Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2025

Ο αγιασμός των υδάτων στα Τρίκαλα

 

Η νίκη του φωτός απέναντι στο σκοτάδι και ένα νέο ξεκίνημα της ανθρωπότητας που σηματοδοτείται από το χριστιανικό βάπτισμα και τον αγιασμό του κόσμου, κυριαρχούν ως συμβολισμοί στη γιορτή των Θεοφανίων και στα έθιμα που τη συνοδεύουν.

Στην πόλη των Τρικάλων η τέλεση του αγιασμού των υδάτων κατά την εορτή των Θεοφανίων τελείται κάθε χρόνο, στην κεντρική γέφυρα της πόλης. Μετά την Ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού στον ναό του Αγίου Νικολάου, σχηματίζεται πομπὴ, η οποία κατευθύνεται στην κεντρική πεζογέφυρα για την κατάδυση του Τιμίου Σταυρού.

Μια παλαιά φωτογραφία από την δεκαετία του 1940, στον Ληθαίο ποταμό, κατά τον εορτασμό των Θεοφανίων, όπου τελείται ο αγιασμός των υδάτων, επιμαρτυρεί την συνέχεια της ελληνικής και χριστιανικής παράδοσης, η οποία φθάνει ως τις μέρες μας και χαρακτηρίζει το νεοελληνικό ήθος της ζωής του σύγχρονου Έλληνα.

Επίσης σε πολλά χωριά της Θεσσαλίας, όπου υπάρχουν ποτάμια, οι κάτοικοι έπαιρναν τα εικονίσματα από την εκκλησία και τα μετέφεραν στο ποτάμι. Εκεί, μέσα στα παγωμένα νερά των ποταμών, έριχναν τον σταυρό και με αυτόν ράντιζαν τα εικονίσματα, τα οποία στη συνέχεια επέστρεφαν στην εκκλησία, ενώ συνήθιζαν να ραντίζουν με το ευλογημένο νερό και τα χωράφια, για να έχουν καλή σοδειά. Σε κάποια άλλα χωριά της Θεσσαλίας, βουτούν ολόκληρη την εικόνα μέσα στο ποτάμι.

Πανάρχαια παγανιστικά έθιμα του χειμερινού ηλιοστασίου, που ενώθηκαν και μπολιάστηκαν με τις χριστιανικές παραδόσεις.


Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2025

Τα κάστανα

 

Ανάμεσα σε δύο τσιμεντόλιθους στοίβαξε μερικά ξύλα για καύσιμη ύλη, άναψε τη φωτιά, τοποθέτησε ένα στρόγγυλο τσίγκινο έλασμα, κάθισε σε ένα χαμηλό σκαμνάκι, βόλεψε παραμάσχαλα την γκλίτσα του και μέχρι να πυρώσει η φωτιά, χάραξε με ένα μαχαίρι τα κάστανα και τα έριξε επάνω στη φουφού να ψηθούν.

Σε λίγο άρχιζαν να σκάζουν τα κάστανα και με τη ξύλινη λαβίδα του τα γύριζε να ψηθούν κι απ’ την άλλη μεριά.

Δεν πρόκειται για πλανόδιο υπαίθριο καστανά, αλλά για έναν γεωκτηνοτρόφο που τον συνάντησα πριν από κάμποσα χρόνια, κάπου στο χωριό Φιλύρα, Τρικάλων, να ψήνει τα κάστανά του, μια χειμωνιάτικη μέρα και απαθανάτισα το σκηνικό.

Είχε αποκάμει από τις δουλειές του, τάισε τα ζώα του, καθάρισε και φρόντισε τους χώρους μέσα στο μαντρί και βρήκε λίγο χρόνο να ψήσει, έξω στην περιφέρεια, τα κάστανα που είχε μαζέψει και είχε φυλάξει από το Ζάβατο του Οκτώβρη.

Μια συμπαθητική φιγούρα, μια εικόνα του χωριού, σαν αυτές που στη θέασή τους σε ζεσταίνουν στην παγωνιά του χειμώνα.

Είδε που τον φωτογράφισα, με κοίταξε με ένα διαπεραστικό βλέμμα απορίας και ικανοποίησης και σιγοτραγούδησε:

«Το κάστανο θέλει κρασί και το καρύδι μέλι

και το κορίτσι φίλημα πρωί και μεσημέρι».

Του χαμογέλασα, αλλά πριν προλάβω να πω κάτι, άκουσα να συνεχίζει το τραγούδι του:

«Μέσα στη βαρυχειμωνιά τώρα που κάνει κρύο

με την φουφού μου στη γωνιά περνάω μεγαλείο».

Τον πλησίασα, τον χαιρέτισα και θέλοντας να δώσω μια προέκταση στον τρόπο ζωής, σε σχέση με τα κάστανα και με το τραγούδι του, τον ρώτησα:

-«Ναι, αλλά τι έχεις να πεις για εκείνο το… παροιμιώδες ερώτημα «ποιος θα βγάλει τα κάστανα απ’ τη φωτιά»;

-«Α! Θέλει τόλμη και θάρρος να βγάλεις τα κάστανα απ’ τη φωτιά, θέλει τόλμη να ξεσκεπάσεις την αδικία, το ψέμα, την υποκρισία... Χάθηκαν οι αναστενάρηδες, οι γενναίοι άνθρωποι, που σήμερα από κάθε άλλη εποχή, χρειάζονται να βγάλουν απ' τη φωτιά τα κάστανα της συμφοράς…», μου απάντησε με αφοπλιστική θυμοσοφία! Και πιάνοντας δυο κάστανα από τη φωτιά, μου τα πρόσφερε χαμογελώντας!

Δημήτρης Τσιγάρας.



Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2025

Οι γιορτινές ημέρες στο χωριό

 

Η περίοδος των εορτών των Χριστουγέννων είναι η ωραιότερη του χρόνου, συνηθίζουν να λένε οι κάτοικοι στο Βαλτινό και μάλλον έχουν δίκιο. 

Οι άνθρωποι προετοιμάζονται πυρετωδώς για τον Χειμώνα, που είναι γι’ αυτούς δύσκολος, κάποιες φορές βαρύς, αλλά σίγουρα γεμάτος με γιορτές, ιστορίες, μαγειρέματα, τσίπουρο, κρασί και καλή καρδιά. Έχουν μάθει να συμβιώνουν με τη φύση και να διαχειρίζονται τις συμπεριφορές της, ακόμα και τις πιο ακραίες. Όσο για τον καθημερινό τους βίο: δύσκολος έως αβίωτος, αλλά πάντα θα υπάρχει ο τρόπος για την απόλαυση των καλών στιγμών, αναμένοντας τον χειμώνα, το ίδιο αισιόδοξα, όπως και κάθε άλλη εποχή του χρόνου.

Την περίοδο των Χριστουγέννων όμως στο χωριό, όταν έρχονται οι ξενιτεμένοι και οι επισκέπτες, ο αέρας γεμίζει με άρωμα κανέλας και πορτοκαλιού. Η οικογένεια ανταμώνει, ο ενθουσιασμός, το χαμόγελο και η χαρά απλώνονται διάχυτα παντού. Από τα παράθυρα των σπιτιών διακρίνονται τα πολύχρωμα λαμπιόνια να αναβοσβήνουν, γύρω από τα στολισμένα δέντρα. Τα παιδιά μεταφέρουν τη μαγεία των ημερών, μέσα από τα παιχνίδια, τα τραγούδια και τις φωνές τους. Οι φροντίδες και οι ετοιμασίες των μεγάλων, για το γιορτινό τραπέζι, γίνονται με διάθεση φιλοξενίας. Κάποιοι θα ψήσουν το γουρουνόπουλο και θα ετοιμάσουν τα απαραίτητα γιορτινά εδέσματα. Οι μαγείρισσες  θα σιροπιάσουν τα τελευταία μελομακάρονα, ενώ  στη φωτιά του τζακιού θα σιγοψήνονται τα κάστανα περιμένοντας ανυπόμονα να τα δοκιμάσουν όλοι και να τα απολαύσουν.

Τα αναμμένα αρωματικά κεριά συγχρονίζονται, στη γιορτινή ατμόσφαιρα, με τον ρυθμό της βροχής ή του χιονιού. Μια κούπα με καφέ, ή τσάι, ή ζεστής σοκολάτας, διατηρεί τη ζεστασιά στα χέρια που την αγκαλιάζουν.

 «Κάπου ανάμεσα Τρίτη και Τετάρτη πρέπει να παράπεσε η αληθινή μας μέρα». Τα κινητά κι η τηλεόραση κλείνουν. Ο κόσμος μοιάζει να ησυχάζει και να γλυκαίνει. Τα βλέμματα συναντιούνται με τρυφερότητα. Δυο γλυκά φιλιά και μια ζεστή αγκαλιά αποφορτίζουν την ψυχή από τις έγνοιες και τα προβλήματα του βίου.

Ότι αγαπάμε γεννιέται αδιάκοπα…

Χρόνια πολλά να ’μαστε καλά και του χρόνου με υγεία!

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2025

«ΜΙΣΟΦΕΓΓΑΡΑ επιγράμματα» του Ηλία Κεφάλα

 

Δημοσιεύουμε σήμερα μια επιλογή επιγραμμάτων, από το νέο βιβλίο «ΜΙΣΟΦΕΓΓΑΡΑ επιγράμματα» του Ηλία Κεφάλα, εκδόσεις «ΘΡΑΚΑ». 

Ποιήματα, σύμφωνα με τον ποιητή,  ρυθμού και άποψης επί των θεωμένων που προβάλλονται ως ασκήσεις του συμπεπυκνωμένου λόγου. Πρόκειται για τον λόγο που θέλει να πει από λίγα έως πολλά πάνω στις πολλαπλές αισθήσεις μας, ήτοι στις μυστικές μεταμορφώσεις του καθ’ ημέραν βίου μας.

Χαράς δεν θέλεις κάποιο αίτιον

ζήσε απλά και κοίτα το Κερκέτιον

v   

Αν είχε στόμα η σκιά μου θα ’λεγε

«εύγε» που ξεχάστηκα στον ήλιο

v   

Αθέατο τ’ αηδόνι κελαηδά – λίγο

να μη ντρεπόταν θα το βλέπαμε

v   

όλοι ξεχνούν – ούτε ένας πρόγονος

δεν γύρισε να με πληροφορήσει

v   

Μη μου φύγεις – μη – δεν εξάντλησα

ακόμα τους τρόπους να σ’ αγαπώ

v   

Άνοιξη – και όλα τα δέντρα ζεύτηκαν

για να τραβήξουν το βουνό στον κάμπο

v   

Κοίτα να δεις εδώ στο τίποτα

το αιώνιο συνάντησε τη στιγμή μας

v   

Μετάφραση: να που το ποίημα χάνει

τις πηγές του κι ατακτεί σαν παιδί

v   

Καμιά μαγεία δεν έρχεται αλώβητη

από τον νου στο χαρτί

v   

Κάποτε σήκωνα γιγάντιο δέντρο

λέει μια πεταμένη ρίζα

v   

Από ένα θήτα κρέμονται Θεός και θάνατος


Παλιές εικόνες του χωριού «Το κούρεμα»

 

Οι παλαιότεροι του Βαλτινού θα θυμούνται εκείνους που εξασκούσαν κατά καιρούς την τέχνη του κουρέα, όπως ο Αντώνιος Βότσιος, ο Κών/νος Μαγκάτος, ο Στέφανος Μαντέλας και μεταξύ αυτών και ο περί ου ο λόγος Απόστολος Σχολής.

Ο φωτογραφικός φακός διέσωσε κάποιες εικόνες που μαρτυρούν την δραστηριότητα του Αποστόλη Σχολή ως κουρέα, την ώρα της ιεροτελεστίας της τέχνης του.

Έμαθε να κουρεύει εμπειρικά, παρακολουθώντας έναν παλιό κουρέα να εργάζεται και όταν του δίνονταν η ευκαιρία εξασκούσε την τέχνη του, πρώτα σε συγγενείς και φίλους, μέχρι να τελειοποιηθεί και στη συνέχεια δούλευε επαγγελματικά.

Τα υλικά και τα εργαλεία που χρησιμοποιούσε συνήθως χώραγαν μέσα σε ένα κασελάκι: Άσπρο πανί, ψαλίδι, χτένα και χειροκίνητη κουρευτική μηχανή με χοντρή ή ψιλή σχάρα, για το κούρεμα. Νερό, σαπούνι, ξυραφάκια μιας χρήσεως και οινόπνευμα, για το ξύρισμα. Πετσέτα, κολόνια, καθαρό οινόπνευμα, για την περιποίηση προσώπου, και μπριγιόλ (αρωματισμένο παραφινέλαιο) για την περιποίηση των μαλλιών.

Τους καλοκαιρινούς μήνες το κούρεμα γίνονταν υπαίθρια. Κάθονταν ο πελάτης σε μια καρέκλα και το κούρεμα, ή το ξύρισμα ήταν υπόθεση ρουτίνας για τους άνδρες, καθώς ο Αποστόλης, ήταν πρόσχαρος, χαμογελαστός, ομιλητικός και πάντα ενημερωμένος για τις εξελίξεις και τα καθέκαστα του χωριού. Έπιανε χαλαρή συζήτηση με τον πελάτη, για διάφορα θέματα και το κούρεμα γίνονταν μια ευχάριστη διαδικασία. Πολλές φορές παροτρύνοντας τους πελάτες του, συνήθιζε να λέει: «Να κουρεύεστε τακτικά γιατί όσο πιο λίγα μαλλιά έχουμε να χτενίζουμε, τόσο πιο πολύ πρόσωπο έχουμε να πλύνουμε».


Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2024

2025

 


Κομήτης

 

«Θα πεθάνουμε όλοι. Το έγραψε η εφημερίδα. Το απόγευμα θα χτυπήσει η ουρά του κομήτη τη Γη…». Η τρομαγμένη φωνή του νεαρού παρέα με την άγνοια έσπειραν τον πανικό στο χωριό. Παράτησαν τις δουλειές τους και μαζεύτηκαν στο προαύλιο της εκκλησίας. Λίγο πριν την ώρα της επερχόμενης καταστροφής γονάτισαν. Ο παππάς, για να μην πάνε «αδιάβαστοι», έψαλε τη νεκρώσιμη ακολουθία. Περίμεναν τον θάνατο καρτερικά. Τους παρηγορούσε λίγο που θα πέθαιναν όλοι μαζί και ταυτόχρονα. Πέρασε το απόγευμα με ησυχία αλλά παρέμειναν ο ένας δίπλα στον άλλον. Το γκάρισμα ενός γαϊδουριού τούς έκανε να πεταχτούν επάνω. Σαστισμένοι, μην μπορώντας να επεξεργαστούν τα συναισθήματα τους, χωρίς να κοιταχτούν, έφυγαν βιαστικά. Μπήκαν στα σπίτια τους και διπλοκλείδωσαν! Την επόμενη μέρα, στις 29 Μαΐου 1910, οι πρώτες αχτίδες του ήλιου γέμισαν τις καρδιές τους αγαλλίαση. Έτρεξαν έξω να δουν, να συναντηθούν, να μοιραστούν. Είχαν αποκτήσει πνευματική διαύγεια και διευρυμένες αισθήσεις. Παρατηρούσαν λεπτομέρειες που πριν τους ξέφευγαν. Ο καφές είχε υπέροχο άρωμα, η κάθε μπουκιά του φαγητού πλημμύριζε με γεύσεις το στόμα τους, τα κελαηδίσματα έφταναν στα αυτιά τους ως υπέρτατη μουσική, τα χρώματα τα ένιωθαν ζωντανά! Κοίταζαν ο ένας τον άλλον με αγάπη. Πνοή συμφιλίωσης έπνευσε στην ατμόσφαιρα του χωριού. Συγχωριανοί, που είχαν χρόνια να μιλήσουν, αγκαλιάστηκαν. Είχαν διάθεση για δουλειά, για δημιουργία. Συνεργάστηκαν να καθαρίσουν το χωριό, ξεκίνησαν έργα κοινής ωφέλειας. Όλα τα εποικοδομητικά συναισθήματα, ο αλτρουισμός, η ανιδιοτέλεια, η αγαθή και φιλάνθρωπη προαίρεση, η γενναιοδωρία, η διάκριση του αληθινού, η ενσυναίσθηση, η αγάπη είχαν εγκατασταθεί στις ψυχές τους. Ήταν, άραγε, τα αέρια της ουράς του κομήτη που τους επηρέασαν; Οι άνθρωποι αυτοί πήραν μία γεύση από παράδεισο. Ίσως και ο κόσμος να γινόταν παραδεισένιος, αν προλάβαινε αυτή να μεταλαμπαδευτεί. Δυστυχώς κράτησε μόνο μία μέρα. Πέρασε από πάνω τους, την επόμενη του υποτιθέμενου επικείμενου θανάτου τους, σαν κομήτης.

 

Της Σπυριδούλας Μεταξά

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2024

Οι χωριανοί

 

Τελειώνοντας το 2024, ο καθένας μας χωριστά νοιώθει την ανάγκη για έναν απολογισμό της χρονιάς που φεύγει. Ανάλογα με την αυτοκριτική διάθεση, αισιόδοξη, ψύχραιμη, χαλαρή, δεσμευτική, τραυματική, εξισορροπητική, ο καθένας συνομιλεί με τον εαυτό του, φέρνοντας στο νου του διάφορα ενθυμήματα, εικόνες, γεγονότα, που σημάδεψαν τη χρονιά και κάνοντας διάφορες σκέψεις, συνθέτει τον απολογισμό του έτους. 

 Όλοι μαζί όμως, ως κοινωνία, ως χωριανοί απαρτίζουμε τον συλλογικό μας βίο και συνθέτουμε την αυτοβιογραφία μιας ομάδας ανθρώπων, που ζούμε σε ένα κοινό περιβάλλον, με συνεχή αλληλεπίδραση μεταξύ μας, καθώς:

Όλοι μας γνωριζόμαστε από ανήλικα παιδιά,

με το μικρό του τ’ όνομα ο ένας τον άλλον κράζει.

Στα μυστικά μας δεν μπορεί να βάλουμε κλειδιά,

ξέρει ο καθένας στ’ αλλουνού τα μάτια να διαβάζει.

 

Σαν όπως τα τρεχούμενα μοιράζουμε νερά

και τα σπαρτά ποτίζουμε καθείς με την αράδα,

έτσι τις μοιραζόμαστε και θλίψη και χαρά,

για βρέχει σε όλο το χωριό, για σ’ όλο είναι λιακάδα!

 

Καλή Πρωτοχρονιά!

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2024

Οι συγχωριανοί που έφυγαν από τη ζωή, το 2024


Το αναπότρεπτο του θανάτου αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ανθρώπινης φύσης και ύπαρξης.

Άλλη μία χρονιά φθάνει στο τέλος της.  Το 2024 σε λίγο θα είναι πλέον παρελθόν και μαζί με τις όμορφες στιγμές που έφερε για το χωριό μας, επέφερε και σημαντικές απώλειες που σημάδεψαν τη χρονιά.

Στο Βαλτινό, 14 αγαπημένοι άνθρωποι με τους οποίους συμπορευτήκαμε, ζήσαμε και αγαπήσαμε, «έφυγαν» από τη ζωή, αφήνοντας πίσω τους, δυσαναπλήρωτο κενό, πόνο και αναμνήσεις. Κατά χρονολογική σειρά πρόκειται για τους εξής:

 Αθανάσιος Μιχ. Αγγελόπουλος. 87 ετών, απεβίωσε  20 Φεβρουαρίου 2024. (Κηδεύτηκε στα Τρίκαλα).

Ευαγγελία Α. Βαγγελού συζ. Θωμά Μεγαρχιώτη. 83 ετών, απεβίωσε 17 Μαρτίου 2024. (Κηδεύτηκε στο Δενδροχώρι).

Ελευθερία Δ. Πέτρου συζ. Γραβάνη. 84 ετών, απεβίωσε 18 Μαρτίου 2024. (Κηδεύτηκε στα Τρίκαλα).

Γεώργιος Δ. Ψύχος. 94 ετών, απεβίωσε  23 Απριλίου 2024.

Νικόλαος Ηλ. Καραθανάσης. 69 ετών, απεβίωσε  29 Απριλίου 2024. 

Δημήτριος Κων. Καλυβιώτης. 63 ετών, απεβίωσε  2 Μαΐου 2024. 

Γεωργία Βότσιου συζ. Ιωάν. 80 ετών, απεβίωσε 3 Ιουνίου 2024. (Κηδεύτηκε στο Παλαιομονάστηρο).


Βασιλική Πράτα συζ. Αθαν. 83 ετών, απεβίωσε 12 Ιουλίου 2024.

Γεώργιος Π. Τσιγάρας. 26 ετών, απεβίωσε  1 Αυγούστου 2024.

Αθανάσιος Χρ. Πράτας. 86 ετών, απεβίωσε  7 Αυγούστου 2024.

Θωμάς Στυλ Ζαμπακάς. 85 ετών, απεβίωσε  10 Αυγούστου 2024.

Αγγελική Πέτρου συζ. Αθανασίου. 86 ετών, απεβίωσε  1 Νοεμβρίου 2024.

Περσεφόνη Πέτρου συζ. Ευαγγέλου. 91 ετών, απεβίωσε 4 Δεκεμβρίου 2024.

Ελένη Τσιγάρα συζ. Ανδρέα. 90 ετών, απεβίωσε  14 Δεκεμβρίου 2024.



Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2024

Η εφημερίδα του Βαλτινού γιορτάζει τα 30 χρόνια λειτουργίας της


Μια ιστορική αναδρομή στην 30χρονη ιστορία της εφημερίδας «ΤΟ ΒΑΛΤΙΝΟ».

Η  τοπική εφημερίδα με τον τίτλο «Το Βαλτινό» ξεκίνησε να εκδίδεται για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1995, στην αρχή ως έντυπη εφημερίδα και στη συνέχεια ως ψηφιακή.  Κυκλοφορούσε κάθε δίμηνο και το τελευταίο φύλλο σε έντυπη μορφή, εκδόθηκε το 2007.

Από το 2010 η εφημερίδα «Το Βαλτινό» εκδίδεται καθημερινά μέχρι σήμερα σε ηλεκτρονική - ψηφιακή μορφή, στη διεύθυνση: http://tovaltino.blogspot.gr/.

Η ιστορία της έντυπης εφημερίδας «Το Βαλτινό»

Η εφημερίδα «Το Βαλτινό» ήταν μία νεανική προσπάθεια της δημιουργικής ανησυχίας και της ανάγκης έκφρασης και επικοινωνίας σε μία εποχή πολύ διαφορετική από τη σημερινή. Ο σκοπός της Εφημερίδας του Βαλτινού ήταν να αποτελέσει ένα μέσον επικοινωνίας, ενημέρωσης, ανταλλαγής ιδεών και απόψεων και να συντονίσει τα κοινά μας ενδιαφέροντα στη βάση του τόπου καταγωγής μας. Έτσι λοιπόν το 1994 αποφασίστηκε να εκδίδεται η έντυπη εφημερίδα με τον τίτλο «Το Βαλτινό», διαστάσεων 42 εκ. ύψος Χ 30 εκ. πλάτος, μονόχρωμη, στην αρχή και έγχρωμη κατά περιόδους, διμηνιαία, με 8 σελίδες στην αρχή, στη συνέχεια 12, 16 και 20 σελίδες.

Ανέλαβα την ευθύνη της έκδοσης και την επιμέλεια της ύλης, γράφοντας και συγκεντρώνοντας τα κείμενα τις φωτογραφίες, τις διαφημίσεις και τις διάφορες χορηγίες. Τη στοιχειοθεσία πραγματοποιούσε ο Χρήστος Χαμπέρης και η εκτύπωση γίνονταν στο τυπογραφείο του Θρασύβουλου Βογιαντζόγλου.

Στο πρώτο φύλλο αναγράφονται οι σκοποί, οι επιδιώξεις, οι στόχοι και οι καταστατικές αρχές.

Σκοποί - επιδιώξεις - στόχοι

Η εφημερίδα αυτή, απόσταγμα αγάπης και προσφοράς για τον τόπο μας, που για να προκόψει έχει την ανάγκη όλων μας, ξεκινάει με τους παρακάτω στόχους και σκοπούς:

1) Να προβάλλει τις ανάγκες του χωριού, να τις αξιολογήσει, να βοηθήσει με κάθε τρόπο για να βρουν τη λύση τους.

 2) Να περισώσει και να καταγράψει ιστορικά στοιχεία, λαογραφικά, ήθη, έθιμα, ιστορίες, γεγονότα, ανέκδοτα που κινδυνεύουν να χαθούν.

3) Να καταγράψει τη ζωή του χωριού.

4) Να παρέχει χρήσιμες πληροφορίες σε θέματα υγείας.

5) Να προβάλει και να ευαισθητοποιήσει με θέματα γύρω από σύγχρονα προβλήματα περιβάλλοντος (οικολογικά).

6) Να δώσει τη δυνατότητα επικοινωνίας στα ξενιτεμένα μας αδέλφια.

7) Να γίνει μέσο έκφρασης ιδεών, προτάσεων, λογοτεχνικών κειμένων, ποίησης κλπ.

Καταστατικές αρχές

1) Η εφημερίδα του χωριού μας ανήκει σε όλους μας και η πεμπτουσία αυτής είναι: «Μη ρωτάς τι μπορεί να κάνει ο τόπος σου για σένα, σκέψου εσύ τι μπορεί να προσφέρει σε αυτόν».

 2) Είναι ακομμάτιστη. Απαγορεύεται να γραφεί σ’ αυτήν οτιδήποτε έχει σχέση με την πολιτική, Τυχόν γεγονότα θα δημοσιεύονται απλά σαν ιστορικά γεγονότα χωρίς κομματική κριτική.

 3) Είναι αφιλοκερδής.

4) Μπορεί να γράψει σ’ αυτή κάθε χωριανός τις ιδέες του, τις γνώμες του, για ζητήματα του χωριού μας, αρκεί το κείμενο να είναι γραμμένο σε κόσμιο ύφος, ενυπόγραφο και θα φέρει την ευθύνη των γραφομένων ο ίδιος.

5) Η εφημερίδα θα εκδίδεται κάθε δίμηνο.

Με αυτούς τους σκοπούς και με αυτές τις αρχές ξεκινάμε και ευχόμαστε «Καλή επιτυχία στην εφημερίδα μας».

Συγκεκριμένα τυπώθηκαν τα παρακάτω 13 φύλλα:

Έντυπη διμηνιαία εφημερίδα με τίτλο «ΤΟ ΒΑΛΤΙΝΟ» Διαστάσεων 42 εκ. ύψος Χ 30 εκ. πλάτος, μονόχρωμη και μερικώς έγχρωμη.

Εκδότης -Υπεύθυνος ύλης: Δημήτρης Τσιγάρας

-Έτος 1995, Ιανουάριος – Φεβρουάριος, Σελίδες 8

-Έτος 1995, Μάρτιος – Απρίλιος, Σελίδες 8

-Έτος 1995, Μάιος – Ιούνιος, Σελίδες 12

-Έτος 1995, Ιούλιος – Αύγουστος, Σελίδες 12

-Έτος 1995, Σεπτέμβριος – Οκτώβριος, Σελίδες 12

-Έτος 1995, Νοέμβριος – Δεκέμβριος, Σελίδες 12

 -Έτος 1996, Ιανουάριος – Δεκέμβριος, Σελίδες 12

-Έτος 1997, Ιανουάριος – Φεβρουάριος, Σελίδες 20

-Έτος 1997, Δεκέμβριος, Σελίδες 16 Διμηνιαία έντυπη εφημερίδα του Δήμου Καλλιδένδρου με τίτλο «ΤΟ ΚΑΛΛΙΔΕΝΔΡΟ» Διαστάσεις 42 εκ. ύψος Χ 30 εκ. πλάτος, Έγχρωμη τα μισά φύλλα και μονόχρωμη τα άλλα μισά. Εκδότης υπεύθυνος ύλης: Δημήτρης Τσιγάρας

-Έτος 2000, Μάρτιος - Απρίλιος, Σελίδες 16

-Έτος 2000, Ιούλιος- Αύγουστος, Σελίδες 16

Έντυπη εφημερίδα με τίτλο «ΤΟ ΒΑΛΤΙΝΟ» Εορταστική έκδοση. Διαστάσεις 42 εκ. ύψος Χ 30 εκ. πλάτος, μονόχρωμη και έγχρωμη. Εκδότης -Υπεύθυνος ύλης: Δημήτρης Τσιγάρας

-Έτος 2005, Αύγουστος, Σελίδες 16 -Έτος 2007 Οκτώβριος, Σελίδες 24

Η έντυπη εφημερίδα διήρκησε από το 1995 έως το 2007.

 

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟΥ ΒΑΛΤΙΝΟΥ

Με την είσοδο της ψηφιακής τεχνολογίας και τη διάδοση του διαδικτύου στη ζωή μας, η εφημερίδα προσαρμόστηκε στο νέο περιβάλλον και έτσι, από τις 9 Φεβρουαρίου 2010, έγινε διαδικτυακή, και εκδίδεται στην ηλεκτρονική διεύθυνση: tovaltino.blogspot.com με τον τίτλο: «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟΥ ΒΑΛΤΙΝΟΥ».

Στο μόνιμο σημείωμα του εκδότη αναφέρονται τα εξής:

"Αγαπητοί φίλοι της Ηλεκτρονικής Εφημερίδας του Βαλτινού, γεια σας.
Ο σκοπός της διαδικτυακής Εφημερίδας του Βαλτινού είναι να αποτελέσει ένα μέσον επικοινωνίας, ενημέρωσης, ανταλλαγής ιδεών και απόψεων και να συντονίσει τα κοινά μας ενδιαφέροντα στη βάση του τόπου καταγωγής μας.
Γι’ αυτό όσοι επιθυμείτε μπορείτε να στέλνετε τα δικά σας μηνύματα, τα νέα σας, τα σχόλιά σας, τις απόψεις σας και γενικότερα ότι υλικό νομίζετε ότι έχει ενδιαφέρον και θα φανεί χρήσιμο για τους συγχωριανούς μας.
Με την δική σας συμμετοχή η εφημερίδα μας θα εμπλουτίζεται, θα δυναμώνει και θα γίνει ένα πολύτιμο και χρηστικό εργαλείο στην υπηρεσία όλων των συγχωριανών.
Παράλληλα με την συχνή ενημέρωση και την ποιότητα του περιεχομένου της εφημερίδας, θα μας κάνει να αισθανόμαστε όλοι χαρούμενοι και υπερήφανοι για τον τόπο μας.
Για κάθε απορία σχετικά με την εφημερίδα επικοινωνήστε μαζί μου για να ενημερωθείτε Email:tsigarasdim@gmail.com ή στο τηλέφωνο: 6932754954
Με φιλικούς χαιρετισμούς"

Απευθυνόμενος στους αναγνώστες ως ταπεινός διαχειριστής του δημόσιου λόγου, νομίζω ότι ταιριάζει να κλείσω αυτή την παρουσίαση ως εξής:

«Κύριοι, σαν ήρθε η βραδιά σας λέω την προσευχή μου:

Τσέπη δεν έβλαψα καμία εκτός από τη δική μου.

 Σ’ όλο το βίο μου έγγραφα για να πλουτίζουν άλλοι

και με χαμόγελο έκρυβα το βιοτικό μου χάλι. …


 Για ξένες έγνοιες κούρασα το νου μου και τα χέρια. …

κι απέφευγα σχολαστικά την κάθε μια μιζέρια

Σας χαιρετώ αναγνώστες μου και δεν παραπονιέμαι.

Καμιά φορά γκρινιάζουμε για κείνα που τα θέμε.


Ευχαριστώ για τα βουνά, τους κάμπους που δεν είδα

 Κι έμαθα πως υπάρχουνε απ’ την εφημερίδα».


Δημήτρης Τσιγάρας


Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2024

Ο Άγιος Βασίλης στο Βαλτινό

 

Η νύχτα που περιμένουν με ανυπομονησία τα παιδιά σε όλον τον πλανήτη, φτάνει όπου ο θρυλικός Santa Claus, Saint Nicholas, Father Christmas ή όπως αλλιώς τον λένε στις διάφορες γλώσσες, ταξιδεύει μεταφέροντας δώρα τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, ο Άη Βασίλης κάνει το πέρασμά του από πόλεις και χωριά, και θα περάσει κι από το Βαλτινό, οπότε θα φθάσει οπωσδήποτε κι ως την πόρτα του σπιτιού σας, για να μοιράσει τα δώρα του.

Αξίζει όμως να επισημανθεί κάτι από τα κάλαντα του Αγίου Βασιλείου, που τραγουδούσαμε παλιά και που δεν καταλαβαίναμε την σημασία των στίχων, αλλά ούτε κανένας «δάσκαλος» μας εξήγησε ποτέ:

…«Στην πατερίτσα ακούμπησε να πει την αλφαβήτα
κι η πατερίτσα ήταν ξερή κι απόλυκε κλωνάρι»…
Καταπληκτικοί στίχοι που αναδεικνύουν το συγκλονιστικό μήνυμα της δύναμης των γραμμάτων (της αλφαβήτας) και γενικότερα της παιδείας, η οποία κάνει ακόμα και το ξερό ξύλο να φυτρώσει και να ανθίσει!


Άγιος Βασίλης έρχεται, Γενάρης ξημερώνει.

Βαστά εικόνα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι

Το καλαμάρι έγραφε και το χαρτί μιλούσε.

Βασίλη μ’ πόθεν έρχεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;

Από τον δάσκαλο έρχομαι, στη μάνα μου πααίνω.

Αν έρχεσαι απ’ τον δάσκαλο, πες μας την αλφαβήτα.

Στην πατερίτσα ακούμπησε να πει την αλφαβήτα
κι η πατερίτσα ήταν ξερή κι απόλυκε κλωνάρι,

κλωνάρι χρυσοκλώναρο, χρυσό μαλαματένιο,

που το αμπόλιαζε ο Χριστός με το δεξί το χέρι,

με το δεξί με το ζερβό με τ’ άγιο το βαγγέλιο.

Και του χρόνου».


Οι παλιές Χριστουγεννιάτικες κάρτες

 

Οι μέρες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς κατέχουν κεντρική θέση στη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου. Πρόκειται για μια περίοδο που γεφυρώνει το παρελθόν με το παρόν, φέρνοντας στην επιφάνεια -για μερικές ημέρες κάθε έτους- παραδόσεις, έθιμα, γεύσεις και ιστορίες που οι ρίζες τους χάνονται βαθιά μέσα στον χρόνο.

Τέτοιες μέρες παλαιότερα, ο ταχυδρόμος έφερνε τις Χριστουγεννιάτικες κάρτες με τις ευχές για «Καλά Χριστούγεννα και ευτυχές το νέο έτος», που έστελναν συγγενείς και φίλοι από όλο τον κόσμο, με το ταχυδρομείο. Όσοι βέβαια ήταν προνοητικοί και τις έστελναν νωρίς, καθώς υπήρχε και φόρτο εργασίας στα ΕΛΤΑ. Για τους πιο αργοπορημένους πολλές φορές οι κάρτες έφθαναν την επόμενη χρονιά!

Η αποστολή μιας ευχετήριας κάρτας προϋποθέτει επιλογή, αγορά, γραφή, σκέψη, φροντίδα και αποτελεί ιδιαίτερη τιμή και ένδειξη πολιτισμού.

Στο κέντρο της Χριστουγεννιάτικης κάρτας κυριαρχούσε μια οικογενειακή σκηνή, ή ο Άγιος Βασίλης, ή ένα Χριστουγεννιάτικο δέντρο, ή διάφορα αντικείμενα που συμβολίζανε το γούρι και σε κάποιο σημείο ήταν οι ευχές. Πολλές φορές στις κάρτες τυπώνονταν έργα τέχνης με ζωγραφικές εικόνες από την γέννηση του Χριστού.

Στο πίσω μέρος της κάρτας έγραφαν την χριστουγεννιάτικη επιστολή. Ήταν υπογεγραμμένες με τον ξεχωριστό γραφικό χαρακτήρα του καθενός και αυτό αποτελούσε μια πράξη τιμής, σε βαθμό αμοιβαιότητας, για τον αποστολέα και τον παραλήπτη.

Πόσο άλλαξαν, όμως, οι συνήθειες και ο εορτασμός των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς στο διάβα των αιώνων και πόσο διαφορετικός είναι σήμερα ανά τον κόσμο;

Τα τηλέφωνα τότε ήταν δυσεύρετα και ακριβά στα χωριά. Σήμερα αυτή η ανάγκη επικοινωνίας και ανταλλαγής ευχών και μηνυμάτων αντικαταστάθηκε με τα κινητά, τα μηνύματα και το διαδίκτυο.

Ωστόσο οι παλιές Χριστουγεννιάτικες καρτ ποστάλ συγχωριανών μας, που δημοσιεύουμε, όχι μόνον ξυπνούν αναμνήσεις αλλά είναι και χαρακτηριστικές για την αισθητική μιας άλλης εποχής, τότε που σε κάθε σπίτι ο εορταστικός διάκοσμος γίνονταν και με τις κάρτες που λάμβαναν με το ταχυδρομείο.

Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2024

«Οι καλικάντζαροι και η Μαμή» Παιδικές μνήμες του Θανάση Ζαμπακά

 

Εν Βαλτινώ, τη Παραμονή Χριστουγέννων κάποιας χρονιάς τη δεκαετία του ΄60.

Αφού κάναμε μπάνιο στο σκαφίδι εγώ και η αδερφή μου, φορέσαμε τα φτωχικά μας, αλλά καθαρά ρούχα και το βραδάκι της παραμονής μαζευτήκαμε γύρω από το τζάκι για να ζεσταθούμε. Η μάνα, μας έφτιαξε και μας έδωσε, για βραδινό, ζεστό χαμομήλι με φρέσκο ζυμωτό ψωμί στη γάστρα, καθώς νηστεύαμε και την επόμενη μέρα θα πηγαίναμε στην εκκλησία για να μεταλάβουμε.

-«Άντε καθίστε φρόνημα και η γιαγιά θα σας πει ένα παραμύθι», μας είπε.

Εμείς μαζευτήκαμε στο κρεβάτι και κουρνιάσαμε κάτω από την φλοκάτη.

Η γιαγιά έφτιαξε για λίγο τη φωτιά με τη μάσια, πήρε το ξύλινο σκαμνάκι, έκατσε κι άρχισε να μας διηγείται το παραμύθι.

-«Μια φορά κι ένα καιρό, τέτοιες μέρες Χριστουγέννων, οι καλικάντζαροι ανέβαιναν στον πάνω κόσμο κι έκαναν διάφορες ζαβολιές, πείραζαν τον κόσμο, έκαναν ζημιές, και βρόμιζαν τον τόπο. Ένα βράδυ λοιπόν, που η γυναίκα του Τραγοπόδη αρχικαλικάντζαρου, η Πικασόμπρα,  ήταν έγκυος, την έπιασαν οι πόνοι και ήταν έτοιμη να γεννήσει».

-«Αχ τι θα κάνουμε τώρα, νυχτιάτικα, που θα βρούμε μαμή να ξεγεννήσει;» αναφώνησε ανήσυχος ο καλικάντζαρος.

-«Ξέρω εγώ μια μαμή στο άλλο χωριό», πετάγεται και λέει ο παγανός Τρικλοπόδης.

-«Τρεχάτε να την φέρετε γρήγορα εδώ», διέταξε ο αρχικαλικάντζαρος.

Οι καλικάντζαροι έγιναν αέρας και έφτασαν στο σπίτι της μαμής, στο άλλο χωριό, και άρχιζαν να φωνάζουν.

-«Ε μαμή, Ε μαμηηή βγες έξω».

Που να βγει έξω η μαμή.

-«Αυτοί όλο ζαβολιές και ζημιές κάνουν, που να μπλέκουμε τώρα», είπε σιγανά στον άντρα της.

-«Βγες έξω είναι ανάγκη να ξεγεννήσεις την καλικαντζαρού» ακούστηκε πάλι μια φωνή από τους καλικάντζαρους.

Τι να κάνει κι η μαμή, άνοιξε σιγά σιγά την πόρτα και είδε ένα τσούρμο από καλικαντζαραίους.

-«Έλα γρήγορα να ξεγεννήσεις την καλικαντζαρού και θα σε χρυσώσει ο αρχηγός μας», είπε ένας καλικάντζαρος.

-«Πώς να ρθώ με ένα γόνα χιόνι έξω;» είπε η μαμή.

-«Θα ζέψουμε το κάρο» είπαν οι καλικάντζαροι.

-«Μπά, φοβάται το άλογο τη νύχτα…», είπε ο άντρας της μαμής, αλλά χωρίς να προλάβει να αποσώσει την κουβέντα του, οι καλικάντζαροι είχαν ζευτεί οι ίδιοι στο κάρο και περίμεναν την μαμή.

Έτσι λοιπόν, ανέβασαν την μαμή στο κάρο και τράβηξαν για το σπίτι του αρχικαλικάτζαρου.

-«Καλώς την κυρά μαμή», είπε ο τραγοπόδης, «έλα κι αν με βγάλεις αρσενικό παιδί θα σε γεμίσω με χρυσάφι και καλούδια, αν όμως με βγάλεις θηλυκό, αλλοίμονό σου!»

Βλέπετε, ο έρμος ο Παγανός, όλο κορίτσια έκανε.

Μπαίνει λοιπόν η μαμή στο διπλανό δωμάτιο και ξεγέννησε την καλικαντζαρού.

Έλα όμως, που το παιδί ήταν πάλι κορίτσι!

-«Αχ, τι κάνουμε τώρα;» συλλογίστηκε η μαμή.

Όμως η καλικαντζαρού, η Πικασόμπρα, που ήταν καλόψυχη, αναγνώρισε τη βοήθεια της μαμής, και της είπε:

-«Φτιάξε με το κερί ένα «τσουτσούνι» και φέρτο να το κολλήσουμε στα σκέλια του παιδιού για να ξεγελάσουμε τον Τραγοπόδη, μέχρι να το καταλάβει θα έχετε επιστρέψει στο σπίτι σας».

Έτσι και έγινε. Βγαίνει μετά η μαμή από το δωμάτιο και φωνάζει:

-«Αγόρι, αγόρι, να σας ζήσει!»

Τρέχει, ο Τραγοπόδης, μέσα στο δωμάτιο, κοιτάζει καλά το παιδί, βλέπει το τσουτσούνι και λέει:

-«Μπράβο κυρά μαμή, μ’ έβγαλες αρσενικό!»

Φόρτωσε μετά το κάρο της κυρά μαμής, με λίρες και καλούδια και είπε στους καλικάντζαρους να την πάνε στο σπίτι της.

Τα παγανά ζεύτηκαν πάλι στο κάρο και κίνησαν για το σπίτι της κυρά μαμής. Στο δρόμο άρχισαν τρικούβερτο, γλέντι, χόρευαν, χοροπηδούσαν, έκαναν σφούρλες και τραγουδούσαν:

«Το ζιοζιό, το ζιοζιό - Γιούργια, φούργια, γιούργια, φούργια - Πατ κιουτ τσιφ τσαφ».

Την άλλη μέρα, στο σπίτι του τραγοπόδη, την ώρα που αλλάζανε πάνες στο μωρό, έπεσε το τσουτσούνι και ο αρχικαλικάντζαρος είδε το παιδί που ήταν θηλυκό και κατάλαβε την κατεργαριά της μαμής. Θύμωσε τόσο πολύ ο Τραγοπόδης και αγριεμένος φώναξε και διέταξε τους καλικαντζαραίους:

-«Να πάτε στο σπίτι της μαμής να το γκρεμίσετε και να φέρετε πίσω τις λίρες και όλα τα καλούδια».

Η μαμή με τον άντρα της έδεσαν το σκύλο στο κοτέτσι, κλειδαμπάρωσαν τις πόρτες, έκλεισαν και τα κανάτια (πατζούρια), έκαιγαν τα γουρνοτσάρουχα, που η μυρωδιά τους διώχνει τους καλικάντζαρους, κι έριχναν συνέχεια ξύλα και θυμίαμα στο τζάκι.

Ε, ρε και σαν έφτασαν οι καλικάντζαροι, και τι δεν έκαναν για να μπουν μέσα στο σπίτι της κυρά μαμής.  Περπατούσαν στα κεραμίδια, κατουρούσαν από πάνω, έριχναν χιόνι στην καμινάδα για να σβήσουν τη φωτιά…

-«Κλείσε και την κλειδαρότρυπα», είπε στον άντρα της η μαμή, «γιατί ο Ψιλοβελώνης και ο Τρίχας περνάνε από τις κλειδαριές και τις χαραμάδες».

Όλη τη νύχτα βαρούσαν χτυπούσαν, έκαναν ζημιές, αλλά μόλις ξημέρωσε έφυγαν, γιατί οι καλικάντζαροι κυκλοφορούν μόνο την νύχτα.

Και όσο μας τα έλεγε αυτά η γιαγιά, όλο και τρυπώναμε κάτω από τη φλοκάτη εμείς.

-«Κι άμα έμπαιναν μέσα οι καλικάτζαροι, τι έπρεπε να κάνατε για να τους διώξετε γιαγιά; λέγαμε κυριευμένοι από το φόβο εμείς.

-«Α, τους δίναμε το κόσκινο να μετρήσουν τις τρύπες και μέχρι να τις μετρήσουν, γιατί λάθευαν κιόλας, ξημέρωνε κι έφευγαν χωρίς να μας πειράξουν. Τα Φώτα έφευγαν κυνηγημένοι από τον παπά μέχρι να γυρίσουν του χρόνου, και φωνάζανε: «Φεύγετε να φεύγουμε, έρχεται ο παπάς με την βρεχτούρα και την αγιαστούρα».

-«Και μετά και μετά» ανυπομονούσαμε εμείς.

-«Μετά πέρασα κι εγώ από εκεί, πήρα παπούτσια από χαρτί, έπιασε βροχή κι έλειωσαν κι αυτά. Άντε τώρα κοιμηθείτε γιατί αύριο θα πάμε στην εκκλησία πρωί-πρωί».

Την άλλη μέρα ξυπνήσαμε πρωί –πρωί από τις φωνές της γιαγιάς.

«Βγάτει βγάτει όξου να ιδείτε χιόνι!»

Πεταχτήκαμε έξω κι αρχίσαμε να παίζουμε με το χιόνι. Ο πατέρας μου άνοιγε δρόμο μ’ ένα φτυάρι από την αυλή μας μέχρι τον δρόμο.

-«Άντε τώρα μπείτε μέσα γρήγορα», είπε η γιαγιά, «πρέπει να πάμε πρώτοι στην εκκλησία», (καθότι ήταν καντηλανάφτισσα για χρόνια στην εκκλησία).

Ντυθήκαμε, γρήγορα φορέσαμε και τις γαλότσες μας πήραμε και ένα τσιολάκι επάνω μας, να μας προφυλάσσει από το χιόνι, βάλαμε από κάτω και τα ξαδέρφια μας τη Βάσω και τον Στέλιο και μπροστά η γιαγιά, πίσω εμείς κινήσαμε το δρόμο για την εκκλησία.

Εγώ παρατηρούσα δίπλα από τον ντορό που άνοιγε η γιαγιά, κάτι μικρές πατημασιές.

-«Ε γιαγιά, τι είναι αυτές οι πατημασιές;» φώναξα.

-«Ξέρω γω, μπορεί να είναι κι από τα καρκατζάλια», είπε η γιαγιά.

Μας έπιασε ένας φόβος, φτερά έβγαλαν τα πόδια μας…, ούτε που καταλάβαμε πότε φτάσαμε στην εκκλησία.

Εκεί ακούσαμε το «Χριστός γεννάται», «Η παρθένος σήμερον» και λίγο πριν το τέλος της λειτουργίας μεταλάβαμε.

Τελειώνοντας η λειτουργία ο παπα-Χρήστος έβγαλε κήρυγμα και μεταξύ άλλων στο τέλος είπε: «Να βγάλετε από μέσα σας τους καλικάντζαρους και να αγαπήσετε αλλήλους. Χρόνια πολλά!»

Πήραμε το αντίδωρο από του παπά το χέρι και κινήσαμε για το σπίτι.

Εγώ στο δρόμο κοίταζα από δίπλα τις πατημασιές και έλεγα με το μυαλό μου: «λες να…, μπα, όχι.» Κι όλο κοίταζα γύρω…

Άντε λοιπόν να βγάλουμε όλοι μας τους καλικάντζαρους από την καρδιά μας και να βασιλεύει η αγάπη και η Ειρήνη στον κόσμο.

Χρόνια πολλά, καλές γιορτές και του χρόνου!


επικοινωνιστε μαζι μας