Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2023

Η κατσίκα του γείτονα

 


Σε μια κοινωνία που τα πάντα καταρρέουν ραγδαία, οι «κατσίκες» γίνονται ολοένα και λιγότερες και οι μη έχοντες «κατσίκα» αυξάνουν με γεωμετρική πρόοδο, οξύνοντας τις κοινωνικές αντιθέσεις. (όπου κατσίκα σημαίνει κατ' αρχήν δουλειά και κατ’ επέκταση καλό μισθό, σπίτι κλπ),

Έτσι η κατσίκα του γείτονα κατά το περίφημο ανέκδοτο, γίνεται αντικείμενο πόθου, φθόνου και κοινωνικού διχασμού. Σύμφωνα με το ανέκδοτο:

«Ήταν δυο γείτονες σ’ ένα χωριό. Ο ένας απ’ αυτούς λοιπόν όλο παραπονιόταν στον Θεό επειδή ο γείτονας του είχε κατσίκα ενώ αυτός δεν είχε. Και όσο έβλεπε τον γείτονα του να χαίρεται με την κατσίκα του, τόσο και θύμωνε και ζήλευε περισσότερο. Εμφανίζεται λοιπόν κάποια στιγμή ο Θεός και του λέει…

- Έλα Τάκη μου, πες μου τέκνο μου κι εσύ τι θέλεις. Ότι ευχή έχεις θα σου την εκπληρώσω. Θέλεις κατσίκα, θέλεις πρόβατα, θέλεις χωράφια, τι θέλεις;
Και απαντά ο Τάκης:
- Θέλω να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονά μου.»

Αν μέχρι χτες όλοι λίγο πολύ είχαμε την δική μας κατσίκα και απλά βλέπαμε ότι του γείτονα ήταν πιο όμορφη και έβγαζε περισσότερο γάλα, τώρα οι περισσότεροι έχουμε χάσει την δική μας κατσίκα και δεν υπάρχει στον ορίζοντα η πιθανότητα να την ξαναποκτήσουμε. Αυτή η κατάσταση σε συνδυασμό με το γεγονός ότι την όμορφη κατσίκα του γείτονα καλούμαστε να συνεισφέρουμε στα έξοδα διατροφής της.

Θα πει κανείς «κάτσε ρε φίλε, από που κι ως που καλούμαστε να συνεισφέρουμε στην διατροφή της κατσίκας του άλλου;».

Μα απ' τους φόρους μας, είναι η απάντηση.

Είτε έχεις κατσίκα είτε όχι, καλείσαι να πληρώσεις φόρους και άρα θέλεις δεν θέλεις συντηρείς και την κατσίκα του άλλου.

Στην πραγματικότητα ζούμε σε ένα καθεστώς που όλοι συνεισφέρουμε στον κοινό κουμπαρά, άσχετα με την ύπαρξη ή μη κατσίκας, χωρίς να εξετάζουμε την ποιότητα και το είδος της κατσίκας που τυχόν έχουμε στην κατοχή μας.

Αυτή η κατάσταση έχει φέρει, όλα αυτά τα χρόνια, τον έναν απέναντι στον άλλον.

Γιατί ο δημόσιος υπάλληλος έχει κατσίκα παχουλή και καλοταϊσμένη βρέξει - χιονίσει, ενώ ο ιδιωτικός θα πρέπει να τραβήξει τα πάνδεινα για να την κρατήσει ζωντανή;

Γιατί ο υπάλληλος της βουλής να έχει κατσίκα που βγάζει γάλα όσο δέκα αγελάδες, ενώ ο υπάλληλος του δήμου που μαζεύει τα σκουπίδια έχει κατσίκα που βγάζει, δεν βγάζει δυο κουβάδες γάλα;

Κάπως έτσι καταλήξαμε στο γεγονός να θέλουμε, αφού εμείς δεν έχουμε κατσίκα, να ψοφήσει και η κατσίκα του γείτονα.

Το θέμα είναι ότι ακόμα και τώρα που οι κατσίκες ψοφάνε η μια πίσω απ΄ την άλλη και μας έχει κόψει η λόρδα, κανείς δεν μπαίνει στην διαδικασία να σκεφτεί και να απαιτήσει δικαιότερη διανομή στα έξοδα και στις κατσίκες.

Έχεις κατσίκα όμορφη και τροφαντή κύριε; Με γεια σου, με χαρά σου. Θα συνεισφέρεις περισσότερο στον κοινό κουμπαρά ώστε να πιούνε γάλα κι αυτοί που δεν έχουν.

Δεν έχεις κατσίκα; Κανέναν πρόβλημα δεν θα συνεισφέρεις τίποτα και θα λάβεις και γάλα για να παραμείνεις ζωντανός μέχρι να βρεθεί κατσίκα και για σένα.

Αυτό είναι το ζητούμενο και όχι το να μείνουμε όλοι χωρίς κατσίκες.


Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2023

Απεβίωσε ο Κωνσταντίνος Γ. Στάθης

 

Απεβίωσε ο συγχωριανός μας Κωνσταντίνος Στάθης την Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2023 σε ηλικία 78 ετών. Ο Κωνσταντίνος Στάθης, του Γεωργίου και της Βάιας, γεννήθηκε στο Βαλτινό το 1945. Παντρεύτηκε με την Γεωργία, το γένος Κων. Ανδρέου και απόχτησαν δύο παιδιά, τον Γεώργιο και την Βάια.


Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2023

ΝΕΡΑ

 

Εκείνο τον καιρό της μεγάλης ένδειας ἠμασταν τόσο πλούσιοι σε νερά, όσο φτωχοί είμαστε σήμερα που μας λείπουν. Οι συχνές βροχές πλημμύριζαν το χωριό κατά τρόπο που πολλές φορές θέλαμε βάρκα για να πάμε από το ένα σπίτι στο άλλο. Το περιγράφει θαυμάσια ο Ζήσης Σκάρος στο διήγημά του «Στον βάλτο για παπιά». Θυμάμαι τη μικρή λιμνούλα ακριβώς μπροστά στο σπίτι μας που γέμιζε νερά το φθινόπωρο και στέγνωνε την άνοιξη. Τα θεμέλια του πλίθινου σπιτιού μας βρέχονταν επικινδύνως. Τι χαρά, όμως, για τις χήνες και τις πάπιες και τι χαρά για τους κυνηγούς που θήρευαν μπροστά στα πόδια τους αγριόχηνες, αγριόπαπιες, κοτσύφια και καλλιμάνες. Θυμάμαι κάποια Χριστούγεννα που ήρθε ο παπάς να ευλογήσει και να εισπράξει την αμοιβή του (συνήθως σε είδος: τσιγαρίδες ή λουκάνικα) και θρηνολογούσε από την αντίπερα όχθη της λιμνούλας, φωνάζοντας τι κρίμα που δεν μπορεί να περάσει με το κατάφορτο γαϊδούρι του για να μας ευλογήσει. «Ευλόγησέ μας από εκεί», του φώναζε ο πατέρας μου. «Δεν πιάνεται από εδώ», απαντούσε ο παπάς, «πρέπει να μπω στο σπίτι». Αλησμόνητες εποχές που σήμερα μας συγκινούν με την ακαταμάχητη νοσταλγία τους. Κι εγώ φοιτητάκος στο πρώτο έτος, μόλις είχα προμηθευτεί με χίλια ζόρια μία φθηνή Lubitel, την έβαζα στο αυτόματο και φωτογραφιζόμουνα σε κάθε γωνιά. Ναρκισσισμοί ή απλώς η χαρά του εργαλείου.

Του Ηλία Κεφάλα

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2023

Με αφορμή δύο επιχρωματισμένων φωτογραφιών


Μέσα σ’ ένα σκηνικό φτιαγμένο από το χρόνο, και όχι από επαγγελματίες διακοσμητές, ο νεαρός μεροκαματιάρης μπακαλόγατος, μοστράρει γεμίζοντας την φιάλη, εκεί στο υπόγειο της μπακαλοταβέρνας, πλάι στα γιοματάρια, στα σακιά, στα δοχεία λαδιού, καταμαρτυρώντας όλη την ατμόσφαιρα της εποχής του ΄50.

Δυο φωτογραφικά στιγμιότυπα, δυο ασπρόμαυρες φωτογραφίες που επιχρωματίστηκαν και έδωσαν εμφατικά την ευκαιρία για μια νοσταλγική ανάκληση στη μνήμη κάποιων βιωματικών στιγμών.

Βρισκόμαστε στη δεκαετία του ΄50, στη δεκαετία της μετανάστευσης. Χιλιάδες Έλληνες πήραν το δρόμο της ξενιτιάς αναζητώντας μια καλύτερη ζωή.

Την εποχή που οι άνθρωποι προσπαθούσαν να ζήσουν και να ευτυχίσουν. Η προσπάθεια όμως για να κερδίσει κανείς την ζωή και την ευτυχία μετατρέπονταν σε σκληρό αγώνα επιβίωσης.

Στην επόμενη φωτογραφία ο ίδιος μεροκαματιάρης, στο μαγειρειό της μπακαλοταβέρνας, ανάμεσα σε μαγειρικά σκεύη, ταψιά, κατσαρόλες και τηγάνια γεμάτα φαγητά, ετοιμάζει την παραγγελία των πελατών.


Δυο φωτογραφικά στιγμιότυπα που εικονίζουν τον συγχωριανό μας Ευάγγελο Τσιγάρα, ο οποίος εργάζονταν το 1955 στην Αθήνα. Δυο στιγμιότυπα που θα μπορούσε ο ίδιος να αναπολήσει γεμάτος νοσταλγία, όχι για να ξαναζήσει αυτές τις στιγμές απλά να νοιώσει τις στιγμές ως μνημόσυνο στη νιότη που πέρασε.


Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2023

Παρουσίαση του βιβλίου «Οι παραδοσιακοί οργανοπαίχτες του Βαλτινού»

 


Στο βιβλίο με τίτλο «Οι παραδοσιακοί οργανοπαίχτες του Βαλτινού», που εκδόθηκε από τις Γραφικές Τέχνες «Δημήτρη Τσιγάρα», γίνεται μια αναφορά για όλους τους παραδοσιακούς οργανοπαίχτες, αυτούς τους ανεπανάληπτους παιχνιδιάτορες, που πλούταιναν την πολιτιστική προίκα του τόπου μας.

Πρόκειται για μια ερευνητική εργασία σε ένα κομμάτι της κοινωνικής ζωής, ξεχασμένο και άγνωστο, καθώς επιχειρείται ο φωτισμός των πλευρών που αφορούν τις ιδιαιτερότητες του επαγγέλματός τους, τον τρόπο ζωής τους και την σταδιακή αλλοτρίωση που υπέστησαν με το πέρασμα και τις αλλαγές των καιρών και των αναγκών.

Η έρευνα για τους παραδοσιακούς οργανοπαίχτες του τόπου μας στηρίχθηκε σε προφορικές και καταγεγραμμένες μαρτυρίες των ίδιων των εμπλεκόμενων επί του θέματος, σε μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν, βίωσαν και είχαν μνήμες από τα μουσικά δρώμενα και τα γεγονότα που εξελίσσονταν στους τόπους των εκδηλώσεων, σε σχετική βιβλιογραφία, αλλά και στην ανάγνωση και ερμηνεία των διαφόρων φωτογραφιών που αποτελούν τους αδιάψευστους μάρτυρες της συλλογικής μας μνήμης.

Στην εισαγωγή του βιβλίου ο συγγραφέας Δημήτρης Τσιγάρας επισημαίνει μεταξύ άλλων τα εξής:

«Οι παραδοσιακοί οργανοπαίχτες έγραψαν την δική τους ιστορία και στιγμάτισαν με την προσφορά τους τα κοινωνικά και πολιτισμικά δρώμενα του τόπου. Αξίζει σ’ όλους αυτούς τους παιχνιδιάτορες, να τους ξαναθυμηθούμε και να τους γνωρίσουμε καλύτερα. Άλλωστε γι’ αυτόν, ακριβώς, το λόγο έγραψα αυτό το βιβλίο. Με την ελπίδα ότι κάποια μέρα θα το διαβάσει έστω και ένας άνθρωπος, που θα ήθελε να γνωρίσει αυτό το κομμάτι της ιστορίας και ξαφνικά να νοιώσει το συναίσθημα της νοσταλγίας και της χαράς, για μια εποχή φορτισμένη από κέφι κι από ευχάριστες αναμνήσεις!

Μόνο αυτή τη δικαίωση προσδοκώ, ένας άνθρωπος να διαβάσει το βιβλίο αυτό και να χαρεί περισσότερο το φως εκείνης της ημέρας!»

Το βιβλίο παρουσιάζεται και διατίθεται ελεύθερα στο διαδίκτυο εδώ.


Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2023

Τα Βαλτσινιώτικα (Αυτοκτόνος με αξιώσεις)

 Έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα

εδώ στα Βαλτσινιώτικα

θα λέμε τον καημό μας,

τα βάσανα, τις πίκρες μας,

τα «ωραία» απ’ το χωριό μας.

Ως Βαλτσινιώτης φίλοι μου βαρέθηκα τη ζήση

κι εναγωνίως ψάχνομαι να βρω μια κάποια λύση,

κι είναι για μένα βάσανο, σαράκι και μανία

να σκέφτομαι τον θάνατο με την αυτοκτονία.

 

Αυτός ο άλλος μου εαυτός ποτέ δεν ησυχάζει

και μες στα τρίσβαθα του νου με σκέψεις με κουράζει.

Να βάλω τέρμα στη ζωή, τέρμα στην αγωνία,

να αποδημήσω εις Κύριον σε ουράνια κοινωνία.

 

Όμως δεν θέλω να πεθάνω όπως πεθαίνουν όλοι

με κρέμασμα ή με πνιγμό, μαχαίρι ή πιστόλι,

θέλω έναν θάνατο γλυκό, τέτοιον που να μ’ αρέσει

να βρω έναν τρόπο έξυπνο την τρέλα να χωρέσει.

 

Να βρω έναν τρόπο μόρτικο, πρωτότυπο πολύ,

τέτοιον που και του θανάτου να σκάσει τη χολή,

τέτοιον που δεν φαντάστηκε κανένας έως τώρα

και ζήτημα να γίνει σ’ ολόκληρη τη χώρα.

 

Μόνο με τέτοιο τρόπο θέλω να αυτοκτονήσω

κι όσος καιρός μου μένει ακόμη για να ζήσω,

τα νύχια μου θα φάω να βρω αυτόν τον τρόπο,

αλλιώς σας βεβαιώνω πως δεν θα μπω στον κόπο.


Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2023

Αλεξανδρινοί βασιλείς Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

 


Μαζεύθηκαν οι Αλεξανδρινοί

να δουν της Κλεοπάτρας τα παιδιά,

τον Καισαρίωνα, και τα μικρά του αδέρφια,

Αλέξανδρο και Πτολεμαίο, που πρώτη

φορά τα βγάζαν έξω στο Γυμνάσιο,

εκεί να τα κηρύξουν βασιλείς,

μες στη λαμπρή παράταξι των στρατιωτών.

 

Ο Αλέξανδρος — τον είπαν βασιλέα

της Αρμενίας, της Μηδίας, και των Πάρθων.

Ο Πτολεμαίος — τον είπαν βασιλέα

της Κιλικίας, της Συρίας, και της Φοινίκης.

Ο Καισαρίων στέκονταν πιο εμπροστά,

ντυμένος σε μετάξι τριανταφυλλί,

στο στήθος του ανθοδέσμη από υακίνθους,

η ζώνη του διπλή σειρά σαπφείρων κι αμεθύστων,

δεμένα τα ποδήματά του μ’ άσπρες

κορδέλες κεντημένες με ροδόχροα μαργαριτάρια.

Αυτόν τον είπαν πιότερο από τους μικρούς,

αυτόν τον είπαν Βασιλέα των Βασιλέων.

 

Οι Αλεξανδρινοί ένιωθαν βέβαια

που ήσαν λόγια αυτά και θεατρικά.

 

Αλλά η μέρα ήτανε ζεστή και ποιητική,

ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό,

το Αλεξανδρινό Γυμνάσιον ένα

θριαμβικό κατόρθωμα της τέχνης,

των αυλικών η πολυτέλεια έκτακτη,

ο Καισαρίων όλο χάρις κι εμορφιά

(της Κλεοπάτρας υιός, αίμα των Λαγιδών)·

κι οι Αλεξανδρινοί έτρεχαν πια στην εορτή,

κι ενθουσιάζονταν, κι επευφημούσαν

ελληνικά, κι αιγυπτιακά, και ποιοι εβραίικα,

γοητευμένοι με τ’ ωραίο θέαμα —


μόλο που βέβαια ήξευραν τί άξιζαν αυτά,

τί κούφια λόγια ήσανε αυτές οι βασιλείες.


Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2023

Η νοσταλγία της νιότης

 

Καθώς περνούν τα χρόνια και στο μέτρο που ο «βίος», τραβώντας την ανηφόρα της καθημερινότητας, παίρνει το πάνω χέρι απέναντι στη «ζωή», αισθανόμαστε την ανάγκη να γυρίζουμε, ολοένα και πιο συχνά, πίσω στον «χαμένο παράδεισο» της νιότης. Είναι κάτι σαν βιωματικό «νόστιμον ήμαρ», που εκδηλώνεται με έντονα τα χαρακτηριστικά της περισυλλογής, καθώς η νιότη γίνεται «εικόνισμα» πάνω στο άυλο «τέμπλο» της μνήμης και των αναμνήσεων. Ενώ μπροστά η «καντήλα» του χρόνου καίει γοργά το λάδι της, ώσπου το φυτίλι ν’ αγγίξει, τρεμοσβήνοντας, το νερό…

Ι. Η νιότη και το παρόν

Αν το καλοσκεφθούμε φθάνουμε, μάλλον εύκολα, στο συμπέρασμα πως πίσω από αυτή την, αυθόρμητη ή και πηγαία συναισθηματικώς, αναδρομή κρύβεται η αδήριτη νοσταλγία της νιότης. Μια νοσταλγία που δεν λέει να χάσει την έντασή της ακόμη και ως προς εκείνους, των οποίων η νιότη ήταν, για διάφορες αιτίες, πραγματικός γολγοθάς ή και ένα είδος μαρτυρίου.

Α. Aραγε τι είναι, κατ’ ουσία και κατά βάθος, αυτή η νοσταλγία της νιότης; Oσο και αν το ερώτημα αυτό φαίνεται να «προστατεύει», από τη φύση του, καλά τα μυστικά του, η απάντηση μοιάζει σχεδόν πρόδηλη: Υπακούοντας σε αυτό το «κέλευσμα» της αναδρομής προς τα χρόνια της νιότης ενδίδουμε στην έλξη που ασκεί, έχοντας σύμμαχο την επανάπαυση, το παρόν ως έκφραση του χρόνου. Eλξη, η οποία οφείλεται στην ακατανίκητη δύναμη του παρόντος –που την ενδυναμώνει μια, οιονεί έμφυτη, «αλαζονεία» της νιότης– να «εκμεταλλεύεται», χωρίς μεγάλες αναστολές, τα εμπειρικά εφόδια του χθες και να «περιθωριοποιεί», μ’ έκδηλη έπαρση, τη δημιουργική αξία του αύριο. Μια δύναμη που, υπ’ αυτά τα δεδομένα, δεν φαίνεται διατεθειμένη να υποχωρήσει μπροστά στα ενδεχόμενα εμπόδια αποτροπής καθώς κατευθύνεται ακάθεκτη προς τον στόχο της, ο οποίος κατατείνει σε μια «εκμηδένιση» του χρόνου.

Β. Κάπως έτσι το έχει περιγράψει –όποια ερμηνεία και αν επιλέξει κανείς γι’ αυτούς τους, κυριολεκτικώς μοναδικούς, στίχους του– ο μεγάλος «προφήτης ποιητής» του 20ού αιώνα, ο T.Σ. Ελιοτ στα «Τέσσερα Κουαρτέτα» (1941). Συγκεκριμένα δε στο πρώτο, «Burnt Norton», το οποίο δημοσιεύθηκε αρχικώς το 1936 και αρχίζει με την εξής, ανεπανάληπτα αποφθεγματική, «διαπίστωση» (σε μετάφραση Τάκη Κουφόπουλου, ψηφιακή έκδοση, 2018): «Χρόνος παρών και χρόνος παρελθών/ Είναι ίσως και οι δύο παρόντες στον χρόνο τον μέλλοντα,/ Και ο μέλλων χρόνος περιέχεται στον παρελθόντα χρόνο./ Αν όλος ο χρόνος είναι αιώνια παρών/ Ολος ο χρόνος παραμένει ανεξαργύρωτος./ Ο,τι θα μπορούσε να ήταν είναι μια αφαίρεση/ Που παραμένει αέναη δυνατότητα/ Μόνο σε έναν κόσμο εικασιών. Ο,τι θα μπορούσε να ήταν και ό,τι ήταν/ Τείνουν προς ένα τέλος, που είναι πάντοτε παρόν».

ΙΙ. Η διάσταση του χρόνου

Κατά τη διαδρομή της Ποίησης μέσα στους αιώνες υπάρχουν –έστω και λίγα, και αυτό είναι ευχερώς εξηγήσιμο– «ειδυλλιακά μονοπάτια», που ακολουθώντας τα ο ποιητής φθάνει στην «επικράτεια» της Φυσικής, κατά την πορεία της να εξηγήσει τον Κόσμο.

Α. Τέτοιο κλασικό, ίσως το πρώτο τόσο αντιπροσωπευτικό, ποιητικό παράδειγμα μας έχει παραδώσει ο Ρωμαίος Τίτος Λουκρήτιος Κάρος, στο «De Rerum Natura» («Περί Φύσεως»), που εκτείνεται σε 7.415 στίχους και γράφτηκε περί τα μέσα του πρώτου αιώνα π.Χ. Στο ποίημά του αυτό ο Λουκρήτιος, «περπατώντας» στον αθηναϊκό «Κήπο» του Επικούρου –όπως «άνθιζε» στο τέλος του 4ου αιώνα π.Χ.– «συνάντησε» τον φιλόσοφο των Αβδήρων, τον Δημόκριτο, για το σύνολο της σκέψης του οποίου πολύ λίγα, δυστυχώς, γνωρίζουμε και σήμερα. Ευτυχώς, μέσ’ από τους στίχους του «Περί Φύσεως», που σώθηκαν τυχαία, ο Λουκρήτιος μας οδηγεί, δευτερογενώς βεβαίως αλλά με σχετική ασφάλεια, στις «ατραπούς» της Ατομικής Θεωρίας του Δημοκρίτου. Και εκεί ανακαλύπτουμε ότι ο Κόσμος μας –αλλά και αμέτρητοι άλλοι κόσμοι– συντίθεται από τις πιο μικρές μονάδες της ύλης, τα άτομα. Τα οποία αψηφούν τον νόμο της φθοράς και ανακυκλώνονται ακατάπαυστα, πλάθοντας αενάως τις «μορφές» που συγκροτούν αυτό, το οποίο αποκαλούμε «Σύμπαν».

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2023

ΛΙΖΑ

 

Πάντα στο σπίτι μας ήμασταν φιλόζωοι. Όσο είχαμε ζώα δηλαδή. Εδώ χαϊδολογιέμαι με το τελευταίο μας σκυλί, τη Λίζα. Είχε άδοξο τέλος η καημένη και την κλάψαμε πικρά όλοι μας σαν άνθρωπο. Για κακή της τύχη η περιοχή μας ‒μεσούσης της Απριλιανής δικτατορίας‒ εντάχθηκε στην ευρύτερη κυνηγητική περιοχή του νομού, στην οποία έκαναν κουμάντο κατά το δοκούν οι διορισμένοι θηροφύλακες. Ένας από αυτούς πυροβόλησε και σκότωσε προληπτικά τη σκυλίτσα μας, για να μην έχουν κίνδυνο τάχα τα πουλιά, αυτά τα πουλιά που τα μεγάλωναν και τα προόριζαν για να τα σκοτώνουν οι κυνηγοί. Ήθελα τόσο πολύ να πάρω την υπόθεση στα χέρια μου, ν’ αρπάξω τον θηροφύλακα από τον λαιμό, αλλά όταν δεν έχεις πειράξει ούτε μύγα στη ζωή σου, πώς να διεκπεραιώσεις ένα τόσο μεγαλεπήβολο σχέδιο; Το έκανα όμως δυο-τρεις φορές τη μέρα μόνο με το μυαλό μου. Αξέχαστη Λίζα μας…

Του Ηλία Κεφάλα


Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2023

Το ψαράκι και το καναρίνι

 

Του Δημήτρη Τσιγάρα

Κάποτε σε μια ελληνική ακρογιαλιά ζούσε ένα ψαράκι.

Το καλοκαίρι έκανε τις βόλτες του αμέριμνο και αναζητούσε την τροφή του κοντά στα βράχια.

Έβλεπε τον κόσμο έξω από το νερό και γεμάτο περιέργεια αναρωτιόταν: «πως θα ήταν άραγε, εκεί έξω η ζωή»;

Μια μέρα, εκεί που κολυμπούσε και βυθιζόταν σε διάφορες σκέψεις, καθώς παρατηρούσε τον κόσμο γύρω του, άκουσε ένα υπέροχο μελωδικό κελάηδισμα. Μέχρι τότε είχε ακούσει μόνο τους μονότονους ήχους των τζιτζικιών, τον παφλασμό των κυμάτων πάνω στα βράχια και κάποτε το τραγούδι κάποιας νεράιδας.

Όμως αυτό το κελάηδισμα ήταν τόσο σαγηνευτικό που πλησίασε κοντά στη στεριά για να το ακούσει καλύτερα.

Και πράγματι, λίγα μέτρα από τη στεριά, πάνω σε ένα κλαράκι είδε να κάθετε ένα όμορφο πουλάκι, ένα καναρίνι και να κελαηδάει υπέροχα.

«Αχ τι υπέροχα που τραγουδάς», είπε το ψαράκι, αφού καλημέρισε το καναρίνι. «Δεν έχω ξανακούσει μελωδικότερο κελάηδισμα και ομορφότερη μουσική από τη δική σου»!

«Σε ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια», είπε το καναρίνι έκπληκτο, «αλλά κι εγώ δεν έχω ξανακούσει πιο γλυκά, αυθόρμητα και κολακευτικά λόγια από τα δικά σου»! και χωρίς να το καταλάβουν, το καναρίνι με το ψαράκι, πιάσανε την κουβέντα και γίνανε οι καλύτεροι φίλοι.

Από τότε, κάθε μέρα το ψαράκι κολυμπούσε εκεί κοντά στα βράχια, όπου ερχόταν και ο φίλος του, το καναρίνι και συζητούσανε διάφορα.

Το καναρίνι του μίλαγε για τη μουσική, για τις ομορφιές της φύσης και του ’λεγε διάφορες ιστορίες για τα άλλα πουλιά και ζώα του δάσους…

Αλλά και το ψαράκι πάλι, του έλεγε κι αυτό διάφορες ιστορίες για το βυθό της θάλασσας, για τα διάφορα άλλα είδη ψαριών, για τις γοργόνες, για τα ταξίδια των  ναυτικών…

Το καναρίνι έβλεπε και θαύμαζε τον τρόπο που κολυμπούσε το ψαράκι και εκτιμούσε πολύ τη «σιγή ιχθύος» του. Αλλά και το ψαράκι θαύμαζε τον τρόπο, που πετούσε το καναρίνι και το γλυκό κελάηδημά του.

«Αχ τι όμορφα που πετάς, και τι υπέροχη, γλυκιά φωνή που έχεις», έλεγε το ψαράκι, «πόσο θα ήθελα κι εγώ να πετάω και να κελαηδάω έτσι».

«Μπα! δεν είναι δα και τόσο δύσκολο», έλεγε το καναρίνι και του έδειχνε τον τρόπο πώς να πετάει και πώς να κελαηδάει.

Το ψαράκι προσπαθούσε να μιμηθεί το καναρίνι στο κελάηδισμα και το μόνο που κατάφερνε ήταν να δημιουργεί κάποιες μπουρμπουλήθρες. Πηδούσε και έξω από την επιφάνεια του νερού μήπως και καταφέρει να πιάσει το «πέταγμα», αλλά μάταια, η κατάληξη ήταν πάλι ένα απλό μακροβούτι.

«Δεν πειράζει», έλεγε το καναρίνι, «μην απογοητεύεσαι, μπορεί να μη μπορείς να κελαηδήσεις και να πετάξεις, όπως εγώ, όμως εσύ κολυμπάς θαυμάσια και απολαμβάνει τη ζωή σου στο νερό. Άλλωστε όλοι μας πάντα επιθυμούμε τις ικανότητες των άλλων όσο κι αν  εκείνες μας απορρίπτουν, και σπάνια έχουμε τη δυνατότητα να διαλέγουμε τα προβλήματα εμείς, εκείνα μας επιλέγουν. Κι εγώ, δεν σου κρύβω ότι θα ήθελα πάρα πολύ να κολυμπάω όπως εσύ»!

«Μα! δεν είναι και τόσο δύσκολο να κολυμπάς», είπε το ψαράκι και έδειξε στο καναρίνι με ένα μακροβούτι, πώς να κολυμπάει.

Το καναρίνι για να μη χαλάσει το χατίρι του φίλου του, προσπάθησε και αυτό να μιμηθεί το ψαράκι, έβαλε το κεφαλάκι του στο νερό, αλλά αμέσως το ξανάβγαλε κουνώντας το δεξιά κι αριστερά, τινάζοντας από πάνω του το νερό.

«Ουφ!!! Άσε! καλύτερα να ασχολούμαστε με αυτά που μας χάρισε η φύση και να αξιοποιούμε τις ικανότητές μας, παρά να προσπαθούμε να παραβιάζουμε την φύση μας. Μπορούμε να συνυπάρχουμε και να ομορφαίνουμε τον κόσμο ο καθένας από την μεριά του».

Έτσι, με αυτά και άλλα, ο καιρός περνούσε ευχάριστα. Ο καθένας με τα χαρίσματα και τις ικανότητές του, αλλά και με τις αδυναμίες του, συνέβαλε στην δημιουργία μιας όμορφης φιλίας και μιας ευτυχισμένης ζωής.

Κάθε μέρα που περνούσε ήταν μια όμορφη μέρα γιατί ζούσαν μαζί.

Είχαν μάθει σχεδόν τα πάντα ο ένας για τον άλλον. Είχαν κατανοήσει τη διαφορετική φύση τους και ο ένας θαύμαζε, σέβονταν και εκτιμούσε τον άλλον.

Ήταν πλέον ερωτευμένοι και ο ένας ζούσε για τον άλλον.

«Μα η μοίρα κυβερνά

κι όλα τούμπα τα γυρνά

εμποδίζει η επιτρέπει

τις χαρές και τα δεινά

ότι θέλει ανατρέπει

και τανάπαλι ξανά.»

Πέρασε το καλοκαίρι, ήρθε το Φθινόπωρο, και μια μέρα το καναρίνι δεν φάνηκε στο συνηθισμένο ραντεβού τους.

Το ψαράκι περίμενε όλη τη μέρα, αλλά ο φίλος του δεν φάνηκε και ανησύχησε.

«Κάτι θα του έτυχε», είπε από μέσα του, «θα τα πούμε αύριο, δεν χάλασε ο κόσμος».

Όμως το καναρίνι δεν φάνηκε, ούτε την επόμενη ημέρα, ούτε την μεθεπόμενη.

Το ψαράκι ανήσυχο και λυπημένο έκοβε βόλτες και περίμενε καρτερικά μήπως φανεί ο φίλος του.

Σκέφτονταν, μήπως του έτυχε κάτι κακό, μήπως βρήκε άλλον φίλο και πρόδωσε έτσι, χωρίς εξηγήσεις, τη φιλία τους. Και τι δεν περνούσε από το μυαλό του…

Ρωτούσε κάτι γλαροπούλια μήπως είδαν το φίλο του πουθενά, ρωτούσε κάτι χελιδόνια, κάτι σπουργίτια, αλλά δυστυχώς η απάντηση ήταν πάντα αρνητική.

Και κάθε μέρα περίμενε στο ίδιο σημείο να φανεί ο φίλος του.

Όμως μάταια περίμενε, το καναρίνι δεν ξαναφάνηκε ποτέ πια.

Ήταν τόσο μεγάλη η λύπη του, για την απώλεια του φίλου του, που, έκλεγε σιωπηλά και ασταμάτητα. Αφού από τα δάκρυά του ανέβηκε η στάθμη της θάλασσας σχεδόν ένα μέτρο.

Το ψαράκι τώρα είχε πέσει σε μελαγχολία και δεν έβρισκε κανένα νόημα στη ζωή του. Όμως διατηρούσε μια κρυφή ελπίδα προσμονής μέσα στην καρδιά του, πως κάποτε θα ξανασυναντούσε το φίλο του. Μια κρυφή ελπίδα και ταυτόχρονα ένα φόβο για τη μοναξιά. Και η ελπίδα αυτή ήταν ζωτικής σημασίας για την ίδια την ύπαρξή του. Όπως είναι ζωτική για όλους όσους βιώνουν τη μοναξιά, αλλά ελπίζουν πως κάποτε θα ξεφύγουν από αυτή.

Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, μια μέρα εντελώς απρόσμενα συνειδητοποιεί ότι είναι περικυκλωμένο από τα δίχτυα ενός ψαρά.

Έτσι λοιπόν βρέθηκε μέσα στη βάρκα αιχμάλωτο να σπαρταρά στα δίχτυα.

Ο ψαράς το ξέπλεξε από τα δίχτυα του και το έριξε μέσα σε έναν κουβά με νερό.

Τώρα, τι έγινε… και πως βρέθηκε το ψαράκι μέσα σε ένα γυάλινο ενυδρείο; Ούτε που ξέρω!

Πάντως το ψαράκι βρέθηκε τώρα να κολυμπάει μέσα σε ένα γυάλινο ενυδρείο στο σπίτι ενός φιλόζωου.

«Μα η μοίρα κυβερνά

κι όλα τούμπα τα γυρνά

εμποδίζει η επιτρέπει

τις χαρές και τα δεινά

ότι θέλει ανατρέπει

και τανάπαλι ξανά.»

Μέχρι να ξεζαλιστεί, να συνέλθει και να συνηθίσει στο καινούργιο περιβάλλον του, άκουσε το γνώριμο κελάηδισμα του φίλου του και αναρίγησε.

Έκθαμβο το ψαράκι αντίκρισε απέναντί του το καναρίνι μέσα σε ένα κλουβί να κελαηδάει και να φτερουγίζει χαρούμενο για την απροσδόκητη συνάντηση.

Από τη χαρά του λαμπύριζαν στο σώμα του όλα τα χρώματα της ίριδας.

Πρώτη φορά είδα ψαράκι να χαμογελάει.

Η μοίρα το έφερε έτσι και οι δύο φίλοι ξαναέσμιξαν κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Τώρα ζούσανε οικόσιτοι και περιορισμένοι μέσα σε ένα δωμάτιο, το ψαράκι μέσα σε ένα ενυδρείο και το καναρίνι μέσα σε ένα κλουβί.

Όμως ο περιορισμένος κόσμος τους φάνταζε  απέραντος, γιατί ήταν πάλι μαζί.

Τώρα πλέον δεν φοβόταν τίποτα, δεν ήλπιζαν τίποτα και δεν τους αφορούσε η στέρηση της ελευθερίας τους, γιατί ήταν μαζί και είχαν τη συντροφικότητα.

Όταν  στην αιχμαλωσία εμπεριέχεται το νόημα της ζωής, τότε η έννοια της ελευθερίας χάνει το νόημά της. Άλλωστε την ατομική ελευθερία του πνεύματος και της σκέψης τους δεν την στερούνταν.

Από τότε, μέσα στο σπίτι αυτού του φιλόζωου ανθρώπου κυριαρχούσε σε απόλυτη αρμονία η μελωδικότητα από το κελάηδισμα του καναρινιού με την σιωπηλή, γαλήνια και ήρεμη «σιγή ιχθύος» του ψαριού.

Μόνο κάτι μπουρμπουλήθρες, και κάτι φάλτσα κάπου - κάπου διατάραζαν αυτή την επικοινωνιακή γαλήνη κι ευτυχία!


Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2023

Ένα παιδί σαν το Χριστό

 

Ένα παιδί σαν το Χριστό,

ένα μικρό αλάνι

πού ’χει φτερά σαν τον αητό

κι ακάνθινο στεφάνι.

 

Ένα παιδί του θανατά,

ένα αθώο μορτάκι

ανέβηκε στον Γολγοθά

και χόρεψε συρτάκι.

 

Το μερτικό του απ’ τη χαρά

του στέρησε η μοίρα

και του ’δωσε απλόχερα

κώνειο, χολή και μπίρα.

 

Άννας, Καϊάφας δικαστές

κι οι Πόντιοι Πιλάτοι

του ’δωσαν όνομα, «Σταύρο»

κι έναν σταυρό στη πλάτη.


Πουλί στ’ αγέρι και βορά

σαν βγαίνει στο σεργιάνι

έχει σπασμένα τα φτερά

τον ήλιο δεν τον φτάνει.


Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2023

Τα Βαλτσινιώτικα

Έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα

εδώ στα Βαλτσινιώτικα

θα λέμε τον καημό μας,

τις πίκρες μας, τα βάσανα,

τ’ άσχημα απ’ το χωριό μας.

 

Ο Βαλτσινιώτης κάθονταν

και έπληττε μια μέρα,

 φιλοσοφείν στοχαστικώς

κοπανιστόν αέρα.

 

Σε σκέψεις αφαιρέθηκε,

σε βάθος πολύ βρέθηκε

κι αφού το πολυσκέφτηκε

κουράστηκε, βαρέθηκε.


Έφαγε, καρδάμωσε,

έκλασε και ρεύτηκε

κι ύστερα κοιμήθηκε

ο δόλιος κι ονειρεύτηκε.


«Να ποτίσω;» ρώτησε.

Ρώτησε και πότισε,

βράχηκε, λασπώθηκε

κι έτσι συναχώθηκε.

 

Και μετά απ’ όλα αυτά

πυρετοί και εμετά…

Τότε χειροτέρεψε

δεν έτρωγε και έρεψε.

 

Και όταν το ρολόι του

στον τοίχο τρεις αντήχησε

«Τι το ’θελα το πότισμα;»,

είπε και ξεψύχησε.


Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2023

Καταστροφική φωτιά σε σπίτι πενταμελούς οικογένειας στο Βαλτινό

 

Παραμονή πρωτοχρονιάς, μια οικογένεια στο Βαλτινό είδε τις φλόγες να καταστρέφουν την στέγη, τμήμα της οικοσκευής και υποδομές της οικίας της. Αμέσως σήμανε συναγερμός στην Πυροσβεστική Υπηρεσία Τρικάλων και στο σημείο έσπευσαν 3 Πυροσβεστικά οχήματα με το αντίστοιχο δυναμικό πυροσβεστών για την κατάσβεσή της.

Η φωτιά, ξεκίνησε από ξυλολέβητα που βρίσκεται σε μικρό χώρο, κολλητά στο σπίτι, επεκτάθηκε πολύ γρήγορα στη σκεπή του σπιτιού και οι πυροσβέστες φτάνοντας έγκαιρα στο σημείο, ανέβηκαν από τη σκεπή στο εσωτερικό και περιόρισαν αμέσως τη φωτιά αλλά ένα μέρος της ψευδοροφής καταστράφηκε εντελώς, ενώ έπαθαν ζημιές και δωμάτια.

 

Ο Δήμος Τρικκαίων και η τοπική κοινωνία του Βαλτινού έδειξαν την ουσιαστική τους στήριξη στην οικογένεια, που πήρε φωτιά το σπίτι τους..

Σύμφωνα με σχετική ενημέρωση, ο Δήμος Τρικκαίων, η e-trikala ΑΕ και οι κάτοικοι του Βαλτινού στήριξαν και στηρίζουν την οικογένεια από το χωριό του Δήμου, που λίγες ώρες πριν την αλλαγή του χρόνου, είδε να καίγεται το σπίτι τους. Το βράδυ του Σαββάτου 31 Δεκεμβρίου 2022 η οικογένεια του Κώστα και της Ζωής, διαπίστωσαν την πυρκαγιά στο σπίτι. Με ειδοποίηση από το πρόεδρο Δημήτρη Σταμούλη, κάτοικοι προσέτρεξαν για βοήθεια, μέχρι να μεταβεί στο χωριό η Πυροσβεστική Υπηρεσία και να κατασβήσει την πυρκαγιά. Η οποία όμως πρόλαβε και σε λίγη ώρα κατέστρεψε τη στέγη, τμήμα της οικοσκευής και υποδομές.

Την επομένη, ο Δήμαρχος Τρικκαίων Δημήτρης Παπαστεργίου και ο πρόεδρος της e-trikala Γιάννης Κωτούλας μετέφεραν στους πληγέντες τη στήριξη του Δήμου και την αγάπη της Αλίκης και των Ξωτικών του Μύλου, αναλαμβάνοντας την επισκευή που χρειάζονται οι υποδομές του σπιτιού και η στέγη.

Στο μεσοδιάστημα, πάλι η κοινωνία του χωριού βοήθησε στο να απομακρυνθούν καμένα υλικά. Επίσης, όπως γνωστοποίησε ο πρόεδρος, Δημήτρης Σταμούλης, ήδη καταβάλλεται προσπάθεια και για συγκέντρωση ειδών και ποσού για τις πρώτες ανάγκες, καθώς η οικογένεια προς το παρόν διαμένει σε άλλον χώρο.

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2022

Ο Δήμος Τρικκαίων τίμησε τον Κώστα Κατσαρό για την προσφορά του στον Δήμο και την πόλη

 


Ο Κώστας Κατσαρός, τ. γενικός διευθυντής του Δήμου και επί χρόνια διευθυντής των Τεχνικών Υπηρεσιών, τιμήθηκε το απόγευμα της Πέμπτης 29 Δεκεμβρίου 2022 από τον Δήμο Τρικκαίων. Σε μια λιτή μεν, έμπλεη μηνυμάτων και μνήμης, δε, τελετή, ο Δήμαρχος Τρικκαίων Δημήτρης Παπαστεργίου απένειμε την τιμητική πλακέτα στον κ. Κατσαρό «για την 35ετή, πολύπλευρη, άοκνη και πολύτιμη συνεισφορά του στη λειτουργία του Δήμου Τρικκαίων».
Ο κ. Παπαστεργίου ανέτρεξε σε προσωπικές θύμησες από τον κ. Κατσαρό, χαρακτηρίζοντάς τον, δε, ως «δεύτερο πατέρα». Έδωσε έμφαση στην προσφορά του στα έργα του Δήμου Τρικκαίων από το 1975 και εντεύθεν, καθώς και στην παρουσία του ως γενικού διευθυντή του Δήμου (η θέση δεν υφίσταται ήδη από το 2010). Αναφέρθηκε, δε, στη βιβλιογραφική του προσφορά, με το έργο του «Εργοτεχνική Ιστορία των Τρικάλων» και στις λογοτεχνικές του ανησυχίες.
Ο κ. Κατσαρός, καθήμενος ξανά στα έδρανα του Σώματος, ανέτρεξε στην πρόσληψή του στον Δήμο Τρικκαίων στις 23 Απριλίου 1975, λίγο πριν την ορκωμοσία των πρώτων μετά τη δικτατορία εκλεγμένων δημοτικών αρχών, τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς.
Αναφέρθηκε στις επιρροές του για την κατασκευή της αίθουσας που φιλοξενεί τις συνεδριάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου Τρικκαίων, ενώ αναφέρθηκε με θερμά λόγια στην προηγηθείσα βράβευση αθλητών/τριών από το Κληροδότημα Παληχωρίδη, ως «την καλύτερη τελετή που βίωσα στο Δημαρχείο», αιτιολογώντας τη, με τη σύζευξη και συνάντηση διαφορετικών γενεών. Ακολούθως και ο ίδιος αναφέρθηκε στο βιβλίο του, με την υπόμνηση της πορείας του Δήμου Τρικκαίων.
Από την πλευρά της αντιπολίτευσης, ο Κώστας Κρεμμύδας τον χαρακτήρισε ως «θρύλο», ο Γιώργος Καΐκης ως «τον ευγενή κύριο Κώστα», ενώ παρέμβαση έκανε ο αντιδήμαρχος Τάκης Παζαΐτης και η νυν διευθύντρια της Τεχνικής Υπηρεσίας κ. Θεοδώρα Σαργιώτη.



Από το γραφείο Τύπου

 

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2022

ΕΥΧΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΒΑΛΤΙΝΟΥ

 


ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΛΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

ΜΕ ΥΓΕΙΑ, ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ ΣΕ ΟΛΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2022

«Η Μαμή κι οι Καλικάντζαροι» Παιδικές μνήμες

 


Του Θανάση Ζαμπακά

 

Εν Βαλτινώ, τη Παραμονή Χριστουγέννων κάποιας χρονιάς τη δεκαετία του ΄60.

Αφού κάναμε μπάνιο στο σκαφίδι εγώ και η αδερφή μου, φορέσαμε τα φτωχικά μας, αλλά καθαρά ρούχα και το βραδάκι της παραμονής μαζευτήκαμε γύρω από το τζάκι για να ζεσταθούμε. Η μάνα, μας έφτιαξε και μας έδωσε, για βραδινό, ζεστό χαμομήλι με φρέσκο ζυμωτό ψωμί στη γάστρα, καθώς νηστεύαμε και την επόμενη μέρα θα πηγαίναμε στην εκκλησία για να μεταλάβουμε.

-«Άντε καθίστε φρόνημα και η γιαγιά θα σας πει ένα παραμύθι», μας είπε.

Εμείς μαζευτήκαμε στο κρεβάτι και κουρνιάσαμε κάτω από την φλοκάτη.

Η γιαγιά έφτιαξε για λίγο τη φωτιά με τη μάσια, πήρε το ξύλινο σκαμνάκι, έκατσε κι άρχισε να μας διηγείται το παραμύθι.

-«Μια φορά κι ένα καιρό, τέτοιες μέρες Χριστουγέννων, οι καλικάντζαροι ανέβαιναν στον πάνω κόσμο κι έκαναν διάφορες ζαβολιές, πείραζαν τον κόσμο, έκαναν ζημιές, και βρόμιζαν τον τόπο. Ένα βράδυ λοιπόν, που η γυναίκα του Τραγοπόδη αρχικαλικάντζαρου, η Πικασόμπρα,  ήταν έγκυος, την έπιασαν οι πόνοι και ήταν έτοιμη να γεννήσει».

-«Αχ τι θα κάνουμε τώρα, νυχτιάτικα, που θα βρούμε μαμή να ξεγεννήσει;» αναφώνησε ανήσυχος ο καλικάντζαρος.

-«Ξέρω εγώ μια μαμή στο άλλο χωριό», πετάγεται και λέει ο παγανός Τρικλοπόδης.

-«Τρεχάτε να την φέρετε γρήγορα εδώ», διέταξε ο αρχικαλικάντζαρος.

Οι καλικάντζαροι έγιναν αέρας και έφτασαν στο σπίτι της μαμής, στο άλλο χωριό, και άρχιζαν να φωνάζουν.

-«Ε μαμή, Ε μαμηηή βγες έξω».

 

Που να βγει έξω η μαμή.

-«Αυτοί όλο ζαβολιές και ζημιές κάνουν, που να μπλέκουμε τώρα», είπε σιγανά στον άντρα της.

-«Βγες έξω είναι ανάγκη να ξεγεννήσεις την καλικαντζαρού» ακούστηκε πάλι μια φωνή από τους καλικάντζαρους.

Τι να κάνει κι η μαμή, άνοιξε σιγά σιγά την πόρτα και είδε ένα τσούρμο από καλικαντζαραίους.

-«Έλα γρήγορα να ξεγεννήσεις την καλικαντζαρού και θα σε χρυσώσει ο αρχηγός μας», είπε ένας καλικάντζαρος.

-«Πώς να ρθώ με ένα γόνα χιόνι έξω;» είπε η μαμή.

-«Θα ζέψουμε το κάρο» είπαν οι καλικάντζαροι.

-«Μπά, φοβάται το άλογο τη νύχτα…», είπε ο άντρας της μαμής, αλλά χωρίς να προλάβει να αποσώσει την κουβέντα του, οι καλικάντζαροι είχαν ζευτεί οι ίδιοι στο κάρο και περίμεναν την μαμή.

Έτσι λοιπόν, ανέβασαν την μαμή στο κάρο και τράβηξαν για το σπίτι του αρχικαλικάτζαρου.

-«Καλώς την κυρά μαμή», είπε ο τραγοπόδης, «έλα κι αν με βγάλεις αρσενικό παιδί θα σε γεμίσω με χρυσάφι και καλούδια, αν όμως με βγάλεις θηλυκό, αλλοίμονό σου!»

Βλέπετε, ο έρμος ο Παγανός, όλο κορίτσια έκανε.

Μπαίνει λοιπόν η μαμή στο διπλανό δωμάτιο και ξεγέννησε την καλικαντζαρού.

Έλα όμως, που το παιδί ήταν πάλι κορίτσι!

-«Αχ, τι κάνουμε τώρα;» συλλογίστηκε η μαμή.

Όμως η καλικαντζαρού, η Πικασόμπρα, που ήταν καλόψυχη, αναγνώρισε τη βοήθεια της μαμής, και της είπε:

-«Φτιάξε με το κερί ένα «τσουτσούνι» και φέρτο να το κολλήσουμε στα σκέλια του παιδιού για να ξεγελάσουμε τον Τραγοπόδη, μέχρι να το καταλάβει θα έχετε επιστρέψει στο σπίτι σας».

Έτσι και έγινε. Βγαίνει μετά η μαμή από το δωμάτιο και φωνάζει:

-«Αγόρι, αγόρι, να σας ζήσει!»

Τρέχει, ο Τραγοπόδης, μέσα στο δωμάτιο, κοιτάζει καλά το παιδί, βλέπει το τσουτσούνι και λέει:

-«Μπράβο κυρά μαμή, μ’ έβγαλες αρσενικό!»

Φόρτωσε μετά το κάρο της κυρά μαμής, με λίρες και καλούδια και είπε στους καλικάντζαρους να την πάνε στο σπίτι της.


Τα παγανά ζεύτηκαν πάλι στο κάρο και κίνησαν για το σπίτι της κυρά μαμής. Στο δρόμο άρχισαν τρικούβερτο, γλέντι, χόρευαν, χοροπηδούσαν, έκαναν σφούρλες και τραγουδούσαν:

«Το ζιοζιό, το ζιοζιό - Γιούργια, φούργια, γιούργια, φούργια - Πατ κιουτ τσιφ τσαφ».

Την άλλη μέρα, στο σπίτι του τραγοπόδη, την ώρα που αλλάζανε πάνες στο μωρό, έπεσε το τσουτσούνι και ο αρχικαλικάντζαρος είδε το παιδί που ήταν θηλυκό και κατάλαβε την κατεργαριά της μαμής. Θύμωσε τόσο πολύ ο Τραγοπόδης και αγριεμένος φώναξε και διέταξε τους καλικαντζαραίους:

-«Να πάτε στο σπίτι της μαμής να το γκρεμίσετε και να φέρετε πίσω τις λίρες και όλα τα καλούδια».

Η μαμή με τον άντρα της έδεσαν το σκύλο στο κοτέτσι, κλειδαμπάρωσαν τις πόρτες, έκλεισαν και τα κανάτια (πατζούρια), έκαιγαν τα γουρνοτσάρουχα, που η μυρωδιά τους διώχνει τους καλικάντζαρους, κι έριχναν συνέχεια ξύλα και θυμίαμα στο τζάκι.

Ε, ρε και σαν έφτασαν οι καλικάντζαροι, και τι δεν έκαναν για να μπουν μέσα στο σπίτι της κυρά μαμής.  Περπατούσαν στα κεραμίδια, κατουρούσαν από πάνω, έριχναν χιόνι στην καμινάδα για να σβήσουν τη φωτιά…

-«Κλείσε και την κλειδαρότρυπα», είπε στον άντρα της η μαμή, «γιατί ο Ψιλοβελώνης και ο Τρίχας περνάνε από τις κλειδαριές και τις χαραμάδες».

Όλη τη νύχτα βαρούσαν χτυπούσαν, έκαναν ζημιές, αλλά μόλις ξημέρωσε έφυγαν, γιατί οι καλικάντζαροι κυκλοφορούν μόνο την νύχτα.

Και όσο μας τα έλεγε αυτά η γιαγιά, όλο και τρυπώναμε κάτω από τη φλοκάτη εμείς.

-«Κι άμα έμπαιναν μέσα οι καλικάτζαροι, τι έπρεπε να κάνατε για να τους διώξετε γιαγιά; λέγαμε κυριευμένοι από το φόβο εμείς.

-«Α, τους δίναμε το κόσκινο να μετρήσουν τις τρύπες και μέχρι να τις μετρήσουν, γιατί λάθευαν κιόλας, ξημέρωνε κι έφευγαν χωρίς να μας πειράξουν. Τα Φώτα έφευγαν κυνηγημένοι από τον παπά μέχρι να γυρίσουν του χρόνου, και φωνάζανε: «Φεύγετε να φεύγουμε, έρχεται ο παπάς με την βρεχτούρα και την αγιαστούρα».

-«Και μετά και μετά» ανυπομονούσαμε εμείς.

-«Μετά πέρασα κι εγώ από εκεί, πήρα παπούτσια από χαρτί, έπιασε βροχή κι έλειωσαν κι αυτά. Άντε τώρα κοιμηθείτε γιατί αύριο θα πάμε στην εκκλησία πρωί-πρωί».

Την άλλη μέρα ξυπνήσαμε πρωί –πρωί από τις φωνές της γιαγιάς.

«Βγάτει βγάτει όξου να ιδείτε χιόνι!»

Πεταχτήκαμε έξω κι αρχίσαμε να παίζουμε με το χιόνι. Ο πατέρας μου άνοιγε δρόμο μ’ ένα φτυάρι από την αυλή μας μέχρι τον δρόμο.

-«Άντε τώρα μπείτε μέσα γρήγορα», είπε η γιαγιά, «πρέπει να πάμε πρώτοι στην εκκλησία», (καθότι ήταν καντηλανάφτισσα για χρόνια στην εκκλησία).

Ντυθήκαμε, γρήγορα φορέσαμε και τις γαλότσες μας πήραμε και ένα τσιολάκι επάνω μας, να μας προφυλάσσει από το χιόνι, βάλαμε από κάτω και τα ξαδέρφια μας τη Βάσω και τον Στέλιο και μπροστά η γιαγιά, πίσω εμείς κινήσαμε το δρόμο για την εκκλησία.

Εγώ παρατηρούσα δίπλα από τον ντορό που άνοιγε η γιαγιά, κάτι μικρές πατημασιές.

-«Ε γιαγιά, τι είναι αυτές οι πατημασιές;» φώναξα.

-«Ξέρω γω, μπορεί να είναι κι από τα καρκατζάλια», είπε η γιαγιά.

Μας έπιασε ένας φόβος, φτερά έβγαλαν τα πόδια μας…, ούτε που καταλάβαμε πότε φτάσαμε στην εκκλησία.

Εκεί ακούσαμε το «Χριστός γεννάται», «Η παρθένος σήμερον» και λίγο πριν το τέλος της λειτουργίας μεταλάβαμε.

Τελειώνοντας η λειτουργία ο παπα-Χρήστος έβγαλε κήρυγμα και μεταξύ άλλων στο τέλος είπε: «Να βγάλετε από μέσα σας τους καλικάντζαρους και να αγαπήσετε αλλήλους. Χρόνια πολλά!»

Πήραμε το αντίδωρο από του παπά το χέρι και κινήσαμε για το σπίτι.

Εγώ στο δρόμο κοίταζα από δίπλα τις πατημασιές και έλεγα με το μυαλό μου: «λες να…, μπα, όχι.» Κι όλο κοίταζα γύρω…

Άντε λοιπόν να βγάλουμε όλοι μας τους καλικάντζαρους από την καρδιά μας και να βασιλεύει η αγάπη και η Ειρήνη στον κόσμο.

Χρόνια πολλά, καλά Χριστούγεννα και του χρόνου!


επικοινωνιστε μαζι μας