Σάββατο 23 Δεκεμβρίου 2023

Ανθισμένα Χριστούγεννα Διήγημα του Ηλία Κεφάλα

 

Θυμᾶμαι ἐκεῖνα τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1958 γιὰ τρία πράγματα, ποὺ ἔμειναν ἀνεξίτηλα στὴ μνήμη μου. Τὸ ἕνα ἦταν ἡ μακρὰ ἀπουσία τοῦ πατέρα μου καὶ ἡ ἀγωνία μου γιὰ τὸ ἄν θὰ ἐπέστρεφε ἐγκαίρως, ὥστε νὰ γιορτάσουμε τὰ Χριστούγεννα μαζί. 
Τρεῖς μέρες πρὶν τὰ Χριστούγεννα καί, ἐνῶ ὁ καιρὸς ἦταν μέχρι τότε πολὺ καλός, χάλασε ξαφνικὰ καὶ ἄρχισε νὰ χιονίζει. Ἔπεφτε ἕνα χιόνι πυκνό, ποὺ μᾶς ἔκλεισε μέσα καὶ ἀνέβασε τὴν ἀγωνία μου στὰ ὕψη. 
Τὸ πολὺ χιόνι, ἦταν τὸ δεύτερο πράγμα, ποὺ ἔκανε ἀξέχαστα ἐκεῖνα τὰ Χριστούγεννα. Χιόνι καὶ ἀγωνία μαζί. Τὴν ἄλλη μέρα ἔβλεπα τοὺς γέρους νὰ βγαίνουν στοὺς δρόμους καὶ νὰ μετροῦν τὸ χιόνι. «Ἕνα καὶ δέκα», ἄκουσα μία φωνὴ μέσα στὴν ἄσπρη πάχνη καὶ δὲν μποροῦσα πιὰ νὰ κρατήσω τὰ κλάματα. 
Μία ἡμέρα πρὶν τὰ Χριστούγεννα τὸ χιόνι εἶχε σταματήσει νὰ πέφτει καὶ ἔλαμπε ἕνας ἥλιος ἐκτυφλωτικός. Μὲ τὸν ἥλιο ἦρθε καὶ ἡ χαρμόσυνη ἀγγελία τῆς ἄφιξης τοῦ πατέρα μου στὴν πόλη. Ἐνῶ οἱ ἄλλοι, ποὺ ἦταν μαζί του, εἶχαν ἔλθει στὸ χωριό, ἐκεῖνος εἶχε παραμείνει στὴν πόλη γιὰ διάφορα ψώνια.
Τί ἦταν νὰ τὸ ἀκούσω; Ἄρχισα νὰ χοροπηδάω σὰν τρελὸς καὶ βγῆκα ἔξω ἀπὸ τὸ χωριὸ νὰ τὸν περιμένω. 
Περίμενα, περίμενα μέχρι ποὺ ἦλθε τὸ μεσημεριανὸ λεωφορεῖο καὶ κατέβηκε ἕνας σωρὸς κόσμου. Ὁ πατέρας μου βγῆκε τελευταῖος, φορτωμένος πολλὰ πράγματα. Ἀπὸ τὴ συγκίνησή μου δὲν μποροῦσα νὰ τὸν πλησιάσω. Ἀπὸ τὴ σαστιμάρα μου μὲ ἔβγαλε ὁ πατέρας μου, φωνάζοντας, «ἔλα παιδί μου, βοήθησέ με.» 
«Εἶναι πολλά πράγματα, πῶς θὰ τὰ πάρουμε;» ρώτησα παγωμένος. 
«Βλέπεις;» μοῦ ἔνευσε, δείχνοντας τὴν μάνα μου, ποὺ ἐρχόταν κι ἐκείνη, σέρνοντας ἕνα χειράμαξο.
Τὸ ἀπόγευμα γεμάτος ἀπὸ αἰσθήματα ἱκανοποίησης ἔτρεχα σὰν τρελὸς πίσω ἀπὸ τὸν πατέρα μου, προσπαθώντας νὰ τὸν βοηθήσω νὰ τελειώσουμε τὶς δουλειές μας. Μέσα στὴ μεγάλη μου χαρά, ἄκουσα τοὺς μεγαλύτερους νὰ συζητοῦν γιὰ ἕνα σημαδιακὸ γεγονός, ποὺ ὑπογράμμιζε τὰ διαφορετικὰ αὐτὰ Χριστούγεννα. Ἠταν τὸ τρίτο πράγμα, ποὺ ἔκανε αὐτὰ τὰ Χριστούγεννα μοναδικὰ κι ἐγὼ μέσα στὶς σκασίλες μου δὲν τὸ εἶχα προσέξει. Εἶχαν ἀνθίσει τὰ δέντρα! 
Τὴν ἄλλη μέρα, ἀνήμερα Χριστούγεννα, ἀνακουφισμένος, δὲν χόρταινα νὰ βλέπω τὴν παράξενη ἀνθοφορία τῶν δέντρων. Τὰ καημένα εἶχαν ξεγελαστεῖ ἀπὸ τὸν καιρό, καὶ ἦταν ἕτοιμα νὰ καρπίσουν πάλι. Βρῆκα ἕνα μακρὺ καλάμι καὶ ἄρχισα νὰ ξεχιονίζω τὰ κλαδιὰ τῆς κορομηλιᾶς. Τὸ δέντρο ἔμεινε πάλι κάτασπρο, ἀλλὰ πλέον μόνο μὲ τὰ λουλούδια του. Ἔβγαζε ἕνα φῶς κατευναστικό, ποὺ μὲ φώτιζε καὶ μὲ φωτίζει ἀκόμα τόσα χρόνια, τώρα, μακριά.

Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2023

«Λευκό» Χριστουγεννιάτικο διήγημα της Γεωργίας Κολοβελώνη

 

Ήταν γύρω στα δώδεκα, όταν την είδα πρώτη φορά να το κάνει. Παραμονή Χριστουγέννων, είχαμε όλοι μαζευτεί στο σπίτι της γιαγιάς. Οι μεγάλοι απορροφημένοι στις συζητήσεις τους. Τα παιδιά εξουθενωμένα από το παιχνίδι στο χιόνι. Πρώτα άκουσα το τρίξιμο. Η σκάλα έτριζε στο έβδομο σκαλοπάτι καθώς κατέβαινες –πάντα στο έβδομο εκείνο σκαλοπάτι- κι ήταν αυτός ένας ωραίος λόγος να την ανεβοκατεβαίνω συχνά, εφευρίσκοντας πιθανές και απίθανες δικαιολογίες για να πηγαίνω στο πάνω πάτωμα. Μου άρεσε να ακούω αυτό το τρίξιμο. Φανταζόμουν ένα αλλόκοτο πλάσμα να κατοικεί μέσα στο παλιό φθαρμένο ξύλο και να διαμαρτύρεται, όταν τα ατίθασα πόδια μου πατούσαν το κεφάλι του.

Σήκωσα τα μάτια και την είδα. Ήταν ολόκληρη τυλιγμένη στο λευκό σεντόνι. Μονάχα το κεφάλι της ήταν ακάλυπτο. Το βλέμμα της στο κενό. Κοιτούσε πέρα από τον κόσμο τον δικό μας. Κατέβαινε αργά, λες και ήθελε να παρατείνει τον χρόνο της αιώρησής της –γιατί έτσι μου φαινόταν, πως αιωρείται, καθώς τα πόδια της έμοιαζαν να μην αγγίζουν το ξύλο, αλλά ένα φανταστικό σκοινί λίγο μόλις πάνω από κάθε σκαλοπάτι. Στράφηκαν οι μεγάλοι και την κοίταξαν. Σσσς, μην της μιλάτε, πρόλαβε και είπε η γιαγιά. Σώπασαν όλοι. Έξω σχεδόν άκουγες το χιόνι να πέφτει. Έφερε ένα γύρο το δωμάτιο, αποφεύγοντας με θαυμαστή επιδεξιότητα καναπέδες, καρέκλες, απλωμένα πόδια στο πάτωμα, ύστερα έστρεψε αργά το σώμα της, κατευθύνθηκε προς τη σκάλα και άρχισε να ανεβαίνει. Το βλέμμα μου την ακολούθησε, μαγνητισμένο από το λευκό που έσερνε πίσω της. Γύρισαν οι μεγάλοι στις κουβέντες τους. Κι εκείνη στο μέλλον της, απ’ όπου είχε για λίγο δραπετεύσει.

Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2023

«ΘΕΣΣΑΛΙΚΑ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ» Τόμος 13ος (2023), σελίδες 408

 

Από σήμερα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία και διατίθεται ο 13ος τόμος (2023) του ετησίου περιοδικού επιστημονικού συγγράμματος «Θεσσαλικά Μελετήματα», το οποίο εκδίδεται από τον Εκδοτικό Οίκο Κ. & Μ. Σταμούλη (Θεσσαλονίκη, τηλ. 2310-264748) και υπό την Διεύθυνση του φιλολόγου και δρος ιστορίας της Εκπαιδεύσεως Θεοδώρου Α. Νημά. Ο εν λόγω τόμος των 408 σελίδων περιέχει πλούσια φιλολογική, ιστορική και λαογραφική ύλη, καθώς και σπάνιες φωτογραφίες που τεκμηριώνουν τις δημοσιευόμενες μελέτες. Περιλαμβάνει ακόμα πολλά δημοσιεύματα εφημερίδων της εποχής για τις πλημμύρες του 1883 στη Λάρισα, του 1907 στα Τρίκαλα και του 1955 στον Βόλο, καθώς και  σπάνιες φωτογραφίες, από τις οποίες οι περισσότερες έγχρωμες, ιδίως  για την πρόσφατη του 2023 σε όλη τη Θεσσαλία, αλλά και για τις λίμνες της Θεσσαλίας. Όπως οι προηγούμενοι, έτσι και ο 13ος τόμος έχει καλαίσθητη βιβλιοδεσία και γενικά είναι μια σπουδαία και προσεγμένη έκδοση, η οποία έχει και συλλεκτική αξία. Ειδικότερα ο τόμος αυτός περιλαμβάνει:

­Α. ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ

ΘΕΟΔΩΡΟΥ Α. ΝΗΜΑ, φιλολόγου - δρος ιστορίας της εκπαιδεύσεως,

- Οι μετονομασίες των πόλεων, των χωριών και των άλλων οικισμών του Νομού Μαγνησίας και η ετυμολογία των ονομάτων τους (σελ. 7-38)

Β. ΙΣΤΟΡΙΑ

ΧΡΗΣΤΟΥ Γ. ΝΤΑΜΠΛΙΑ, φιλολόγου - δρος φιλολογίας,

- Οι Καταλανοί στη Θεσσαλία (1306-1393) (σελ. 41-47).

ΓΙΩΡΓΟΥ Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗ, θεολόγου - φιλολόγου,

- Η Δημοτική Ενότητα Αχελώου Νομού Καρδίτσης στα χρόνια της Τουρκοκρατίας μέσα από τις οθωμανικές απογραφές (1454/55, 1506, 1530 και 1571)  (σελ. 49-106).

ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ Δ. ΚΟΝΤΟΓΕΩΡΓΑΚΗ, καθηγήτριας αγγλικής φιλολογίας,

-    Ο επίσκοπος Ζητουνίου και Αλμυρού Ιερόθεος ο εκ Κλεινοβού Καλαμπάκας, μετέπειτα πατριάρχης Αλεξανδρείας (1825-1845) (σελ.107-132).

ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΧΡ. ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΥ, δρος γερμανικής φιλολογίας,

 -  Η επίθεση ανταρτών του ΕΛΑΣ σε  Ιταλική φάλαγγα στη Φαρκαδόνα (πρ. Τσιότι) Τρικάλων στις 11 Φεβρουαρίου 1943 και τα αντίποινα των Ιταλών (με βάση και τα ιταλικά αρχεία) (σελ. 133-172).

ΘΕΟΔΩΡΟΥ Α. ΝΗΜΑ, φιλολόγου - δρος ιστορίας της εκπαιδεύσεως,

-  Τα ποτάμια, οι λίμνες και οι πλημμύρες της Θεσσαλίας (173-278).

Γ. ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ  - ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

† ΑΡΓΥΡΗ Π.Π. ΠΕΤΡΟΝΩΤΗ (1924-2023), αρχιτέκτονος - καθηγητή Αρ. Παν/μίου Θ/νίκης,

ΑΓΓΕΛΟΥ ΣΙΝΑΝΗ, ερευνητή,

- «Τζουμερκιώτικα Κωδωνοστάσια». Ένα δυτικότροπο είδος καμπαναριών του 19ου - 20ού αιώνα στον Νομό Τρικάλων (σελ. 281-342).

Δ. ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΕΛ. ΡΑΠΤΗ, τ. λέκτορος λαογραφίας Παν/μίου Ιωαννίνων,

- Η συμβολική αναπαράσταση της κοινοτικής ζωής του Μυροφύλλου Τρικάλων στη λαϊκή στιχουργία κατά τον 20ό και 21ο αιώνα (σελ.  345-360).

- Νεκρολογίες: Χρίστος Καρράς (9.12.1930 - 17.4.2023), Αργύρης Π.Π. Πετρονώτης (19.4.1924 - 20.4.2023), Αχιλλεύς Γ. Λαζάρου (1930-13.6.2023), Γρηγόρης Μ. Σηφάκης (1935-2023)   (σελ. 361-377).

- Βιβλιοκρισίες (σελ. 378-390) - Θεσσαλική Βιβλιογραφία (σελ. 391-393) - Σχόλια (σελ. 394-406) - Οδηγίες προς τους Συνεργάτες των «Θεσσαλικών Μελετημάτων» (σελ. 407-408).


ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ – ΒΙΩΜΑΤΑ – ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ 4ον Ο,ΤΙ ΘΥΜΑΜΑΙ … Οι καιροί τα παλιά τα χρόνια Του Ευαγγέλου Σ. Στάθη

 Ο Χειμώνας         

Πολλά και τσουχτερά τα κρύα τα παλιά τα χρόνια. Κρύα με χιόνια, με παγωνιές, με πάχνες και βροχές. Ο βοριάς τότε μούγκριζε, μπατσίζοντας ακόμα και του γενάτου το πρόσωπο. Μούγκριζε και μετακινούσε τα κεραμίδια στη στέγη κι άφηνε τ’ αστέρια να φέγγουν από κάτω. Είναι αυτός ο αέρας που, όταν φυσάει, λυσσομανάει και φρενιάζει σαν θεριό. Τα αρνάκια τότε, τα καημένα, παγώνουν στο μαντρί και κουβαριάζονται δίπλα στη μάνα τους. Στο δρόμο δεν σταυρώνεις ψυχή.

Οι αέρηδες μπουρίνιαζαν μάνι - μάνι κι έρχονταν δεμάτια - δεμάτια κατά πάνω σου και βαρούσαν λοξά τους τοίχους των σπιτιών και χάνονταν πέρα χαμηλά στα χωράφια. Ο βοριάς χτυπιόταν με το νοτιά και σφύριζε παλαβά, σειώντας συθέμελα τα κτίρια. Κι οι άνθρωποι, οι περαστικοί, σφίγγανε πάνω τους τα ρούχα, πιάνοντάς τα σταυρωτά απ’ τις φτερούγες.

Αλίμονο σε κείνον που είναι έξω, κι ας είναι και βασιλιάς, και χαρά σε κείνον που είναι μέσα, κι ας είναι και γύφτος. Αυτός με δυο καρβουνάκια θαραπαύεται, ο άλλος  βαρεί δόντι. Τέτοιοι ήταν οι χειμώνες τότε ή έτσι τους έβλεπαν ο κόσμος, που ήταν αναγκασμένοι να μένουν όξω περισσότερο απ’ ό,τι σήμερα.

Με τις βαρυχειμωνιές το πρωί γίνονταν κόκκαλο όλα. Τα νερά παγώνανε. Στις στέγες σπαθιά τα κρούσταλλα, ενώ όξω στην ύπαιθρο κουδουνίζανε στους θάμνους, άμα τα ακουμπούσες λιγάκι, και στα δέντρα κρέμονταν σαν πολυέλεοι. Οι μπάρες γυαλί. Στις τουλούμπες ήθελες να ανάψεις μεγάλη, μπαρμπανούτα τη φωτιά για να ξεκινήσεις τα νερά τους. Έπαιρνες τόσο άχυρο -όσο χωράει στο στήθος σου, άμα σταυρώσεις τα χέρια σου- και τα άφηνες στη βάση της σωλήνας. Το άναβες και χόρευε η φλόγα, γλείφοντας τη σωλήνα, και τότε το νερό κινούσε. Θέαμα κι αυτό στις ρούγες σ’ όλες τις γειτονιές! Κι αν αυτό γινόταν και λίγο χαραούλα, ε, τότε κατέβηκαν τα αστέρια κι ακούμπησαν στη γη!

Πάμε πάλι μέσα. Έχεις δυο κούτσουρα στο μπουχαρή, ένα ξύλο κουντουράκι στη σόμπα, δυο κάρβουνα στο μαγκάλι, πάει καλά, αλλιώς η πλάτη σου χορεύει και το δόντι σου βαράει. Κι όμως κι έτσι το πολεμούσες εύκολα το αγριοκαίρι. Ρίξε ξύλα στη φωτιά, πιες λίγο κρασάκι, πάρε κι έναν υπνάκο, ζουριασμένος εκεί στην ακρούλα, δίπλα στο μπουχαρή, δίπλα στη γάτα που ξεροτανιέται, που ρουχνίζει ή λούζεται κι αυτή. Κυρίως το αγριοκαίρι το πολεμούσες με το κέφι. Είχαν κέφι τότε ο κόσμος. Τους  χειμώνες στις βεγγιέρες και στα ξενύχτια με τα παραμύθια, τους μαραπάδες και τα μασλάτια, το ξεχνάς το κρύο κι η φτώχεια παγαδιάζει την ψυχή σου και την παρηγορεί. 

Έτσι ήτανε τότε οι χειμώνες, βαρυχειμωνιές γερές. Το αγριοβόρι φυσούσε σαν μολύβι. Τα δέντρα και τα σπαρτά καίγονταν απ’ το φύσημα. Κι όμως δεν τα φοβότανε αυτά τα ζούδια ο κόσμος τότε, γιατί ήταν μαθημένοι από μικροί. Και τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά και τα Φώτα το ίδιο. Οι γιορτές αυτές ήταν δεμένες περισσότερο με τις συνηθισμένες χαρές του κόσμου, με τον χειμώνα και το χιόνι και με το ζεστό το τζάκι μέσα. Γιορτές Χριστουγέννων και χιόνι πάνε πάντα μαζί. Κι αν καμιά  φορά δεν έριχνε χιόνι ή η ατμόσφαιρα ήταν θυμωμένη, οι βοριάδες πάλι με χιονόνερο και με αστραπές αγρίευαν και λυσσομανούσαν. 

Μέρες πριν τα Χριστούγεννα ο καιρός ήταν, σχεδόν πάντοτε, ήσυχος. Δεν αγρίευε ακόμα, μα την παραμονή τα κατσούφιαζε. Τα σύννεφα μολυβιάζανε και το χιονόνερο έπεφτε βελονιαστό. Το κρύο τάντανο κι ο αέρας σαν νά ’τανε κρύα φωτιά έκαιγε τα πάντα.  Και τα παιδιά τη δουλειά τους. Σμάρια - σμάρια συνέχιζαν τα κάλαντά τους από γειτονιά σε γειτονιά κι από μαχαλά σε μαχαλά. «Άγιους Βασίλης έρχιτι, Γινάρης ξημιρώνει…». Οι μυτούλες τους κατακόκκινες, τα χεράκια τους κοκκαλιασμένα, ίσα-ίσα που μπορούσαν να κρατάν τα κουδούνια, τον τορβά στον ώμο για τα καλούδια, και ένα ξύλο στο χέρι για να κυνηγάνε τα σκυλιά που χύνονταν κατά πάνω τους, όταν άκουγαν τα κουδούνια να χτυπάν.                           

Απ’ το πρωί ο καιρός ήταν συλλογισμένος αλλά δεν φυσούσε καθόλου. Ο ουρανός ήταν χαλκωματένιος και σιγά - σιγά κατά το βοριά γινόταν πίσσα, έτοιμος για βροχή ή για χιονόνερο. Μέσα η φωτιά κουβέντιαζε στα τζάκια, ενώ στις σόμπες τριζοβολούσε. Ραχάτι γερό! Κι η γάτα στο δικό της το χαβά, ξαπλαριά, ρουθούνισμα και λούσιμο. Τα τζάμια θαμπά. Κι απ’ όξω έβλεπες σαν ήσκιους τους ανθρώπους να διαβαίνουν βιαστικοί - βιαστικοί. Αλλά κόσμος χαρούμενος, γεμάτος κέφι, όχι κατσούφηδες και σκυθρωποί, όπως σήμερα.

Τις νύχτες η λάμπα - μια λάμπα τσιμπλιασμένη - μια άναβε μια έσβηνε, έτσι όπως έμπαινε ο χιονιάς απ’ τα σπασμένα τζάμια. Το φιτίλι της ίσα - ίσα που ακουμπούσε στο πετρέλαιο. Το μαυρισμένο και σπασμένο απ’ το ένα μάγουλο λαμπόγυαλο το κολλούσαν οι νοικοκυρές με στρατσόχαρτο και προζύμι. Σκέψου το φως που έβγαζε αυτή η λάμπα! Κι ο βοριάς το βιολί του. Από τέτοια πόρτα και τέτοια παράθυρα έμπαινε σούδα και μια σιγοέσβηνε, μια σιγοάναβε τη λάμπα.

 Όξω ο μανιασμένος  βοριάς, κρύος μολύβι, ούρλιαζε, μπατσίζοντας τα πρόσωπα, και αναμάλλιαζε τα πάντα, τα χαμόκλαδα, τα σπαρτά, όλα. Τα κουβάριαζε, τα κομπόδενε, τα σήκωνε στον αέρα, τα στροβίλιζε. Κι ο ουρανός; κι ο ουρανός  μαύρος και μολυβένιος κι αυτός. Και σε λίγο έρχονταν και βούιζε ο χιονιάς παγωμένος. Στους δρόμους ψυχή! ερημιά παντού.

Ματσούκια γερά οι χειμώνες τότε. Και τώρα, δε λέω, αλλά τώρα δεν μένουμε εκτεθειμένοι στη φύση όσο τότε. Ύστερα, τώρα έχουμε όλα τα κομφόρ, καλοριφέρ, κλιματιστικά και άλλα θερμαντικά μέσα. Μήπως άλλαξαν κι οι άνθρωποι και δεν κρυώνουν τώρα τόσο ή δεν το νιώθουν το κρύο απ’ τα προβλήματα κι’ απ’ τα σεκλέτια τα πολλά; δεν ξέρω, λέω.


Τετάρτη 20 Δεκεμβρίου 2023

Διπλές εικόνες - Ανάγνωση των κρυμμένων χαρακτηριστικών τους!

 

Η φύση, αλλά και η συνθετική ανθρώπινη ικανότητα πολλές φορές δημιουργεί μοναδικές εικόνες, οι οποίες εμφανίζονται με μια άλλη διάσταση, που απαιτεί απλή παρατήρηση για να τις δει κανείς και να τις θαυμάσει!

Με μια πιο προσεκτική «ματιά» ανακαλύψτε την φαντασία και την ευρηματικότητα του καλλιτέχνη «Φύση – Άνθρωπος» και δείτε τις διπλές εικόνες με τα κρυμμένα χαρακτηριστικά τους, που εμφανίζονται παράλληλα με το εσωτερικό των ειδώλων!




Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2023

Μα παλιά και αληθινή ιστορία, όπως μου την διηγήθηκαν


Του Χρήστου Γκίμτσα 
(Από την συλλογή: Ιστορίες που πρέπει να λέγονται)

«Θα βγεις; Είναι νύχτα…»
«Θέλω να περπατήσω, να  πάρω και λίγο καθαρό αέρα».
«Ντύθηκες καλά; Κάνει κρύο, θέλεις να ρθω μαζί σου; Μπορεί να χιονίσει απόψε…»
«Όχι, ένας περίπατος θα είναι, μην ανησυχείς».
Η Μάγδα, η γυναίκα του ανησυχούσε και είχε γίνει υπερπροστατευτική τελευταία και με το δίκιο της, αλλά αυτό τον ενοχλούσε.  Τον έκανε να νοιώθει περισσότερο ανήμπορος.
Περπάτησε λίγο μέχρι που βγήκε στην «Καρδίτσης» και μπροστά του πρόβαλε ο σκοτεινός όγκος του τζαμιού με τον μιναρέ του να λογχίζει τον φορτωμένο από σύννεφα ουρανό.
Λίγο πιο κάτω ο Άγιος Κωνσταντίνος και δίπλα του οι παλιές φυλακές που λειτουργούσαν ακόμα. Στις γωνίες του περίβολου στις σκοπιές είδε τις σκιές των φρουρών που προσπαθούσαν να κρατήσουν μέσα στους τοίχους τις ψυχές αυτών που οι δικαστικές αποφάσεις έλεγαν πως αδίκησαν την κοινωνία, και τιμωρήθηκαν.
Έτσι, χωρίς να βιάζεται άρχισε να ανεβαίνει την «Καποδιστρίου» που τότε ήταν διπλής κυκλοφορίας, μέχρι που έφτασε στην  διασταύρωση της με την «Ασκληπιού». Γύρισε το κεφάλι του αριστερά και δεξιά κοιτώντας τον κεντρικό δρόμο της πόλης φωτισμένο, και του άρεσε η εικόνα που είδε.
Κάποιοι τολμηροί προσπαθούσαν να κάνουν μερικές βόλτες πάνω κάτω μέσα στο κρύο μέχρι να κρυφτούν στα γύρω καφενεία και ζαχαροπλαστεία. Στο  καφέ-ζαχαροπλαστείο «το Διεθνές» λίγα μέτρα πιο κάτω, κλειστό σήμερα,  μπαινόβγαινε συνέχεια κόσμος.
Ανασήκωσε τον γιακά του και συνέχισε τον δρόμο του πάνω στο πεζοδρόμιο της «Καποδιστρίου». Εκεί ακριβώς την συνάντησε. Είχε κοντοσταθεί ψάχνοντας την τσάντα της και παρόλο που ήταν τυλιγμένη με ένα σάλι, την αναγνώρισε αμέσως. Είχαν βρεθεί τόσο κοντά, που και να ήθελε να την αποφύγει, ήταν αδύνατον.
«Αλίκη, εσύ;»
Ήταν σίγουρος πως πριν γυρίσει να τον δει, τον αναγνώρισε από την φωνή του.
«Νίκο τι κάνεις, ήταν η απάντηση της καθώς γύρισε το κεφάλι της προς το μέρος του».
«Καλά… Ας τα λέμε καλά, εσύ πως είσαι;»
Σ΄ αυτή την ίδια πόλη ζούσαν, αλλά σπάνια συναντιόντουσαν και μάλιστα τυχαία μέσα στο πλήθος. Αντάλλασαν μια καλημέρα η καλησπέρα αναλόγως, και αυτό ήταν όλο.
Τώρα όμως βρέθηκαν  τόσο κοντά που σχεδόν άγγιζε ο ένας τον άλλο. Βάδισαν για λίγο έτσι αμήχανα πλησιάζοντας προς την πλατεία του «Δεσποτικού». Κάποια φωτάκια ήταν κρεμασμένα στα κλαδιά του γέρικου πλάτανου που δέσποζε στην πλατεία και θύμιζαν πως πλησίαζαν οι γιορτές των Χριστουγέννων.
«Κάνει κρύο απόψε», είπε, έτσι  για να φύγει η αμηχανία ανάμεσά τους.
«Ναι, μπορεί και να χιονίσει», του απάντησε.
Λίγο πριν περάσουν στο πεζοδρόμιο της «Κοραή», βρήκε το κουράγιο και την ρώτησε.
«Η Ισμήνη τι κάνει;»
Γύρισε και τον κοίταξε ξαφνιασμένη. Νόμισε πως θα του κακομιλούσε. «Τώρα την θυμήθηκες» η κάτι τέτοιο, αλλά η φωνή της ήταν ήρεμη.
«Καλά είναι. Όπου να ’ναι έρχεται να εγκατασταθεί εδώ και να δουλέψει. Τελειωμένη δικηγόρος βλέπεις…»

Έργα και ημέρες του παππού μου του Δαίδαλου

 O σκηνοθέτης Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος αφηγείται στο Short Stories μνήμες από τον παππού του, ξακουστό ξυλουργό στην νότια Πίνδο, με αφορμή την αποκατάσταση παλιών εργαλείων του και κατασκευών του από νέους ξυλουργούς.

Αυτός είναι ο παππούς μου, ο Κωνσταντίνος Κουτσιαμπασάκος, ο επονομαζόμενος Δαίδαλος.

Ξυλουργός, ξακουστός για την τέχνη του στα χωριά της νότιας Πίνδου, περιοχή στην οποία δούλεψε για πάνω από μισό αιώνα κι έλαβε αυτό το προσωνύμιο.

Γεννήθηκε το 1905 στη Μεσοχώρα Τρικάλων. Όταν ήταν μικρός αρρώστησε βαριά. Τις ημέρες εκείνες έτυχε να περνά από το χωριό λιτανεία με μοναχούς από το ιστορικό μοναστήρι του Αγίου Βησσαρίωνα Δουσίκου. Η μητέρα του, σε απόγνωση, τον έταξε στον άγιο. Και, ω του θαύματος, το επόμενο πρωί ο παππούς μου ανάρρωσε. Έτσι λοιπόν η προγιαγιά μου έκανε το χρέος της. Τον παρέδωσε στους μοναχούς που αποτελούσαν τη λιτανεία.

Ο παππούς μου έλειψε από το χωριό για αρκετά χρόνια και επέστρεψε είκοσι χρόνων παλικάρι. Στο διάστημα που μεσολάβησε είχε μάθει την τέχνη του μαραγκού στο μοναστήρι του Μεγάλου Μετεώρου και είχε προλάβει να ταξιδέψει στην υπόλοιπη Ελλάδα. Τραγουδούσε και έπαιζε διάφορα μουσικά όργανα. Βιολί, που το είχε κατασκευάσει ο ίδιος, κλαρίνο και φλογέρα. Και ήταν ο πρώτος που δίδαξε φοξ τροτ στο χωριό. Δεν ξέρω αν ήταν αυτό που κέρδισε τη γιαγιά μου ή το γεγονός πως κατείχε την ξυλουργική τέχνη που τα χρόνια εκείνα την εκτιμούσαν ιδιαίτερα. Ό,τι προκοπή έκανε ο παππούς μου στο χωριό, με αγώνα και σκληρή δουλειά, στις 2 Νοεμβρίου του 1943 καταστράφηκε μαζί με όλα του τα υπάρχοντα μέσα σε λίγες ώρες. Ήταν η μέρα που οι Γερμανοί πυρπόλησαν το χωριό. Ανέστιος, ύστερα από λίγους μήνες, εγκαταστάθηκε στο απέναντι χωριό, στο Αρματολικό, δίπλα στον Αχελώο και ξεκίνησε από την αρχή. Ήθελε να είναι κοντά στο ποτάμι και να ασχολείται με τη δεύτερη μεγάλη του αγάπη μετά την ξυλουργική, το ψάρεμα. Εκεί έστησε εκ νέου το εργαστήριό του, έχτισε καινούργιο σπίτι και έκανε τέσσερα παιδιά με τη γιαγιά μου.

Όταν ήμουν μικρός, θυμάμαι, με έπαιρνε στο ξυλουργείο του, με κάθιζε σε μια από τις περίφημες καρέκλες του, μου έφτιαχνε καφέ από κριθάρι και μου διηγιόταν ιστορίες από τη ζωή του. Εγώ του ζητούσα να μου διηγείται ξανά και ξανά για την περίοδο που δούλευε σε ένα λουκουμάδικο στη Ζάκυνθο. Ήταν τόσο γλαφυρή η αφήγησή του για το πώς φτιάχνονται τα λουκούμια που τον έπιαναν τα γέλια βλέποντάς με να μου τρέχουν τα σάλια. Θυμάμαι πως πάνω από το τζάκι είχε ένα πορτρέτο του Λάμπρου Κωνσταντάρα. Πολύ συχνά μου το έδειχνε και μου έλεγε: «Αυτός, Δημητράκη, είναι ο μεγαλύτερος ηθοποιός της Ελλάδας. Φίλος μου». Είχε γνωρίσει τον Λάμπρο Κωνσταντάρα στο μέτωπο της Αλβανίας και τον είχε σε μεγάλη εκτίμηση. Από το εργαστήριό του με συντροφεύει ακόμη η μυρωδιά του πριονιδιού, το συναίσθημα του θαυμασμού για τα αντικείμενα που έφτιαχνε αλλά και η πληθώρα των παράξενων εργαλείων του τα οποία κατασκεύαζε ο ίδιος.

Σήμερα στα νοικοκυριά των χωριών της νότιας Πίνδου –Μεσοχώρα, Αρματολικό, Αετός, Παχτούρι, Κορυφή, Λαφίνα, Νεράιδα, Νέα Πεύκη, Λιβαδοχώρι– υπάρχουν ακόμη έργα του. Καρδάρες, βαρέλες, καρέκλες, φτσέλες, μπουτινέλοι, σοφράδες. Χαίρομαι που όταν επιστρέφω στα μέρη μου ακούω συχνά: «Είσαι εγγονός του Δαίδαλου; Αυτό είναι του παππού σου. Ακόμη είναι γερό, κρατάει».

Θα τον θυμάμαι πάντα στα τελευταία χρόνια της ζωής του, κοντά στο κοπάδι με τις κατσίκες του, στις πλαγιές του όρους Χατζή, σκυφτός να παίζει με τις ώρες φυσαρμόνικα. Ήταν το τελευταίο μουσικό όργανο που έμαθε, γέρος πια.

Είμαι πολύ χαρούμενος και συγκινημένος που το Athens Wood School και νέοι ξυλουργοί ανέλαβαν να αποκαταστήσουν δυο κουραστάρια και τρεις καρέκλες του. Τους ευχαριστώ πολύ καθώς και τον δάσκαλό τους, τον Νίκο Ιωάννου, για την πρωτοβουλία. Ο Δαίδαλος θα ήταν πολύ χαρούμενος.


Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2023

Αλλοτινές εικόνες του χωριού (Ο χιονιάς κι η παγωνιά)

 

Εκείνη τη χρονιά ο χειμώνας ήταν πολύ άγριος. Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα και το χιόνι έξω είχε φτάσει το ένα μέτρο ύψος. Μέσα, στον χώρο του δωματίου η μάνα ετοίμαζε στη μασίνα το πρωινό μας, που συνήθως ήταν τραχανάς με μπόλικο πιπέρι για να γεμίσουμε τα στομάχια μας και να αντέξουμε μέχρι το μεσημέρι που θα γυρνούσαμε από το σχολείο.

Η μασίνα μπουμπούνιζε από τις φλόγες και τον  θόρυβο που έβγαζαν τα καιγόμενα ξύλα καθώς ζέσταιναν τον χώρο και δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα που απλώνονταν στο σπίτι και ζέσταινε το κορμί μας, αλλά και την ψυχή μας.

Με δισταγμό εγώ και ο αδερφός μου σηκωνόμαστε από το κρεβάτι και αφήναμε την οικογενειακή θαλπωρή, φορούσαμε τα ρούχα μας, τις χοντρές πλεγμένες κάλτσες, τα παντελόνια μας, τις μπλούζες, τα σακάκια, τις μπότες, τα γάντια κι από ένα σκουφάκι στο κεφάλι μας για να προφυλάξουμε τα αυτιά μας από την παγωνιά. Παίρναμε στο ένα χέρι την σχολική τσάντα μας και  με το άλλο κουβαλούσαμε ένα κούτσουρο για τη σόμπα του σχολείου, καθότι τότε στο σχολείο δεν υπήρχε  καλοριφέρ και κάθε παιδί ήταν υποχρεωμένο να φέρνει ένα ξύλο από το σπίτι του, σε καθημερινή βάση για τη σόμπα του σχολείου.

Ο πατέρας μ’ ένα φτυάρι παραμέριζε το χιόνι στην αυλή για να μπορέσουμε να βγούμε στον κεντρικό δρόμο και ακολουθώντας τα χνάρια πάνω στο χιόνι τραβούσαμε ίσα για το σχολείο.

Στο σχολείο, η καθαρίστρια είχε ήδη ανάψει τη σόμπα, αλλά εκείνη η σόμπα σα να μην ήθελε να ζεστάνει την αίθουσα. Προσπαθούσαμε να γράψουμε στο τετράδιο και τα δάκτυλά μας δεν υπάκουαν. Φυσούσαμε τις χούφτες μας με τα χνώτα μας και τρίβαμε τα δάκτυλα, αλλά τίποτα. Το κρύο ήταν τόσο τσουχτερό που μας πυρώνιαζε ως το κόκαλο και ήταν πολύ εύκολο να αρπάξουμε καμιά πνευμονία.

Μα σαν χτυπούσε το κουδούνι για διάλειμμα ο χιονιάς κι η παγωνιά έχαναν την υπόστασή τους. Αρχίζαμε τα παιχνίδια, σπάζαμε κρούσταλλα στις λακκούβες και ανοίγαμε διαδρόμους με τα φτυάρια στην αυλή του σχολείου. Άλλοι έφτιαχναν χιονάνθρωπο κι άλλοι έπαιζαν χιονοπόλεμο. Σε λίγο συνειδητοποιούσαμε ότι είχαμε ζεσταθεί, έβραζε το αίμα μας και δεν λογαριάζαμε ούτε κρύο ούτε παγωνιά. Ο χιονιάς κι η παγωνιά είχαν νικηθεί με το παιχνίδι και την ζωηράδα μας. Ο μόνος φόβος τώρα ήταν να μην γλιστρήσουμε και πέσουμε και σπάσουμε κανένα χέρι ή πόδι.

Κάπως έτσι μάθαμε να αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες και τα προβλήματα, κάπως έτσι μάθαμε να χαιρόμαστε τη φύση με όλες τις αντιξοότητες και καιρικές συνθήκες. Θα μου πείτε άλλες εποχές… Ναι, άλλες εποχές, αλλά ας έχουμε κατά νου πως η ζωή κάνει κύκλους και πως υπάρχουν και χειρότερα.

Καλές γιορτές, χειμώνα έχουμε, ας τον ζήσουμε όπως κι αν είναι και που θα πάει θα έρθει και η άνοιξη!

Δ.Τ.

Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2023

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ – ΒΙΩΜΑΤΑ – ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ 4ον Ο,ΤΙ ΘΥΜΑΜΑΙ … Ο στρατός και ο διορισμός. Του Ευαγγέλου Σ. Στάθη

 

Το χωριό μου, το Βαλτινό, είναι κοντά στον Πηνειό ποταμό. Δεν λέω, δεν είναι κανένα μεγάλο και τρανό χωριό. Αυτό όμως δεν με πειράζει, ίσα - ίσα που το αγαπώ κιόλας πιο πολύ. Είμαστε στα ριζά του Κόζιακα, ενός βουνού της οροσειράς της Πίνδου. Μοναδικό γειτονικό βουνό, γιατί τα άλλα, τα βουνά των Αγράφων, είναι αρκετά μακριά.

 Ξέφυγα πολύ από τον σκοπό μου, αλλά το μυαλό μου φταίει που τρέχει αλλού. Αλλά τι να το κάνεις το μυαλό; μπορείς να του βάλεις φρένο; Πάλι λοιπόν στην ιστορία μου.

Όταν υπηρετούσα τη θητεία μου στο στρατό, πέρασα καλά. Δεν έγινα αξιωματικός, αλλά υπηρέτησα ως απλός στρατιώτης. Δεν έγινα λόγω «κοινωνικών  φρονημάτων». Ακούς εκεί, κοινωνικών φρονημάτων;!!

Αλήθεια, πώς μετριόνταν τα φρονήματα αυτά; Ποιος ήξερε να τα αξιολογήσει αυτά; Γιατί κάπου μαγειρεύονταν αυτά. Υπήρχαν τρώϊρα κουκόνια και ζλάπια που έκαναν τέτοιες δουλειές. Αυτοί κατόπιν τα «τροφοδότησαν»  στο Πανεπιστήμιο κι από κει στο στρατό.

Μού κάνανε καλό όμως, άθελά τους, γιατί απολύθηκα γρηγορότερα και διορίστηκα γρηγορότερα.

Καλά, ας τα αφήσουμε αυτά, ασ’ τς κι αυτούς, τους «καλοθελητές», εκεί που βρίσκονται.

Πέρασα λοιπόν καλά και στο στρατό, γιατί ήμουν στρατιώτης πειθαρχημένος και υπάκουος. Εκεί αξιολογήθηκαν και εκτιμήθηκαν τα φρονήματά μου και εκεί αποχαρακτηρίστηκα. Ακούς εκεί τι έκαναν τότε !!!!. Άλλος χαρακτήριζε, άλλος αποχαρακτήριζε! Αποχαρακτηρισμός!!.Τι ήταν κι’ αυτό πάλι!

 Ύστερα ο διορισμός μου στην Εκπαίδευση. Πάλι απ’ την αρχή οι δυσκολίες.


Η μάνα μου, η καημένη, πάλι έτρεξε και δανείστηκε λίγα χρήματα, για να ξεκινήσω, γιατί διορίστηκα εκτός νομού. Δυσκολίες λοιπόν οικονομικές  πάλι, ώσπου να πάρω τον πρώτο μου μισθό.

Είχα όμως πολλή όρεξη για διάβασμα και πολύ μεράκι για διδασκαλία και έτσι πορεύτηκα καλά. Κουράστηκα, βέβαια, πολύ, αλλά με άρεζαν πολύ όλα αυτά, η διδασκαλία, το διάβασμα, τα παιδιά, το λειτούργημα γενικά του δασκάλου. Τα παιδιά τα αγαπούσα και με αγαπούσαν, αλλά ήμουν και πολύ αυστηρός όταν ήθελα να τα συμβουλεύσω. Γιατί «όν θεός φιλεί, παιδεύει». Αγάπησα το αντικείμενο της δουλειάς μου πολύ. Αγάπησα  πολύ τη Φιλολογία. Αν ζούσα ξανά μια ζωή και ξανασπούδαζα, πάλι Φιλολογία θα σπούδαζα. Δόξα τω Θεώ λοιπόν, ευδοκίμησα στην υπηρεσία μου ως καθηγητή και ως παιδαγωγού γενικώς.

Δοξάζω λοιπόν τον Θεό που δώρισε στον άνθρωπο τα γράμματα, για να γράφει στο χαρτί τις αναμνήσεις και τους στεναγμούς του.

Θα μου πείτε γιατί τα γράφω όλα αυτά. Τα γράφω για να θυμούνται και τα δικά τους οι παλιότεροι και να βλέπουν οι νεώτεροι τις συνθήκες ζωής και αγώνων ημών των μεγαλυτέρων. Ο ηλικιωμένος, ο γέρος, ο παππούς, θέλοντας και μη τα θυμάται αυτά, γιατί θέλει να τα διηγείται και στα εγγονάκια του.

Τα θέλουν, τα ζητούν τέτοια τα εγγονάκια. Γιατί και ’γω ευτύχησα να δημιουργήσω καλή οικογένεια, παιδιά, νύφες κι αγγόνια, όλα καλά κι ευτυχισμένα, και βλέπω ότι θέλουν να τα ακούν αυτά.

Καλά, άστα αυτά τώρα, τι τα θες, τι τα ζητάς. Όχι, δεν τα ζητώ εγώ, το μυαλό μου τα κάνει. Βάζεις φρένο στο μυαλό καλοπίχειρα; Δε βάζεις. Άστο να πετάει πέρα δώθε. Να πετάει στα καλά και στα κακά. Έτσι πετάει στα περασμένα το μυαλό του γέρου. Πετάει απ’ το ένα στο άλλο, απ’ το τώρα στο τότε.  

Καλά  κάνει και πετάει. Έτσι ζούμε, έτσι θυμούμαστε τα περασμένα, έτσι διδασκόμαστε από αυτά.

Όλα αυτά λοιπόν μού ήρθαν στο μυαλό μου να τα  θυμηθώ και να τα γράψω. Άλλη φορά περισσότερα…


Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2023

Η περιπετειώδης ζωή της κυρα-Βασιλικής του Αλή πασά

 

Η περιπετειώδης ζωή της κυρα-Βασιλικής έχει περιβληθεί με πολλούς θρύλους και το όνομά της διασώθηκε σε διάφορες παραδόσεις και σε δημοτικά τραγούδια.

Η Βασιλική Κονταξή ή κυρα-Βασιλική, όπως έμεινε γνωστή, ήταν ευνοούμενη, προστατευόμενη και τελευταία σύζυγος του Αλή πασά των Ιωαννίνων. Γεννήθηκε στην Πλησιβίτσα των Φιλιατών (σημερινό Πλαίσιο) το 1789, και ήταν κόρη του προύχοντα της περιοχής Κίτσου Κονταξή και αδελφή του οπλαρχηγού Γεωργίου Κίτσου και του Σίμου Κονταξή.

Μια υπόθεση κατασκευής κίβδηλων νομισμάτων, για την οποία κατηγορήθηκαν ο πατέρας της και άλλοι κάτοικοι της Πλησιβίτσας, την έφεραν κοντά στον Αλή Πασά σε ηλικία μόλις 12 ετών. Η μικρή Βασιλική ζήτησε έλεος για τον συλληφθέντα πατέρα της από τον Αλή πασά κι εκείνος, θαμπωμένος από την ομορφιά της, όχι μόνο χάρισε τη ζωή στον πατέρα της, αλλά επιπλέον διέταξε τους άνδρες του να μην ξαναενοχλήσουν το χωριό. Το τίμημα για τη Βασιλική ήταν να γίνει το πολύτιμο πετράδι του χαρεμιού του πασά, ο οποίος το 1808 την νυμφεύτηκε, παρά τις αντιρρήσεις της πρώτης του συζύγου, Εμινέ.

Η κυρα-Βασιλική χρησιμοποίησε τη δύναμή της προς όφελος των χριστιανών, πολλούς από τους οποίους κατάφερε να σώσει από τα χέρια του δημίου την τελευταία στιγμή. Τέτοια ήταν η επιρροή της πάνω στον Αλή, ώστε όχι μόνο δεν εξισλαμίστηκε, αλλά απαίτησε και πέτυχε να μετατρέψει ένα δωμάτιο του χαρεμιού σε παρεκκλήσι με τακτικό ιερέα.

Για χάρη της ο Αλή πασάς της χάρισε ως τσιφλίκι  το παλιό χωριό Βοϊβόδα, που έκτοτε πήρε το όνομά της (σημερινό χωριό, Βασιλική Τρικάλων). Αργότερα και μέχρι την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το χωριό έγινε τσιφλίκι της Βαλιντέ σουλτάνας (μητέρας του σουλτάνου). Η Βασιλική, για να εξιλεωθεί για τον γάμο της με τον αλλόθρησκο Αλή, έχτισε πέντε εκκλησίες στον θεσσαλικό κάμπο — μία από αυτές ήταν και η εκκλησία του Αγίου Νικολάου στη Βασιλική. Για την κατασκευή της, πάντα κατά την παράδοση, ο Αλή πασάς έστειλε τον πρωτομάστορά του Σάμπλο. Τα εγκαίνια του Αγ. Νικολάου, που είναι σταυροειδής ναός με τρούλο, έγιναν στις 12 Μαΐου 1818. Στην εξωτερικό τοίχο της κόγχης του ιερού, πάνω από μικρή αψίδα, παρίσταται η μορφή της κυρα-Βασιλικής. Ακόμη, η παράδοση μαρτυρά ότι, όταν ο Αλή πασάς έδωσε τη Βοϊβόδα στη Βασιλική, κατασκευάστηκε μέσα στο χωριό ένα χαντάκι, το οποίο καθόριζε το άσυλο για τους Χριστιανούς που καταδίωκαν οι Τούρκοι.

Η προτομή της κυρα-Βασιλικής στον προαύλιο χώρο του ναού Αγίου Νικολάου Βασιλικής Τρικάλων.

Η κυρα-Βασιλική έμεινε πιστή στον Αλή πασά τις τελευταίες του στιγμές στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονος της λίμνης των Ιωαννίνων, όπου είχε καταφύγει μαζί με τους εμπίστους του τον Δεκέμβριο του 1821, καταδιωκόμενος από τους άνδρες του Χουρσίτ πασά. Λίγο προτού αφήσει την τελευταία του πνοή, ο Αλή διέταξε τον μυστικοσύμβουλό του Θανάση Βάγια να σκοτώσει τη Βασιλική, για να μην αιχμαλωτιστεί από τους εχθρούς του. Ο Βάγιας, μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του ελληνισμού, δεν τήρησε την υπόσχεσή του, ίσως επειδή η Βασιλική γνώριζε το μυστικό των θησαυρών του πασά των Ιωαννίνων.

Τον Φεβρουάριο του 1822 η Βασιλική και ο Βάγιας συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν αιχμάλωτοι στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, ο πατριάρχης Άνθιμος Γ’ με τη βοήθεια του σιναφιού των κρεοπωλών (ο Βάγιας είχε δουλέψει ως κρεοπώλης) κατόρθωσε να απελευθερώσει τη Βασιλική, υπό την προϋπόθεση να ζει εντός του Πατριαρχείου και να βρίσκεται υπό την προστασία και την επιτήρησή του. Κατά την εξαετή παραμονή της στο Πατριαρχείο φαίνεται ότι ερχόταν σε επαφή με πρόσωπα που ήταν αναμεμιγμένα στη Φιλική Εταιρεία και την επαναστατημένη Ελλάδα.

Μετά τη ναυμαχία του Ναβαρίνου, οι οθωμανικές Αρχές την εξόρισαν μαζί με τον αδελφό της Σίμο και τον Θανάση Βάγια στην Προύσα (Μάρτιος του 1828). Τον Οκτώβριο του 1829 τους δόθηκε άδεια να επιστρέψουν στην Ελλάδα.

Κέρινο ομοίωμα της κυρα-Βασιλικής στο Μουσείο Ελληνικής Ιστορίας του Παύλου Βρέλλη 

Η Βασιλική εγκαταστάθηκε αρχικά στο Ναύπλιο. Εκεί συναντήθηκε με τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος της παραχώρησε ένα ακίνητο και λίγα κτήματα στο χωριό της Αιτωλίας Κατοχή. Το 1831 οι δρόμοι της με τον Θανάση Βάγια χώρισαν, όταν αυτός ανέλαβε δημόσια θέση και συγκεκριμένα επιστάτης του Πρότυπου Αγροκτήματος της Τίρυνθας.

Για το υπόλοιπο του βίου της η κυρα-Βασιλική έζησε στην Κατοχή απομονωμένη, και κατ’ άλλους περιφρονημένη. Πέθανε από δυσεντερία στο Αιτωλικό στις 11 Δεκεμβρίου 1834, σε ηλικία 45 ετών.



Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2023

Επίτιμο Μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» o Θεόδωρος Νημάς

 

Προχθές Τετάρτη και ώρα 6 μ.μ. στην κεντρική αίθουσα εκδηλώσεων του μεγάρου του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» (Πλατεία Καρύτση, Αθήνα) πραγματοποιήθηκε η τελετή υποδοχής των νέων επιτίμων μελών αυτού, μεταξύ των οποίων και του Τρικαλινού φιλολόγου και δρος ιστορίας της εκπαιδεύσεως κ. Θεοδώρου Νημά. Στην απόφασή της η Εφορεία του Φ.Σ. Παρνασσού να τιμήσει τον

κ. Νημά αναφέρει: «Εις την απόφασιν ταύτην ήχθη η Εφορεία επιθυμούσα αφ’ ενός μεν όπως τιμήση το εν Ελλάδι και διεθνώς ανεγνωρισμένον έργον Σας, αφ’ ετέρου δε όπως προβάλη Υμάς ως υπόδειγμα Επιστήμονος και Ανθρώπου».

Μετά τους χαιρετισμούς του προέδρου του Φ.Σ.Π. καθηγητή Πανεπιστημίου κ. Βασ. Κωνσταντινόπουλου και του γεν. γραμματέα κ. Μ. Φωκά επακολούθησε η Laudatio («Εγκώμιο») και η επίδοση τιμητικών διπλωμάτων και μεταλλίων στα νέα επίτιμα μέλη, κατόπιν δε η αντιφώνηση αυτών.

Μετά το πέρας της εκδηλώσεως παρατέθηκε δεξίωση στο φουαγιέ του Φ.Σ. «Παρνασσός».

Η ΑΝΤΙΦΩΝΗΣΗ ΤΟΥ κ. Θ. ΝΗΜΑ:

«Κύριε Πρόεδρε, Κυρίες και Κύριοι, Είναι πολύ μεγάλη τιμή για μένα η ανακήρυξή μου ως επιτίμου μέλους του ιστορικού και πολύδραστου Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός». Ευχαριστώ θερμώς την Εφορεία του και ιδιαίτερα τον πρόεδρό της καθηγητή κ. Βασίλειο Κωνσταντινόπουλο που προέβη στη σχετική εισήγηση. Ευχαριστώ και όλους εσάς που παρευρίσκεστε απόψε εδώ και με τιμάτε με την παρουσία σας. Το να μιλήσω εγώ για τον «Παρνασσό» θα είναι σαν να κομίζω «γλαύκα εις Αθήνας».

Με την ευκαιρία της τιμής που μου γίνεται απόψε, θεωρώ υποχρέωσή μου να αναφερθώ επιγραμματικά σε εκείνους που με βοήθησαν και καθόρισαν την πνευματική μου πορεία.

Πρώτα πρώτα στους φιλολόγους καθηγητές μου στο Α΄ Γυμνάσιο Αρρένων Τρικάλων κ. Κων/νο Γιοντζή, ο οποίος, εκτός των όσων σπουδαίων μού μετέδωσε με την διδασκαλία του, με ενθάρρυνε τότε και μετέφρασα εμμέτρως την τραγωδία «Οιδίπους Τύραννος» του Σοφοκλέους, και τον αείμνηστο Αθανάσιο Μαγουλιώτη, ο οποίος μου ενεφύσησε την αγάπη προς την αρχαία ελληνική γραμματεία.

Δεύτερον, στους καθηγητές μου στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης αειμνήστους

Απόστολο Βακαλόπουλο, ο οποίος με το μειλίχιο ύφος του μου έμαθε να εμβαθύνω στην ιστορική έρευνα, τον Γρηγόρη Σηφάκη, που μαζί με την αγάπη προς την αρχαία ελληνική γραμματεία με βοήθησε να ασχοληθώ και με την λαογραφική έρευνα, τον Εύδοξο Τσολάκη, χάρη στον οποίο γνώρισα την παντελώς άγνωστη για μένα βυζαντινή γραμματεία, καθώς και τον Κάρολο Μητσάκη, ο οποίος μου είχε αναθέσει να καταγράψω τα βιβλία της βιβλιοθήκης του, αποκτώντας έτσι μια σχετική εμπειρία ως προς την ταξινόμηση των βιβλίων, όταν κατόπιν ανέλαβα την οργάνωση σχολικών, και όχι μόνον, βιβλιοθηκών.

Την αγάπη μου στη λαογραφία και τη μουσική καταγραφή των δημοτικών τραγουδιών της Θεσσαλίας οφείλω επίσης στον αείμνηστο μεγάλο Ελβετό λαογράφο και μουσικολόγο Samuel Baud-Bovy, ο οποίος έγραψε σχετική μελέτη με βάση τα ηχογραφημένα τραγούδια της Συλλογής μου και στήριξε τις σχετικές έρευνές μου.

Θα ήταν παράλειψή μου, αν δεν μνημόνευα τον πρώην Έφορο Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Θεσσαλίας και κατόπιν καθηγητή του Παν/μίου Θεσ/νίκης κ. Νίκο Νικονάνο, ο οποίος το καλοκαίρι του 1972 με είχε προσλάβει ως βοηθό σε ανασκαφές στη Θεσσαλία και με δίδαξε πολλά σχετικά με την αρχαιολογική έρευνα.

Άφησα τελευταίον τον αείμνηστο καθηγητή του Παν/μίου Αθηνών και επί πολλά έτη πρόεδρο του «Παρνασσού» Ιωάννη Μαρκαντώνη, ο οποίος ήταν ο επιβλέπων της Συμβουλευτικής Επιτροπής και ο εισηγητής της Εξεταστικής Επιτροπής της διδακτορικής μου διατριβής. Ήταν εκείνος που με έφερε πρώτη φορά σε τούτη την αίθουσα. Του χρωστώ πολλά, όπως και στους προαναφερθέντες, οι οποίοι πάντα με τιμούσαν με την αγάπη και την φιλία τους, και όταν τους προσκάλεσα, μέσω του Φιλολογικού, Ιστορικού, Λογοτεχνικού Συνδέσμου Τρικάλων, του γνωστού με τα αρχικά Φ.Ι.ΛΟ.Σ., ήρθαν στα Τρίκαλα και ετίμησαν το βήμα του.

Δεν πρέπει όμως να παραλείψω την αγρότισσα Μάνα μου Βασιλική, η οποία, εκτός της μητρικής αγάπης που μου έδωσε και εργάστηκε σκληρά για να σπουδάσει τα τρία παιδιά της, υπήρξε και πολύτιμος λαογραφικός θησαυρός.

Αγαπητέ Πρόεδρε του Παρνασσού, συμφοιτητά μου Βασίλη, εσύ ακολούθησες επιτυχώς πανεπιστημιακή σταδιοδρομία, εγώ όχι, αν και μου το είχαν προτείνει δύο καθηγητές μου, ο Εύδοξος Τσολάκης και ο Κάρολος Μητσάκης. Δεν το μετάνιωσα. Θα ασφυκτιούσα αν είχα περιοριστεί σε ένα αντικείμενο. Προτίμησα το λίγο απ’ όλα και την ζωή στα όμορφα Τρίκαλα και στην γύρω φύση με τα βουνά και τα ποτάμια της. Μπορώ να πω ότι δεν θα «φύγω» με τον «πιο τρανό καημό» του μεγάλου μας ποιητή Κωστή Παλαμά, που «σκυφτός μεσ’ στα βιβλία» δεν χάρηκε τα πράσινα βουνά και την όμορφη πλάση. Σας ευχαριστώ όλους».

 ΜΙΚΡΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ «ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ»

Ο Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσός ιδρύθηκε το 1865 από τους αδελφούς Λάμπρου (ένας εκ των οποίων, ο Σπυρίδων, διετέλεσε και πρωθυπουργός της Ελλάδος), με σκοπό να ενώσει όλες τις πνευματικές δυνάμεις και να βοηθήσει στην πνευματική άνοδο του λαού. Η επιλογή του ονόματος «Παρνασσός» παραπέμπει στην πνευματική κορυφή. Ο Φ.Σ. «Παρνασσός» γρήγορα αναδείχτηκε ως το πνευματικό κέντρο της χώρας και δικαίως χαρακτηρίστηκε ως η πρώτη Ακαδημία των Γραμμάτων και των Τεχνών του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους, αφού η Ακαδημία Αθηνών ιδρύθηκε μόλις το 1926.

Από το ιστορικό βήμα του Παρνασσού, το οποίο διατηρείται, έχουν μιλήσει προσωπικότητες διεθνούς και παγκοσμίου κύρους όπως ο Ουίνστον Τσώρτσιλ, ο Κλεμανσώ, ο Σλήμαν και ο ιδρυτής των πρώτων Ολυμπιακών αγώνων Πιέρ ντε Κουμπερντέν. Εκεί είχαν το πνευματικό τους «στέκι» οι μεγάλοι πνευματικοί μας δημιουργοί, όπως ο Κωστής Παλαμάς, ο Γεώργιος Δροσίνης, ο Γεώργιος Σουρής και πολλοί άλλοι. Εκτός των πνευματικών δραστηριοτήτων ο Φ.Σ. Παρνασσός έδειξε έντονο ενδιαφέρον για τα προβλήματα που απασχολούσαν την ελληνική κοινωνία και παρενέβαινε στα δημόσια πράγματα της χώρας. Η βιβλιοθήκη του περιλαμβάνει 57.000 τίτλους και 80.000 τόμους εξαιρετικών και σπανιότατων βιβλίων.

 

Η «Δημόσια Ιστορία», η Ιστορική – Συλλογική Μνήμη και η διαχείριση του Παρελθόντος

 

Του  Ηλία  Γιαννακόπουλου, Φιλολόγου

Επ’ ευκαιρία της πετυχημένης εκδήλωσης-διάλεξης του Φ.Ι.ΛΟ.Σ Τρικάλων με ομιλητή τον καθηγητή Χάρη Αθανασιάδη που ανέπτυξε το θέμα: «Συλλογική Μνήμη και Δημόσια Ιστορία», Τρίκαλα, 8 Δεκεμβρίου 2023.

«Ούτως αταλαίπωρος τοις πολλοίς η ζήτησις της αλήθειας. Και επί τα ετοίμα μάλλον τρέπονται» (Θουκυδίδου Ιστορίαι,1.20.3).

Ο Θουκυδίδης αναφερόμενος στη μέθοδο που ακολούθησε στην καταγραφή όσων συνέβησαν στον Πελοποννησιακό Πόλεμο διατυπώνει τη θέση πως οι άνθρωποι επιδεικνύουν μία απροθυμία στην αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας και γι' αυτό τρέπονται προς  ό,τι βρίσκουν έτοιμο.

Η αναζήτηση και η αποδοχή της ιστορικής αλήθειας συνιστά ένα τα κορυφαία ζητούμενα κάθε ανθρώπου στο βαθμό που αυτή συμβάλλει καθοριστικά όχι μόνον στη δόμηση της ατομικής και εθνικής ταυτότητάς του αλλά και στη σχέση του με το παρελθόν. Μία σχέση που διαμορφώνει καθοριστικά και τη διαχείρισή του αφού η άποψη που έχουμε για όσα συνέβησαν στον παρελθόντα χρόνο συγκροτεί και τη γενικότερη βιοθεωρία μας ως ανθρώπων και πολιτών.

Όλοι αναρωτιόμαστε αν η γνώση και η απότοκη γνώμη που έχουμε για το ιστορικό μας παρελθόν είναι έγκυρη ή προϊόν ημιμάθειας ή ακόμη και κάποιας κρατικής προπαγάνδας μέσα από τη σχολική διδασκαλία της ιστορίας.

Δεν είναι λίγες οι φορές που γινόμαστε αποδέκτες μιας διαφορετικής καταγραφής και ερμηνείας των ιστορικών γεγονότων από πηγές που ποικίλλουν (εφημερίδες, πρόσωπα, αρχαιολογικά ευρήματα και κείμενα, μνημεία, τηλεόραση, συζητήσεις με φίλους μας, επίσκεψη σε ένα μουσείο…). Τότε είναι που αρχίζουμε να υποψιαζόμαστε την πλάνη μας, την ημιμάθειά μας ή ακόμη κι αρχίζουμε να αμφισβητούμε την ιστορική γνώση των σχολικών και πανεπιστημιακών μας χρόνων.

Τρανταχτό παράδειγμα όλων των παραπάνω τα ιστορικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από τις  επετειακές εκδηλώσεις για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821, τα 100 χρόνια από την Μικρασιατική καταστροφή ή ακόμη και τα 2500 χρόνια από τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.χ). Κάποια από αυτά τα στοιχεία όχι μόνον συμπλήρωσαν τις ελλιπείς, έτσι κι αλλιώς γνώσεις μας γι αυτά τα γεγονότα, αλλά και αποδόμησαν ως ένα σημείο τις παραδοσιακές ερμηνείες γι αυτά.

Αν στα παραπάνω γεγονότα προστεθούν κι άλλα που αγγίζουν τη νεότερη ιστορία μας, όπως ο εμφύλιος πόλεμος 1946-49, η συμφωνία για τη Βόρεια Μακεδονία και φυσικά για την ταυτότητα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, τότε θα καταλάβουμε πόσο η κοινή γνώμη είναι δύσπιστη προς  την σχολική και ακαδημαϊκή εκδοχή της ιστορίας μας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αποδοχή της «φρόνιμης» στάσης του Μεταξά στην Μικρασιατική καταστροφή και η αποδοχή πως το μεγάλο «ΟΧΙ» της 28ης Οκτωβρίου του 1940 ειπώθηκε από τον Μεταξά και έγινε αποδεκτό με ενθουσιασμό από τον Ελληνικό Λαό, άσχετα αν κάποιοι υψηλά ιστάμενοι στρατιωτικοί συμβούλεψαν να φανούμε πραγματιστές.

Η παραπάνω διαπίστωση δεν στοχεύει στην δικαίωση του δικτάτορα Μεταξά, αλλά να καταδείξει το μέγεθος της επιλεκτικής προβολής από τα σχολεία και τα επίσημα κρατικά ιδρύματα της ιστορικής αλήθειας. Τότε είναι που ο πολίτης στέκεται μετέωρος και αναζητά από μόνος του την άλλη ιστορική αλήθεια που επιμελώς ή από σκοπιμότητα ή από έλλειψη επαρκών ιστορικών στοιχείων αποκρύπτεται από τα δημόσια ιδρύματα.

Η περίπτωση του «Κρυφού Σχολείου» είναι επίσης ενδεικτική. Ακόμη και σήμερα προστατεύεται ο μύθος του, ενάντια στην ιστορική αλήθεια.

Στο σημείο αυτό είναι που επιστρέφουμε στη Θουκυδίδεια ιστορική μέθοδο, αλλά και στην «Δημόσια Ιστορία» που φιλοδοξεί ως νέος κλάδος ή τομέας της ιστορίας να αποκαλύψει ή και να μας διδάξει κάποια «ιστορικά απόκρυφα» του εθνικού μας παρελθόντος.

Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2023

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ – ΒΙΩΜΑΤΑ – ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ 3ον Ο,ΤΙ ΘΥΜΑΜΑΙ … Στο Πανεπιστήμιο

 Του Ευαγγέλου Σ. Στάθη


Όπως σας έλεγα την προηγούμενη φορά, δύσκολα χρόνια τα γυμνασιακά, πέτρινα χρόνια. Σάμπως  και στο Πανεπιστήμιο ήταν καλύτερα τα πράγματα;

Δυο τρεις φοιτητές στο ίδιο δωμάτιο, για να μας έρχεται φθηνότερο το νοίκι. Ό ένας ήθελε το φως αναμμένο, για να μελετήσει, ο άλλος όχι. «Σβήσε το φως! Σβήσε το φως!». Ο ένας να κοιμηθεί, ο άλλος να ακούσει μουσική. Σήμερα οι φοιτητές νοικιάζουν γκαρσονιέρες και δυάρια διαμερίσματα, και επιπλωμένα μάλιστα. Ακούς εκεί!!!

Ζέστη δεν είχαμε ούτε στα χρόνια των πανεπιστημιακών μας σπουδών. Τα βιβλία λιγοστά, γιατί δεν είχαμε λεφτά από τα  σπίτια μας να τα αγοράσουμε. Κι έτσι πάλι στα αναγνωστήρια περνούσα αρκετές ώρες. Εκεί διάβαζα και ζεσταινόμουνα κιόλας. Το σπίτι όπου καθόμουνα ήταν κοντά στο Πανεπιστήμιο και έτσι βολευόμουνα καλά.

Το φαγητό λιγοστό να μην ξοδεύομαι, εκτός όταν τρώγαμε το μεσημεριανό φαγητό στο εστιατόριο της Σχολής. Το βράδυ στα εστιατόρια έξω ή σε κανένα γυροπιτάδικο ή κανένα σουβλάκι. Ήταν στη μόδα τότε η ολίγη μερίδα. «Ολίγη φασολάδα στον φιλόσοφο!!!», φώναζε ο σερβιτόρος. Φιλόσοφους μας έλεγαν, γιατί ήμασταν φοιτητές στη Φιλοσοφική Σχολή. «Γκαρσόν! ολίγη μακαρονάδα, ολίγη φέτα και 4 ψωμιά». Χορταίνεις με αυτά; Χορταίνεις, άμα αφήσεις και τη φαντασία σου λίγο να καλπάσει αλλού και να ξεχαστείς. 

Γράμματα όμως μάθαμε πολλά, πολλά  και καλά, γιατί η Σχολή ήταν καλή και νέα στη λειτουργία της. Ιδρύθηκε το 1964. Τότε  πέτυχα και εγώ. Ήμουν δηλαδή από τους νεοεισαχθέντες φοιτητές. Οι καθηγητές μας ήταν πάρα πολύ καλοί. Είχαν πολύ μεράκι κι αυτοί. Τους αγαπούσαμε και τους σεβόμασταν πολύ.

 Οι κοπέλλες, οι φοιτήτριες, όταν τους χαιρετούσαν, έσκυβαν τη μέση, έτσι όπως σκύβουμε όταν χαιρετάμε τους ιερωμένους ή τους γεροντοτέρους. Και εμείς τα αγόρια κάναμε λίγο το σχήμα αυτό, αυτήν την υπόκλιση. Αλλά και αυτοί μας αγαπούσαν πολύ και μας καμάρωναν, γιατί ήμασταν οι πρώτοι φοιτητές τους στην νέα Σχολή. Μπορώ να πω ότι μας σέβονταν κι εκείνοι. Έτσι, με αυτήν τη σχέση μας, δασκάλου και μαθητή,  μάθαμε πολλά και καλά γράμματα. Εμείς, εκείνοι οι πρώτοι φοιτητές τότε και οι πρώτοι καθηγητές, ανεβάσαμε το κύρος και το πνευματικό επίπεδο της Σχολής τόσο ψηλά, και την κάναμε πολύ γνωστή αργότερα.

Οι Γιαννιώτες πάλι μας αγκάλιασαν κι αυτοί με πολλή αγάπη και πολύ καμάρι. Μας έλεγαν φιλόσοφους, γιατί η Σχολή μας λεγόταν Φιλοσοφική. Περάσαμε λοιπόν στο Πανεπιστήμιο πολύ καλά από άποψη σπουδών. Και από άποψη κοινωνικών σχέσεων και καλής φιλίας καλά περάσαμε. Μέχρι και σήμερα ακόμα  πολλοί κρατάμε τις σχέσεις μας αυτές και επικοινωνούμε τακτικά ως σήμερα.

Αρκετά όμως με τα μαθητικά και τα πανεπιστημιακά. Τώρα γυρίζω πάλι στην ιστορία μου και θα σας μιλήσω για το χωριό μου το Βαλτινό. Όμως λίγη υπομονή και θα τα πούμε την επόμενη φορά.


επικοινωνιστε μαζι μας