Τρίτη, 7 Αυγούστου 2018

«Ο Δεκαπενταύγουστος». Μνήμες από τη ζωή στο χωριό


Του Χάρη Αγγελή

Το πανηγύρι, που το περίμεναν τα παιδιά όλο το καλοκαίρι, άρχιζε την παραμονή το βράδυ και γινότανε πέρα στο εξωκκλήσι της Παναγίας.
Εκείνη την ημέρα, την παραμονή το απόγευμα οι γελαδάρηδες έδεναν τα γελάδια νωρίτερα, δυο αξιάλες ήλιο πριν να βασιλέψει. Έβαζαν τα καλά τους και δρόμο για την Παναγία...
Εκεί μαζεύονταν άνθρωποι κι από τα γύρω χωριά. Άλλοι με γομάρια κι άλλοι με τα κάρα. Άπλωναν τα στρωσίδια κάτω από τα πανύψηλα δέντρα και έμειναν εκεί όλη τη νύχτα. Οι ταβερνιάρηδες είχαν έτοιμες τις καρέκλες και τα τραπέζια από τ’ απόγευμα. Η εξέδρα για τα όργανα και την ντιζέζα ήταν κι αυτή στημένη. Οι ασετιλίνες και τα λουξ κρεμασμένα στα δέντρα έκαναν τη νύχτα μέρα. Κοκορέτσια και αρνιά στις σούβλες μοσχοβολούσαν τον τόπο. Κολόνες από πάγο μέσα στα βαρέλια πάγωναν τις μπύρες τα κρασιά και τα αναψυκτικά. Οι ψιλικατζήδες, οι καραμελάδες, άπλωναν την πραμάτεια τους και περίμεναν τους πανηγυριστές. Οι Παγωτατζήδες με ΕΒΓΑ παγωτά και κασάτα έπιαναν το πόστο τους.


Χαρτζιλίκι δεν υπήρχε, το πολύ καμιά δραχμή για κανένα μπισκότο ή ένα τρίτο παγωτού. Όμως παρά τις στερήσεις αυτές οι ψυχές των παιδιών ήταν πλουσιότατες. Θα έβλεπαν τις ντιζέζες δωρεάν. Έπιαναν κάτω από τη σανιδένια εξέδρα και κοίταζαν τις γυναίκες. Οι ντιζέζες, συνήθως είχαν βραχνιασμένες φωνές. Έκαναν φασαρία με το ντέφι, και δημιουργούσαν κέφι με τα χέρια, με τα πόδια και τα κουνήματά τους.
Κατά το βράδυ λοιπόν, η «συμμορία» των παιδιών είχε πολλά να κάνει. Έπρεπε να ρημάξει με το κλέψιμο τους ψιλικαντζήδες. Δυο τρεις ακουμπούσαν στον πάγκο τάχα να διαλέξουν ή να ρωτήσουν: «πόσο κάνει αυτό;» και οι άλλοι έβαζαν τα χέρια κάτω από τα πόδια τους κι άρπαζαν ότι έπιανε το χέρι. Την άλλη μέρα δαχτυλίδια, σταυρουδάκια, σκουλαρίκια στόλιζαν τα σώματα των αγοριών. Ενώ φούσκωναν τις τσέπες με μπισκότα και καραμέλες. Οι ανταλλαγές των διπλών κλεψιμαίικων ισορροπούσαν την δυναμική της ομάδας και φαίνονταν σαν να τους είχε φωτίσει η νονά τους με στολίδια τον Δεκαπενταύγουστο.
Απ την άλλη τα ερωτικά πειράγματα ήταν στο φόρτε τους και έφερναν φασαρίες. Δεν μάλωναν μόνο τα μικρά παιδιά, μάλωναν και οι μεγάλοι. Γροθιές, μπουκάλια σπασμένα, κεφάλια ματωμένα ήταν στην «νυχτερινή διάταξη».

«Γιατί πείραξες την αδερφή μου», «γιατί ακούμπησες την αρραβωνιάρα μου»; και όποια άλλη αφορμή υπήρχε για παρεξήγηση.
Ο διάλογος του φλερταρίσματος, που επικρατούσε μεταξύ αγοριών και κοριτσιών ήταν ως εξής:
«Γειά σου, τι κάνεις, είμαστε ξαδέρφια;» 
«Σκατά να φας», απαντούσε το κορίτσι, γιατί τους συγγενείς του τους γνώριζε. Το «σκατά να φας» ήταν απάντηση που την έλεγαν τα κορίτσια σ’ όλη την περιφέρεια. Ήταν μια άμυνα κυρίως για να θολώνουν τα νερά προς τους οικείους, ώστε να μη δώσουν δικαίωμα την ώρα που μιλούσαν με τα αγόρια κι αρχίσουν οι ανακρίσεις και οι φασαρίες. Κι αυτό μερικές φορές το έλεγαν χαμογελώντας, υποδηλώνοντας έτσι την διάθεσή τους και την κρυφή επιθυμία τους. Τα μάτια και η γλώσσα του σώματος μαρτυρούσαν την διάθεσή τους και την έλξη προς το αρσενικό, αλλά το συγγενικό περιβάλλον το απαγόρευε.


Από την άλλη, η Πιπίτσα, η ντιζέζα, με την κόκκινη σαν καρπούζι μίνι φούστα, έδειχνε απροκάλυπτα την αγάπη της στα παιδιά. Δεν είχε πρόβλημα οικογενειακού περιβάλλοντος γιατί ήταν από μακριά. Τα έβλεπε  κάτω από  τα σανίδια με γουρλωμένα τα μάτια να την περιεργάζονται, κι αυτή άλλο τόσο έκανε σφούρλες, ώστε να σηκώνεται η φούστα της περισσότερο. Κι όταν κατέβαινε να πάει στην τουαλέτα τα έπαιρνε κοντά της, τα αγκάλιαζε, τα έλεγε «αντράκια μου» και αυτά πέθαιναν από έρωτα. Τα μιλούσε έτσι μια ξένη γυναίκα, που οι άλλοι την θεωρούσαν ελευθέρων ηθών κι όμως ήταν τόσο γλυκιά, τόσο καλή, και τόσο χαρούμενη γυναίκα, που αναστάτωνε τις καρδιές των αγοριών. 
«Πιπίτσα θα ξανάρθεις και του χρόνου;» θυμάμαι που την ρώτησα.
«Ναι μωράκι μου, εσύ, μελαχρινό αντράκι, κοίτα να βγάλεις μουστάκι και θα χορέψουμε μαζί ένα τσιφτετέλι που θα χαλάσει κόσμο!»
Την άλλη μέρα την πέρασα στον καθρέφτη...
Όλα τα αγόρια είχαμε καθρεφτάκι, που ήταν διπλό, μπροστά και πίσω. Πέρα από το καθρέφτισμα χρησίμευε και για το «γυάλισμα» των κοριτσιών. Πιάναμε τις αχτίνες του ήλιου και τις στέλναμε στην παρέα των κοριτσιών, όσο μακριά και να βρίσκονταν, αρκεί να μην υπήρχαν ανάμεσα βάτια και δέντρα. Ήταν κι αυτό ένα είδος πειράγματος, ένα μήνυμα ότι σε θέλω, κοίταξε προς τα εδώ, αφού δεν μπορώ να σου μιλήσω. Και τα κορίτσια τάχα νευρίαζαν, έκαναν χειρονομίες, γελούσαν, αγκαλιάζονταν, και έτσι ανταποκρίνονταν σ’ όλο αυτό το παιχνίδι του φλερτ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας