Σάββατο, 31 Μαρτίου 2018

Ξεθωριασμένες εικόνες του χωριού «Ο καραγκιόζης»



Τότε όλα ήταν καλά και ωραία. Υπήρχε νιότη, χρώμα παντού και λουλούδια.
Εμείς τα παιδιά μαθαίναμε τους μήνες από το κάρπισμα των δένδρων.
Στις αλάνες του χωριού που στις άκρες τους φύτρωναν τσουκνίδες, βούζια και βάτια παίζαμε μπάλα, κρυφτό, κυνηγητό, αλλά και καραγκιόζη.
Εκείνο το καλοκαίρι ήταν η δεύτερη χρονιά που ξαναπαίζαμε καραγκιόζη.
Είχαμε μάθει απ’ έξω όλη τη διαδικασία, από τους πλανόδιους καραγκιοζοπαίχτες, που κατά καιρούς περνούσαν από το χωριό κι έδιναν παραστάσεις.
Σκαρώναμε λοιπόν, κι εμείς τις δικές μας χάρτινες φιγούρες, φτιάχναμε με ξύλα, βούζια και νάιλον σακούλες τον μπερντέ μας, βρίσκαμε και δυο κεριά για το φωτισμό και με λίγη πρόβα ήμασταν έτοιμοι για την παράσταση.


Εγώ, πιο τολμηρός και πιο παθιασμένος για τέτοιου είδους πράγματα είχα αναλάβει να ενσαρκώνω τις άψυχες φιγούρες, μιμούμενος όσο μπορούσα τις διάφορες φωνές των ηρώων πίσω από τον μπερντέ.
Ο Παγουτάς είχε αναλάβει μαζί με τον Πράτα να κάνουν τους τελάληδες στις γειτονιές του χωριού. Είχαν κατασκευάσει τις αυτοσχέδιες «μοτοσικλέτες τους» με ξύλινες βέργες, πάνω στις οποίες δένανε από ένα συρμάτινο ημικύκλιο και το στολίζανε με διάφορα λουλούδια. Έκαναν πως τις καβαλίκευαν και μιμούμενοι με το στόμα τους τον ήχο της μοτοσικλέτας, έκαναν, πως γκάζωναν και ξαμολιούνταν ξυπόλυτοι στους χωματένιους δρόμους του χωριού, φωνάζοντας:
«Απόψε στο χωριό θα δείτε τον καραγκιόζη, ο Μεγαλέξανδρος και το καταραμένο φίδιιι!!!».
Πολλές φορές χάζευα, και χαιρόμουνα, βλέποντας τον Πράτα να χώνεται σε κάτι λακκούβες του δρόμου γεμάτες κουρνιαχτό και να κάνει δήθεν πως βουλιάζει. Έβαζε τότε όπισθεν, μαρσάριζε, σπινάριζε, ξαναμαρσάριζε και μέσα σ’ αυτό το παιχνίδι της φαντασίας, συνεπαρμένος, δεν καταλάβαινε ούτε ο ίδιος πως, από μοτοσικλέτα, κατέληγε να οδηγεί τρακτέρ.
Στο τέλος ήταν από πάνω μέχρι κάτω γεμάτος κουρνιαχτό.


Έτσι λοιπόν το σούρουπο, αφού η γειτονιά μάθαινε για την παράστασή μας, αρχίζαμε και παίζαμε τις διάφορες ιστορίες του καραγκιόζη, στους λιγοστούς μας θεατές, που συνήθως αποτελούνταν από γυναίκες και παιδιά.

Με τις συνηθισμένες ατάκες του Καραγκιόζη, του Χατζατζάρη, του Μπαρμπαγιώργου, του Νιόνιου, του Σταύρακα… σκορπίζαμε σε όλους το γέλιο και το αθώο παιδικό μας παιχνίδι γίνονταν βίωμα στις φτωχικές γειτονιές του χωριού.
Ώσπου, μια μέρα εκεί που ετοιμαζόμασταν πάλι για κάποια παράσταση, έρχεται ο Παγουτάς τρέχοντας «με τη μοτοσικλέτα του» και μου λέει:
«Μήτσο, παράτα τα κι έλα να πάμε στο μαγαζί του Βαγγέλη Βότσιου, έφερε τηλεόραση και θα βλέπουμε τσάμπα σινεμά».


Ανυποψίαστοι και βέβαια ανήμποροι να αντισταθούμε στην εισβολή της εξέλιξης, τα παρατήσαμε γεμάτοι περιέργεια και πήγαμε να δούμε περί τίνος πρόκειται.
Από τότε δεν ξαναπαίξαμε ποτέ πια καραγκιόζη και κάθε βράδυ μαζευόμασταν όλοι στο μαγαζί και παρακολουθούσαμε τηλεόραση…


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας