Κάποιο
πρωινό του καλοκαιριού, τότε που ο κάμπος μοσχοβολούσε στάρι και ζέστη, φάνηκε
στη δημοσιά, κοντά στο αρτεσιανό, ένα κίτρινο τρακτέρ να σέρνει πίσω του μια
αλωνιστική μηχανή. Ήταν τεράστια, πιο μακρόστενη κι από φαγάνα, βαμμένη
βαθυκόκκινη, με χαμηλές ρόδες που έμοιαζαν να χαράζουν αυλάκια στον
χωματόδρομο. Μέχρι να φτάσει στο Ζευγαρολίβαδο, κοντά στις θημωνιές, το νέο
είχε προλάβει να διαδοθεί σε όλες τις γειτονιές, κι έτσι τα παιδιά κατέφθαναν
κατά ομάδες, λαχανιασμένα, για να δουν από κοντά αυτό το «θηρίο» που, σύμφωνα
με τον Σιούλα, θα έτρωγε στάχυα, θα ξερνούσε άχυρο από μπροστά και στο πίσω
μέρος θα έβγαζε πεντακάθαρους τους κόκκους του σταριού.
Ο
Πίπης και ο Χάρης, που δεν έχαναν ευκαιρία για περιπέτεια, περίμεναν να δουν αν
όσα έλεγε ο φίλος τους ήταν αλήθεια ή μονάχα παιδικές υπερβολές.
Η
μηχανή στάθηκε παράλληλα στις θημωνιές. Το τρακτέρ πήρε θέση πίσω της, πενήντα
αντρικά βήματα μακριά. Οι εργάτες ξεφόρτωσαν έναν παχύ, πλατύ λουρί, έναν
μεγάλο ιμάντα, όπως τον έλεγε ο μηχανικός, που θα μετέδιδε την κίνηση από το
τρακτέρ στη μηχανή. Έστησαν το αυτόματο ανεβατόρι ανάμεσα στις θημωνιές και στο
πλευρό της αλωνιστικής, έβαλαν ξύλινους τάκους στις ρόδες, για να μείνει
ακίνητη, και τράβηξαν το μακρουλό λουλά με μια αμαξοτριχιά, ώστε τα άχυρα να
πέφτουν μακριά, εκεί που δεν θα ενοχλούσαν κανέναν.
—Δοκιμή!
φώναξε ο μηχανικός.
Οι
εργάτες πέρασαν τον ιμάντα χιαστί στα σημεία που έπρεπε. Το τρακτέρ έκανε λίγα
βήματα πίσω, ο ιμάντας τεντώθηκε και, μέσα σε δευτερόλεπτα, άρχισε να γυρίζει.
—Να
ανέβουν οι στροφές! ξανακούστηκε η φωνή του υπεύθυνου.
Κι
αμέσως ο τόπος σηκώθηκε. Το τρακτέρ άρχισε να ουρλιάζει, η μηχανή πνίγηκε στον
κουρνιαχτό, και για να ακουστείς, έπρεπε να φωνάζεις κατευθείαν στ’ αυτί του
άλλου. Σκόνη, άχυρο, θόρυβος, κι ένας παλμός που έμοιαζε να κρατά τον κάμπο
ξύπνιο.
Οι
εργάτες πήραν τις θέσεις τους. Ένας έπιανε τα δεμάτια και τα έστελνε στο
ανεβατόρι, που τα ανέβαζε ένα-ένα πάνω στο μεγάλο σώμα της μηχανής. Εκεί ο
κόφτης τα ’κοβε και ο ταΐστης, με γρήγορες κινήσεις, τα άνοιγε για να πέσουν
στα δόντια της. Από πίσω, ένας άλλος κρατούσε ανοιχτά τα σακιά στις κρεμάστρες,
έτοιμα να δεχτούν το καθαρό σιτάρι που έρρεε σαν χρυσή βροχή.
Μόλις
ένα σακί γέμιζε, το τοποθετούσαν στην πλάστιγγα. Έξι σακιά έκαναν ένα ζύγι. Ο
διαχειριστής σημείωνε τα κιλά και ξεχώριζε το δικαίωμα της μηχανής, όλα τα
υπόλοιπα φορτώνονταν στο κάρο του νοικοκύρη για να πάνε στο αμπάρι.
Ο
Σιούλας, ο Πίπης κι ο Χάρης δεν έχαναν λεπτό. Παρατηρούσαν τα πάντα, σχολίαζαν
και κουνούσαν το κεφάλι με θαυμασμό. Κι όταν είδαν τον ταΐστη να σκύβει
επικίνδυνα κοντά στην τρύπα όπου χόρευαν τα στάχυα πριν χαθούν μέσα στα
σιδερένια δόντια, συμφώνησαν όλοι πως αυτή ήταν η πιο ριψοκίνδυνη θέση. «Αν
γλιστρήσει, πάει…» σχολίασε ο Σιούλας με σοβαρότητα. «Θα τον βγάλει ο λουλάς
ανθρωπένιο άχυρο…»
Ο
αλωνισμός συνεχιζόταν ως αργά τη νύχτα. Τα φώτα της μηχανής έμεναν αναμμένα
μέχρι το πρώτο χάραμα. Οι θημωνιές λιγόστευαν, και στη θέση τους υψώνονταν πια
οι κουκουρέντζοι, λόφοι ολόχρυσο άχυρο, ψιλοκομμένο και μυρωδάτο, που έμοιαζε
με μικρά βουνά φωτισμένα από το φως του φεγγαριού.
Κι
εκεί, ανάμεσα στη βοή και στη σκόνη, τα τρία παιδιά ένιωθαν πως γίνονται
μάρτυρες σε ένα θαύμα, στην παράξενη στιγμή που η γη παρέδιδε τους καρπούς της,
κι η μηχανή, μισό τέρας, μισό θαύμα, τους μεταμόρφωνε σε ψωμί για τον χειμώνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου