Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

«Η Άσφαλτος και το Ρεύμα» (της Ρούλας Σταυρέκα)

 

Ήταν αρχές καλοκαιριού του 1968 όταν ακούσαμε τον θόρυβο από μακριά, να ανεβαίνει τον δρόμο με βουή που δεν είχαμε ξανακούσει στο Βαλτινό. Ήρθαν μεγάλα φορτηγά γεμάτα άμμο και την άδειαζαν σε μικρούς σωρούς, κατά μήκος του κεντρικού δρόμου. Σηκωνόταν σκόνη, άσπρη, λεπτή σαν αλεύρι, και τα παιδιά τρέχαμε να χωθούμε μέσα, να πατάμε με τα γυμνά μας πόδια την άμμο που καιγόταν από τον ήλιο.

— Θα φτιάξουν τον δρόμο, είπε ο πατέρας με τα μάτια του να γελούν.

Ήταν να γίνει δρόμος σύγχρονος, μεγάλος, με άσφαλτο, όπως λέγανε. Ήρθαν τα γκρέιτερ με τις μεγάλες σιδερένιες λεπίδες που έσπρωχναν χώματα, οι πατόζες, τα φορτηγά. Μέρα με τη μέρα, η δημοσιά άλλαζε μορφή μπροστά μας, φάρδυνε, ίσιωνε, καθάριζε.

Κι όταν έστρωσαν καλά την άμμο, ήρθε εκείνο το άλλο φορτηγό, που έριχνε ένα καυτό, μαύρο υγρό που έβραζε κάτω από τον ήλιο. Μύριζε πίσσα, πικρή, αλλά εμάς μας φαινόταν ωραία μυρωδιά γιατί ήταν μυρωδιά καινούργιου. Κανείς δεν περπατούσε πάνω στην πίσσα, μα στεκόμασταν στην άκρη και κοιτούσαμε το μαύρο ποτάμι να απλώνεται.

Όταν τελείωσε, ο δρόμος έμοιαζε καθρέφτης. Φαρδύς, λείος, χωρίς κουρνιαχτό το καλοκαίρι και χωρίς λάσπη τον χειμώνα. Πόσο όμορφο έδειχνε το χωριό μας τώρα! Τα σπίτια έμοιαζαν πιο περιποιημένα, κι οι αυλές καθάριζαν πιο εύκολα, δίχως τις λάσπες που έφερναν τα πόδια μας.

Δεν πέρασε καιρός και ήρθε το αστικό λεωφορείο στο χωριό. Επεκτάθηκε η γραμμή, είπε ο πρόεδρος με περηφάνια, και τώρα δεν θα κατεβαίναμε με τα κάρα και τα ποδήλατα στα Τρίκαλα. Θα πηγαίναμε με το αστικό, κάθε πρωί στις οκτώ και το μεσημέρι στις τρεις.

Κάθε Δευτέρα, το λεωφορείο γέμιζε ασφυκτικά. Μανάδες με παιδιά, άντρες με σακιά στα χέρια, γέροι με μπαστούνια, όλοι με τη λαχτάρα να πάνε στην πόλη για το παζάρι. Η μάνα μου έπαιρνε μαζί τις κότες της μέσα σε ένα μεγάλο καλάθι που κουνιόντουσαν, κακαρίζοντας όλη την ώρα. Πλάι τους, ένα σακί με δύο γουρουνάκια που έσκουζαν σαν να τα έσφαζαν. Οι γυναίκες γελούσαν και κουνούσαν τα κεφάλια τους, μα ήταν όλα τόσο φυσικά τότε.

Η μάνα πουλούσε αυγά και τις δύο κότες στο παζάρι και γύριζε με ψώνια: σαπούνια, μακαρόνια, λίγο καφέ, μερικές φορές και μορταδέλα. Τι νόστιμη που μας φαινόταν εκείνη η μορταδέλα! Την τρώγαμε με τον αδερφό μου καθισμένοι στο πεζούλι, μοιράζοντας το κομμάτι με προσοχή για να μην τελειώσει γρήγορα.

Ήταν η εποχή που όλα άλλαζαν γρήγορα. Την βλέπαμε την αλλαγή, την ζούσαμε, και ας μη το καταλαβαίναμε τότε πως ήταν ιστορία.

Μια μέρα, ήρθε ο παππούς Χρήστος φουριόζος.

— Τα μάθατε τα νέα; φώναξε.

— Τι έγινε; ρώτησε ο πατέρας.

— Έρχεται η ΔΕΗ, μας φέρνουν το ρεύμα!

Χαρήκαμε όλοι, γιατί το ρεύμα είχε σταματήσει το προηγούμενο καλοκαίρι στο διπλανό χωριό και μετά ήρθε ο χειμώνας και έμεινε εκεί. Τώρα ήρθε και η σειρά μας.

Ήρθαν φορτηγά με κολώνες και σύρματα. Οι εργάτες έσκαβαν αυλάκια, έστηναν στύλους, περνούσαν καλώδια. Στα σπίτια, οι ηλεκτρολόγοι τοποθετούσαν διακόπτες, λάμπες και πρίζες. Μια μέρα, άναψε το φως και φώτισε κάθε δωμάτιο. Το χωριό έλαμπε τα βράδια, εκεί που πριν δεν έβλεπες τίποτα, μόνο τα αστέρια.

Ύστερα ήρθαν τα ψυγεία, τα πλυντήρια, οι τηλεοράσεις. Κι η ζωή, που έμοιαζε ίδια κάθε μέρα, τώρα γινόταν πιο εύκολη, πιο φωτεινή, πιο όμορφη. Και κάθε βράδυ, όταν έβλεπα το φως να βγαίνει απ’ τα παράθυρα των σπιτιών, καταλάβαινα πως το Βαλτινό είχε πια αλλάξει για πάντα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας