

Γιατί μερικές φορές, μια βρεγμένη πλατεία και λίγα φώτα στο σούρουπο, είναι αρκετά για να μας θυμίσουν πόσο όμορφη μπορεί να είναι η ζωή, όταν την κοιτάμε με βλέμμα καρδιάς.



Η συμμετοχή του Ηλία Κεφάλα στην 21η ΔΕΒΘ

 

Η 21η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης (ΔΕΒΘ), που πραγματοποιήθηκε από τις 8 έως τις 11 Μαΐου 2025 στον εκθεσιακό χώρο της ΔΕΘ-Helexpo, αποτέλεσε ένα σημαντικό πολιτιστικό γεγονός για τη χώρα. Με τιμώμενη χώρα την Ιταλία, η φετινή διοργάνωση παρουσίασε πλούσιο πρόγραμμα εκδηλώσεων και συμμετοχών από εκδοτικούς οίκους και συγγραφείς από όλο τον κόσμο.

Μία από τις ξεχωριστές παρουσίες ήταν και αυτή του ποιητή Ηλία Κεφάλα, ο οποίος παρουσίασε τη νέα του ποιητική συλλογή με τίτλο «Μισοφέγγαρα». Η συλλογή αυτή, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Θράκα, περιλαμβάνει 225 επιγράμματα που διερευνούν την ανθρώπινη ύπαρξη, τη φύση και τα υπαρξιακά ερωτήματα. Η επιλογή του επιγράμματος ως μορφή έκφρασης συνδέει την αρχαία παράδοση με τη σύγχρονη ποίηση, προσφέροντας μια ιδιαίτερη λαϊκή διάσταση στα έργα του Ηλία Κεφάλα.

Η παρουσίαση του βιβλίου πραγματοποιήθηκε στο περίπτερο 13 της ΔΕΒΘ, όπου οι επισκέπτες είχαν την ευκαιρία να συνομιλήσουν με τον συγγραφέα, να ακούσουν αποσπάσματα από το έργο του και να συμμετάσχουν σε συζητήσεις γύρω από τη σύγχρονη ελληνική ποίηση. Η εκδήλωση εντάχθηκε σε ένα πλούσιο πρόγραμμα που περιλάμβανε πάνω από 450 εκδηλώσεις, με περισσότερες από 100 να απευθύνονται σε παιδιά, εφήβους και εκπαιδευτικούς, προσφέροντας μια ολοκληρωμένη εμπειρία για όλους τους επισκέπτες.

Η συμμετοχή του Ηλία Κεφάλα στην 21η ΔΕΒΘ αναδεικνύει τη σημασία της σύγχρονης ελληνικής ποίησης και τη διαρκή αναζήτηση νέων τρόπων έκφρασης και επικοινωνίας με το κοινό. Η παρουσία του στην έκθεση συνέβαλε στην προώθηση του ελληνικού βιβλίου και στην ενίσχυση των πολιτιστικών ανταλλαγών μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας, ενισχύοντας τον διάλογο και την κατανόηση μεταξύ των δύο χωρών.



Δευτέρα 12 Μαΐου 2025

Οι πιο ωραίοι άνθρωποι …

Κάποιες φορές ένα καλό άρθρο έρχεται την κατάλληλη στιγμή όπως αυτό που μου υπέδειξε η συγχωριανή μας και αγαπημένη μου φίλη, Ρούλα Σταυρέκα, με τίτλο «Οι πιο ωραίοι άνθρωποι», γραμμένο από την ψυχολόγο Μαρία Κορακά. Το κείμενο αυτό αγγίζει με ευαισθησία και αλήθεια όσα κάνουν έναν άνθρωπο πραγματικά όμορφο. Το διάβασα μια φορά και μετά άλλη μία - γιατί σε κάθε πρόταση ένοιωθα σαν να με κοίταζε κατάματα. Με συγκίνησε ο τρόπος που περιγράφει την ομορφιά των ανθρώπων που δεν κάνουν θόρυβο, αλλά αφήνουν αποτύπωμα. Ήθελα πολύ να το μοιραστώ μαζί σας. Ελπίζω να σας αγγίξει όπως άγγιξε και εμένα.

Δ.Τ.


Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει ήταν αληθινοί. Πάντα ήταν ο εαυτός τους. Είχαν μια βαθιά επίγνωση του ποιοι είναι. Δεν είχαν ανάγκη να αποδείξουν τίποτα σε κανέναν. Ήταν γνήσιοι και αυθεντικοί. Άφηναν όλους τους άλλους να ανακαλύψουν το πραγματικό τους μεγαλείο, χωρίς να κρύψουν τίποτα. Ποτέ δεν είχαν προσποιηθεί. Άλλωστε, δεν είχαν λόγο να το κάνουν, αφού ήταν οι πιο ωραίοι άνθρωποι που είχαν υπάρξει.

Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει πάντα ακτινοβολούσαν. Εγώ θα τους έλεγα «αυτόφωτους». Χαρακτηρίζονταν από μια μοναδική λάμψη που κέντριζε την προσοχή σου και σε τραβούσε κοντά τους σαν μαγνήτης. Και έλαμπαν με αυτό τον τρόπο, γιατί η ομορφιά της ψυχής τους ήταν τόσο έντονη που δεν μπορούσε παρά να εξωτερικευθεί και στην όψη τους. Ο ίδιος ο ήλιος κατοικούσε μέσα τους. Αυτοί ήταν και οι πιο όμορφοι άνθρωποι που είχα γνωρίσει. Και η ομορφιά τους αυτή ήταν ανεπανάληπτη. Δεν ήταν μια συνηθισμένη ομορφιά. Μάλιστα, συνέβαινε το εξής παράξενο: καθώς περνούσαν τα χρόνια, τα όμορφα χαρακτηριστικά τους δε ξεθώριαζαν, αλλά αντιθέτως, αυτοί γίνονταν όλο και πιο όμορφοι.

Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει είχαν τα πιο όμορφα μάτια που θα μπορούσε να αντικρίσει κάποιος στη ζωή του. Μάτια που χαμογελούσαν, όπως χαμογελούσε και η ψυχή τους. Πάντα καθαρά και κρυστάλλινα. Γυάλιζαν σαν μικρά διαμάντια. Σε κέρδιζαν με το πρώτο βλέμμα. Κοιτούσες μέσα στα μάτια αυτών των ανθρώπων και μπορούσες να δεις όλο το παρελθόν τους. Κυρίως, όμως, μπορούσες να βουτήξεις μέσα στην ψυχή τους και να δεις αυτά που οι ίδιοι κρατούσαν κρυφά. Αυτά τα μάτια ήταν το πιο όμορφο χαρακτηριστικό πάνω τους.

Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει αγαπούσαν όλο τον κόσμο. Και οι περισσότεροι, με τη σειρά τους, τους αγαπούσαν. Λάτρευαν το συνάνθρωπο. Ζούσαν γι’ αυτόν. Και η αγάπη τους αυτή ήταν ειλικρινής και ανιδιοτελής. Δεν είχαν εχθρούς. Έτσι νόμιζαν τουλάχιστον. Ακόμα και αυτοί που τους ζήλευαν δεν είχαν να τους προσάψουν κάτι κακό, γιατί απλώς ήταν οι πιο ωραίοι άνθρωποι που υπήρχαν.

Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει βοηθούσαν όλο τον κόσμο. Και ήταν οι πιο καλοί άνθρωποι που υπήρχαν, όχι μόνο γιατί ήταν πάντα δίπλα σε όσους ζητούσαν τη βοήθειά τους, αλλά γιατί παρείχαν χωρίς δεύτερη σκέψη τον ίδιο τους τον εαυτό σε όσους τους χρειάζονταν, χωρίς καν να τους το ζητήσουν. Γύρευαν τον αδύναμο, τον πεινασμένο, τον ταλαιπωρημένο κυρίως όταν δεν τους έβλεπε κάποιος. Ό, τι έκαναν προσπαθούσαν να το κάνουν κρυφά, γιατί δεν τους ενδιέφερε η επιβράβευση των ανθρώπων. Δεν το έκαναν γιατί περίμεναν αντάλλαγμα.

Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει δεν πήραν ποτέ πίσω όσα έδωσαν. Δεν ήταν αυτό το μέλημά τους. Το έκαναν, γιατί έτσι ήθελαν. Το έκαναν, γιατί αυτό ήταν η ζωή τους. Το έκαναν, γιατί αγαπούσαν τον άλλο, όποιος κι αν ήταν αυτός. Το έκαναν, γιατί μπορούσαν έστω και για λίγο να μπουν στη θέση του και να καταλάβουν πόσο δύσκολη ήταν. Το έκαναν, για να απαλύνουν παροδικά τον πόνο τους. Έδιναν, λοιπόν, απ’ το υστέρημά τους και όχι γιατί τους περίσσευαν. Βαθιά μέσα τους, όμως, ήξεραν πως αν βοηθούσαν μια φορά, οφειλέτης τους θα ήταν ο ίδιος ο Θεός. Και πάντα επαληθεύονταν. Άνοιγαν τα ουράνια και τους δίνονταν απλόχερα εκατό φορές περισσότερα. Και αυτοί, από την αγάπη τους αλλά και από την ευγνωμοσύνη τους, συνέχιζαν το κρυφό τους έργο. Και γίνονταν κάθε φορά όλο και πιο πλούσιοι. Ο πλούτος τους, όμως, δεν ήταν άμεσα ορατός, γιατί βρισκόταν στην ίδια τους την ψυχή. Και ήξεραν πως, συγκριτικά με τα επίγεια αγαθά, αυτός ο πλούτος ήταν πολύ πιο σημαντικός. Βέβαια, η μεγαλύτερη ανταμοιβή γι’ αυτούς ήταν το «ευχαριστώ» που έκρυβε το βλέμμα όσων βοηθούσαν. Αυτή ήταν η μοναδική στιγμή που στα μάτια των ανθρώπων αντίκριζαν τον ίδιο το Θεό.

Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει απολάμβαναν κάθε δευτερόλεπτο της ζωής τους. Ζούσαν έντονα την κάθε στιγμή και γι’ αυτούς κάθε μέρα ήταν ένα θαύμα, μια γιορτή. Προσπαθούσαν να βλέπουν το καλό σε οποιαδήποτε εμπειρία της ζωής τους. Τίποτα δεν τάραζε τη ζωή τους˙ ακόμα κι αν εμφανιζόταν κάτι κακό. Ήξεραν πως μετά από τη βροχή ακολουθεί το ουράνιο τόξο˙ μετά από το χειμώνα έρχεται η άνοιξη. Ήξεραν πως το πιο όμορφο φως είναι μετά από το πιο βαθύ σκοτάδι.

Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει πάντα χαμογελούσαν. Και όταν χαμογελούσαν, χαμογελούσε και όλη η πλάση μαζί τους. Το πιο σημαντικό, όμως, ξέρετε ποιο είναι; Ότι αυτό το χαμόγελο έβγαινε μέσα από την ψυχή τους. Αυτό ήταν και το πιο αγνό και ειλικρινές δώρο που θα μπορούσαν να σου προσφέρουν για να σου φτιάξουν τη μέρα.

Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει δεν έκρυβαν τα συναισθήματά τους. Ήταν χαρούμενοι και το έδειχναν. Αν και σχεδόν πάντα φαίνονταν χαρούμενοι. Υπέφεραν. Υπέφεραν με τον πόνο του άλλου, σαν να ήταν οι ίδιοι που πονούσαν. Πληγώνονταν από ανθρώπους και καταστάσεις. Πληγώνονταν πολύ. Παρόλ’ αυτά, όλους τους αγαπούσαν. Αυτό τους έκανε και τους πιο ωραίους ανθρώπους. Έκλαιγαν. Και έκλαιγαν πιο συχνά απ’ όσο ο κόσμος νόμιζε. Άνθρωποι ήταν κι αυτοί. Το γεγονός ότι ήταν τόσο ωραίοι δεν τους έκανε υπεράνθρωπους. Όταν έκλαιγαν, όμως, έκλαιγαν μόνοι. Δεν ήθελαν να κάνουν κάποιον δυστυχισμένο εξαιτίας τους. Μόνο χαρά ήθελαν να προσφέρουν.

Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει ήταν ευγενικοί και γλυκομίλητοι. Είχαν πάντα έναν καλό λόγο για όλους. Δεν προσέβαλλαν κανέναν. Γιατί σέβονταν αυτόν που στεκόταν απέναντί τους, αφού πίστευαν ότι είχαν να κερδίσουν κάτι από όλους τους ανθρώπους.

Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει δεν είχαν πολλά, αλλά ήταν βασιλιάδες. Απ’ το τίποτα έφτιαχναν τα πάντα. Τους έλειπαν χίλια δυο πράγματα αλλά δεν παραπονέθηκαν ποτέ. Αντιθέτως, πάντα δοξολογούσαν το Θεό για όσα τους προσέφερε. Έμαθαν να αγωνίζονται, να παλεύουν και ποτέ να μην το βάζουν κάτω κάθε φορά που ήθελαν να καταφέρουν κάτι.

Οι πιο ωραίοι άνθρωποι υπάρχουν δίπλα μας και οφείλουμε να τους αναζητήσουμε. Οι πιο ωραίοι άνθρωποι είναι αυτοί που επαναφέρουν την πίστη μου στον ίδιο τον άνθρωπο και με κάνουν να ελπίζω για ένα καλύτερο αύριο.


Της Μαρίας Κορακά 
Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια 

Κυριακή 11 Μαΐου 2025

Εικόνες του χωριού. «Φθινόπωρο στο περίπτερο»

 

Στο ξεθωριασμένο κάδρο του 1993, ο χρόνος μοιάζει να έχει κοντοσταθεί σ’ ένα αγροτικό καταφύγιο, στο μικρό περίπτερο του χωριού. Ένα μικρό περίπτερο στέκει σαν σταυροδρόμι του χωριού και του χρόνου. Η στέγη του, παλιά λαμαρίνα με διαφημίσεις της εποχής, φιλοξενεί τις σκιές από τον πλάτανο που μισόγυμνος πλέον ρίχνει τα φύλλα του στο χώμα σαν σιωπηλές εξομολογήσεις.

Τρία παγκάκια μεταλλικά φθαρμένα από τα σώματα και τον ήλιο, φιλοξενούν τους χωρικούς, άντρες με τραχιές παλάμες και πρόσωπα σμιλεμένα από τον ιδρώτα και τον μόχθο. Φορούν σακάκια, μπουφάν, τραγιάσκες, και έχουν βλέμματα χαμηλωμένα και στόματα μισάνοιχτα απ’ τη συζήτηση ή τη σιωπή. Ο ένας, όρθιος, κρατά μία εφημερίδα ανοιχτή σαν παράθυρο προς τον έξω κόσμο. Τα φύλλα της ριγούν ελαφρά στον φθινοπωρινό αέρα - το ίδιο και οι ώμοι του, σαν να μην είναι βέβαιος αν διαβάζει ειδήσεις ή αναμνήσεις.

Δυο τρεις στρέφουν το βλέμμα στο φακό - με μια ελαφριά απορία, ένα ίχνος σοβαρότητας, σαν να συλλαμβάνονται επ’ αυτοφώρω από την αιωνιότητα. Είναι μια στιγμή καθημερινή και ακριβώς γι’ αυτό ιερή:  μια στάση ανάμεσα στον μόχθο και το φως που η φωτογραφία μετατρέπει σε μαρτυρία. Σαν να λέει: «Ήμασταν εδώ. Ζήσαμε έτσι.»

Το φως γέρνει χρυσό και κουρασμένο, σαν να ξέρει ότι σύντομα θα μαζευτεί πίσω από τα σύννεφα του Νοέμβρη.

Είναι φθινόπωρο - κι όλα μοιάζουν να περιμένουν κάτι. Ίσως τον χειμώνα. Ίσως τη λήθη. Ίσως απλώς το επόμενο απόγευμα, όπου τα παγκάκια θα γεμίσουν ξανά με ανθρώπους και ιστορίες που δεν θα καταγραφούν ποτέ.


Σάββατο 10 Μαΐου 2025

Η σιωπηλή δύναμη της μητέρας

 

Υπάρχουν λέξεις που δεν λέγονται ποτέ, κι όμως είναι οι πιο δυνατές.

Είναι εκείνες που κατοικούν στα βλέμματα, στα αγγίγματα, στις πράξεις της καθημερινότητας. Τέτοιες είναι και οι λέξεις της μητέρας. Δεν χρειάζεται να φωνάζει για να ακουστεί. Μιλά με την καρδιά της και η καρδιά έχει δική της γλώσσα.

Η μητέρα είναι η πρώτη πατρίδα μας. Είναι το σώμα που μας φιλοξένησε, η ψυχή που μας ένιωσε πριν καν μιλήσουμε, το χέρι που μας σήκωσε πριν ακόμα περπατήσουμε. Κουβαλάει μέσα της την έγνοια, το άγρυπνο βλέμμα, την αστείρευτη αντοχή. Και τις περισσότερες φορές, τα δίνει όλα χωρίς να ζητά τίποτα.

Η Γιορτή της μητέρας που γιορτάζεται σήμερα είναι  μια υπενθύμιση, ό τι κάποιος κάποτε μας αγάπησε τόσο, που έβαλε τη δική του ζωή πίσω από τη δική μας. Ότι κάθε χάδι, κάθε αγκαλιά, κάθε άγρυπνη νύχτα ήταν μία πράξη αγάπης χωρίς όρια.

Σήμερα λοιπόν, ας σταθούμε για λίγο. Ας κλείσουμε τα μάτια και ας θυμηθούμε τη φωνή που μας νανούριζε, το χαμόγελο που μας έδινε δύναμη, την παρουσία που μας έκανε να νιώθουμε ασφαλείς. Και αν έχουμε τη μητέρα μας κοντά, ας την κοιτάξουμε στα μάτια και ας της πούμε «ευχαριστώ». Για όλα εκείνα που έκανε και για όλα εκείνα που δεν πρόλαβε να πει.

Γιατί η μητέρα είναι η ρίζα. Και αν δεν την ξεχνάμε, δεν ξεχνάμε ποτέ ποιοι είμαστε.


Η εκδήλωση του Δήμου Τρικκαίων και του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. για την πρώτη Θεσσαλή ποιήτρια Ιφιγένεια Γκίκα - Κοπάδη (1889-1985)

 

Μεθαύριο Τρίτη  13 Μαΐου  2025 και ώρα  7.30 μ.μ., στην  αίθουσα «Δημήτρης Καβράκος» του Πνευματικού Κέντρου Τρικάλων, θα πραγματοποιηθεί η Μουσικοφιλολογική εκδήλωση Αφιερωμένη στην Τρικαλινή ποιήτρια Ιφιγένεια Γκίκα - Κοπάδη, που συνδιοργανώνουν ο Δήμος Τρικκαίων / Διεύθυνση Παιδείας, Πολιτισμού και Αθλητισμού και ο  Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Τρικάλων.

Θα γίνει παρουσίαση της ποιητικής συλλογής «Γιούλια» της Ιφιγένειας Γκίκα από τις κ. Στεργιανή Ζήση, φιλόλογο, και κ. Θεοδώρα Πατρώνα, ΕΔΙΠ του Τμήματος Αγγλικής Φιλολογίας του Α.Π.Θ.. Κατόπιν  η Δημοτική Χορωδία Δωματίου Τρικάλων Voci Intonate υπό την διεύθυνση της μαέστρου κ. Ελένης Ζιάκα θα ερμηνεύσει μελοποιημένα ποιήματά της Ιφ. Γκίκα σε μουσική σύνθεση του κ. Ανδρέα Τσέγα, ο οποίος θα διευθύνει την Ορχήστρα του Δημοτικού Ωδείου Τρικάλων. Οι ηθοποιοί του Δημοτικού Θεάτρου Τρικάλων κ. Αντονέλλα Χήρα και κ. Στἐλιος Στεφάνου θα απαγγείλουν επιλεγμένα ποιήματα της Ιφιγένειας Γκίκα.

Η ποιητική συλλογή «Γιούλα» της Τρικαλινής Ιφιγένειας Γκίκα (1889-1985), εκδοθείσα το 1912 από την εφημερίδα «Αναγέννησις» των Τρικάλων, ήταν η πρώτη γυναικεία ποιητική συλλογή στη Θεσσαλία και η ποιήτρια ήταν μόλις 23 ετών. Την ποιητική αυτή συλλογή επανεξέδωσε ο Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Τρικάλων με κατατοπιστικές εισαγωγές στη Σειρά: Τρικαλινοί Λογοτέχνες το 2024.

Η Ιφιγένεια Γκίκα ήταν η μοναδική κοπέλα που αποφοίτησε το 1903 από το 4τάξιο Γυμνάσιο Τρικάλων. Με άριστη γαλλική παιδεία και κριτικό πνεύμα δημοσίευε τακτικά ποιήματα, χρονογραφήματα, άρθρα και μεταφράσεις γαλλικής λογοτεχνίας στην ίδια εφημερίδα από το 1909. Το 1918 μετανάστευσε αρχικά στο Παρίσι και κατόπιν (1924) στις ΗΠΑ, όπου παντρεύτηκε με τον εκ Κρανιάς Ασπροποτάμου Γεώργιο Κοπάδη.  Εκεί ανέπτυξε σπουδαία λογοτεχνική, εκπαιδευτική και κοινωνική δράση.  Για έξι έτη ήταν αρχισυντάκτρια της “Ελληνίδας”/Hellenida, του μοναδικού γυναικείου ελληνικού μηνιαίου περιοδικού στις ΗΠΑ, δημοσιευμένου από μετανάστη. Υπήρξε Πρόεδρος του Συλλόγου «Αναγέννησις» και του «Πανθεσσαλικού Συλλόγου». Για δεκαοκτώ έτη διετέλεσε Ανώτατη Σύμβουλος Γυναικών της Εθνικής Ελληνοαμερικανικής Προοδευτικής Ένωσης, γνωστής ως G.A.P.A. Ήταν επίσης μέλος και του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Ιστορικών του Μάντσεστερ. Απεβίωσε το 1985 στο Μάντσεστερ  του New Hampshire των ΗΠΑ.


Παρασκευή 9 Μαΐου 2025

Το πλίθινο σπίτι του παππού

 

Θυμάμαι ακόμα τη μυρωδιά από το χώμα όταν το βράδυ δρόσιζαν οι τοίχοι. Το σπίτι του παππού ήταν πλίθινο, με χοντρούς τοίχους και χωμάτινο πάτωμα. Το είχε χτίσει ο παππούς μου με τα ίδια του τα χέρια. Έριχνε τον πηλό με το άχυρο στα καλούπια, τα άφηνε στον ήλιο, κι έπειτα τους τοίχους τους έχτιζε σιγά-σιγά. Μετά – αργότερα,  όταν ήρθε το ρεύμα στο χωριό –  το σοφάτισε, το μπογιάτισε και το έβαλε ηλεκτρική εγκατάσταση.

Η γιαγιά κάθε πρωί άναβε την φωτιά με κλαδάκια και άχυρα. Πάνω στο πυρομάχι έβραζε το νερό, μαγείρευε φαΐ, κι εμείς τα παιδιά, καθόμασταν γύρω από τη φωτιά, να ζεστάνουμε τα χέρια. Δεν είχαμε πολλά, μα είχαμε αγάπη και ψωμί που μύριζε αληθινό. Το βράδυ στρώναμε τα στρώματα κάτω, κι άκουγες τον άνεμο να σφυρίζει στις κεραμίδες.

Και όταν έβρεχε όλο το χωριό μοσχοβολούσε χώμα. Το σπίτι «ανέπνεε»- έμπαζε λίγο πίσω, σαν να ’χε ψυχή. Αυτό το σπίτι ήταν ολόκληρη η ζωή μας, ριζωμένη στο χώμα του Βαλτινού.  

Το καλοκαίρι καθόμασταν στη μικρή αυλή κάτω από την σκαμνιά και τη γκορτσιά. Ο ήλιος έκαιγε, αλλά οι τοίχοι κρατούσαν το σπίτι δροσερό, σαν κελάρι. Η γιαγιά έφερνε νερό απ’ τη βρύση με το γκιούμι. Καθόταν στο σκαμνί και έπλεκε η καθάριζε φασόλια. Εμείς τα παιδιά παίζαμε με το χώμα - φτιάχνοντας λόφους και ποτάμια, λες και συνεχίζαμε την τέχνη του πηλού που ’χε χτίσει το σπίτι.

Τα βράδια μαζεύονταν η γειτονιά. Οι άντρες μιλούσαν για τις σοδειές, οι γυναίκες αντάλλασσαν συνταγές και νέα. Κάποιος άρχιζε ένα τραγούδι και ακολουθούσαν κι άλλοι. Το φεγγάρι έριχνε το φως του στους τοίχους, και τότε το πλίθινο σπίτι έμοιαζε ζωντανό - σαν να άκουγε, σαν να θυμόταν μαζί μας.

Με τα χρόνια ο παππούς κι η γιαγιά έφυγαν. Το χωριό άρχισε να αδειάζει. Άλλοι  έφυγαν για τις πόλεις, άλλοι για το εξωτερικό. Το σπίτι έμεινε πίσω, μόνο. Μια σκεπή  μισογκρεμισμένη, τα πλιθιά του σκαμμένα απ’ τη βροχή. 

Βρέθηκε μια οικογένεια μεταναστών από την Αλβανία, το νοίκιασαν, το επιδιόρθωσαν και το ξανάδωσαν ζωή.

Κάθε φορά που περνάω απ’ έξω στέκομαι μπροστά του κι αισθάνομαι σαν παιδί. Αρκεί να ακουμπήσω τον τοίχο, κι είναι σαν να ξαναπιάνω το χέρι του παππού.

Δ.Τ.


ΑΣΦΟΔΕΛΟΙ

 

Πλησιάζω να θαυμάσω τις ανοιξιάτικες κουτσουπιές που φωτίζουν τα καταπράσινα ριζά του βουνού και, να, μπροστά μου ξεπροβάλλει μια πληθώρα ανθισμένων ασφοδέλων. Έτρεξαν να μου κόψουν τη θέα και να προλάβουν την προσήλωσή μου στα μαβιά δέντρα, στρέφοντάς την κατά το μέρος τους. Οι συνειρμοί λειτούργησαν αμέσως. Οι ασφόδελοι με το πιο ψεύτικο λευκό τους ένδυμα, που παραπέμπει στο πιο απόμακρο μαύρο που μπορεί ποτέ να υπάρξει, αμέσως μ’ αιχμαλώτισαν. Παρατήρησα το γεγονός αυτό με μια μικρή έκπληξη και το σημείωσα μέσα μου: Από ένα σημείο, δηλαδή, του βίου μας και μετά οι ασφόδελοι υπάρχουν δίπλα σε κάθε πεζοπορία μας, επισκιάζουν κάθε απόπειρα αναψυχής.

Ω ανοικτά λιβάδια, πλημμυρισμένα με ξερακιανούς ασφόδελους μέχρι εκεί πέρα μακριά, στο όριο που δεν θέλουμε να το πούμε, φυτρώνετε και ανθίζετε μόνο και μόνο για να μας θλίβετε και να μας ναρκώνετε με λησμονιά.

Του Ηλία Κεφάλα

Πέμπτη 8 Μαΐου 2025

Τα παλιά πλίνθινα σπίτια του Βαλτινού

 

Τα παλιά πλίνθινα σπίτια του Βαλτινού αποτελούν χαρακτηριστικό δείγμα παραδοσιακής λαϊκής αρχιτεκτονικής και είναι στενά συνδεδεμένα με την αγροτική ζωή του παρελθόντος. Κατασκευασμένα κυρίως τον 19ο και τις αρχές του 20ου αιώνα, αυτά τα σπίτια φτιάχνονταν με απλά, φυσικά υλικά που υπήρχαν άφθονα στην περιοχή: χώμα, άχυρο, νερό και ξύλο.

Η πλίνθος - δηλαδή το πλιθάρι – ήταν το βασικό δομικό στοιχείο. Πρόκειται για άψητο πηλό αναμεμειγμένο με άχυρο, τον οποίο οι κάτοικοι έπλαθαν και άφηναν να στεγνώσει στον ήλιο. Τα πλίθινα σπίτια χτίζονταν πάνω σε πέτρινη βάση (ζώνη), που τα προστάτευε από τη υγρασία του εδάφους. Οι τοίχοι ήταν χοντροί, προσφέροντας δροσιά το καλοκαίρι και ζεστασιά το χειμώνα.

Η στέγη ήταν συνήθως ξύλινη με κεραμίδια, και πολλές φορές ενισχυόταν με καλάμια. Το εσωτερικό των σπιτιών ήταν λιτό, με κάποιους κύριους χώρους στο ισόγειο και κάποια δωμάτια στον επάνω όροφο που εξυπηρετούσαν τις βασικές ανάγκες της οικογένειας.

Αν και σήμερα πολλά από αυτά τα σπίτια έχουν εγκαταλειφθεί ή γκρεμιστεί, εξακολουθούν να έχουν ιστορική και πολιτιστική αξία. Αποτελούν ζωντανή μαρτυρία της παραδοσιακής ζωής και της σχέσης του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον.

Η καθημερινή ζωή μέσα στα παλιά πλίθινα σπίτια του Βαλτινού ήταν λιτή αλλά γεμάτη ουσία, δεμένη με τη φύση και τους ρυθμούς της αγροτικής ζωής. Τα σπίτια συνήθως αποτελούνταν από έναν κεντρικό χώρο - τη «σάλα» - όπου συγκεντρώνονταν η οικογένεια, μαγείρευαν, έτρωγαν και κοιμούνταν, ειδικά τους χειμερινούς μήνες. Συχνά υπήρχε κι ένα μικρότερο δωμάτιο ή σοφίτα για ύπνο ή αποθήκευση. Η φωτιά στο τζάκι ήταν το κέντρο του σπιτιού - προσέφερε ζεστασιά και ήταν ο χώρος μαγειρέματος.

Οι γυναίκες ασχολούνται με το νοικοκυριό, την ύφανση, την παρασκευή ψωμιού και τη φροντίδα των παιδιών, ενώ οι άντρες εργάζονταν τους αγρούς ή ασχολούνταν με τα ζώα. Όλα τα μέλη της οικογένειας συμμετείχαν σε καθημερινές εργασίες, όπως το άλεσμα, το κουβάλημα νερού από τη βρύση ή το μάζεμα καυσόξυλων.

Η Νάσια Ριζαργιώτη στη σκηνή της Ανδρομέδας

Η συγχωριανή μας, Νάσια Ριζαργιώτη, ο Βαλάντης Σωτηρίου και ο Κώστας Παπαθανασίου επιστρέφουν στη σκηνή της «Ανδρομέδας» το Σάββατο 17 Μαΐου 2025, στις 22:00, για την τελευταία μουσική βραδιά για την φετινή σεζόν. Σε αυτή την ξεχωριστή εμφάνιση, την παρέα θα συμπληρώσει ο επίσης συγχωριανός μας, Σωτήρης Σταυρέκας στα κρουστά, προσθέτοντας νέο χρώμα και δυναμισμό στη βραδιά. Το πρόγραμμα θα κινηθεί σε αγαπημένα μονοπάτια, γεμάτα μελωδίες και στιγμές που ενώνουν το παλιό με το σύγχρονο, μέσα σε μια ατμόσφαιρα χαράς και γιορτής. Σας περιμένουν για να κλείσετε μαζί αυτή την όμορφη σεζόν με τραγούδια που έχετε αγαπήσει και νέες μουσικές εκπλήξεις!

Σάββατο, 17/5/2025, 22:00
Φωνή: Νάσια Ριζαργιώτη
Πιάνο: Βαλάντης Σωτηρίου
Μπουζούκι/Κιθάρα: Κώστας Παπαθανασίου
Κρουστά: Σωτήρης Σταρεύκας
Διεύθυνση: Στουρνάρα 10, Τρίκαλα
Τηλ. Κρατήσεων: 6977580754
Είσοδος: 6 ευρώ



Τετάρτη 7 Μαΐου 2025

Η περιπέτεια ενός πελαργού

 Διήγημα του Δημήτρη Τσιγάρα

Ήταν ένα ήσυχο απόγευμα στο Βαλτινό, στην άκρη εκεί, όπου οι ποταμοί σμίγουν με τα λιβάδια και ο ουρανός είναι γεμάτος φτερουγίσματα. Ο ήλιος έγερνε γλυκά προς τον Κόζιακα, όταν τα δύο αδέρφια, ο Αντώνης και η Ντίνα, έπαιζαν στον Κάναλο, κοντά στην παλιά αποθήκη του παππού τους. Έτρεχαν ξυπόλητα στο γρασίδι, γελώντας με τις μικρές τους ανακαλύψεις - έναν σκαντζόχοιρο, μια φωλιά μυρμηγκιών, και μία παλιά ρόδα ποδηλάτου που έγινε… πύργος κάστρου!

Ξαφνικά, ακούστηκε ένας περίεργος ήχος - κάτι σαν σπάσιμο και ταυτόχρονα ένα «φλαπ!» στον αέρα. Τα παιδιά σήκωσαν το βλέμμα τους και είδαν έναν μεγάλο πελαργό να πέφτει από ψηλά, με τα φτερά του ανοιχτά, αλλά ακίνητα. Ένα καλώδιο του ρεύματος περνούσε λίγο πιο πέρα, φάνηκε πως είχε ακουμπήσει εκεί κατά λάθος.

Ο πελαργός προσγειώθηκε βαριά, κοντά σε μια συστάδα θάμνων. Τα παιδιά έτρεξαν κοντά του. Ο Αντώνης γονάτισε δίπλα του προσεκτικά. Ήταν ζωντανός, αλλά το ένα του φτερό έτρεμε και το ράμφος του ήταν μισόκλειστο.

«Πρέπει να το βοηθήσουμε!» είπε ο Αντώνης, που είχε δει μια εκπομπή στην τηλεόραση για τη Διάσωση Άγριων Ζώων. Χωρίς να χάσουν χρόνο, έτρεξαν στην αποθήκη πήραν ένα παλαιό σεντόνι, ένα σχοινί και το κουτί με τα εργαλεία του παππού τους. Με προσοχή, τύλιξαν τον πελαργό και τον έβαλαν μέσα σε μία πρόχειρη φωλιά από κουρέλια και άχυρα, μέσα στο υπόστεγο. Ήξεραν ότι έπρεπε να τον κρατήσουν ήρεμο και να μην του δώσουν νερό.

Η Ντίνα, που κατάλαβε ότι χρειάζονταν βοήθεια από κάποιον μεγαλύτερο, έτρεξε στο κοντινό σπίτι του θείου της, του Κώστα που ήταν θηροφύλακας και του εξήγησε τι είχε συμβεί.

Μέχρι να φτάσουν η Ντίνα με τον θείο της, ο Αντώνης είχε δώσει ήδη όνομα στον πελαργό: τον είπε Ήλιο, επειδή τον είδαν να πέφτει λίγο πριν δύσει ο ήλιος.

Ο θείος τους που ήταν έμπειρος θηροφύλακας, και ήταν εκπαιδευμένος για ανάλογες περιπτώσεις, έδωσε τις πρώτες βοήθειες στον πελαργό και υποσχέθηκε στα παιδιά ότι θα ζήσει και θα γίνει καλά και πως θα τον ξαναδούν να πετά.

Μερικές εβδομάδες αργότερα, όταν ο ήλιος ξαναπλησίαζε τη δύση, η Ντίνα και ο Αντώνης στέκονταν στο ίδιο σημείο με τα γόνατα γεμάτα χόρτα και σκόνη. Ένα λευκό φτερό γλίστρησε από τον ουρανό, κι ένας γνώριμος πελαργός έκανε ένα μεγάλο κύκλο πάνω από τα κεφάλα τους. Ένας ελαφρύς ήχος – σαν ευχαριστώ – χάθηκε στον άνεμο.

«Ο Ήλιος γύρισε!» Φώναξε η Ντίνα.

Κι έτσι, ο πελαργός που χτυπήθηκε από το ρεύμα δεν έμεινε απλώς μια ιστορία. Έγινε ανάμνηση, μάθημα και φίλος - για δύο παιδιά που έμαθαν ότι η φροντίδα για τους αδύναμους ξεκινά από την καρδιά.


Ενέργεια καθαρισμού και ευπρεπισμού κοινοτικών χώρων από τον Δήμο

 

Ο Δήμος Τρικκαίων, ανταποκρινόμενος στις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας, μετά από αίτημα του Προέδρου της Τοπικής Κοινότητας κ. Βάιου Τσιγάρα, και με αίσθημα ευθύνης για την ποιότητα ζωής των κατοίκων, προχώρησε σε οργανωμένη δράση καθαρισμού, κοπής χόρτων και ευπρεπισμού των κοινοτικών χώρων του χωριού μας.

Οι παρεμβάσεις περιλάμβαναν τον καθαρισμό από σκουπίδια και μπάζα, την αποψίλωση υπερβολικής βλάστησης και την κοπή χόρτων σε κοινόχρηστους χώρους, όπως πλατείες πεζοδρόμια πάρκα και γήπεδα. Παράλληλα, έγινε φροντίδα του πράσινου και αποκατάσταση της αισθητικής εικόνας του οικισμού.

Η ενέργεια αυτή συμβάλλει ουσιαστικά τόσο στην αναβάθμιση του δημόσιου χώρου όσο και στη βελτίωση της καθημερινότητας των κατοίκων, ενώ προάγει τη δημόσια υγεία και την ασφάλεια.



Η σιωπή που μίλησε: Ένας στοχασμός για τη Μουσική

 

Η μουσική είναι η πιο άυλη από τις τέχνες, κι όμως η πιο αισθητή. Δεν τη βλέπεις, δεν την αγγίζεις, μα σε διαπερνά. Είναι γλώσσα χωρίς λέξεις, συναίσθημα χωρίς πρόσωπο, μνήμη χωρίς εικόνα. Όταν όλα σιωπούν, η μουσική συνεχίζει να μιλά – πιο καθαρά, πιο ανθρώπινα.

Σε στιγμές μοναξιάς γίνεται παρέα, σε στιγμές χαράς, ύμνος, στον πόνο, παρηγοριά. Μοιάζει με τον εσωτερικό διάλογο της ψυχής, σαν να ήταν πάντα εκεί και απλώς περίμενε να τη θυμηθούμε. Δεν χρειάζεται μετάφραση – μιλά την καθολική γλώσσα της καρδιάς.

Ίσως η δύναμή της να πηγάζει από τη σιωπή. Η μουσική δεν είναι μόνο οι νότες, αλλά και τα κενά ανάμεσά τους. Όπως και στη ζωή, η σημασία δεν βρίσκεται μόνο στις στιγμές που «παίζουμε», αλλά και σε αυτές που «ακούμε».

Μέσα στον θόρυβο του κόσμου, η μουσική είναι υπενθύμιση πως ο άνθρωπος ακόμα δημιουργεί, ακόμα αισθάνεται, ακόμα ονειρεύεται.


Οι υποσταθμοί της ΔΕΗ

 

Οι υποσταθμοί της ΔΕΗ που αποτελούνται από δυο στύλους και περιλαμβάνουν μετασχηματιστές είναι κεντρικά σημεία στην υποδομή του ηλεκτρικού δικτύου, καθώς παίζουν καθοριστικό ρόλο στην αναδιανομή της ηλεκτρικής ενέργειας.

Τέτοιοι υποσταθμοί της ΔΕΗ στον οικισμό του Βαλτινό υπάρχουν τρεις. Ένας στην είσοδο του χωριού, ένας στο Δημοτικό Σχολείο και ένας στον ναό του Αγίου Αθανασίου Βαλτινού.

Αυτοί οι υποσταθμοί, συνήθως γνωστοί και ως «διπλοί υποσταθμοί» χρησιμοποιούνται για την ασφαλή και αξιόπιστη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας από τα δίκτυα υψηλής τάσης σε δίκτυα χαμηλότερης τάσης που τροφοδοτούν τα σπίτια και τις βιομηχανίες.

Οι υποσταθμοί με δύο στύλους έχουν μια ιδιαίτερη διάταξη, στην οποία οι δύο στύλοι περιέχουν ανεξάρτητους μετασχηματιστές. Ο κάθε μετασχηματιστής αναλαμβάνει τη λειτουργία της μείωσης της τάσης της ηλεκτρικής ενέργειας, ώστε να μπορεί να μεταδοθεί σε μεγάλες αποστάσεις χωρίς απώλειες. Στην περίπτωση της ΔΕΗ, αυτή η διάταξη προσφέρει αρκετά πλεονεκτήματα, όπως η αύξηση της αξιοπιστίας του δικτύου, καθώς σε περίπτωση βλάβης σε έναν από τους μετασχηματιστές, ο δεύτερος μπορεί να αναλάβει το σύνολο της φόρτισης μέχρι να αποκατασταθεί η βλάβη.

Οι μετασχηματιστές, οι οποίοι είναι το πιο σημαντικό στοιχείο του υποσταθμού, βασίζονται σε τεχνολογίες που εξασφαλίζουν τη σταθερότητα και την ασφάλεια της διαδικασίας μεταφοράς ενέργειας. Αυτές οι μονάδες λειτουργούν με τέτοιο τρόπο ώστε η ηλεκτρική ενέργεια να μεταφέρεται από το δίκτυο υψηλής τάσης (με χαρακτηριστικά ρεύματος που δεν είναι συμβατά για οικιακή χρήση) σε χαμηλότερη τάση κατάλληλη για οικιακή ή βιομηχανική κατανάλωση.

Η συντήρηση αυτών των υποσταθμών είναι κρίσιμη για την αποφυγή πιθανών βλαβών και διακοπών στην παροχή ρεύματος, καθώς και για την επιμήκυνση της διάρκειας ζωής των μετασχηματιστών και των άλλων εξαρτημάτων. Οι υποσταθμοί με δυο στύλους και μετασχηματιστές είναι επομένως αναγκαίοι για την ασφαλή και αποτελεσματική λειτουργία του ηλεκτρικού δικτύου και τη διατήρηση της σταθερότητας της παροχής ενέργειας στους καταναλωτές.



επικοινωνιστε μαζι μας