Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2024

Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο «Μισοφέγγαρα» του Ηλία Κεφάλα

 

Ο παραγωγικότατος και εξαίρετος ποιητής Ηλίας Κεφάλας μας παραδίδει νέα θαυμάσια ποιήματα, σπάνιας ευαισθησίας απέναντι στη Φύση, που ταυτίζεται πολλές φορές με τον άνθρωπο και τη μοίρα του. Κοινός τόπος η ωρίμανση και ο θάνατος. Δέντρα, ποτάμια, πουλιά, σπίτια όλα δίπλα μας σιωπηλά παρόντα, αδέλφια μας κι αυτά, ζωντανά ή απολεσθέντα, υπάρξεις ταπεινές και παντοδύναμες, μας συνοδεύουν με την οργιώδη πάλλουσα ομορφιά τους, τον τρόπο τους να ζουν και να σβήνουν, όπως εμείς οι άνθρωποι στον κοινό μας αιώνιο δρόμο. Η γλυκιά και πράα παρουσία τους, η ειρηνική υποταγή τους στον ρυθμό της Φύσης, στα κέφια και στα νεύρα της, στις καταστροφές και τις προστασίες της. Και τα ζώα να περνούν σαν όραμα πλάι μας, ή να τα κατέχουμε και κείνα να μας προσφέρουν τα δώρα τους, αγνοώντας την άλλοτε τρυφερή και άλλοτε βάρβαρη συμπεριφορά μας απέναντί τους. Ένα πορτρέτο που ο σύγχρονος άνθρωπος το βλέπει μέσα από την εικονική πραγματικότητα, χωρίς στην ουσία να το βλέπει, αφού δεν το ζει πια. Και μόνο κάτι άδολες ψυχές που κατοικούν πλάι τους σκύβουν το κεφάλι και τα προσκυνούν.

(Μαρία Κουγιουμτζή, από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Χριστός γεννάται!

 

Οι ανισότητες ανάμεσα στις χώρες ή στις πληθυσμιακές ομάδες κάθε χώρας χειροτερεύουν συνεχώς. Χαράδρα απύθμενη, που καταπίνει άτομα, ομάδες, λαούς. Αυτά είναι τα πραγματικά σύνορα που κατακερματίζουν τον πλανήτη.

Τούτες τις μέρες του εθιμικού καταναλωτισμού ας σκεφτούμε ότι πάμπολλοι συνάνθρωποί μας δεν έχουν ούτε στέγη, ούτε ψωμί να φάνε…

Εμείς στο ψεύτικο και εκβιασμένο «Χο! χο! χο!» μας κι εκείνοι στο ανήμπορο «Οχ! Οχ! Οχ!» τους.



Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2024

Το δάσος...της γνώσης!

 

Από μικρή η Ειρήνη αναζητούσε και έψαχνε απάντηση για όλα. Όμορφη και ξύπνια, μα ένιωθε πως αυτά δεν αρκούν. Ήθελε να μάθει τα πάντα, από το λευκό χρώμα στα σύννεφα, μέχρι το γιατί η θάλασσα είναι μπλε. Ζούσε σε μια πολιτεία χαμένη, κάπου σε έναν κόσμο μακρινό όπου οι περισσότεροι ζούσαν συμβατικά.

Μια νύχτα ένας όμορφος νέος – σαν άγγελος φωτεινός – της είπε ότι υπάρχει θησαυρός της γνώσης, κρυμμένος όμως πίσω από ένα μονοπάτι δύσβατο, γεμάτο κινδύνους. Αποφάσισε να πάει. Καθώς το διέσχιζε, άρχισε να τρέχει ακούγοντας βρυχηθμούς περίεργους. Συνάντησε ένα ακόμα μικρό παιδί που της μίλησε για την αθωότητα. «Είναι στολίδι αυτό που έχουμε, πρόσεξε να μην το χάσεις».

Πιο κάτω, εκεί που κοντοστάθηκε να ανασάνει μες στη νύχτα, εμφανίστηκε μπροστά της μια γυναίκα ασπροφορεμένη που της θύμισε τη νεράιδα, την καλότυχη που έλεγε η γιαγιά της. «Όπου κι αν πας μικρή, να έχεις υπομονή», θα τη χρειαστείς για να’ σαι ευτυχισμένη».

Περπάταγε ανάμεσα από θάμνους, δέντρα που θέριευαν και φάνταζαν γίγαντες θεόρατοι μπροστά στο παιδικό κορμάκι της. Πίσω από μια φυλλωσιά καθόταν μια φιγούρα σαν τη μητέρα της, μα πιο αέρινη, αόρατη σχεδόν. «Τι κάνεις εδώ;» τη ρώτησε. «Ψάχνω του κόσμου τις γνώσεις και την αλήθεια» . «Τίποτα δε θα ΄βρεις, κοριτσάκι, δίχως την αγάπη» απάντησε η γυναίκα και έλαμψε προς το απέναντι βουνό σα μια μικρή, έντονη στο βλέμμα αστραπή.

Αποκαμωμένη από το δρόμο η Ειρήνη, είδε πάνω στο λόφο μετά το πυκνοφυτεμένο δάσος μια καλύβα ερημική. Μέσα έκαιγε φωτιά, όλα περιποιημένα και συμμαζεμένα, σα να πήραν με τον καιρό τη θέση τους, ήρεμα πια και αληθινά, δίχως τη βιασύνη του χρόνου να τα βαραίνει. Ένας γεράκος τρυφερός, μειλίχιος την κοίταξε από το παράθυρο, άνοιξε την πόρτα της καλύβας, να κάτσει λίγο στη φωτιά. «Θα πάγωσες, μικρή μου», «Ναι, κουρασμένη και κρυώνω». «Έτσι είναι παιδί μου της γνώσης το μονοπάτι, απρόσιτο και για λίγους, γενναίους σαν εσένα, μα είναι θησαυρός. Έμαθες τώρα ότι αυτό που αναζητάς, είναι μέσα σου, στο δίνει το όμορφο ταξίδι της ζωής. Πήγαινε να το πεις και στα υπόλοιπα παιδιά, να ανάψεις τη σπίθα και του δικού τους ονείρου».

Στιγμή δεν έχασε η Ειρήνη και άρχισε να τρέχει, ξεχνώντας την κούραση, που ένιωθε όμως τώρα πως την έκανε πλούσια, γεμάτη σοφία κι εμπειρίες. Γύρισε στην πολιτεία της και μοιράστηκε με όλα τα παιδιά αυτά που είδε. Το βράδυ έπεσε στο κρεβάτι της γαλήνια, χωρίς να ψάχνει πια. Μόνο εκείνον τον όμορφο νέο θα ήθελα να δει ξανά, της άλλαξε τα πάντα.

Του Κώστα Ε. Στάθη


Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2024

Τα Βαλτσινιώτικα

 Έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα

εδώ στα Βαλτσινιώτικα

θα λέμε τον καημό μας,

τα βάσανα, τις πίκρες μας,

τα ωραία απ’ το χωριό μας.

Θα πω με ειλικρίνεια προχθές τι μου συνέβη

κι ο κάθε Βαλτσινιώτης αν θέλει με πιστεύει.

Προχθές λοιπόν που μέθυσα και έγινα σταφίδα

κι απ’ την ταβέρνα έβγαινα, τους τρεις τους Μάγους είδα.

 

Τραβούσαν τις καμήλες τους από το χαλινάρι

και μόλις μ’ είδαν πάραυτα με πήρανε χαμπάρι.

Πλησίασαν κι ο ένας τους ο πιο ηλικιωμένος,

ελληνικά μου μίλησε και μου ’πε ξαναμμένος:

 

-Παρντόν, αν σας ξαφνιάσαμε, με την εμφάνισή μας.

Μπορείτε ν’ απαντήσετε σε μια ερώτησή μας;

-Ω, ξέρω, του ’πα φίλτατε, Βαλτάσαρ, τι ζητάτε.

Γυρεύετε να μάθετε, που ο Χριστός γεννάται;

 

Ο Μάγος εμειδίασε με κάποια ειρωνεία,

κι αφού τους άλλους κοίταξε, μου είπε μ’ αγωνία:

-Γυρεύουμε να μάθουμε το ποιο όμορφο χωριό

που κρύβει μες στις φλέβες του ανήμερο θεριό!

 

-Το Βαλτινό! του απάντησα. Εσείς οι τρεις που ζείτε;

Ο κόσμος όλος βούιξε κι εσείς το αγνοείτε;

Ο Μάγος μ’ ευχαρίστησε, στον Μελχιόρ εστράφη

και του ’πε: «Δος στον κύριο ένα πουγκί χρυσάφι»!


Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2024

Τραγούδησαν τα κάλαντα οι μαθητές του Δημοτικού Σχολείου Βαλτινού στο Δημοτικό κατάστημα

 

Χαρούμενες παιδικές φωνές και χαμόγελα πλημμύρισαν την Παρασκευή το μεσημέρι, 20-12- 2024, στο Δημαρχείο της Δημοτικής Ενότητας Καλλιδένδρου, του Δήμου Τρικκαίων στο Βαλτινό.

Ήταν οι μικροί μαθητές του Δημοτικού Σχολείου Βαλτινού, με τη συνοδεία των δασκάλων τους και υπό τους ήχους του ακορντεόν, τραγούδησαν τα κάλαντα και έδωσαν το δικό τους τόνο στην χαρμόσυνη ατμόσφαιρα των ημερών. 

Ο Αντιδήμαρχος του Β΄ τομέα της Δ.Ε. του Δήμου Τρικκαίων, κ. Σάκης Σκρέκας και οι υπάλληλοι του Δημοτικού καταστήματος, υποδέχτηκαν τα παιδιά με μεγάλη χαρά, άκουσαν τα κάλαντα και ευχήθηκαν στους μαθητές καλές γιορτές, με υγεία, χαρά και πρόοδο.



Τέτοια εποχή ήταν…

 Του Χρήστου Γκίμτσα

Δεν μπορείς να το πεις  και ορεινό αυτό το χωριό. Επτακόσια τόσα μέτρα υψόμετρο. Ήταν  όμως κεφαλοχώρι στις καλές εποχές, με δυο χιλιάδες και παραπάνω κατοίκους που το καλοκαίρι γίνονταν περισσότεροι.
Τρία καφενεία είχε τότε, δυο ταβέρνες και άλλα τόσα μπακάλικα. Τώρα έχει μείνει μόνο το καφενείο του Αναστάση, που τα βράδια γίνεται και ταβέρνα.
Δεν ήταν φτωχό χωριό. Είχαν να λένε στην αγορά για τα μήλα τα αχλάδια και τα ζαρζαβατικά που έβγαζε. Αλλά βλέπεις οι καιροί άλλαξαν και όπως έγινε και με τα γύρω χωριά, ερήμωσε και τούτο. Όλοι οι νέοι φευγάτοι και απόμειναν καμιά τριακοσαριά γέροι να κρατάνε ζωντανό τον τόπο.
Μαζί με αυτούς και ο μπάρμπα- Αντρέας. Δυο παιδιά είχε  και κανένα δεν έμεινε πίσω. Λογιστής ο ένας  σε μεγάλο γραφείο στην πρωτεύουσα, λιμενικός ο άλλος σε κάποιο νησί και απόμεινε μόνος με την γυναίκα του την Ευανθία να κρατάνε το σπίτι ανοιχτό.
Αλλά δεν το έβαζε κάτω. Και ένα μικρό μπαξέ σκάλιζε, και όσες μηλιές είχαν απομείνει τις φρόντιζε και ένα μικρό αμπελάκι που είχε σε μία πλαγιά κλάδευε, όταν έρχονταν ο καιρός.
Αλλά τι τα θες, μετά από αυτόν όλα ρημάδια θα έμεναν.

Κοντά στα Χριστούγεννα ήταν και ξεχειμώνιαζε και αυτός μαζί με τους άλλους στο καφενείο του Αναστάση, γύρω από την σόμπα.
Εκεί που μαζεύονταν  κάθε βράδυ, Τσιμπολογούσαν κανένα χοιρινό που έψηνε στα κάρβουνα  ο Ανέστης, έπιναν ντόπιο τσίπουρο και έφερναν την κουβέντα, πάντα στα παλιά.
Εκεί ήλθε η γειτόνισσα η Γεωργία αλαφιασμένη, τρέχοντας και φώναξε από την πόρτα του καφενείου:
«Τρέξε, η Ευανθία…»
Έτρεξε αλλά δεν την πρόλαβε. Βαρύ εγκεφαλικό, είπαν στο νοσοκομείο.
Ήλθαν και τα παιδιά με τις γυναίκες του και τα εγγόνια, την έκλαψαν και την έθαψαν στο κρύο χώμα.
Ο μεγάλος γιος φεύγοντας τον χιλιοπαρακάλεσε.
«Πως θα μείνεις μόνος, μέσα στον χειμώνα. Έλα μαζί μας, έχω μεγάλο σπίτι, δεν θα σου λείψει τίποτα. Άμα ανοίξει ο καιρός, θα δούμε, ξανάρχεσαι πίσω. Και μια που επέμενε και ο μικρός γιος το αποφάσισε. Να έκανε όμως πρώτα τα δεκαήμερα τις Ευανθίας.
Άφησε λίγα χρήματα στην Γεωργία για να περιποιείται τον τάφο της και να ανάβει το καντήλι και ανέβηκε στο λεωφορείο.

Παράπονο δεν είχε. Με τον δικό το δωμάτιο, τον καφέ κάθε πρωί που τον ετοίμαζε η νύφη του, με τα δυο  του εγγόνια να τον χαίρονται. Αλλά όταν έφευγαν όλοι, τα παιδιά στο σχολείο και οι μεγάλοι στην δουλειά, η μοναξιά γινόταν θηρίο μέσα του.
Πλησίαζε το παράθυρο και έβλεπε τον τοίχο της απέναντι πολυκατοικίας. Έβγαινε μπροστά στο μπαλκόνι και τον τρέλαινε ο θόρυβος κι η κυκλοφορία των αυτοκινήτων στο δρόμο.
Βρήκε τελικά  ένα καφενείο κάπου εκεί τριγύρω, έκατσε να πιει καφέ, όμως καμία σχέση με τον Αναστάση. Ξένος μέσα σε ξένους.
Και η Ευανθία να του λείπει αφάνταστα μέρα, νύχτα.

Στο τέλος δεν άντεξε άλλο και μόλις άνοιξε ο καιρός, γύρισε πίσω στην βολή του.
Κλάδεψε τα δέντρα, σκάλισε τον μπαξέ, ξαναβρήκε τους δικούς του, και ήλθε η ψυχή του στον τόπο της.
Έφτασε και το καλοκαίρι, ξανάρθαν τα παιδιά με τα εγγόνια και κάπως μαλάκωσε μέσα του η απουσία της Ευανθίας.
Αλλά όταν έφυγαν, πάλι τον έπνιξε η μοναξιά μέσα στο άδειο σπίτι.

Και πόσες ώρες να περάσει μέσα στο καφενείο μαζί με τους άλλους γύρω από την ξυλόσομπα. Γιατί ο χειμώνας είχε φτάσει και από ότι έλεγαν θα ήταν άγριος αυτή την χρονιά.

Ένα βράδυ που είχε απομείνει τελευταίος στο μαγαζί, φωνάζει τον Αναστάση και του λέει:
«Αναστάση, η Ευανθία χρονίζει. Θέλω να της κάνουμε το μνημόσυνο.»
«Μετά χαράς,  ότι θέλεις.»
«Όχι όμως με καφέδες κονιάκ παξιμάδια και τέτοια. Θέλω γλέντι. Να βάλεις στην ψησταριά δυο σφαχτά, να βρεις κι ένα καλό κρασί, να φωνάξεις τον Βάγγο με το κλαρίνο  και τον Κιτσάρα με το λαούτο  και να το κάψουμε. Να την θυμηθούμε να ευχαριστηθούμε και εμείς κι εκείνη καθώς θα μας βλέπει από ψηλά, γιατί ξέρεις η μακαρίτισσα τα αγαπούσε τα γλέντια.
Έτσι είπε και έτσι έγινε. Ήλθε όλο το χωριό. Χόρεψαν, ήπιαν και όλοι θυμήθηκαν πόσο λεβέντισσα, πόσο νοικοκυρά και αγαπητή ήταν η  συγχωρεμένη.
Πέρασε η ώρα. Οι άνθρωποι κουράστηκαν, και άρχισαν αραιώνουν.
Τελευταίοι έφυγαν ο Βάγγος και ο Κιτσάρας, αφού πρώτα πληρώθηκαν και με το παραπάνω.

Έξω είχε αρχίσει να χαράζει και από το τζάμι φαίνονταν πως είχε αρχίσει να χιονίζει.
«Άντε την τιμήσαμε την Ευανθία είπε ο Αναστάσης, Πρέπει να μείνατε και εσύ και αυτή ευχαριστημένοι. Ώρα να πας στο σπίτι κι εγώ να αρχίσω να συμμαζεύω λίγο εδώ μέσα».
«Που με στέλνεις μέσα στο κρύο και την ερημιά. Η γυναίκα μου δεν είναι που έφυγε, είναι που τα πήρε όλα μαζί της. Άδειασε το σπίτι. Τίποτα δεν έχει μείνει εκεί μέσα, μόνο η μοναξιά.»
Εκείνη την στιγμή έφερε το χέρι του στο στήθος. Ο  Αναστάσης δεν πρόλαβε να κάνει τίποτα.
Με ένα φορτηγάκι τον πήγαν στο νοσοκομείο. Έμφραγμα είπαν πως ήταν.

Τα παιδιά μαυροφόρεσαν ακόμα μία φορά. Τον έθαψαν δίπλα στην μάνα τους μέσα στο χιόνι που είχε σκεπάσει το χωριό.
Ο μπάρμα – Αντρέας θα πρέπει να ένοιωθε ζεστά διπλά στην Ευανθία.
Τα κατάφερε ο αθεόφοβος. Αυτά τα Χριστούγεννα θα τα έκανε μαζί της.


Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2024

Τα Θεοφάνεια – Φώτα– Λαογραφία 4

 Από το βιβλίο του Δημητρίου Βασ. Μπούγα

Τη μεγάλη αυτή η γιορτή της Χριστιανοσύνης την έλεγαν και Φώτα. Την παραμονή ημέρα του Σταυρού, όλοι στο σπίτι πλένονταν, λούζονταν και λιβανίζονταν για να δεχθούν την ημέρα των φώτων τον παπά που θα αγιάσει το σπίτι και θα διώξει τα παγανά. Την ημέρα του Σταυρού οι νοικοκυρές, πριν ανατείλει ο ήλιος, έριχναν τη στάχτη από τα τζάκια στους κήπους για να μην πιάσουν τα λαχανικά μελίγκρα. Έκαναν κουλούρες, μικρές και μεγάλες που στη μέση είχαν μια μεγάλη τρύπα, γι’ αυτό τα παιδιά τις περνούσαν στο χέρι σαν βραχιόλι. Τις μικρές κουλούρες τις έδιναν στα λιουκαντζάρια που γύριζαν από σπίτι σε σπίτι εκείνη την ημέρα ή την επόμενη των Φώτων, και μια από τις μεγάλες, μαζί με μια θηλιά λουκάνικο, θα την έδιναν στον παπά που θα περνούσε να αγιάσει. Μέσα στο παγκράτσι (μικρό κατσαρολάκι), που κρατούσε μαζί του ο παπάς με το νερό και την αγιαστούρα θα έριχναν και το απαραίτητο φιλοδώρημα, ένα μεταλλικό νόμισμα.

Ίδια κουλούρα και λουκάνικο θα έδιναν και στο γελαδάρη του χωριού όταν το πρωί θα έβγαζε τα ζώα τους για να τα συγκεντρώσει στη Γελαδαριά για τη βοσκή.

Πρωί-πρωί του Σταυρού οι νοικοκυρές έπρεπε να βάλουν καζάνι για πλύσιμο, ας ήταν αργία και νηστεία, γιατί όταν θα περνούσε ο παπάς, έπρεπε όλα να είναι καθαρά και έτοιμα. Ο παπάς με την αγιαστούρα θα αγίαζε όλους τους χώρους του σπιτιού, μέσα και έξω. Οι  νοικοκυρές αυτή την ημέρα του Σταυρού δεν θα μαγείρευαν κανένα φαγητό. Την επόμενη μέρα, ξημέρωναν τα Φώτα, όλοι έπρεπε να πάνε στην εκκλησία, ιδιαίτερα τα νέα και ανύπαντρα κορίτσια, με καινούργιο φουστάνι για να φωτιστούν. Ο αρχηγός της οικογένειας θα έπαιρνε μαζί του στην εκκλησία ένα γυάλινο μπουκάλι γεμάτο νερό, πετσέτες με αλάτι, καλαμπόκι και σιτάρι για να αγιαστούν. Από το αγιασμένο νερό (Μεγάλος αγιασμός) θα ράντιζαν τα σπαρτά, τα αμπέλια, τα παχνιά των ζώων και τα μαντριά των προβάτων, για υγεία και προκοπή.

Το φαγητό που θα έτρωγαν τα Φώτα ήταν η τηγανιά, από χοιρινά κομμάτια κρέατος και λουκάνικα που τώρα θα ήταν αγιασμένα. Κάθε σπίτι την ημέρα αυτή ήταν ανοιχτό και γιόρταζε για να δεχτεί επισκέψεις στους οποίους θα πρόσφερε μεζέδες, ιδίως τηγανιά, φρούτα που είχε το σπίτι, όπως μήλα, καρύδια, κάστανα και άφθονο κρασί και τσίπουρο.

Το τραπέζι όλη την ημέρα ήταν απλωμένο, δηλαδή γεμάτο μεζέδες και ποτά για τους μουσαφιραίους (επισκέπτες) και το γλέντι κρατούσε μέχρι τα μεσάνυχτα. Τα κορίτσια και τα αγόρια έστηναν το χωρώ στο μεσοχώρι, πολλές φορές χόρευαν και οι παντρεμένοι, ενώ τα μικρά παιδιά έπαιζαν. Ο χορός γίνονταν με τραγούδια που τα έλεγαν οι ίδιοι οι χορευτές. Τα παιδιά γύριζαν από σπίτι σε σπίτι στο χωριό και μάζευαν λουκάνικα, κοψίδια και φώτες (οι κουλούρες με τις τρύπες) που τις περνούσαν σε ένα σχοινί και τις κρεμούσαν στο λαιμό. Τα μεγάλα παιδιά και οι άντρες ντύνονταν λιουκαντζάρια (όπως και την Πρωτοχρονιά) και πήγαιναν και σε άλλα κοντινά χωριά. Το τραγούδι που έλεγαν την ημέρα αυτή ήταν:

Σήμερα είν’ τα Φώτα κι φώτες μας

Κι χαρές μεγάλες στον κύργιο μας,

Άγιε Γιάννη και Πρόδρομε

Δύνασαι βαφτίζεις Θεού παιδί

Μες στην κολυμπήθρα την αργυρή.

Σπάργανα βασταίνει και γιο κρατεί

Γέρνει νεράκι και νίβεται

κι αργυρό μαντήλι σφουγγίζεται.

Και τ’ χρόν…

Άλλο τραγούδι για την ημέρα αυτή ήταν:

Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό

Είναι η Παναγιά μας η Δέσποινα

με τα θυμιατούργια στα δάχτυλα

και τον Άγιο Γιάννη παρακαλεί.

Σήμερα είν’ τα φώτα κι ο φωτισμός

Και χαρά μεγάλη τ’ αφέντη μας.

Άγιε μου Γιάννη και Πρόδρομε

δύνασαι  βαφτίζεις Θεού παιδί

δύνασαι και θέλω και προσκυνώ

και τον κύριό μου παρακαλώ.

Και του χρόνου.

Ο μεγάλος αγιασμός την ημέρα των Φώτων γίνονταν μέσα στην εκκλησία, μετά τη Θεία λειτουργία, ως εξής: Σε ένα μεγάλο δοχείο με νερό βουτούσε ο παπάς το σταυρό και ράντιζε τους πιστούς. Απ’ το νερό αυτό οι χωριανοί ράντιζαν το σπίτι και την «περιουσία» τους. Εάν ο καιρός το επέτρεπε, ο αγιασμός γίνονταν στους αγρούς. Την επόμενη των Φώτων όσα δοχεία είχαν νερό έπρεπε να το ρίξουν στο ποτάμι γιατί ήταν αγιασμένο. Την παραμονή των Θεοφανείων, τα μεσάνυχτα, πίστευαν ότι ανοίγουν οι ουρανοί και αν ζητήσεις κάτι θα σου το δώσει ο θεός. Πίστευαν ακόμα ότι, όποιος άνεμος φυσήξει τα φώτα, θα αγιαστεί και θα φυσάει όλο το χρόνο. Αν έχει χιόνια και παγωνιά αυτό θα είναι καλό σημάδι για τη γεωργική παραγωγή. (Φώτα και Χριστούγεννα χιονισμένα καλοσημαδιά για τα σπαρμένα). Μετά τη Θεία λειτουργία των Φώτων, όλο το χωριό γλεντάει και διασκεδάζει και έτσι τελειώνουν οι «Χριστουγεννιάτικες γιορτές».

Την επόμενη μέρα, η γιορτή του Αγίου Γιαννιού, θα γιορτάσουν οι Γιάννηδες, όχι όμως με τα γλέντια των γιορτών των Χριστουγέννων. Μετά του Αγίου Γιαννιού άλλες γιορτές είναι: 1) του Τρύφωνα για τα αμπέλια προστάτης, 2) της Υπαπαντής που προβλέπουν τον καιρό για σαράντα μέρες, όπως και την Πρωτοχρονιά, 3) η  γιορτή του Αγίου Αντωνίου και 4) η γιορτή του Αγίου Αθανασίου που γιορτάζει και πανηγυρίζει το Βαλτινό.


Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2024

Περιπλάνηση στα αξιοθέατα της όμορφης πόλης των Τρικάλων

 

Μια πανοραμική περιπλάνηση στα αξιοθέατα της όμορφης πόλης των Τρικάλων, θαυμάζοντας τον «Μύλο των Ξωτικών», το Ασκληπιείο της αρχαίας Τρίκκης, το Βυζαντινό Κάστρο της πόλης, το Τζαμί του Οσμάν Σαχ, τα γραφικά σοκάκια του Βαρουσίου που έγιναν γνωστά ως «Δυο στενά» και «Στενά του Σακαφλιά» από τον Βασίλη Τσιτσάνη, τα «παλιά Μανάβικα», τον Ληθαίο ποταμό κ.α. 

Βίντεο: Δημήτρης Κομπογιάννης


Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2024

Πρωτοχρονιά στο Βαλτινό – Λαογραφία 3

 Από το βιβλίο του Δημητρίου Βασ. Μπούγα

Από την επόμενη των Χριστουγέννων άρχισαν οι προετοιμασίες για τη γιορτή της Πρωτοχρονιάς. Τα μικρά παιδιά περίμεναν τη μέρα αυτή με μεγάλη χαρά γιατί θα πήγαιναν καρκατζάλια ή καλικάντζαροι. Προετοίμαζαν την παρέα τους, τις προσωπίδες και διάφορες ενδυμασίες για τη μεταμφίεση τους, καθώς και μαχαίρια, κουμπούρια και μεγάλα κουδούνια. Όριζαν τους ρόλους που θα είχε ο καθένας. Άλλος θα ντύνονταν νύφη, άλλος γαμπρός, άλλος γιατρός, άλλος καπετάνιος, άλλος αρκούδα με τον αρκουδιάρη, ζώνονταν τα κουδούνια, βάφονταν με ξυλοκάρβουνα, είχαν λαϊκά όργανα, όπως νταούλια, φλογέρες, κλαρίνα, άλλοι κρατούσαν τρουβάδες και διάφορα δοχεία στα οποία θα έβαζαν κρέας, λουκάνικα, αλεύρι και άλλα. Τα παιδιά του χωριού έκαναν πρόβα χτυπώντας τα κουδούνια, τρώγοντας και γενικά γίνονταν ένας πανζουρλισμός. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς το βράδυ, μετά το φαγητό τα κορίτσια και τα παιδιά (αγόρια) του χωριού συγκεντρώνονταν σε ένα σπίτι και χωριστά τα κορίτσια από τα αγόρια, έλεγαν αστεία, παραμύθια, τραγούδια και άλλα διασκεδαστικά.

Μετά από όλα αυτά, ενώ η φωτιά έκαιγε έβαζαν στη ζεστή παραστιά δύο κόκκους σταριού στους οποίους έδιναν τα ονόματα ενός παιδιού (αγοριού) και ενός κοριτσιού. Οι κόκκοι του σταριού ή θα στριφογύριζαν στη θέση τους, σαν σβούρα, ή θα εκτινάζονταν μακριά, ή θα έμεναν ακίνητοι. Την κίνηση αυτή μπορούσαν να την κάνουν και οι δύο κόκκοι ή ο ένας. Από την κίνηση έκριναν αν υπήρχε αγάπη μεταξύ του νέου και της νέας. Το ίδιο έκαναν και για τους παντρεμένους.

Όσοι στο χωριό είχαν όπλα, ιδίως κυνηγετικά, τα δοκίμαζαν το βράδυ αυτό, «τα βασίλευαν» με το να τουφεκίσουν δύο ή τρεις φορές στον αέρα. Ακόμα πριν καλά ξημερώσει, πήγαιναν στη βρύση και «κλέβανε» το νερό για να λουστούν ή να πιουν. Τη βρύση την άλειφαν με βούτυρο ή τυρί για την καλή σοδειά, όπως έκαναν και τα Χριστούγεννα. Το βράδυ της Πρωτοχρονιάς επίσης, οι νέες και οι νέοι όταν έφευγαν από τα νυχτέρια για τα σπίτια τους, έκοβαν κληματόβεργες και έκαναν γεφύρια, δηλαδή επάνω από ένα αυλάκι ή ρυάκι με νερό, με τις κληματόβεργες έκαναν ένα γεφυράκι και το βράδυ αν ονειρεύονταν κάποιος ή κάποια να τους περνά από το γεφυράκι καβάλα δηλαδή στην πλάτη του, τότε αυτόν θα παντρεύονταν.

Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς, οι νοικοκυρές ζύμωναν την βασιλόκλουρα την οποία έσπαγαν στα κέρατα του βοδιού και απαραίτητα έκαναν και τη βασιλόπιτα. Η βασιλόπιτα γίνονταν συνήθως με γλυκό τραχανά και με κομμάτια από κρέας, από το στήθος του γουρουνιού το λεγόμενο σταυραετός. Ανάμεσα από τα φύλλα της πίτας (πέτουρα), έβαζαν μικρά κομμάτια από κλήμα που συμβόλιζαν τα διάφορα είδη της περιουσίας του σπιτιού, όπως τα χωράφια, τα ζώα, το σπίτι κλπ.

Επίσης έβαζαν κομμάτια από άχυρο και αραβόσιτο που συμβόλιζαν την παραγωγή των προϊόντων αυτών. Στη βασιλόπιτα έβαζαν και το φλουρί (ένα νόμισμα) και το μεσημέρι αφού όλοι κάθονταν γύρω από την τάβλα (χαμηλό τραπέζι), η νοικοκυρά έφερνε τη βασιλόπιτα με το ταψί, την τοποθετούσε στην τάβλα και ο μεγαλύτερος, ο παππούς όταν υπήρχε, έκοβε με μαχαίρι την πίτα σε κομμάτια (φιλιά) και με μια δυνατή η κίνηση έφερνε το ταψί με την πίτα γύρω-γύρω. Τότε έκαναν όλοι το σταυρό τους, έλεγαν ευχές και μοιράζονταν τα κομμάτια (φιλιά) στον καθένα. Καθώς θα έτρωγε ο καθένας το κομμάτι του θα έβρισκε το κομμάτι από το κλήμα που συμβόλιζε ένα μέρος της περιουσίας. Τότε αυτός θα ήταν υπεύθυνος για το μέρος αυτό της περιουσίας για όλη τη χρονιά. Τα συμβολικά αυτά κλήματα τα πετούσαν στο ποτάμι για να μην τα πατάν (βρωμάν) στην γη οι καλλικάντζαροι.

Τη βασιλόκλουρα την έσπαγε στα κέρατα του βοδιού ο ζευγαράς, δηλαδή εκείνος που είχε τη φροντίδα των χωραφιών, αφού οι εργασίες ήταν καταμερισμένες τον καθένα και ο ένας δεν ανακατεύονταν στη δουλειά του άλλου, εκτός μόνο αν χρειάζονταν κάποια βοήθεια. Τη βασιλόκλουρα τη στόλιζαν με κομμάτια ζύμης, κάνοντας το σύμβολο του σταυρού, τη φάτνη με τον Χριστό, την Παναγία,, τον Ιωσήφ, τα ζώα και άλλα στολίδια. Εκτός από τη βασιλόκλουρα και τη βασιλόπιτα στο τραπέζι απαραίτητα έπρεπε να υπάρχει και η κοτόσουπα από την πιο παχιά κότα που είχε το σπίτι. Μερίδιο από τη βασιλόπιτα είχε και ο Άγιος Βασίλης, η Παναγία, οι φτωχοί και το σπίτι.

Το τραπέζι ήταν στρωμένο όλη μέρα και η φωτιά στο τζάκι έπρεπε να είναι πολύ δυνατή. Τα παιδιά του χωριού, την παραμονή αφού τέλειωναν το γύρισμα από σπίτι σε σπίτι ντυμένα λιουκαντζάρια, άναβαν μεγάλες φωτιές γύρω από τις οποίες χόρευαν χτυπώντας τα κουδούνια και τραγουδούσαν Αγιοβασιλιάτικα τραγούδια. Ακόμα τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς έπρεπε να περιποιηθούν ιδιαίτερα και τα ζώα του σπιτιού γιατί ο Άγιος Βασίλειος που γύριζε στους στάβλους και στα μαντριά, δεν έπρεπε να βρει τα ζώα νηστικά.


Τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς

Τα κάλαντα κληρονομήθηκαν από τους αρχαίους ειδωλολατρικούς λαούς ιδιαίτερα από τις γιορτές των αρχαίων Ελλήνων τα (Πυανέψια) και τα (Διονύσια). Τα κάλαντα γίνονταν από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα, στο Βαλτινό και στους συνοικισμούς γίνονταν ιδιαίτερα την Πρωτοχρονιά και τα Φώτα. Γυναίκες και άντρες γύριζαν μεταμφιεσμένοι όχι μόνο στο χωριό τους αλλά και στα γύρω χωριά, επίσης το ίδιο έκαναν και τα μικρά παιδιά.

Για την Πρωτοχρονιά έλεγαν το εξής τραγούδι:

Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία

Βαστά κανόνα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι.

Το καλαμάρι έγραφε και το χαρτί μιλούσε.

-Βασίλη μ’ πούθεν έρχεσαι και πούθε κατεβαίνεις;

-Από το δάσκαλο έρχομαι στη μάνα μου πααίνω.

-Σαν έρχεσαι απ’ το δάσκαλο πες μας την αλφαβήτα.

-Στην πατερίτσα ακούμπησε να πει την αλφαβήτα,

κι η πατερίτσα ήταν χλωρή  κι αμπόλιασε κλωνάρι,

κλωνάρι χρυσοκλώναρο, χρυσοκομποδιασμένο,

που το κομπόδιασε ο Χριστός με το δεξί το χέρι,

με το δεξί, με το ζερβί, με τ' άγια τα βαγγέλια.

Και του χρόνου.

Η νοικοκυρά του σπιτιού θα έδινε το φιλοδώρημα και αν στην παρέα υπήρχε νύφη και γαμπρός, τότε το φιλοδώρημα το έπαιρνε η νύφη και φιλούσε το χέρι της νοικοκυράς. Εάν η νοικοκυρά ή ο νοικοκύρης του σπιτιού δεν έβγαινε από το σπίτι να δώσει φιλοδώρημα στα λιουκαντζάρια ή αν τα έδιωχνε, τότε του έλεγαν το εξής τραγούδι:

Αφέντη μου στην τάβλα σου γεμάτη καλιακούδια,

Τα μισά κλωσούν, τα μισά γεννούν

και τα μισά σου βγάζουνε τα μάτια.

Άλλο πρωτοχρονιάτικο τραγούδι ήταν:

Αρχιμηνιά και αρχή χρονιά και αρχή καλός μας χρόνος.

Αρχή που βγήκε ο Χριστός στη γη να περπατήσει.

Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία κλπ.

 

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2024

Α.Ο. Βαλτινού - Ορφέας Ασπροβάλτου 3-2

 

Η νίκη του Α.Ο. Βαλτινού, στο ντέρπι της προηγούμενης Κυριακής, 15-12-2024, εδραίωσε την θέση του στην κορυφή της βαθμολογίας του Β΄ Ομίλου του πρωταθλήματος της ΕΠΣΤ, κρατώντας αποστάσεις από τον δεύτερο, την ομάδα του Καστρακίου, μετά το δύσκολο 3- 2 επί του Ασπροβάλτου.

Έτσι το σερί συνεχίζεται με 7 νίκες σε 7 αγώνες για την ομάδα του Α.Ο. Βαλτινού, η οποία μπήκε δυνατά στο χθεσινό ματς και στο 3ο λεπτό προηγήθηκε με γκολ του Παναγιώτη Αλεξίου με 1-0. Στην συνέχεια, η ομάδα του Ασπροβάλτου πέτυχε δύο γκολ και βρέθηκε να προηγείται με 1-2.

Όμως γρήγορα η ισοφάριση ήρθε, όταν ο Αχιλλέας Καμέας πέρασε όλη την άμυνα των αντιπάλων πάσαρε στον Δημήτρη Κοθρά και αυτός έστειλε την μπάλα στα δίχτυα κάνοντας το 2-2. Στο δεύτερο ημίχρονο ο ΑΟΒ υπερείχε έναντι της ομάδας του Ασπροβάλτου καθώς την έκλεισε στο μισό γήπεδο, έχασε αρκετές ευκαιρίες για γκολ, μέχρι που ήρθε αυτό στο 90΄ από τον Ανδρέα Σταμούλη, ο οποίος έστειλε την μπάλα στα δίχτυα του τερματοφύλακα του Ασπροβάλτου κάνοντας το τελικό  3-2.

Οι ποδοσφαιριστές που αγωνίστηκαν στο σημερινό παιχνίδι: Δ. Σφυρλίδας, Γ. Σφυρλίδας, Περνέζα (Περιστέρης), Φαρμάκης (Α. Σταμούλης), Πατσιάς (Ν. Σταμούλης), Τσιγάρας (Σφυρλίδας), Καμέας (Μάμαλης), Κ. Κοθράς, Δ. Κοθράς, Αλεξίου, Ζησόπουλος.

Η Βαθμολογία

ΑΟ. Βαλτινό                           21

Καστράκι                                15

Άθλος Καλαμπάκας                14

Ασπροκλησιά                          14

Α.Ο. Γοργογυρίου                  12

Χρυσομηλιά                            12

Ασπρόβατος                            10

Πιαλεία                                    10

Παλαιομονάστηρο                    9

Α.Ο Φωτεινού                          3

Α.Ο. Πηγής                               0

Ελευθεροχώρι                           0

Τα Τρίκαλα όπως δεν τα ξέρουμε

 

Εξαιρετικά σπάνια φωτογραφία των Τρικάλων και του Ληθαίου ποταμού στα 1904.

Διακρίνουμε στο βάθος την πέτρινη γέφυρα της Γούρνας που ήταν κατασκευασμένη επί Τουρκοκρατίας με πέντε χαμηλά τόξα, όπου σήμερα η νέα (από τις αρχές της δεκαετίας του ’70) διασχίζει τον Ληθαίο ενώνοντας τις οδούς Κανούτα-Καλαμάτα και Κοραή με τις απέναντι οδούς Αμαλίας και Νίκου & Ρίτας Παππά.

Ακόμη, μια πρόχειρη ξύλινη κατασκευή για την διέλευση των πεζών (όταν τα νερά του ποταμού το επέτρεπαν), καθώς επίσης κάποιο προφανώς καφενέ που λειτουργούσε τότε παρόχθια καθ’ οδόν προς την περιοχή της σημερινής πλατείας Βουβής.

Επιπλέον στα δεξιά, την οκτάκρουνη βρύση της Γούρνας που είχε κατασκευαστεί από τον Δήμαρχο Κωνσταντίνο Ραδινό. Το άνω κωνοειδές τμήμα της βρύσης καταστράφηκε στην πλημμύρα του 1907, ενώ στα μέσα της δεκαετίας του ’20 η βρύση στέρεψε και ισοπεδώθηκε.

Η ιστορία και εξέλιξη της πόλης των Τρικάλων, κυρίως στα χρόνια μετά την Απελευθέρωση από τον οθωμανικό ζυγό, είναι συνυφασμένη με την ιστορία και την εξέλιξη των γεφυρών της και την τιθάσευση των καταστροφικών πλημμύρων του Ληθαίου που εκείνα τα χρόνια επαναλαμβάνονταν σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Η ανάγκη επέκτασης του αστικού ιστού από το Βαρούσι και τα πρανή του λόφου του Φρουρίου (αλλά και του Προφήτη Ηλία) προς τα πεδινά τμήματα “έβρισκε” ως φυσικό εμπόδιο τον ποταμό που σχεδόν περικύκλωνε την παλιά πόλη. Η κατασκευή λοιπόν στέρεων γεφυρών ήταν εκ των ων ουκ άνευ.

Επόμενο ήταν και η μετάθεση του κέντρου βάρους των Τρικάλων με τις γέφυρες να έχει να κάνει. Στις εποχές που δεν είχε ακόμη κατασκευασθεί η σημερινή κεντρική γέφυρα της πόλης (1889), “κεντρικές” γέφυρες ήταν του Πίχτου (για την οποία θα αναφερθώ σε επόμενο δημοσίευμα) και της Γούρνας.

Φ. 2024. Σημερινή άποψη του χώρου, 120 χρόνια μετά.

Από το αρχείο του Σωτήρη Κύρμπα

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2024

Η φωταγώγηση του Χριστουγεννιάτικου Δένδρου στο Βαλτινό

 

Παρά τις αντίξοες καιρικές συνθήκες, την ακατάπαυστη βροχή και το κρύο, πολλοί ήταν εκείνοι, μικροί και μεγάλοι, που παραβρέθηκαν στις χριστουγεννιάτικες εκδηλώσεις του Σαββάτου 14-12-2024, που διοργάνωσε η Τοπική Κοινότητα Βαλτινού με τον Εκπολιτιστικό Σύλλογο, για την φωταγώγηση του Χριστουγεννιάτικου δένδρου στην πλατεία του χωριού.

Η τελετή έναρξης της εκδήλωσης άρχισε με σύντομους χαιρετισμούς, του Προέδρου της Τοπικής Κοινότητας Βαλτινού κ. Βάιου Τσιγάρα και της Προέδρου του Εκπολιτιστικού Συλλόγου, κας. Ρίκας Πλεξίδα – Βότσιου, που καλωσόρισαν τους παρευρισκόμενους, τους ευχήθηκα καλές γιορτές και έδωσαν το σήμα της φωταγώγησης του δέντρου.

Στη συνέχεια, μέσα σε ένα χαρούμενο εορταστικό κλίμα, σύμφωνο με το πνεύμα των Χριστουγέννων, τα μικρά παιδιά του Δημοτικού Σχολείου Βαλτινού τραγούδησαν τα κάλαντα και χόρεψαν διάφορα χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Η βραδιά κύλισε με μουσική, χορούς, κάλαντα, εδέσματα και διάφορα δώρα από τον Άγιο Βασίλη, ο οποίος κατέφθασε στον χώρο με τρακτέρ και μοίρασε τα δώρα του στους μικρούς φίλους, ευχόμενος σε όλους: Χρόνια πολλά, καλά Χριστούγεννα με υγεία και χαμόγελα,

Και του χρόνου με υγεία!!!


Ακολουθεί Φωτορεπορτάζ και βίντεο

Απεβίωσε η Ελένη Τσιγάρα

 

Απεβίωσε η συγχωριανή μας Ελένη Τσιγάρα, το Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2024, σε ηλικία 90 ετών.

Η Ελένη Τσιγάρα, το γένος Σαλέπη, από το Βαλομάντρι γεννήθηκε το 1934. Παντρεύτηκε με τον Αντρέα Γ. Τσιγάρα και απόχτησαν τέσσερα παιδιά, Την Παρασκευή, τον Ευάγγελο, τον Παναγιώτη και τον Κωνσταντίνο.

Η εξόδιος ακολουθία θα γίνει την Δευτέρα 16/12/2024 και ώρα 10:30, στον Ιερό Ναό Αγίου Αθανασίου, Βαλτινού Τρικάλων.

Παρακαλούνται οι συγγενείς και φίλοι να προσέλθουν και να συνοδεύσουν την εκφορά της.


Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2024

ΧΕΙΜΕΡΙΟΣ ΡΟΥΣ

 

Αυτό το ρηχό ποταμάκι δεν κατεβάζει μόνο τους παγερούς σταλαγμούς του χιονιού, αλλά και τις αμέτρητες μνήμες από τα πίσω χρόνια. Και βέβαια δεν θα μπορέσει ποτέ να μου ξαναδώσει εκείνη την εντελώς παραμυθένια εικόνα των παιδικών μου χρόνων, όταν ήταν σκεπασμένο με παγωμένο χιόνι και το νερό κυλούσε κρυφά και αργά-αργά κάτω από τον άσπρο μανδύα του και, όπου μπορούσε να ανασάνει, εκτόξευε πυκνούς ατμούς, ζωγραφίζοντας στην ατμόσφαιρα αγγέλους και άστρα. Ω εσείς κρυστάλλινα νερά, όσο μπορείτε ξεπλύνετε τις αμαρτίες μας, γιατί μας έχουν καταδικάσει.

Του Ηλία Κεφάλα


Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2024

Χριστούγεννα στο Βαλτινό - Λαογραφία 2

 Από το βιβλίο του Δημητρίου Βασ. Μπούγα


Μέρος Β΄

Στις 15 Δεκεμβρίου γιορτή του Αγίου Ελευθερίου τιμούν την μνήμη του περισσότερο οι έγκυες «γκαστρωμένες» γυναίκες και όσοι είχαν αγαπημένα τους πρόσωπα  στις φυλακές για να έρθει με το καλό η λευτεριά.

Στις 18 Δεκεμβρίου, γιορτή του Αγίου Μόδεστου, οι κάτοικοι του Βαλτινού νήστευαν για την υγεία των ζώων, έκαναν λειτουργία και πολλές φορές έβραζαν κόλυβα.

Στις 12 Δεκεμβρίου που γιόρταζε ο Άγιος Σπυρίδωνας, γιορτή των τσαγκάρηδων, τηρούσαν αργία, απέφευγαν να μαγειρεύουν όσπρια και δεν έτρωγαν σπόρους και ξερά φρούτα, για να μη βγάζουν σπυριά όλο το χρόνο.

Στις 20 Δεκεμβρίου γιορτή του Αγίου Ιγνατίου πολλοί δεν εργάζονταν και διηγούνται στο χωριό πως κάποιος, κάποτε πήγε να εργαστεί αυτή τη μέρα και παραχώθηκαν τα βόδια. Το μέρος αυτό το ονομάζουν «στων χαντακιών τα βόδια». Τον ρώτησαν γιατί κάνεις χωράφι σήμερα αφού είναι τ’ Αγναντιού, αυτός απάντησε, αγναντεύω και δουλεύω και αμέσως έγινε το θαύμα. Από τότε λένε το εξής, «Αγνάντια φάε, αγνάντια πιες, αγνάντια πες και κάτσε», δηλαδή τη μέρα αυτή να κάθεσαι, να τρως, να πίνεις και να συζητάς.

Ακολουθούν οι μεγάλες γιορτές των Χριστουγέννων, από τις 25 Δεκεμβρίου μέχρι τις 6 Ιανουαρίου, τα λεγόμενα Δωδεκαήμερα. Για σαράντα μέρες γίνεται νηστεία και καθαριότητα, που φτάνει στο αποκορύφωμα την παραμονή με λουσίματα, πλυσίματα και εκλεκτά φαγητά, με αυγοκουλούρες και Χριστόψωμα. Τις μέρες αυτές σφάζουν και το γουρούνι «γουρουνοχαρά», που για ένα χρόνο το παχαίνουν και οι κάτοικοι συναγωνίζονται για το ποιος θα βγάλει περισσότερη λίπα.

Το γουρούνι το αγοράζουν από τις αρχές του φθινοπώρου για να το παχύνουν και τη λίπα την κάνουν από το παχύ «παστό» κρέας που το λιώνουν μέσα σε καζάνι αλλά κασιτερωμένο και μετά τη βάζουν σε τενεκέδες μεγάλους για να μαγειρέψουν όλο το χρόνο αντί για λάδι. Τα ψαχνά κρέατα και τα κόκκαλα του γουρουνιού, αφού το αλατίσουν καλά τα τοποθετούν σε ειδικές ξύλινες κάδες «τα παστραμιάζουν» και με αυτά περνούν μέχρι την Κυριακή της Αποκριάς, τη μεγάλη σαρακοστή του Πάσχα. Με ψιλοκομμένο ψαχνό κρέας κάνουν και τα λουκάνικα και με τα έντερα του γουρουνιού. Στο ψιλοκομμένο κρέας βάζουν πράσα, αλάτι, πιπέρι και άλλα μπαχαρικά ώστε τα λουκάνικα να διατηρηθούν περισσότερο καιρό και τα κρεμάνε κοντά στο τζάκι για να στεγνώσουν καλά αφού δεν υπήρχαν ψυγεία. Παρ’ ότι το σφάξιμο του γουρουνιού γίνονταν τις μέρες της νηστείας κανένας δεν γίνονταν χαχάμης, δηλαδή δεν χαλούσε την νηστεία, παρά τις προκλήσεις και τις λιχουδιές, αλλά με πίστη και ευλάβεια περίμεναν όλη τη νύχτα των Χριστουγέννων, στις 12 η ώρα που θα κτυπούσε η καμπάνα για να πάνε στην εκκλησία. Μετά τη Θεία Λειτουργία, από την οποία δεν έλειπε κανείς, γύριζαν όλοι στο σπίτι για να φάνε τα αρτυμένα φαγητά, κρέατα, αυγά, τυριά και άλλα. Στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι παραβρίσκονταν και η ξενιτεμένοι, παιδιά, αδέρφια, εγγόνια και με την ευλογία του παππού και του πατέρα άρχιζε το φαγοπότι. Πριν από το Χριστουγεννιάτικο γεύμα έκοβαν την αυγοκουλούρα, ένα κομμάτι για τον καθένα, και όταν το γεύμα τελείωνε κοιμόταν για λίγο, αφού το απόγευμα θα πήγαιναν να ευχηθούν αυτούς που γιόρταζαν. Στο τραπέζι των Χριστουγέννων δεν θα έβλεπε κανείς γλυκά όπως σήμερα, παρά μόνο πολλούς μεζέδες και εγχώρια φρούτα όπως μήλα, κυδώνια, κάστανα και άλλα καθώς και άφθονο ντόπιο κρασί. Πολλές φορές το γουρούνι το σφάζουν μετά τα Χριστούγεννα, όχι όμως πέρα της Πρωτοχρονιάς. Οι ευχές που έλεγαν όταν έσφαζαν το γουρούνι ήταν «με γεια το χοιροφάι», «να το φάτε με υγεία», «και του χρόνου μεγαλύτερο».

Αμέσως μετά το σφάξιμο η νοικοκυρά λιβάνιζε το χώρο γύρω από τη σφαγή και το σφαγμένο γουρούνι, για να απομακρυνθούν τα δαιμόνια και έφερνε το παγούρι με το κρασί να πιουν αυτοί που έσφαξαν το ζώο και να πουν τις παρακάτω ευχές. Συγγενικές γυναίκες, ανύπαντρα κορίτσια καθώς και άλλοι συγγενείς και φίλοι πήγαιναν να βοηθήσουν τη νοικοκυρά όταν έσφαζε το γουρούνι. Όταν έλιωνε το λίπος μέσα στο καζάνι για να βάλουν τη λίπα, έμεναν τα ψαχνά κομμάτια, οι λεγόμενες τσιγαρίδες, γιατί με χοντροκομμένα πράσα και με διάφορα μυρωδικά τις τσιγάριζαν στο καζάνι. Μετά από τέσσερες με πέντε μέρες έβραζαν το κεφάλι, για να το καθαρίσουν από τις τρίχες και έκαναν τον πατσά ή τρεμούλα ως εξής, έβγαζαν το κρέας από το κεφάλι σε μικρά κομματάκια, πρόσθεταν και άλλα μικρά κομμάτια από ψαχνό, βρασμένο κρέας, μπόλικο στουμπισμένο σκόρδο και ξύδι και τα τοποθετούσαν σε πήλινα δοχεία όπου έπηζε ο πατσάς. Όταν ο πατσάς έπηζε το λίπος κάθονταν επάνω και έτσι έτρωγαν τον πατσά χωρίς τα λιπαρά. Κρατούσαν τη χολή και τα κόκκαλα από το κάτω σαγόνι για φαρμακευτικούς και πρακτικούς λόγους, γιατί μέσα σ’ αυτά τα κόκαλα υπήρχε λίπος που το χρησιμοποιούσα να αλείφουν τα παπούτσια, ώστε να μαλακώνουν και τα διάφορα σημεία του σώματος όταν πονούσαν ή πρήζονταν. Από το δέρμα επίσης έκαναν παπούτσια, τα γουρνουτσάρουχα στα οποία πολλές φορές, έβαζαν και μία φούντα. Για τη σφαγή και το γδάρσιμο του γουρουνιού είχαν ειδικά μαχαίρια, τα γουρουνομάχαιρα ή γδαρσομάχαιρα που τα δανείζονταν ο ένας από τον άλλον στο χωριό.

Την παραμονή των Χριστουγέννων τα παιδιά άναβαν στο μεσοχώρι μεγάλες φωτιές γύρω από τις οποίες χόρευαν, έπαιζαν, τραγουδούσαν και πηδούσαν πάνω από τις φλόγες, ενώ οι νοικοκυρές άναβαν κι αυτές δυνατές φωτιές στα τζάκια με κούτσουρα βαλανιδιάς ή γκορτσιάς, ώστε όλη τη νύχτα να είναι ζεστό το σπίτι για να πυρώσει «ζεστάνει» η Παναγία των Χριστούλη, να γίνονται κάρβουνα που τα ανακάτωναν οι πιο γέροι του σπιτιού για να γεννηθούν πολλά αρνιά και κατσίκια που θα διασκορπίζονταν στο μαντρί και στη στάνη. Τη δυνατή φωτιά την ονόμαζαν πάντρεμα της φωτιάς. Με τη δυνατή φωτιά και τα θυμιατίσματα «λιβάνι», δεν τολμούσαν το βράδυ αυτό να μπουν στο σπίτι τα δαιμονικά «καλικάντζαροι ή καρκαντζάλια ή παγανά» και έτσι το σπίτι θα έμενε καθαρό.

Από το τραπέζι των Χριστουγέννων δεν έλειπε και ο μεζές από το παχύ έντερο, το συκώτι και την καρδιά του γουρουνιού που τα διατηρούσαν σε μια σούβλα κοντά στο τζάκι και ο μεζές από άγρια πουλιά όπως, αγριόπαπιες, κοτσύφια, φαλαρίδες, μπεκάτσες, γκαλιαμάνες και άλλα, που τα μικρά παιδιά τα έπιαναν με το αβρόχι, που το έκαναν με τις τρίχες από την ουρά του αλόγου.

Τη νύχτα των Χριστουγέννων, πριν να φέξει, οι νοικοκυρές έτρεχαν στη βρύση του χωριού, ποια και ποια θα πάει πρώτη να πάρει «να κλέψει», όπως έλεγαν, το νερό και να αλείψει τη βρύση με βούτυρο ή τυρί για να είναι αυτά τα αγαθά άφθονα στο σπίτι «όπως τρέχει το νερό στη βρύση έτσι να τρέχει και το βιος μ’», έλεγαν.



Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2024

Χριστούγεννα στο Βαλτινό - Λαογραφία 1

 Από το βιβλίο του Δημητρίου Βασ. Μπούγα

Μέρος Α΄

Όταν οι κάτοικοι του Βαλτινού τελειώσουν τη φθινοπωρινή εργασία της σποράς και ετοιμάσουν τους στάβλους «αχούρια», για τα ζώα και τα μαντριά για τα πρόβατα, με τροφές για το χειμώνα, τότε περιμένουν σαν φυσική συνέπεια, τη μέρα που θα αποκρέψουν για τα Χριστούγεννα που είναι η 14η Νοεμβρίου, «κοινά και Παχνιστής στη γλώσσα των κατοίκων», για την Ορθοδοξία. Με τη νηστεία οι άνθρωποι προετοιμάζονται ψυχικά και σωματικά για να δεχτούν τη γέννηση του Θεανθρώπου μετά από σαράντα μέρες. Τη μέρα αυτή της αποκριάς, πολλές φορές μερικές οικογένειες, συγγενείς, φίλοι και γείτονες, αφού έπαιρναν τα φαγητά τους, συγκεντρώνονταν στο σπίτι του γεροντότερου και ποιο σεβάσμιου νοικοκύρη, με χαρές, γέλια και ευχές έτρωγαν και απόκρευαν για τα Χριστούγεννα. Αφού συγχωρούσε ο ένας τον άλλον για το όποιο κακό του είχε κάνει, έφευγε ο καθένας, αργά το βράδυ, για το σπίτι του για να κοιμηθεί. Η νηστεία αυτή των Χριστουγέννων κρατάει σαράντα μέρες γι’ αυτό τη λένε και σαρανταήμερο. Η νηστεία γίνονταν με την πειθαρχία και ήταν καθολική, από τον πιο μικρό μέχρι το πιο μεγάλο χωρίς να εξαιρούνται ούτε τα μικρά παιδιά, ούτε οι άρρωστοι. Έχουμε δε πολλά παραδείγματα όπου ασθενείς, νέοι ή γέροντες, να πεθαίνουν από τη νηστεία, γιατί ήταν σαρακοστή και δεν έπρεπε να φάνε «να αρτυθούν», αφού τους μεν μικρούς θα τους έκοβε ο παπάς τη γλώσσα, τους δεν μεγάλους θα τους δέχονταν η κόλαση. Αδιαφορούσαν για όποιους χαλούσαν την νηστεία και τους αποκαλούσαν χαχάμηδες. Η νηστεία είχε τόσο ριζώσει και η πίστη τόσο θεμελιωθεί στον καθένα, ώστε αν κάποιος τη χαλούσε ντρέπονταν να αντικρίσει τους συγχωριανούς του. 

Μια εβδομάδα μετά την αποκριά για τα Χριστούγεννα περίμεναν την πρώτη γιορτή του Σωτήρος, τα λεγόμενα Εισόδια της Θεοτόκου. Τη μέρα αυτή έβραζαν ανακατεμένα διάφορα όσπρια, φασόλια, κουκιά, ρεβίθια, σιτάρι, αραβόσιτο και άλλα, για να έχουν καλή σοδειά από τη σπορά των χωραφιών, που τη μέρα αυτή σχεδόν είχε τελειώσει. Σ’ ένα πιάτο θα πήγαιναν και στην εκκλησία βρασμένα όσπρια για να πάρουν ευλογία για καλή προκοπή. Την Παναγία που γιορτάζει τη μέρα αυτή της 21 ης Νοεμβρίου, την ονομάζουν γι' αυτό το λόγο και Παναγία Ποσπορίτισσα. 

Μετά μια βδομάδα, στις 30 Νοεμβρίου, ήταν η γιορτή του Αγίου Αντρέα, γι’ αυτό και ο μήνας αυτός ονομάζεται και Αντριάς, περίμεναν το χειμώνα και ο Απόστολος Ανδρέας θα άσπριζε τα γένια του, δηλαδή θα χιόνιζε. Πάλι τη μέρα αυτή θα έβραζαν όσπρια για την προκοπή των σπαρτών. Μικρά παιδιά τόσο τη μέρα των Εισοδίων Της Θεοτόκου, όσο και του Αγίου Αντρέα, γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και έλεγαν διάφορα τραγούδια, όπως τα κάλαντα, όπως το «έξω ψύλλοι και ποντίκια, μέσα γεια και χαρά», τους δε άλλους στίχους δεν τους θυμόταν κανένας να τους πει. 

Αν τότε δεν χιόνιζε, περίμεναν την 6η Δεκεμβρίου να ασπρίσει τα γένια του ο Άγιος Νικόλαος, που γιορτάζει τη μέρα αυτή. Τη μέρα αυτή πήγαιναν σιτάρι βρασμένο στην εκκλησία που το στόλιζαν με ζάχαρη άχνη από πάνω, μέσα έβαζαν κανέλα, αμύγδαλα ή καρύδια και άλλες μυρωδιές και το ονόμαζαν παννυχίδα. Επειδή από τις 4 μέχρι τις 6 Δεκεμβρίου ακολουθούσαν κατά σειρά οι γιορτές της Αγίας Βαρβάρας, του Αγίου Σάββα και του Αγίου Νικολάου, τα ονόμαζαν Νικολοβάρβαρα και δεν έκαναν τις μέρες αυτές καμία σοβαρή γεωργική εργασία, για αυτό έπλασαν και το γνωμικό «Άγια Βαρβάρα βαρβαρώνει, Άγιος Σάββας σαβανώνει κι Άγιος Νικόλαος παραχώνει». Με όλα αυτά έδειχναν πως θα άρχιζε η βαρυχειμωνιά και ότι θα έπρεπε να ετοιμάζονται για την αντιμετώπισή της γι’ αυτούς και τα ζώα τους. Η αργία τη μέρα του Αγίου Νικολάου ήταν μεγάλη και καθολική και σε ένα γειτονικό χωριό, τη Φήκη υπάρχει Εκκλησία του Αγίου που είναι προστάτης των ναυτικών και πολύ θαυματουργός. Δυο φορές κάθε χρόνο, στις 6 Δεκεμβρίου και στις 20 Μαΐου, στη Φήκη γιορτάζουν τον Άγιο Νικόλαο και πλήθος κόσμου έρχεται από τα γύρω χωριά, και όχι μόνο, για να προσκυνήσει τον Άγιο και να προσφέρει τα δώρα του. Γύρω από τον Ναό υπήρχαν παλαιότερα κελιά «μικρά δωματιάκια» στα οποία έκλειναν τους τρελούς «παλαβούς» για να τους θεραπεύσει ο Άγιος, για αυτό και λέγεται «είσαι για τον Άϊ Νικόλα». Επειδή δε τους τρελούς τους έδεναν με σιδερένιες αλυσίδες μέσα στα κελιά τους, τους υπέβαλαν μεγάλη νηστεία, τους έδιναν ψωμί και φαγητό ανάλατο σε αραιά διαστήματα και πολλές φορές τους υπέβαλαν σε σωματικές ποινές, για αυτό έμεινε η φράση «είσαι για τα σίδερα» ή «είσαι ανάλατος» δηλαδή είσαι τρελός. Λέγεται ότι, όποιος έταζε στον Άγιο και δεν πραγματοποιούσε το τάμα του ή έκλεβε από την περιουσία του «που ήταν πολύ μεγάλη», πήγαινε ο Άγιος τη νύχτα στον ύπνο και έδερνε με την πατερίτσα του τον ψεύτη και τον κλέφτη, και έτσι έμεινε η φράση «τις έφαγε ή θα τις φάγει από τον Άγιο». Υπήρξαν άνθρωποι και υπάρχουν ακόμα κάποιοι που δοκίμασαν την οργή της πατερίτσας του Αγίου και μάλιστα είχαν διασαλευτεί και τα λογικά μερικών, αλλά μετά την έμπρακτη μετάνοια θεραπεύτηκαν, ώστε να μείνει μετά από αυτό η φράση «Άγιε Νικόλα βοήθα με». Έπαιρναν την εικόνα του Αγίου στο σπίτι του αρρώστου, διάβαζαν παρακλήσεις, έκαναν λειτουργία ή με ένα βαμβάκι βουτηγμένο στο λάδι της καντήλας του Αγίου ή σε νερό το περιφέρανε πάνω από την εικόνα και με αυτό σταύρωναν τον άρρωστο «με το λάδι», του έδιναν να πιει από το νερό ή του έπλεναν το μέρος που πονούσε και θεραπευόταν. Την παραμονή της γιορτής του Αγίου πολλοί πιστοί, άρρωστοι και αυτοί που γιατρεύτηκαν κοιμόταν μέσα στην εκκλησία, έπαιρναν μέρος και σε λιτανεία ή έκαναν λειτουργία με δικά τους έξοδα για να παρακαλέσουν για κάτι τον Άγιο ή να τον ευχαριστήσουν.


Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2024

Νάσια Ριζαργιώτη και Βαλάντης Σωτηρίου στο μουσικό στέκι «Ανδρομέδα»

 

Η Νάσια Ριζαργιώτη και ο Βαλάντης Σωτηρίου επιστρέφουν στη σκηνή της «Ανδρομέδας» για μια ξεχωριστή μουσική βραδιά που θα σας ταξιδέψει.
Την Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2024, στις 21:30, οι δύο καλλιτέχνες, μαζί με τον Κώστα Παπαθανασίου στο μπουζούκι και την κιθάρα, θα παρουσιάσουν ένα πρόγραμμα που, πέρα από τα γνώριμα τους παραδοσιακά και «έντεχνα» μονοπάτια, θα αναδείξουν το λαϊκό τραγούδι, παλιό και νέο.
Έτσι το δεύτερο μέρος του προγράμματος, θα είναι αφιερωμένο σε εμβληματικούς συνθέτες όπως οι Τσιτσάνης, Παπάζογλου, Ρασούλης, Θεοδωράκης, Πλέσσας και σε ερμηνευτές όπως οι Καζαντζίδης, Μπιθικώτσης, Βιτάλη, Αλεξίου, Μαρινέλλα, Βοσκόπουλος και άλλοι.
Σας περιμένουμε για μια βραδιά γεμάτη νοσταλγία και συγκίνηση!
Φωνή: Νάσια Ριζαργιώτη Πιάνο: Βαλάντης Σωτηρίου Μπουζούκι/Κιθάρα: Κώστας Παπαθανασίου
Στουρνάρα 10, Τρίκαλα
Τηλ. Κρατήσεων: 6977580754
Είσοδος: 5 ευρώ

Με τη γλώσσα του τόπου μας - Ο Νάσιους κι ο Βασίλ'ς

 

Κόντευαν τα Χριστούγεννα κι ου Βασίλ’ς, ξύπνησε χαραή, χαραή κι έφερνε τρώιρα στη ρούγα. Ετοιμάζονταν να σφάξει του γρούνι. Πήγαινε παν’- κατ’ ούλη την ώρα και σαν να κούτσαινε λιγάκι ο έρμος, τράβαγε για το κουμάσι.  

Τον είδε ο Νάσιους και τον ρώτησε:

-Ο ξάδελφε, τι έπαθες και πας κούτσα-κούτσα σαν του κουτσό το γουμάρι;

-Άσε με αξάδελφε, είδα στον ύπνο μ’ απόψε ότι πάτσα ένα καρφί.

-Καλά βρε χαμένε δεν φορούσες παπούτσια; του λέει ου Νάσιους.

-Όχι, δεν φορούσα, λέει ου Βασίλ’ς.

-Εμ άμα κοιμάσαι ξυπόλτους, βρε χαμένε, καλά να πάθ’ς τότε, τα θέλει ου κώλους σ’ μου φαίνεται. «Όποιος δεν έχει μυαλό, έχει πουδάρια» λέει η παροιμία… Κι συ έτσι όπως πας, σε λίγο δεν θάχεις ούτε πουδάρια…, του λέει ου Νάσιους, σκάζοντας στα γέλια.

-Καλά ξάδελφε κι εσύ μην κομπάζεις, ποιος τόχασε το μυαλό να του βρεις εσύ!

 

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2024

Το Θυμιατό

 

Εστιάζοντας το βλέμμα στην ατμοσφαιρική εικόνα ενός θυμιατού που λιβανίζει τον χώρο, περισσότερο για την εικαστική και αισθητική της αξία, παρά για την διαδικασία του εκκλησιαστικού τελετουργικού, αυτού καθ’ αυτού, υποβάλλεται ανάλογα και η στοχαστική σκέψη:

Ο μυροβλύτης χώρος πλημμυρισμένος από νεφελώδεις σχηματισμούς, φωτίζει τον κόσμο, απαγκιστρώνει τον νου από τις υλικές μέριμνες και τον ταξιδεύει από τα σκοτεινά βάθη του «είναι» στη ζωή που σκιρτά – άλλοτε σκληρά, άλλοτε σαν αύρα τ᾽ ουρανού. Αυτού του είδους τα εικαστικά δημιουργήματα συνταιριάζουν τέχνη, σκιές κι αναλαμπές ενός βίου που δεν φοβάται το έρεβος, που δεν διστάζει ν᾽ αγγίξει τα ανέγγιχτα, που δεν τρομάζει μπροστά στο φως που καταλάμπει την ύπαρξη. 

Δ.Τ.

επικοινωνιστε μαζι μας