Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

Τα χρώματα τα αρώματα και τα καμώματα της Τσικνοπέμπτης. Μια ματιά στην ιστορία.



Η Τσικνοπέμπτη δεν είναι άλλη από την Πέμπτη των Απόκρεω. Πώς, όμως, κατέληξε σε ... Τσικνοπέμπτη; Απλούστατα στην παλιά Αθήνα οι νοικοκυρές άφηναν το κρέας στην κατσαρόλα να κολλήσει την ώρα που το έψηναν για να μυρίσει τσίκνα. Από εκείνη τη συνήθεια πήρε το όνομά της σε Τσικνοπέμπτη.


Το κέντρο του Αθηναϊκού γλεντιού τη συγκεκριμένη ημέρα δεν ήταν άλλο από την Πλάκα. Τόσο στις ταβέρνες της Πλάκας όσο και του Ψυρρή διοργανώνονταν Αποκριάτικες συνεστιάσεις με εύθυμες παρέες όπου πρωτοστατούσε η ρετσίνα και το κοκκινέλι.
«Η ολόξανθη ρετσίνα και το άκρατο κοκκινέλι άρχισαν από το μεσημέρι να ρέουν εν αφθονία και συνοδεία γαρδούμπας, σπληνάντερου, κοκορετσίου, διαφόρων τερψιλαρυγγίων μεζέδων, ετριπλασίασαν το κέφι των εορταστών!», έγραφε η εφημερίδα Ακρόπολη. 


 Το γλέντι συμπεριλάμβανε αποκριάτικα πειράγματα με κορδέλες, με κομφετί....με τραγούδι.... Και στο τέλος, μετά τα κρεατικά από το κυρίως πιάτο, ο χαλβάς του μπακάλη με το λεμόνι και την κανέλα αλλά και το καθαρισμένο μηλαράκι μέσα στο ποτήρι με το κρασί.....


Στην εφημερίδα «Βραδυνή», του 1929 διαβάζουμε:
«Κρασί, σε νοιώθω μέσα μου
Και η δύναμί μου ανάφτει

Μεσ' στις χρυσές τις σπίθες σου
Βλέπω το Νου που αστράφτει.

Η σκέψι εγεννήθηκε
σε ουράνια μεθύσια

Μόνο όποιος τρικλίζει
περπατάει ίσια...

«Χαρά Θεού το ταβερνάκι αυτή την εποχή. Προ πάντων το ταβερνάκι της Πλάκας … Τραπεζάκια απ’ έξω από το μαγαζί, ρωμαντζίτσα, δροσούλα Παρθενωνική, φεγγαράκι, παρεΐτσα, ασπασμοί των αγγέλων προς τα αστέργια… Το καλλίτερο ρωμαίικο γλέντι… 


Η αγγουροντοματοσαλάτα στο φόρτε της, με την αντράκλα και το γλυκαδάκι της, αναλαμβάνει ν’ ανοίξη την όρεξιν, έρχεται το γιουβετσάκι ή τα μεζεδάκια λαδορίγανι και κατόπι η μισές που πάνε κι’ έρχονται σαν υπουργικά αυτοκίνητα…
Κι αρχίζει μετά το φαγοπότι, όταν ο στόμαχος γίνη τέζα και ταρατσοποιηθή, η κανταδίτσα… Όλα τα μεράκια, οι πόνοι, οι καϋμοί, ο «χωρισμός της», η «απονιά της», «μακράν κι’ αν είσαι», «ψεύτη κόσμε ντουνιά», «φτώχεια».
Ε ρε! Μετά την αναστάτωση, δεν είν’ αυτή κατάσταση, κι’ όλες η πληγές κείνη την ώρα με την κανταδίτσα ανοίγουνε, για να πλυθούνε με τη ρετσίνα, βάλσαμο να γιάνουνε:
                      Εσύ ρε, είσαι μια θεία συνταγή.
                      για τις αρρώστειες όλες πούχουμε στη γη

                      πνίγεις μεράκια, διώχνεις φαρμάκια
                      και θεραπεύεις κάθε ερωτοπληγή…
Κατόπιν αρχίζει η συζήτηση, η πολιτική και η ερωτική με ζηλοτυπίες, προσβέλνεται ένας από την παρέα… ακολουθάει τσούγκρισμα, καναδυό καρεκλιές, αναποδογύρισμα του τραπεζιού… και κατόπι… συμφιλίωση. Σε λιγάκι… 



-Γκαρσόν! Φέρε ρε, τέσσερα γυαλιά καθαρά και μισή οκά.
Έρχονται τα γυαλιά, έρχεται η μισή, γεμίζουν τα γυαλιά και τσουγκρίζουνε τα ποτήρια να ξεχαστή το προηγούμενο τσούγκρισμα. Άλλη μια μισή κατόπι και η παρέα είνε εν τάξει.
-Κύριοι, έντεκα η ώρα… Σφαλάμε… Δεν έχει άλλο κρασί!… (ακούεται η φωνή του κάπελα). Αν μας πάρη μυρωδιά κάνας πολιτζμάνος θα μας κόψη πρόστιμο!...
Και η παρέα πούχει γίνει όλη Νοέμβριος στο μεθύσι βλαστημάει την ώρα και τη στιγμή…».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας