Η
άνοιξη στο χωριό ερχόταν πάντα με μυρωδιά ασβέστη και πασχαλιάς. Πριν ακόμη
φανεί στο ημερολόγιο η Μεγάλη Εβδομάδα, οι αυλές είχαν κιόλας αλλάξει φορεσιά.
Οι νοικοκυρές, με μαντίλια δεμένα σφιχτά στα μαλλιά, άσπριζαν με τον ασβέστη
τους κορμούς των δέντρων, τις μάντρες, τα πεζούλια. Τα σπίτια έλαμπαν κάτω από
τον ήλιο του Απρίλη, σαν να ήθελαν κι αυτά να γιορτάσουν.
Η
μάνα μου έλεγε πως «το Πάσχα θέλει καθαριότητα, μέσα κι έξω». Κι έτσι τίποτα
δεν έμενε ακούνητο. Έβγαζε τα στρωσίδια στις αυλές, τα τίναζε με δύναμη, τα
άπλωνε να τα δει ο ήλιος. Τα σκεπάσματα μοσχοβολούσαν σαπούνι και καθαρό αέρα.
Στον κήπο σκάλιζε το χώμα και φύτευε καινούργια λουλούδια, κι ως το τέλος της
εβδομάδας η αυλή μας γέμιζε κόκκινες παπαρούνες και μωβ μαργαρίτες. Ανάμεσά
τους φύτρωνε το φρέσκο, καταπράσινο χορταράκι, απαλό σαν βελούδο. Το πατούσαμε
ξυπόλυτες καμιά φορά και γελούσαμε, γιατί μας γαργαλούσε τις πατούσες.
Μα
πιο πολύ απ’ όλα περίμενα το Σάββατο του Λαζάρου. Από την Παρασκευή το απόγευμα
άρχιζε η ιεροτελεστία του καλαθιού. Η μάνα μου είχε τον δικό της τρόπο, δεν της
άρεσαν τα πρόχειρα στολίδια. Έκοβε μπουκετάκια από κυδωνιές, μηλιές και
κερασιές, τα έδενε με σπάγκο και τα στερέωνε γύρω από το καλάθι μου. Έβαζε
ανάμεσά τους μωβ παπαρούνες και στο τέλος κάρφωνε την πασχαλιά κυκλικά, να
αγκαλιάζει το ψάθινο πλέγμα και να σκαρφαλώνει ως το χερούλι.
Όταν
τελείωνε, το κρεμούσε στην τριανταφυλλιά της αυλής.
«Να μείνει έξω όλο το βράδυ», έλεγε, «να πιει δροσιά και να μη μαραθούν τα
λουλούδια».
Ξυπνούσα
πριν καλά-καλά λαλήσει ο πετεινός. Η μάνα άνοιγε τα παραθυρόφυλλα και το φως
πλημμύριζε το δωμάτιο.
«Σήκω, Λαζαρίνα μου», μου ψιθύριζε.
Με
έντυνε σαν γιορτή. Τα μαύρα λουστρίνια με τα «φλιογκάκια» -έτσι τα έλεγε τα
φιογκάκια- γυάλιζαν σαν καθρέφτες. Οι άσπρες κάλτσες μου είχαν κεντημένες
πασχαλίτσες, που μου φαίνονταν έτοιμες να πετάξουν. Φορούσα τη ροζ ζακέτα μου
και ένιωθα σπουδαία, σαν να κρατούσα κάποιο μεγάλο μυστικό.
Πριν
φύγω, έβαζε μέσα στο καλάθι ένα κόκκινο αυγό.
«Για το καλό», έλεγε και μου χάιδευε τα μαλλιά.
Συναντιόμασταν
όλες οι φίλες στη γωνία του δρόμου. Τα καλαθάκια μας πολύχρωμα, στολισμένα με
λουλούδια που μοσχοβολούσαν. Κοιταζόμασταν και γελούσαμε χωρίς λόγο, μόνο και
μόνο από τη χαρά μας. Κι ύστερα ξεκινούσαμε, από πόρτα σε πόρτα.
Χτυπούσαμε
και στεκόμασταν στη σειρά. Μόλις άνοιγε η πόρτα, αρχίζαμε το τραγούδι. Εκεί
όπου υπήρχε μωρό παιδί, λέγαμε το «μικρό μικρούτσικο» και οι μανάδες δάκρυζαν
από συγκίνηση. Σε σπίτια με κορίτσια ή αγόρια της παντρειάς τραγουδούσαμε το
«εδώ μαντίλια κρέμονται» και πειράζαμε τους μεγάλους, που κοκκίνιζαν και
γελούσαν αμήχανα.
Ακόμη
απορώ πώς θυμόμασταν τόσους στίχους. Κανείς δεν μας τους έγραψε ποτέ. Ήταν σαν
να τους κουβαλούσε η άνοιξη μαζί με τη γύρη των λουλουδιών και να τους άφηνε
απαλά στα χείλη μας.
Οι
νοικοκυρές μάς φίλευαν ό,τι είχαν. Νομίσματα που κουδούνιζαν στο καλάθι, αυγά
άβαφα ακόμη, σύκα ξερά, καραμέλες τυλιγμένες σε χρωματιστά χαρτάκια, καμιά φορά
κι ένα κομμάτι χαλβά. Όταν πεινούσαμε, καθόμασταν στη σκιά μιας μουριάς και
τρώγαμε τα μισά απ’ όσα είχαμε μαζέψει. Μοιραζόμασταν τα πάντα, χωρίς να
μετράμε ποια πήρε περισσότερα.
Ο
ήλιος ανέβαινε ψηλά κι εμείς κουραζόμασταν. Τα πόδια μας πονούσαν μέσα στα καλά
παπούτσια, τα λουλούδια στα καλαθάκια άρχιζαν να γέρνουν, μα η καρδιά μας
χτυπούσε γεμάτη περηφάνια. Νιώθαμε πως κάναμε κάτι σπουδαίο, πως κρατούσαμε
ζωντανό ένα κομμάτι του χωριού μας.
Το
μεσημέρι γυρίζαμε κατάκοπες. Η μάνα με περίμενε στην αυλόπορτα. Έπαιρνε το
καλάθι, το κοίταζε γεμάτο και χαμογελούσε.
«Μπράβο, κορίτσι μου», έλεγε.
Καθόμουν
στο πεζούλι και έβγαζα τα λουστρίνια. Στα μαλλιά μου είχαν μπλεχτεί πέταλα
πασχαλιάς. Η αυλή μοσχοβολούσε και πάλι ασβέστη και λουλούδια. Από κάπου μακριά
ακούγονταν άλλες φωνές παιδιών που ακόμη τραγουδούσαν.
Τώρα
που τα χρόνια πέρασαν, καμιά φορά κλείνω τα μάτια και βρίσκομαι πάλι εκεί: στην
αυλή με τις παπαρούνες, στο καλάθι που κρέμεται στην τριανταφυλλιά, στη φωνή
της μάνας που με ξυπνά γλυκά. Κι αναρωτιέμαι αν η άνοιξη μυρίζει παντού έτσι ή
αν εκείνη η μυρωδιά -ασβέστης, πασχαλιά και παιδικό γέλιο- ήταν μοναδική,
φτιαγμένη μόνο για τα δικά μας Σάββατα του Λαζάρου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου