Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου 2010

Αφηγήσεις για το Καλαμπόκι


Παλιότερα τα καλαμπόκια οι αγρότες τα μαζεύανε με τα χέρια. Ήταν μια επίπονη και κουραστική εργασία μα είχε όμως και τα θετικά της κοινωνικής επαφής.
Στο βιβλίο «Το Βαλτινό» του Ευάγγελου Στάθη διαβάζουμε μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα από την χειρονακτική εργασία της καλλιέργειας του καλαμποκιού κατά την περίοδο της συγκομιδής.




Το μάζωμα: Το προϊόν της συγκομιδής διασφάλιζε την χρονιάτικη επάρκεια, για την επιβίωση όλων των ζωντανών του νοικοκυριού (ανθρώπων και ζώων).




«Κι ύστερα αρχίζει το σπάσιμο του καλαμποκιού, το μάζωμα, μια δουλειά δε θα λέγαμε ιδιαίτερα δύσκολη και κουραστική. Αν τύχαινε να έχεις μεγάλη παρέα, να φυσάει και λίγο κάνα αεράκι, να παίρνεις και κάνα τραγούδι, έ, τότε γινόταν μάλλον παιχνίδι και διασκέδαση η δουλειά.




Έπαιρνε μπροστά η παρέα μια εξάρα ή μια σποριά, ανάλογα τα άτομα που είχε, και κατακράπ! κατακράπ! έσπαζαν ασταμάτητα τις ρόκες. Τις έσπαζαν και τις έκαναν σωρούδα για να περάσει το κάρο να τις φορτώσουν. Από μπροστά από το κάρο, από πίσω και από τις παραπέτες έπεφταν βροχή οι ρόκες. Και προχωρούσε το κάρο και προσπαθούσαν οι γελάδες ν΄ αρπάξουν καμιά ρόκα και φώναζε ο γεωργός: Ώου! Ώου! ψοφίμι!»




Το ξεφλούδισμα: (η γνωστή αλληλοβοηθητική και ψυχαγωγική εργασία).




«Σωστό πανηγύρι και σεργιάνι αποτελεί το ξεφλούδισμα. Φρου κρακ! φρου κρακ! Ασταμάτητα. Με τα τρία δάχτυλα κι από τα δύο χέρια σου αρχίζεις από τα τσαμπάδια της ρόκας (τα μουστάκια) και σχίζεις σαν χαρτί τα φύλλα της μέχρι το κοτσιάνι που το σπάζεις μαζί με τα φύλλα, πετάς τα φύλλα πίσω από τη πλάτη σου και κείνα κάνουν ένα μικρό σωρό πίσω σου. Την ξεφλουδισμένη ρόκα την πετάν όλοι σε έναν σωρό, ο οποίος συνεχώς μεγαλώνει. Οι ρόκες πέφτουν βροχή στο σωρό: στην αρχή κταπ! κτουπ! κι όσο μεγαλώνει ο σωρός, κατακτάπ! κατακτούπ! Αυτό βλέπεις και αυτό ακούς συνέχεια.




Και τι δεν ακούς εδώ από τους εργαζόμενους: ιστορίες, μαραπάδες, μασλάτια, γέλια, κουτσομπολιά και τραγούδια, ακόμα παραμύθια, μύθια, παροιμίες, αινίγματα, ανέκδοτα και τραγούδια πολλά τραγούδια. Αν τύχει μάλιστα στην παρέα κάνας καλός τραγουδιστής ή καμιά τραγουδιστού, ΄κόμα καλύτερα».




Τυχερά σόια ή οι γειτονιές όπου παραυρίσκονταν καλοί τραγουδιστές ή τραγουδιστούδες. Και υπήρχαν τέτοιοι. Ο παππούς Μπαρούτας, ο Μητράνας (Μήτσιο Πέτρος), η Μαργαρίτα (Παύλου Ριζαργιώτη), η Αγγελίνα (Γιώργου Γούσια), η Γιαννούλα (Βασίλη Στάθη), η Τζήμαινα (του Νικόλα Τζήμα) και άλλοι πολλοί παλιότεροι και νεότεροι».




Το στούμπισμα: για το ξεκάρπισμά στουμπούσαν τις ρόκες, αλλά για μικρές ποσότητες, το ξεσπύριζαν με το χέρι.

«Μετά το ξεφλούδισμα οι ρόκες απλώνονταν στη μεγάλη ρούγα, αφού πρώτα είχε σκουπιστεί πολύ καλά. Το στούμπισμα γίνεται με ένα εργαλείο που το λένε αδάρτι.




Πιάνεις αυτό το εργαλείο με τα δυό τα χέρια, το φέρνεις μισή γυροβολιά πίσω από τους ώμους, δεξιά ή αριστερά, όπου «το δίνει χέρι τον καθένα», το αφήνεις να πέσει με δύναμη στις ρόκες και γδουπ! Χτυπάει τις ρόκες και τις ξεσπυρίζει.




Γδουπ! γδουπ! γδουπ! Και τα σπυριά χοροπηδούν σαν χαλάζι απ΄ τα πολλά τα δάρτια που βαρούν γύρα γύρα. Γύρα γύρα στέκονται αυτοί που βαρούν για να μη χτυπηθούν μεταξύ τους.
Τώρα το καλαμπόκι είναι έτοιμο. Μαζεύεται με την παπαδίτσα, λιχνίζεται λίγο με το καρπολόι κι ύστερα συγκεντρώνεται σε μεγάλους σωρούς, σε λαμνιά.




Και τα κότσιαλα που απομένουν από το ξεσπύρισμα της ρόκας τα χρησιμοποιεί για προσάναμα στη φωτιά αλλά και για θράκα στη γάστρα».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας