Ο Σάκης στάθηκε μπροστά
στον ανδριάντα του Ασκληπιού, στο κέντρο των Τρικάλων, και πάτησε το κουμπί της
κάμερας για να αποτυπώσει τον εαυτό του. Μια απλή πράξη αυτοφωτογράφισης,
σχεδόν καθημερινή, σχεδόν ασήμαντη. Κι όμως, μέσα στο κάδρο συνέβη κάτι που δεν
υπάκουσε στην πρόθεση αλλά σε μια πιο υπόγεια λογική της εικόνας.
Η στάση του σώματός του,
η ελαφρά κλίση του κεφαλιού, η ηρεμία που κάθισε στα χαρακτηριστικά του
προσώπου του, μοιάζουν να μην είναι μόνο δικά του. Σαν να τα δανείστηκε για μια
στιγμή από το μάρμαρο απέναντί του. Σαν να μην φωτογράφιζε απλώς τον εαυτό του
μπροστά σε ένα άγαλμα, αλλά να συνομιλούσε σιωπηλά με μια μορφή που τον είχε
ήδη προλάβει.
Ο Ασκληπιός, θεός της
ίασης και της μέριμνας για το σώμα και την ψυχή, δεν στέκει εκεί μόνο ως
μνημείο μνήμης. Στέκει ως ιδέα. Και οι ιδέες, όταν βρίσκονται αρκετό καιρό στο
ίδιο σημείο, αρχίζουν να επηρεάζουν τον αέρα γύρω τους, τις κινήσεις των
ανθρώπων, ακόμη και τις εκφράσεις τους.
Ίσως γι’ αυτό η
φωτογραφία του Σάκη δεν είναι απλώς ένα self portrait. Είναι ένα στιγμιαίο
ρήγμα ανάμεσα σε δύο όμοιες σιωπές: τη σιωπή του αγάλματος και τη σιωπή του
προσώπου. Σαν να συναντήθηκαν δύο εκδοχές του ίδιου αρχέτυπου - η μία σμιλεμένη
στο μάρμαρο, η άλλη προσωρινή, ευάλωτη, ανθρώπινη.
Και τότε γεννιέται η
υποψία ότι ο Σάκης δεν στάθηκε ποτέ πραγματικά «μπροστά» στον Ασκληπιό. Στάθηκε
δίπλα του, έστω και για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, σε μια κοινή γλώσσα
στάσης και βλέμματος. Σαν να ενεργοποιήθηκε μέσα του μια ενδιάθετη ιδιότητα που
δεν ανήκει αποκλειστικά στο πρόσωπο, αλλά στην ίδια την πράξη της θέασης.
Ίσως τελικά κάθε
φωτογραφία να είναι λιγότερο καταγραφή και περισσότερο αποκάλυψη: όχι αυτού που
βλέπουμε, αλλά αυτού που ήδη μας διαπερνά χωρίς να το γνωρίζουμε. Και ο Σάκης,
χωρίς πρόθεση, χωρίς επίγνωση, κατέγραψε κάτι τέτοιο. Όχι μόνο τον εαυτό του
απέναντι σε ένα άγαλμα, αλλά το λεπτό σημείο όπου ο άνθρωπος αρχίζει να μοιάζει
με αυτό που κοιτάζει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου