Καλημέρα, Δημήτρη.
Θέλω να σου διηγηθώ μια
μικρή ιστορία που έζησα χθες το πρωί και που με συγκίνησε βαθιά.
Βγήκα για το συνηθισμένο
μου περπάτημα στη Φιλαδέλφεια, σε έναν ήσυχο πεζόδρομο. Καθώς προχωρούσα, το
βλέμμα μου έπεσε πάνω σε ένα παγκάκι, όπου καθόταν μια ηλικιωμένη κυρία, μια
γλυκιά γιαγιούλα, ντυμένη απλά, με το μπαστούνι της στο πλάι και την τσάντα της
ακουμπισμένη δίπλα της. Όσο πλησίαζα, ένιωσα πως το πρόσωπό της μου ήταν
γνώριμο. Και πράγματι, ήταν η ίδια κυρία που είχα συναντήσει πέρσι το
καλοκαίρι, στον ίδιο ακριβώς δρόμο, χαμένη και αποπροσανατολισμένη, ανήμπορη να
θυμηθεί πού βρισκόταν ή πού έμενε. Τότε, μην ξέροντας πώς αλλιώς να τη βοηθήσω,
είχα καλέσει το εκατό.
Τώρα την πλησίασα με
ευγένεια και τη χαιρέτησα.
«Καλημέρα σας. Χρειάζεστε
κάποια βοήθεια;» τη ρώτησα.
Με κοίταξε ήρεμα και μου
απάντησε:
«Όχι, παιδί μου, πάω εδώ κοντά σε ένα μαγαζί, μου χάλασε η ραπτομηχανή.»
«Πώς σας λένε;» τη
ρώτησα.
«Στέλλα. Τι σημασία
έχει;» μου είπε.
Τότε της συστήθηκα:
«Εμένα με λένε Θεοδώρα, αλλά με φωνάζουν Ρούλα.»
Της πρότεινα να τη
συνοδεύσω στο σπίτι της, εξηγώντας της πως σήμερα ήταν Κυριακή και όλα τα
μαγαζιά ήταν κλειστά. Εκείνη με κοίταζε σιωπηλή, χωρίς να απαντά. Με μια βαθιά
ανάγκη να την καθησυχάσω, της είπα σχεδόν παρακλητικά:
«Κυρία Στέλλα, θέλω να με
εμπιστευθείτε. Σας παρακαλώ, αφήστε με να σας βοηθήσω. Έχω κι εγώ γονείς…»
Τη στιγμή εκείνη, τα
μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Η σκέψη των δικών μου ανθρώπων με λύγισε.
«Αν θέλετε, μπορώ να σας
βοηθήσω», της είπα ξανά.
Τότε σηκώθηκε αργά. Της
έδωσα το χέρι μου και με πήρε αγκαζέ. Περάσαμε μαζί τον κεντρικό δρόμο και,
ευτυχώς, κάπου εκεί άρχισε να θυμάται πού ήταν το σπίτι της. Δεν ήταν ούτε πολύ
κοντά ούτε πολύ μακριά. Προχωρούσαμε σιγά σιγά, με μικρά, προσεκτικά βήματα,
και σε όλη τη διαδρομή μου μιλούσε με τρυφερότητα.
«Θεοδώρα μου γλυκιά…» μου
έλεγε ξανά και ξανά, χαρίζοντάς μου αμέτρητες ευχές.
Και ύστερα, με μια φράση
που θα μείνει για πάντα χαραγμένη μέσα μου, μου είπε:
«Θεοδώρα… θεού δώρο ήσουν
σήμερα για μένα. Θα με έψαχνε η κόρη μου και θα με μάλωνε. Μην της πεις ότι
έφυγα.»
Της χαμογέλασα για να την
καθησυχάσω.
«Όχι, μη φοβάστε», της
απάντησα. «Όμως να μην ξαναφύγετε μόνη σας από το σπίτι, γιατί μπορεί κάποιος
να σας κάνει κακό.»
Όταν φτάσαμε, για να
βεβαιωθώ πως πράγματι ήταν το σπίτι της, της ζήτησα να βγάλει τα κλειδιά της.
Στάθηκα λίγα μέτρα πιο πίσω, για να μην αισθανθεί ότι θέλω να της κάνω κακό ή
να την τρομάξω. Εκείνη άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Από το παράθυρο μας είδε
ο σύζυγός της, και του εξήγησα τι είχε συμβεί.
Έφυγα από εκεί βαθιά
συγκινημένη.
Όλη μέρα αναλογίζομαι
αυτή τη συνάντηση. Ίσως γιατί έχω κι εγώ δύο γονείς, που, ευτυχώς, έχουν δίπλα
τους το παιδί τους, τον αδερφό μου, που τους φροντίζει με αγάπη και αφοσίωση.
Βρίσκονται περίπου στην ίδια κατάσταση, ξεχνούν, μπερδεύονται, χρειάζονται
διαρκή παρουσία και φροντίδα. Αν δεν ήταν εκείνος κοντά τους, ίσως κι εμείς να
τους αναζητούσαμε στους δρόμους.
Τα δάκρυα που έτρεχαν
χθες από τα μάτια μου ήταν δάκρυα συγκίνησης, αγάπης και φόβου μαζί.
Μοιράζομαι αυτή την
ιστορία μαζί σου, γλυκέ μου φίλε, γιατί ξέρω πως κι εσύ πέρασες κάτι παρόμοιο
με τη μητέρα σου. Εγώ, από την άλλη, έχω ακόμη και τους δύο γονείς μου, που
ξεχνούν, και νιώθω ευγνωμοσύνη που ο αδερφός μου βρίσκεται δίπλα τους,
προσφέροντάς τους αγάπη, φροντίδα και ασφάλεια.

👴👵👱♀️🧓💝💐
ΑπάντησηΔιαγραφή