Γυναίκα
του χωριού,
αθόρυβη δύναμη της ζωής,
ευλογημένη μορφή της καθημερινότητας,
εσύ που δεν ζήτησες ποτέ δόξα ούτε τιμές,
μα κράτησες τον κόσμο όρθιο με τα χέρια σου.
Εσύ
άναψες τη φωτιά στο τζάκι τα κρύα πρωινά,
ζύμωσες το ψωμί με ιδρώτα και προσευχή,
πότισες τη γη και μεγάλωσες παιδιά,
και μέσα από τη φτώχεια έμαθες να γεννάς αγάπη.
Στα
ροζιασμένα σου χέρια κρύβεται η ιστορία του τόπου.
Στα μάτια σου καθρεφτίζονται χρόνια δύσκολα,
μα και η δύναμη που δεν λύγισε ποτέ.
Εσύ
περίμενες στο κατώφλι.
Για τον άντρα που γύριζε κουρασμένος,
για το παιδί που ξενιτεύτηκε,
για τον στρατιώτη που άργησε να φανεί στον δρόμο.
Κι
όταν η λύπη ερχόταν βαριά,
την έκρυβες βαθιά στην καρδιά
και στεκόσουν πάλι όρθια,
γιατί κάποιος έπρεπε να κρατήσει το σπίτι.
Εσύ
κράτησες τις παραδόσεις,
τα τραγούδια και τα έθιμα,
τις γιορτές και τα μνημόσυνα,
το καντήλι αναμμένο μπροστά στις εικόνες.
Εσύ
έμαθες στα παιδιά το «ευχαριστώ» και το «να ’σαι καλά»,
τον σεβασμό στους μεγάλους
και την καλοσύνη στους μικρούς.
Δεν
έγραψες το όνομά σου σε βιβλία,
μα το έγραψες στις καρδιές των ανθρώπων.
Δεν
φόρεσες στέμματα,
μα ήσουν βασίλισσα μέσα στο σπίτι σου.
Και
αν ο τόπος στάθηκε όρθιος μέσα στους καιρούς,
στάθηκε γιατί υπήρξες εσύ -
η μάνα που άντεξε,
η σύζυγος που στάθηκε,
η γιαγιά που ευλόγησε.
Ευλογημένη
να ’σαι, γυναίκα του τόπου μας,
που κράτησες τη ζωή σαν αναμμένο κερί μέσα στον άνεμο.
Ευλογημένα
να ’ναι τα βήματά σου στα σοκάκια,
η φωνή σου μέσα στο σπίτι,
το χάδι σου πάνω στο παιδικό κεφάλι.
Και
όσο θα υπάρχουν γυναίκες σαν κι εσένα,
ο τόπος δεν θα χαθεί,
η μνήμη δεν θα σβήσει,
και η ελπίδα θα ανθίζει ξανά κάθε άνοιξη.
Να
’σαι πάντα γερή και φωτεινή,
γυναίκα του χωριού -
ρίζα βαθιά της ζωής μας
και σιωπηλή ευλογία του κόσμου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου