Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

Μνήμες από τη ζωή στο χωριό "Το σπίτι μας"


Του Χάρη Αγγελή

Ανάμεσα στην εκκλησία και το ζευγαρολίβαδο υπήρχε τότε, το καινούργιο μας σπίτι, με δυο πατώματα, κτισμένο από πλιθιά, με χοντρούς τοίχους. Είχε τρία δωμάτια κάτω και τρία επάνω. Μπροστά ήταν το μπαλκόνι με τις ξύλινες κολώνες. Στο ένα δωμάτιο αριστερά έμενε η οικογένειά μας. Είχε τρία παράθυρα, το φαρδύ έβλεπε στην εκκλησία και τα δυο στενά στο δρόμο. Τα παράθυρα, μέχρι τη μέση είχαν άσπρα κουρτινάκια για να μην μας βλέπουν οι απ’ έξω. Ήταν σοβατισμένο και μπογιατισμένο με ώχρα. 


Στον τοίχο ανάμεσα στα δύο παράθυρα ήταν κρεμασμένες οι φωτογραφίες του παππού και της γιαγιάς, σε μεγέθυνση και απέναντι καρφιτσωμένη η πάντα με δυο άλογα κεντημένα, προίκα της μάνας. Πάνω στον μπουχαρή φώτιζε η λάμπα πετρελαίου με το λαμπόγιαλο και το φυτίλι. Το ταβάνι ήταν μονωμένο με καλάμια και σοβά, από ασβέστη και άχυρο. Το πάτωμα παλαμισμένο από χαρμάνι με χώμα, άχυρο και βουνιά από αγελάδα. Μια ψάθα σκέπαζε το μισό πάτωμα και πάνω στην ψάθα στρωματσάδα από άχυρο όπου κοιμόνταν τα πέντε αδέρφια με τη γιαγιά. Το άλλο μισό πάτωμα το έπιανε το σιδερένιο κρεβάτι όπου κοιμόταν ο πατέρας με τη μάνα. Δίπλα, στο άλλο δωμάτιο, δεξιά, το χειμώνα υπήρχαν δεμένες δύο αγελάδες. Αυτό το δωμάτιο ήταν ασοβάτιστο, απαλάμιστο και για ταβάνι είχε τις μπάλες από άχυρο και τριφύλλι. Το μεσαίο δωμάτιο ήταν το χαγιάτι ενώ το πάνω πάτωμα ήταν άφτιαχτο.


Κάτω από τη συκιά ήταν το ξύλινο υπόστεγο. Εκεί ξεχειμώνιαζαν το γουμάρι και το γουρούνι και από πάνω τους ήταν το κοτέτσι με τις κότες. Απέναντι από το υπόστεγο ήταν το μαγειρειό και πίσω του η τουλούμπα. Μια χειροποίητη σίτα (φράχτης) έφραζε την αυλή του σπιτιού και το υπόλοιπο οικόπεδο το έφραζαν οι φρουξιλιές και τα φτελιάδια που υπήρχαν εκεί, μπλεγμένα με πολλά βάτια. Πίσω από το σπίτι στο κέντρο του οικοπέδου ήταν μια μεγάλη σκαμνιά και δεξιότερα κυδωνιές, δαμασκινιές, κορομηλιές και δυο κοντούλες αχλαδιές. Χορτάρια υπήρχαν παντού γιατί ο τόπος ήταν βαρκός.
Τότε οι άντρες έκαναν τις βαριές δουλειές. Κουβαλάγανε γεμάτα τσουβάλια με καρπίσματα στη πλάτη. Κρατούσαν το αλέτρι στο όργωμα, άνοιγαν χαντάκια στα χωράφια, έκοβαν ξύλα, φόρτωναν και ξεφόρτωναν τα κάρα, κάπνιζαν, έβριζαν, πηγαίνανε στο καφενείο και λίγες φορές στην εκκλησία.
Οι γυναίκες, απ’ την άλλη, βοηθούσαν τους άντρες σ’ όλες τις δουλειές, μαγείρευαν, έπλεναν, φρόντιζαν τα παιδιά, τάιζαν τα ζώα, καθάριζαν, δεν κάπνιζαν, δεν έβριζαν, δεν πήγαιναν στο καφενείο και πήγαιναν πολύ συχνά στην εκκλησία.
Οι παππούδες, όπου υπήρχαν, κρατούσαν τη σακούλα με τα λεφτά και έκαναν κουμάντο στην οικογένεια. Οι μανιές είχαν τις νύφες να τις υπηρετούν και αγαπούσανε πολύ τα παιδιά και τα εγγονάκια τους.


Τα παιδιά, αν δεν είχαν δουλειές, πήγαιναν στο σχολείο, στο κατηχητικό, στην εκκλησία και μόλις ξέκλεφταν και τέλειωναν με τους μεγάλους άρχιζαν το παιχνίδι. Τότε παίζαμε πάρα πολύ! Και το παιχνίδι έβγαινε μέσα από την ανάγκη μας, να θρέψουμε την φαντασία μας για να μας ταξιδεύει στους μοναδικούς για τον καθένα τόπο του εσωτερικού μας κόσμου…

1 σχόλιο:

  1. πως περνουν τα χρονια...πως αλλαζουν οι καιροι ...!!μακαρι οι ανθρωποι να μαθουν να χαιρονται ...τη ζωη !!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

επικοινωνιστε μαζι μας