Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2022

Η μοίρα των ανθρώπων είναι φτιαγμένη από ευτυχισμένες στιγμές, όλων η ζωή τις έχει, αλλά όχι από ευτυχισμένες εποχές

 


Η ευτυχία είναι εύθραυστη και φευγαλέα, επειδή μπορεί να τη ζήσει κανείς μόνο σε ορισμένες στιγμές. Αν μπορούσαμε να την απολαμβάνουμε αδιάκοπα, θα  έχανε όλη την αξία της, αφού μπορούμε να την αντιληφθούμε μονάχα ως αντίθεση. Έπειτα από μια εβδομάδα με συννεφιά, η ηλιόλουστη μέρα μας φαίνεται σαν θαύμα της Δημιουργίας. Κατά τον ίδιο τρόπο, αισθανόμαστε τη χαρά πιο λαμπερή όταν βγαίνουμε από το πηγάδι της θλίψης. Τα δυο συναισθήματα αλληλοσυμπληρώνονται και χρειάζονται το ένα το άλλο, γιατί ούτε η μελαγχολία είναι αιώνια ούτε θα μπορούσαμε να υποφέρουμε εκατό χρόνια ευτυχία.

Ένας από τους παράγοντες του στρες της σύγχρονης κοινωνίας είναι ακριβώς αυτό: το να πιστεύουμε ότι έχουμε την υποχρέωση να είμαστε ευτυχισμένοι πάντα και παντού. Η άρνηση της θλίψης προκαλεί τη διάδοση της κατανάλωσης αντικαταθλιπτικών και των θεραπειών, όπως και τη σπατάλη σε πράγματα που δε χρειαζόμαστε. Μοιάζει σαν να πρέπει να νιώθουμε ντροπή αν δεν έχουμε ένα μόνιμο χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπό μας.

Αντίθετα προς αυτή την ψευδή και παιδαριώδη οπτική γωνία, ο Νίτσε μας υπενθυμίζει πως η ευτυχία δίνεται μόνο σε αναλαμπές, κι όταν εμείς προσπαθούμε να τη διαιωνίσουμε καταστρέφουμε ακόμα και τις στιγμές αυτές, που μας βοηθούν να προχωράμε στον μακρύ και βασανιστικό δρόμο της ζωής.

Από το βιβλίο του Άλλαν Πέρσυ: «Νίτσε: 99 Μαθήματα Καθημερινής Φιλοσοφίας»

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2022

Αυγατίσαμε!!!

 

Χθες το βράδυ στα Τρίκαλα ακούστηκε ένα κλάμα μωρού, σαν αυτά τα κλάματα που φέρνουν χαρά και ευτυχία στα σπίτια όλων των ανθρώπων.

Το κλάμα της εγγονής μου, το συνόδευε και το ευχετήριο τραγούδι των μοιρών:

«Ω! περιστέρα ολόλευκη

πιο άσπρη κι απ’ το χιόνι,

κάθε που βγαίνει η ανατολή

ήλιος να σε χρυσώνει!».

 

Δημήτρης Τσιγάρας

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2022

Τα όμορφα κορίτσια…

 

Με ένα κείμενο της Ειρήνης Ιωαννίδου που φέρει τον τίτλο «Τα όμορφα κορίτσια» συνοδεύεται η συλλογή των σκίτσων μικρών όμορφων κοριτσιών που παρουσιάζονται παρακάτω.

«Τα όμορφα κορίτσια…

Τα κορίτσια δεν λένε ποτέ την αλήθεια, κυρίως τα όμορφα. Φοράνε αϊλάινερ, κάνουν κοψίματα στα ζυγωματικά, μια ηλιοφάνεια είναι θεμιτή, ν’ αστράφτουν οι κυνόδοντες όταν ορέγονται το δέρμα. Σαρκώνονται την ηδονή γεννώντας, και καβαλάνε άτια σε αγρούς με κρίνα και οπιούχες παπαρούνες. Γίνονται ερωμένες όχι του ποιητή αλλά της γοητείας τους. Λογχίζουν το πλευρό του το πρωί που είναι ευάλωτο το φύλο, θρηνούν με μάτια γλαφυρά και ευανάγνωστα και θρέφονται με την ευδαιμονία του τις νύχτες. Μετά από χρόνια, με κομμένα τα μαλλιά, για να λυθούν τα μάγια, πηδάνε κάτι φωτιές καλοκαιριού -που αρπάξανε ξερόκλαδα- και κύματα που σκάνε σε βράχο ιερό στην γη της Πάτμου. Με το αλάτι γυμνές μέχρι την μέση, μέδουσα και γοργόνα μαζί τις λες. Τα όμορφα κορίτσια δεν έχουν στόμα όταν μεγαλώσουν, μόνο φωνή και κάτι χέρια που θέλουν να κλαδέψουν αγκαλιές».



Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2022

Τους κατέγραψε τυχαία ο φακός και αποθησαύρισε την ικμάδα τους. Μέρος 2

 

Συνεχίζοντας από την προηγούμενη ανάρτηση, το ημερολόγιο μιας περιήγησης στο παρελθόν της καταγωγής μας, του παλιού Βαλτινού, εκθέτουμε και άλλες σκηνές από την καθημερινή ζωή, και τον χώρο της εργασίας.

Ξεθωριασμένες φιγούρες, που πάλευαν για το μεροκάματο, συναντήθηκαν με τον φακό και μας αφηγούνται με τον δικό τους τρόπο  τις ιστορίες τους χαρίζοντάς μας την εικόνα, την ικμάδα τους και την γήινη υγρασία τους!






Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2022

ΝΥΧΤΕΣ

 

Καλά, θ’ απορροφήσουν κάτι από την έγνοια σου

η μέρα, η κίνηση, η δουλειά σου, οι φίλοι,

και θα μπορέσεις ύστερα να πας

σε κάνα θέατρο ή κέντρο ή όπου αλλού.

Όμως όταν τελειώσουν όλα

τα θέατρα και τα κέντρα κλείσουν,

και πουν οι φίλοι καληνύχτα,

και πρέπει να γυρίσεις πια στο σπίτι, τι θα γίνει;

Το ξέρεις πως σκληρή, αδυσώπητη

σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια,

Θα ‘σαι μονάχος.

Και τότες θα λογαριαστείτε.

Θες ή δε θες θα μπουν κάτω όλα, να λογαριαστείτε.

Θα ‘σαι μονάχος

κι ανυπεράσπιστος απ’ τα θέατρα και τα κέντρα,

κι απ’ τη δουλειά σου και τους φίλους.

Σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια.

Θά ‘ρθεις, δεν γίνεται. Είν’ τόσο σίγουρη γι’ αυτό, και περιμένει.

Είναι στο σπίτι και σε περιμένει.


Του Κώστα Μόντη

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2022

Δυο φωτογραφίες στο ίδιο σημείο με διαφορά μισόν αιώνα

 

Το Ζάππειο είναι ένας υπέροχος χώρος περιπάτου. Οι κήποι του και οι λοιποί χώροι του, καταλαμβάνουν μια έκταση περίπου 80 στρεμμάτων. Το υπέροχο αυτό σύμπλεγμα βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας και από κτίσεώς του αποτέλεσε προβεβλημένο χώρο εκδηλώσεων της πόλης και αγαπημένο σημείο αναφοράς και περιπάτου για τους Αθηναίους και όχι μόνο.

Μισόν αιώνα πριν είχα την τύχη να κάνω κι εγώ έναν περίπατο στους χώρους του Ζαππείου και να φωτογραφηθώ με κάποιους συγγενείς μου.

Στηθήκαμε λοιπόν σε ένα σημείο του χώρου κι απαθανατίσαμε τη βόλτα μας.

Έτσι προέκυψε η ασπρόμαυρη οικογενειακή φωτογραφία, στο πίσω μέρος της οποίας αναγράφονται τα ονόματα των εικονιζόμενων και η ημερομηνία λήψεως, (9 -4-1967), διασώζοντας ένα κομμάτι μνήμης από την παιδική μου ηλικία.

Με συγκινούσε πάντα ο απόηχος ενός ονειρεμένου παλιού περίπατου. Είχε τέτοια ποίηση αυτός ο περίπατος, με κατάλοιπα και ίχνη από μισοξεχασμένες ιστορίες και σκιές ανθρώπων, που πολλές φορές τον αναβίωνα μέσα μου. 

Πέρασε μισός αιώνας και επιχείρησα ξανά έναν περίπατο, στον ίδιο χώρο. Βρέθηκα εκεί, στην ίδια διαδρομή, με λιγοστούς διαβάτες. Ξαναέκανα τον περίπατο και προσπαθούσα να αναμοχλεύσω ψήγματα από την παιδική μου μνήμη. Να θυμηθώ στιγμές, μυρουδιές, γεύσεις, ήχους, χρώματα και εικόνες από εκείνον τον ονειρεμένο περίπατο. Πήγα και φωτογραφήθηκα πάλι, ακριβώς στο ίδιο σημείο, εκεί πλάι στη προτομή του Στέφανου Δραγούμη.

Όπως φανερώνει η σκηνογραφία των δύο φωτογραφιών, πίσω και αριστερά μας στέκει η μαρμάρινη μορφή του Στέφανου Δραγούμη, δεξιά φιγουράρει ο κορμός ενός πεύκου, που μας σκιάζει μαζί με τα άλλα δέντρα του κήπου και στο κάτω μέρος, διακρίνεται το παρτέρι που οριοθετεί την πρασιά με το δρόμο.

Βλέποντας και συγκρίνοντας τις δύο φωτογραφίες, συνειδητοποίησα, πώς η Αθήνα μέσα σε μισόν αιώνα έχει αλλάξει άρδην την εικόνα της, στο αστικό περιβάλλον, όμως ο χώρος του Ζαππείου, όπου τραβήχτηκαν οι φωτογραφίες έμεινε ίδιος κι απαράλλαχτος.

Ίδιος κι απαράλλαχτος ο πεύκος, στέκει εκεί να ομορφαίνει τον χώρο και να σκιάζει τους περιπατητές. Μαρμάρινος και ψυχρός ο Στέφανος Δραγούμης, στη λευκή σιγαλιά του, στέκει σαν κενοτάφιο να ατενίζει τη χώρα. Το έργο της προτομής του ανήκει στη γλύπτρια Ναταλία Μελά, δισέγγονη του Στέφανου Δραγούμη και εγγονή του Παύλου Μελά. Ο Στέφανος Δραγούμης ήταν πατέρας του Ίωνα Δραγούμη και πεθερός του Παύλου Μελά. Διατέλεσε πρωθυπουργός και υπήρξε ένας από τους εναργέστερους δημιουργούς του Μακεδονικού Αγώνα.

Κοίταξα την προτομή για μια τελευταία φορά με ένα φως θλιμμένης ποίησης και απομακρύνθηκα. Ενώ είχα δει τόσα αγάλματα εκεί γύρω, αυτό εδώ ένοιωσα να μου ψιθυρίζει στα χείλη ένα σιγανό τραγούδι:

«Χθες στο Ζάππειο μονάχος κατηφόρισα

και σε σκέψεις βυθισμένος μελαγχόλησα.

Κάποιο άγαλμα που μ’ είδε με θυμήθηκε

και τον πόνο μου να ακούσει δεν αρνήθηκε.

 

Του είπα για μισόν αιώνα, πως τα πέρασα

για το άτεγκτο του χρόνου και πως γέρασα.

Για ταξίδια, για λιμάνια του εξιστόρησα

και του μίλησα για εκείνα που δεν γνώρισα.

 

Κι ύστερα με πιάσαν θεέ μου κάτι κλάματα

που με βρήκανε κουρέλι τα χαράματα.

Με το άγαλμα στο δρόμο προχωρήσαμε

μου εσκούπισε τα μάτια και χωρίσαμε.»


Δημήτρης Τσιγάρας

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2022

ΤΗΣ ΛΙΟΓΕΝΝΗΤΗΣ (Το αριστούργημα της δημοτικής ποίησης)

 

Ο Κωσταντής ο ομορφονιός, ο μικροκωσταντίνος
μια μέρα θέλησε να βγη να λαγοκυνηγήση,
και διάβαινε καμαρωτός απ' την πλατειά τη ρούγα.
Εκεί είδε τη Λιογέννητη με τετρακόσιαις σκλάβαις.
Σε κρεμεζιά τριανταφυλλιά ήταν ακουμπισμένη,
κ' είχε τα φρύδια τορνευτά, τα μάτια σα ζαφείρι,
και 'ς το μικρό το δάχτυλο είχε το δαχτυλίδι,
καλλιά λαμπε το δάχτυλο παρά το δαχτυλίδι.
Ωσάν την είδ' ο Κωσταντής, αφήνει το κυνήγι.
Κινάει να πάη 'ς το σπίτι του σα μήλο μαραμμένος.
Χωρίς θέρμη θερμάθηκε, χωρίς οριόν ερριάστη,
δίχως τον πονοκέφαλο έπεσε 'ς το κρεβάτι.
"Μάννα, ψυχή, μάννα, καρδιά, μάννα και το κεφάλι.
Μάννα, θολά είναι τα βουνά και θαμπερό το σπίτι.
-Γιε μου, καλά είναι τα βουνά και λαμπερό το σπίτι,
μα συ κορίτσι ναγαπάς κ' εκείνη δεν το ξέρει.
-Μάννα, την κόρη που είδα γω, άλλος να μη την πάρη.
Στείλε να κράξης άρχοντες και μητροπολιτάδες
να παν να κάμουν προξενειά, γυναίκα να την πάρω."
Στέλνει τρακόσιους άρχοντες και μητροπολιτάδες,
στέλνει τον άρχοντα Φωκά, στέλνει το Νικηφόρο,
στέλνει τον Πετροτράχηλο, που τρέμει η γης κι' ο κόσμος.
Εχτύπησαν οι άρχοντες την αργυρή την πόρτα.
"Ποιος χτύπησε 'ς την αργυρή πόρτα της μαυρομάτας;
-Ημείς είμεστε οι άρχοντες κ' οι μητροπολιτάδες,
ο Κωσταντής μας έστειλε δυο λόγια να σου πούμε.
-Ανοίξετε 'ς τους άρχοντες, 'ς τους μητροπολιτάδες!
Φέρτε τρακόσια στρώματα, φέρτε τρακόσια πεύκια,
για να καθίσουν οι άρχοντες κ' οι μητροπολιτάδες,
φέρτε Μονεβασιά κρασί, να πιουν οι αντρειωμένοι."
Εμπαίνουν τότε οι άρχοντες κ' οι μητροπολιτάδες,
και την ευρίσκουν κ' έπλεγε τ' ολόχρυσο γάϊτάνι.
Καθώς τους είδε η λυγερή επροσηκώθηκέ τους.
"Καλώς ήρθαν οι άρχοντες κ' οι μητροπολιτάδες,
φάτε και πιέτε, γέροντες, κ' εγώ 'ς τον ορισμό σας.
-Εμείς εδώ δεν ήρθαμε να φάμε και να πιούμε.
Προξενητάδες είμαστε κ' ήρθαμε να σου πούμε,
ο Κωσταντής μας έστειλε, τόμορφο παλληκάρι,
αν είναι θέλημα θεού, γυναίκα να σε πάρη."
Σαν τ' άκουσε η Λιογέννητη νεχτύπησε τα γέλοια.
"Για πήτε του του Κωσταντή, του μοσκαναθρεμμένου,
δε θέλω τον, δεν χρήζω τον, δεν καταδέχομαί τον.
Σαν έρθη η μάννα μ' απ' τη γης κι' ο κύρης μ' απ' τον άδη,
τα δυο μ' αδέρφια τα καλά από τον Κάτω κόσμο,
να σπείρουνε τη θάλασσα σιτάρι να καρπίση
χρυσάγανο, χρυσόσταχο και χρυσοκονδυλάτο,
και με τ' άργυροδρέπανα να μπουν να το θερίσουν,
κ' εις τον αφρό της θάλασσας να κάμουνε τ' αλώνι,
μηδέ και τάχυρο βραχή μηδέ και το σιτάρι,
μηδέ την πάχνη τ' αλωνιού αέρας να την πάρη,
τότε κ' εγώ τον Κωσταντή θα τόνε πάρω γι' άντρα,
και πάλι ναί, και πάλι όχι, και πάλι σα μου δόξη."
Σάν ήκουσαν οι άρχοντες κ' οι μητροπολιτάδες,
τους κακοφάνηκε πολύ κ' έσκυψαν το κεφάλι.
Κι' αυτή τότε τους έδωκε τ' ολόχρυσο γαϊτάνι.
"Όρίστε την πλεξίδα μου τον εδικό σας κόπο."
Εκίνησαν κ' επήγαιναν πικροί και μαραμμένοι,
κι' ο Κωσταντής καρτέρειγε 'ς την αργυρή του πόρτα.
"Καλώς ήρθαν οι άρχοντες με τα καλά τα λόγια.
-Κακώς ήρθαν οι άρχοντες με τα κακά τα λόγια.
Δε θέλει σε, δε χρήζει σε, δε καταδέχεταί σε.
Σαν έρθη η μάννα τς απ' τη γης κι' ο κύρης απ' τον άδη,
τα δυο τς αδέρφια τα καλά από τον Κάτω κόσμο,
να σπείρουνε τη θάλασσα σιτάρι να καρπίση
χρυσάγανο, χρυσόσταχο και χρυσοκονδυλάτο,
και με ταργυροδρέπανα να μπουν να το θερίσουν,
κ' εις τον αφρό της θάλασσας να κάμουνε τ' αλώνι,
μηδέ και τάχυρο βραχή, μηδέ και το σιτάρι,
μηδέ την πάχνη τ' αλωνιού αέρας να την πάρη,
τότε κι' αυτή τον Κωνσταντή θα τόνε πάρη γι' άντρα,
και πάλι ναι, και πάλι όχι, και πάλι σαν της δόξη."
Ό Κωσταντής σαν τ άκουσε μέγας καϊμός τον πήρε,
και ζήτησε και τόδωκαν τ' ολόχρυσο γαϊτάνι.
Πήγε να βρη τοις μάγισσαις που ξέρουν από μάγια.
Ωσάν τον είδε κ' έρχονταν της μάγισσας η κόρη,
"Μάννα μ', ο νιος οπ' έρχεται του κάμπου καβαλλάρης,
παίρνουν τα ρούχα του δροσιά και τα λυχνά του πάχνη,
'παίρνουν τα πασουμάκια του ανθούς από τα δέντρα,
κι' ο γύρος του προσώπου του για κόρη είναι θλιμμένος.
-'Σ τα μάγια γω γεννήθηκα, 'ς τα μάγια θα πεθάνω,
κ' εγώ δεν τόνε γνώρισα και συ τόνε γνωρίζεις;"
"Καλή σου μέρα, μάγισσα με την καλή σου κόρη.
Δεν έχεις μάγια της καρδιάς και μάγια της αγάπης,
να κάμης τη Λιογέννητη να ρθή 'ς την αγκαλιά μου;
-"Αν έχης πράμα τς αρεσιάς και πράμα του χεριού της,
θα κάμω τη Λιογέννητη να ρθή 'ς την αγκαλιά σου.
-Εγώ χω πράμα τς αρεσιάς και πράμα του χεριού της,
εγώ χω την πλεξίδα της, τ' ολόχρυσο γαϊτάνι.
-Σύρε άνοιξε την πόρτα σου και δέσε τα θηριά σου,
και κάθου και καρτερεί την να ρθή 'ς την αγκαλιά σου."
Και βγάνει από τον κόρφο της τρία μήλα μαραμμένα.
Το να ρήξε 'ς το τρίστρατο, να πάψουν οι διαβάταις,
τάλλο ρήξε 'ς τον ποταμό, να πάψουν τα ποτάμια,
το τρίτο ρήξ' 'ς τη λυγερή, να ρθή γυρεύοντας σε."
Το νά ρηξε 'ς το τρίστρατο και πάψαν οι διαβάταις,
τάλλό ρηξε 'ς τον ποταμό και πάψαν τα ποτάμια,
το τρίτο το φαρμακερό 'ς της λυγερής τς αγκάλαις.
Ως τό είδε η κόρη εσβήστηκε, ως το είδε δαιμονίστη.
Σαν ήρθαν τα μεσάνυχτα, τη σκότισαν τα μάγια.
"Μώρ' βάγιαις μου, μώρ' ντάνταις μου, μώρ' σκλάβαις του πατρός μου,
ανάψτε πράσινα κηριά και κόκκιναις λαμπάδες,
τι εσήμανε η Παντάνασσα, να πά' να προσκυνήσω.
-Κυρά ταρνίθια δε λαλούν, καμπάναις δε σημαίνουν,
κ' η εδική σου η εκκλησιά νε ψέλλει νε σημαίνει.
-Μπα του πατρός μου το ψωμί 'ς τα μάτια να σας πιάκη!
Κ' έτσι εσηκώθη μοναχή κ' εβήκε 'ς το σκοτάδι.
Μια δούλα δεν την άφηκε κι' από κοντά της πήγε.
Σαν έφτακε, σα ζύγωσε 'ς τη μέση από το δρόμο,
εκεί της ήρθε ολίγο ο νους κι' αρχίνησε να λέη.
"Ποιος είδε νήλιο από βραδύς κι' άστρι το μεσημέρι,
ποιος είδε τη Λιογέννητη να περπατή 'ς τους δρόμους,
ξεσκούφωτη, ξυπόλητη και ξεμαλλοπλεμένη;
-Εγώ είδα νήλιο από βραδύς κι' άστρι το μεσημέρι,
εγώ είδα τη Λιογέννητη να περπατή 'ς τους δρόμους,
ξεσκούφωτη, ξυπόλυτη και ξεμαλλοπλεμένη.
-Θέ μου, κι' αν είμαι καθαρή, κι' αν είμ' εγώ παρθένο,
άστραψε και μπουμπούνιξε, να χαλαστούν τα μάγια."
Άστραψε και μπουμπούνιξε, χαλάστηκαν τα μάγια.
Ο Κωσταντής ολονυχτίς καρτέρειγε 'ς το σπίτι,
κι' αυτού 'ς τα ξημερώματα το μαύρο του σελλώνει.
"Ανάθεμα σε, μάγισσα, που μάγια δε γνωρίζεις!
-Σαν είν' η κόρη καθαρή, τα μάγια τί σου φταίνε;
Σύρε ξουρίσου φράγκικα, και ντύσου 'ς τα γυναίκεια,
γυναίκεια και χαιρέτησε κατά την ώρα που είναι,
και πες: Είμ' η ξαδέρφη σου από τον "Άη Δονάτο,
όπου πλουμί δεν ήξερα, κ' ήρθα πλουμί να μάθω."
Ξουρίστηκε 'ς τα φράγκικα και ντύθηκε γυναίκεια,
κ' εχτύπησε 'ς την αργυρή πόρτα της μαυρομάτας.
"Ποιος χτύπησε 'ς την αργυρή πόρτα της μαυρομάτας;
-Εγώ είμαι η ξαδέρφη σου από τον Άη Δονάτο,
οπού πλουμί δεν ήξερα κ' ήρθα πλουμί να μάθω.
-Καλώς ήρθ' η ξαδέρφη μου, μα γώ δε σε γνωρίζω,
και πούθεν είν' ο τόπος σου και πούθεν η γενιά μας;
-Αλάργα είν' ο τόπος μου κι' από κοντά η γενιά μας,
κ' εμείς εξεμακρύναμε κ' εχάθηκε η γενιά μας,
κ' εδώ με στέλνει η μάννα μου πλουμίδια να με μάθης.
-Μετά χαράς, ξαδέλφη μου, πλουμίδια να σε μάθω,
πλουμίδια και κεντίσματα κι' ό,τι θέλει ο νους σου."
Σάν άρχισε και νύχτωνε, πήρε να σκοτεινιάση,
ο Κωσταντής σηκώθηκε τάχα πως θε να φύγη.
"Ενύχτωσε κ' έβράδιασε, πήρε να σκοτεινιάση,
πάν τα θηριά 'ς τοις κοίταις τους, ταηδόνια 'ς τοις φωλιαίς τους,
κ' εγώ το ξένο κ' έρημο απόψε που να μείνω;
-Μην πλήσσης, αξαδέρφη μου, και μένεις με τοις σκλάβαις.
-Εγώ του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι,
και τώρα με κατάντησες να μείνω με τοις σκλάβαις!
-Μην πλήσσης, αξαδέρφη μου, και μένεις με τοις δούλαις.
-Εγώ του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι,
και τώρα με κατάντησες να μείνω με τοις δούλαις!
-Μην πλήσσης, αξαδέρφη μου, και μένεις με τοις ντάνταις.
-Εγώ του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι,
και τώρα με κατάντησες να μείνω με τοις ντάνταις!
-Μην πλήσσης, αξαδέρφη μου, και μένεις με τοις βάγιαις!
-Εγώ του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι,
και τώρα με κατάντησες να μείνω με τοις βάγιαις!
-Μην πλήσσης αξαδέρφη μου, και μένομε τα δυο μας.
Ανάψτε, βάγιαις, τα κηριά, μουνούχοι, τοις λαμπάδες,
και στρώσετε την κλίνη μου τη λινομέταξή μου.
Βάλετε στρώμα ναργυρό, στρώμα μαλαματένιο,
βάλετε τα παπλώματα, τα υφάναν Ανεράδες
και τα υφαδιοπλουμίσασι του Δράκοντα οι κύραις,
και στρώστε πάτους βασιλκό, και πάτους μαντζουράνα,
και πάτους δεντρολίβανο να κοιμηθούμε αντάμα."
Ολονυχτίς κοιμούντανε σαν δυο γλυκά αδερφάκια,
και προς τα ξημερώματα σαν τάγρια πουλάκια.
Σαν έφεξε, ξημέρωσε, σαν ήρθε η άλλη η νύχτα,
"Μάννα, άνοιξε τοις πόρταις σου και δέσε τα θηριά σου,
γιατί θε νά ρθη η νύφη σου, θε νά ρθη η μαυρομάτα.
Ολίγος ύπνος μ' έπιασε και πάω για να πλαγιάσω,
κι' όντας θε νά ρθη η νύφη σου, να ρθής να με ξυπνήσης.
-Σύρε, παιδί μου, πλάγιασε κ' εγώ θα καρτερέσω,
κι' όντας θε να ρθη η νύφη μου θα ρθώ να σε ξυπνήσω."
Κ' εκείνη η σκύλα η άνομη δεν έκαμε όπως είπε,
μόν' έκλεισε την πόρτα της κ' έλυσε τα θεριά της,
κ' έβαλε ομπρός 'ς τη ρούγα της γούρνα φαρμακωμένη.
Επλάγιασε η Λιογέννητη 'ς τη αργυρή της κλίνη.
Σαν ήρθαν τα μεσάνυχτα, τη σκότισαν τα μάγια.
"Μώρ' βάγιαις μου, μώρ' ντάνταις μου, μώρ' σκλάβαις του πατρός μου,
ανάψτε πράσινα κηριά και κόκκιναις λαμπάδες,
τι εσήμανε η Παντάνασσα, να πάω να προσκυνήσω.
-Κυρά, ταρνίθια δε λαλούν, καμπάναις δε σημαίνουν,
κ' η εδική σου η εκκλησιά νε ψέλλει νε σημαίνει.
-Μπα τους πατρός μου το ψωμί 'ς τα μάτια να σας πιάκη!"
Κ' έτσι εσηκώθη μοναχή κ' εβήκε 'ς το σκοτάδι.
Μια δούλα δε την άφηκε κι' από κοντά της πήγε.
Σαν έφτακε, σα ζύγωσε 'ς τη μέση από το δρόμο,
εκεί της ήρθε ολίγο ο νους κι' αρχίνησε να λέη.
"Ποιος είδε νήλιο από βραδύς κι' άστρι το μερημέρι,
ποιος είδε τη Λιογέννητη να περπατή 'ς τους δρόμους,
ξεσκούφωτη, ξυπόλυτη και ξεμαλλοπλεμένη;
-Εγώ είδα νήλιο από βραδύς κι' άστρι το μεσημέρι,
εγώ είδα τη Λιογέννητη να περπατή 'ς τους δρόμους,
ξεσκούφωτη, ξυπόλυτη και ξεμαλλοπλεμένη.
-Θε μου κι' αν είμαι καθαρή, κι' αν είμ' εγώ παρθένο,
άστραψε και μπουμπούνιξε να χαλαστοϋν τα μάγια."
Δεν άστραψε, δε βρόντηξε, δε χάθηκαν τα μάγια.
Κι' αρχίνησε κ' εχτύπαγε του Κωσταντή την πόρτα.
"Άνοιξε, μάγισσας παιδί και μάγισσας αγγόνι,
μ' εβούρλισαν τα μάγια σου, κ' ήρθα κατά τ' εσένα.
-Ροκάνισε το σίδερο, σα σκύλα τη μαγγούρα,
και πιε νερό της γούρνας μου, κ' ύστερα να σ' ανοίξω.
-Άνοιξε, μάγισσας παιδί και μάγισσας αγγόνι,
μ' έβούρλισαν τα μάγια σου, κ' ήρθα κατά τ' εσένα.
-Ροκάνισε το σίδερο, σα σκύλα τη μαγγούρα,
και πιε νερό της γούρνας μου, κ' ύστερα να σ' ανοίξω."
-Άνοιξε, μάγισσας παιδί και μάγισσας αγγόνι,
μ' εβούρλισαν τα μάγια σου, κ' ήρθα κατά τ' εσένα.
-Ροκάνισε το σίδερο, σα σκύλα τη μαγγούρα,
και πιέ νερό της γούρνας μου, κ' υστέρα να σ' ανοίξω.
Ροκάνισε το σίδερο, σα σκύλα τη μαγγούρα,
κ' έπιε της γούρνας το νερό κ' έσκασε σαν το ψάρι.
Κι' αυτού 'ς τα ξημερώματα ο Κωσταντής ξυπνάει.
"Μάννα, δεν ήρθε η νύφη σου, δεν ήρθε η μαυρομάτα;
-Γιε μου, δεν ήρθε η νύφη μου, δεν ήρθε η μαυρομάτα."
Σαν εκατέβη ο Κωσταντής, σαν άνοιξε την πόρτα,
σαν είδε τη Λιογέννητη 'ς το δρόμο ξαπλωμένη,
ψιλή φωνίτσα νέβγαλε, ψιλή φωνίτσα βγάζει.
Σαν ήθελες, μαννούλα μου, νά χης και γιο και νύφη,
όντας σού πρωτοχτύπησε ας είχες της ανοίξη."
Χρυσό μαχαίρι νέβγαλε απ' αργυρό φηκάρι,
'ς τον ουρανό το πέταξε, μέσ' 'ς την καρδιά του πάει.


Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2022

Τους κατέγραψε τυχαία ο φακός και αποθησαύρισε την ικμάδα τους

 

Η σημερινή ανάρτηση μοιάζει σαν ένα σχολαστικό ημερολόγιο μιας περιήγησης στο παρελθόν της καταγωγής μας. Καθώς στρεφόμαστε ενστικτωδώς προς τα πίσω αναζητώντας εναγωνίως τους προγόνους μας για να πάρουμε δύναμη, νιώθουμε σαν να τους έχουμε όλους ήδη εδώ και να μπορούμε να τους κοιτάξουμε στα μάτια.

Σκηνές της καθημερινής ζωής του παλιού Βαλτινού, πλανόδια και στεγασμένα επαγγέλματα, ξεθωριασμένες φιγούρες, που πάλευαν για το μεροκάματο. 

Άλλοι στον χώρο της εργασία τους, άλλοι στον δρόμο για τη δουλειά τους, και άλλοι στην καθημερινή τους ασχολία, συναντήθηκαν με τον φακό και μας χάρισαν την εικόνα, την ικμάδα τους και την γήινη υγρασία τους!

Κάποιοι δεν είναι πια κοντά μας, κάποιοι διαβιούν το βαθύ γήρας και κάποιοι πιο νεότεροι, συνταξιούχοι πλέον, μας αφηγούνται με τον δικό τους τρόπο  τις ιστορίες τους, έχοντας ως σημείο αναφοράς την περιοχή του Βαλτινού.

Κοιτάζοντας τις φωτογραφίες τους ανασύρονται από τη μνήμη μας εικόνες αλλά και εμπειρίες από ένα δύσκολο εργασιακό βίο. Παράλληλα, οι νεότεροι ανακαλύπτουν επαγγέλματα και δραστηριότητες που μπορεί να αγνοούσαν. Επαγγέλματα της αγροτικής υπαίθρου που, άλλα έφυγαν και χάθηκαν οριστικά, και άλλα συνεχίζουν να υπάρχουν και σήμερα, με μικρές ή μεγάλες παραλλαγές.



Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2022

Τα παλιά δίπατα πλινθόκτιστα σπίτια του αλλοτινού Βαλτινού

 

Τα παλιά δίπατα σπίτια του Βαλτινού, ήταν απλά κατασκευάσματα, που δεν παρουσίαζαν κάποιο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, ούτε διέθεταν κάποια αξιόλογη ιστορική αξία, πέραν από το φορτίο της προγονικής μνήμης.

Τα κτίσματα αυτά φτιάχτηκαν σε μια διαφορετική εποχή, με διαφορετικές ανάγκες και πολύ πιο έντονους τεχνικούς και οικονομικούς περιορισμούς.


Τα σπίτια τα κατασκεύαζαν έμπειροι μάστορες, (αυτοδίδακτοι λαϊκοί αρχιτέκτονες), συνήθως από το Ξυλοπάροικο. Είχαν σχεδόν πανομοιότυπη μορφή καθώς ακολουθούσαν την παραδοσιακή τεχνική δόμησης, λόγω χρήσεως πρώτον υλικών της περιοχής (χώμα, πέτρες, ξύλα).

Κατά την ανέγερση των κατοικιών οι κάτοικοι πρόσεχαν την λειτουργικότητα του χώρου (εξυπηρέτηση της οικογένειας, αποθήκευση των προϊόντων, στάβλιση των ζώων), και λάμβαναν υπόψη την οικοδομική παράδοση.

Ο προσανατολισμός των παλαιών κατοικιών ήταν πάντοτε σε όλα τα σπίτια ανατολικός. Κοινό χαρακτηριστικό όλων των κατοικιών ήταν, ότι τοποθετούνταν αυστηρά στραμμένα προς νοτιοανατολικά, στρέφοντας συχνά τα νώτα προς τους δρόμους. Οι λόγοι που επέβαλαν αυτόν τον προσανατολισμό του σπιτιού και της αυλής, ήταν για να προφυλάσσεται η αυλή από τον όγκο του σπιτιού, από τον κρύο βοριά. Η αυλή βρισκόταν στο εσωτερικό του σπιτιού για να είναι ασφαλισμένο, ό,τι βρισκόταν μέσα σε αυτή. Σχεδόν όλες οι αυλές των σπιτιών είχαν έναν πλάτανο ή μία μουριά για σκιά, και συνήθως υπήρχε και ένας μικρός κήπος για την καλλιέργεια λαχανικών.

Οι αχυρώνες ήταν διώροφα αντίστοιχα κτήρια όπου στάβλιζαν τα οικόσιτα ζώα και φυλάσσονταν οι ζωοτροφές. Είχαν μεγάλο ύψος και είχαν ξύλινη κεραμοσκεπή ή τσίγκινη στέγη.


Τα υλικά οικοδομικά

-Το χώμα για την κατασκευή των πλίνθων. Στην περιοχή όπου το χώμα αφθονούσε η δόμηση με πλίνθους (πλιθιά) ήταν μονόδρομος. Στο χωριό υπήρχαν ορισμένα σημεία απ' όπου μάζευαν χώμα για την κατασκευή των πλιθιών. Το χώμα αυτό το ανακάτευαν με νερό, προσέθεταν άχυρο και το έβαζαν σε ξύλινες μήτρες (οι περισσότερες 6x1 ή 4x3). Οι διαστάσεις των πλίνθων ήταν συνήθως 33x13x8 εκατοστά. Τα πλιθιά τα άφηναν στον ήλιο για να ξεραθούν και στη συνέχεια κατασκεύαζαν την τοιχοποιία, χρησιμοποιώντας για κονίαμα τον ίδιο τύπο χώματος χωρίς άχυρο αυτή τη φορά. Επίχρισμα αρχικά δεν υπήρχε ή χρησιμοποιούνταν λάσπη (χώμα χωρίς άχυρο).
-Τα ξύλα. Χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή της στέγης, των δαπέδων, των κουφωμάτων, των πορτών και παραθύρων. Τα προμηθεύονταν από διάφορα δέντρα που υπήρχαν στα κτήματά τους, καθώς και από το δάσος της Παναγίας.

-Η πέτρα. Την χρησιμοποιούσαν συνήθως για την θεμελίωση και την προμηθεύονταν από το ποτάμι (Πηνειό), ή από τα χωριά των ριζών του Κόζιακα.

Σε όλα τα κτήρια η θεμελίωση γίνονταν με λιθοδομή από πέτρες σε ύψος μέχρι 50εκ από το έδαφος περίπου και σε βάθος 40-50εκ. Αυτό γινόταν για ομοιόμορφη κατανομή των τάσεων και προστασία της πλινθοδομής από την υγρασία.  

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι κάτοικοι έκαναν χρίση την αλληλοβοήθεια κατά την συγκέντρωση των υλικών.


Τρόπος κατασκευής - Τυπολογία
Υπήρχαν μονώροφες κατοικίες (μονές), διώροφες κατοικίες (δίπατα) και διώροφες αποθήκες-στάβλοι γνωστές και ως αχυρώνες.
Οι μονώροφες είναι ορθογώνιες, διαστάσεων 13X5 περίπου. Με τη μεγάλη διάσταση και την είσοδο να κοιτάει προς το νότο. Μπροστά από την είσοδο βρίσκονταν και ένα σκεπασμένο μπαλκονάκι 2x2 μέτρων περίπου. Το σπίτι αποτελούνταν από τρία δωμάτια, διαστάσεων 4x4 μέτρων το καθένα. Πίσω από την είσοδο η σάλα ή χαγιάτι και εκατέρωθεν δύο δωμάτια, το «καλό» και το «καθημερινό». Αυτά χρησιμοποιούνταν σαν υπνοδωμάτιο, χώρο υποδοχής κλπ, ανάλογα με τις ανάγκες της οικογένειας και τις καιρικές συνθήκες. Το μαγείρεμα, η υγιεινή και το πλύσιμο γίνονταν έξω από το σπίτι. Με τα χρόνια προστέθηκαν επιπλέον δωμάτια (κουζίνες, μπάνια κ.α.), για να καλύψουν τις σύγχρονες ανάγκες, ενώ οι παλιοί ανεπίχριστοι τοίχοι καλύφτηκαν με ασβέστη και έτσι πλέον λίγα σπίτια διατηρούν την αρχική τους μορφή.

Οι διώροφες κατοικίες αρχικά είχαν τα δωμάτια στον όροφο, ενώ στο ισόγειο ήταν το κατώι. Η είσοδος γινόταν από εξωτερική σκάλα που κατέληγε σε ένα μικρό εξώστη. Αργότερα τα κατώγια μετατράπηκαν σε κατοικήσιμους χώρους, συνήθως κουζίνες και τα ζώα μετακινήθηκαν στους αχυρώνες. Τα δάπεδα στους ορόφους ήταν από ξύλο.

Οι σκεπές επιστρώνονταν με κεραμίδια βιοτεχνικού τύπου και είχαν μία προεξοχή 50εκ. περίπου, (την αστρέχα), για να προστατεύουν την τοιχοποιία από τη βροχή.

Τα κτίσματα δέχτηκαν πολλές μετατροπές, όσο αυξάνονταν οι ανάγκες του αγροτικού πληθυσμού που τα κατοικούσε. Προστέθηκαν κουζίνες, λουτρά, γκρεμίστηκαν ή προστέθηκαν χώροι. Για τις προσθήκες ή τις κατασκευές νέων σπιτιών μετά το 1960 χρησιμοποιούνταν τούβλα ή τσιμεντόλιθους.

Σήμερα ελάχιστα εναπομείναντα, τέτοια σπίτια, υπάρχουν στο χωριό. Υπάρχουν όμως κάποιες φωτογραφίες που τα διασώζουν από τη λήθη και μας μαρτυρούν τον κόσμο τους. Είναι όλα αυτά τα μισοσβησμένα από τη μνήμη κομμάτια που σκιαγραφούν και θυμίζουν το αλλοτινό Βαλτινό.

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2022

ΑΠΑΛΗ ΨΙΧΑΛΙΣΤΗ ΒΡΟΧΗ

 


Μια απαλή ψιχαλιστή βροχή μας επισκέφθηκε για λίγο και ποιος να το πίστευε: κατάφερε να φτιάξει μικρές λίμνες και να καθρεφτίζει τα μόλις χιονισμένα βουνά κι έπειτα από λίγο να τα απογυμνώσει και να τα ξεπλύνει εντελώς από τα πρώτα τους ανέλπιδα χιόνια. Ελάτε, λένε τώρα τα βουνά και μας προσκαλούν διττά. Τόσο με το πραγματικό τους ύψος, όσο και με το φασματικό τους που λάμπει αντίστροφα μέσα στα νερά. Και το δέντρο, σηματωρός της πεδιάδας, εφησυχάζει. Ξέρει πως δεν θα πάμε πουθενά και μόνο γύρω από τα γυμνά κλαδιά του θα περιφερόμαστε, σχηματίζοντας αυξομειούμενες περιφέρειες ομόκεντρων κύκλων, που πασχίζουν ματαίως να συμπυκνώσουν το αχανές.

Του Ηλία Κεφάλα

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2022

Γιάννης Βαγγελός, το πορτρέτο ενός Ανθυπολοχαγού

 


Η ελληνική κοινωνία, μέσω της οικογένειας, έχει τοποθετήσει ψηλά στο βάθρο της κοινωνικής καταξίωσης την εκπαίδευση και τη μόρφωση των παιδιών της.

Το σχολείο οφείλει να μεταφέρει αρχές και ηθικές αξίες που είναι οι κοινωνικά κυρίαρχες και διαμορφώνουν έτσι τον χαρακτήρα των νέων γενεών, ώστε να ενταχθούν στο κοινωνικοπολιτικό και οικονομικό σύστημα οργάνωσης της κοινωνίας.

Η λαχτάρα και επιθυμία κάθε νέου είναι φυσικά η επαγγελματική αποκατάσταση στον τομέα που ονειρεύεται. Το γεγονός ότι δεν αρκεί απλά να βρεις ένα  επάγγελμα που σου εξασφαλίζει τα προς το ζειν, αλλά και να ακολουθήσεις μια εργασία που σου προσφέρει ηθική ικανοποίηση και κοινωνική καταξίωση, κάνει την αναζήτηση αυτή ακόμα πιο δύσκολη.

Βέβαια, ο κάθε νέος οφείλει να ασχοληθεί με αυτό που τον συμπληρώνει πνευματικά και όχι με αυτό που θα του επιφέρει μόνο πλούτο.

Ο στόχος επιτυγχάνεται με μεγάλη προσπάθεια και τα όνειρα καταξιώνονται μετά από πολύμοχθους αγώνες και θυσίες.

Μια τέτοια περίπτωση, αποτίμησης και άξιας μνείας, ανθρώπου που πέτυχε και δημιούργησε τον δικό του σταθμό στην κοινωνική και επαγγελματική του πορεία είναι του συγχωριανού μας Αξιωματικού Γιάννη Βαγγελού. 

Ο Ανθυπολοχαγός Γιάννης Βαγγελός του Αντωνίου και της Άννας γεννήθηκε το1999 στα Τρίκαλα. Τελείωσε την μαθητική του εκπαίδευση και στη συνέχεια πέτυχε με υψηλή βαθμολογία στις εισιτήριες πανελλήνιες εξετάσεις στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων (Σ.Σ.Ε.).  

Η φοίτησή του στη σχολή διήρκησε τέσσερα χρόνια και έλαβε Στρατιωτική εκπαίδευση, τόσο θεωρητική όσο και πρακτική. Η Στρατιωτική εκπαίδευση ξεκίνησε από το πρώτο έτος, οπότε ο Εύελπις έλαβε Βασική Στρατιωτική Εκπαίδευση και εκπαιδεύτηκε στην ατομική τακτική. Συνέχισε στα επόμενα χρόνια και έγινε άριστος γνώστης στη διοίκηση ομάδος και διμοιρίας και έμαθε τα στοιχεία οργάνωσης και λειτουργίας του Λόχου Πεζικού.


Ο εύελπις Γιάννης Βαγγελός, αποφοίτησε από τη σχολή, το έτος 2022, έδωσε τον νόμιμο όρκο και ονομάστηκε Ανθυπολοχαγός. Στη συνέχεια φοίτησε στην οικεία Σχολή Εφαρμογής Σώματος (Τεχνικό), που είχε κατανεμηθεί.

Ως Αξιωματικός έχει φοιτήσει σε διάφορες στρατιωτικές σχολές του εσωτερικού και εξωτερικού και εκπαιδεύθηκε στα σύγχρονα όπλα, μέσα και συστήματα.

Παράλληλα έχει την δυνατότητα να διευρύνει, εάν θέλει, ακόμη περισσότερο τον κύκλο των γνώσεων του, σπουδάζοντας σε άλλα προπτυχιακά αλλά και μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών.

Μπροστά του ανοίγεται ένας ευρύτατος ορίζοντας προοπτικών και μπορεί να εξελιχθεί προοδευτικά, με κριτήριο την ικανότητα του, μέχρι τους ανώτατους βαθμούς της Στρατιωτικής Ιεραρχίας.


Και βέβαια, η οικογένειά του, δίπλα του, περήφανοι και περιχαρείς καμαρώνουν για την προσωπική, επαγγελματική του εξέλιξη και πορεία!

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2022

Απεβίωσε η συγχωριανή Βασιλική Πολυμέρου

 


Απεβίωσε η συγχωριανή Βασιλική Πολυμέρου συζ. Θεοδώρου την Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2022 σε ηλικία 86 ετών.

Η Βασιλική Πολυμέρου, το γένος Νικολάου Παπαναστασίου από τον Πρόδρομο γεννήθηκε το 1934. Παντρεύτηκε με τον Θεόδωρο Πολύμερο και απόχτησαν δύο παιδιά, την Ελένη και την Νίκη.

Η Κηδεία θα γίνει την Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2022 & ώρα 11:00 π.μ.

στο Ιερό Ναό Αγ. Αθανασίου Βαλτινού Τρικάλων

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2022

Το Κουρσούμ Τζαμί σε μια φωτογραφική ανασκόπηση.

 

Το Κουρσούμ Τζαμί ή Τέμενος Οσμάν Σάχ των Τρικάλων, είναι χτισμένο στην άκρη της πόλης, στην οδό Καρδίτσας, νότια του ναού Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης. Αποτελεί ένα μοναδικό στο είδος του αξιοθέατο, καθώς είναι το μόνο σωζόμενο από τα πολλά που υπήρχαν κάποτε στα Τρίκαλα. 

Αποδιδόμενο φωτογραφικά σε μία συμπυκνωμένη εκδοχή ζωής μέσα στο χρόνο, όπου συνυπάρχει η παράδοση με το καινούργιο και σύγχρονο, σε έναν διάλογο που δηλώνει τη συνέχεια, αναδεικνύεται πιότερο η ανατολίτικη αισθητική του, η οποία το καθορίζει και το εντάσσει στο φυσικό του περιβάλλον, καθώς είναι ισλαμικό τέμενος, κτίσμα του 16ου αιώνα.

Το Κουρσούμ Τζαμί είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την πόλη των Τρικάλων και αποτελεί και αυτό ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της πόλης.

Ονομάζεται έτσι από την τουρκική λέξη «κουρσούμ», που σημαίνει μόλυβδος, καθώς ο θόλος του είναι μολυβοσκέπαστος.

Το πανέμορφο δημιούργημα της ανατολικής αρχιτεκτονικής σχεδίασε ο ελληνικής καταγωγής αρχιτέκτονας, Μιμάρ Σινάν πασά, το 1570.

     Ο Σινάν πασά γεννήθηκε στην Καισαρεία από χριστιανούς γονείς το 1490 και πέθανε το 1588. Κατασκεύασε πολλά αρχιτεκτονικά έργα, όπως, την γέφυρα Αθύρα (Τσεκμετζέ), το Σουλεϊμάν τζαμί στην Κωνσταντινούπολη, το τζαμί του Σουλτάν Σελίμ της Αδριανουπόλεως, το τζαμί του Λουλέ Μπουργάς, το Κουρσουλού τζαμί της Καισαρείας κλπ.

   Το Κουρσούμ τζαμί είναι το μοναδικό έργο στην Ελλάδα του περίφημου αρχιτέκτονα.

     Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτού του ανατολίτικου μνημείου είναι ο ωραίος και μεγαλοπρεπής του θόλος. Ο Βυζαντινός, ημισφαιρικός θόλος του Κουρσούμ Τζαμιού είναι 18μ., υψώνεται 22,50μ. και στηρίζεται σε τέσσερις πετροπλινθόχτιστες αψίδες. Είναι μολυβδοσκέπαστο "κουρσούν καπλαμίς" γι΄ αυτό και ονομάστηκε Κουρσούμ Τζαμί. Έχει έκταση 360 τ.μ., το άνοιγμα της βάσης του έχει διάμετρο 19 περίπου μέτρα, η δε κορυφή του απέχει από το έδαφος πάνω από 26 μέτρα.

    Είναι κτισμένο με ειδικά ελαφρά τούβλα, λεπτότερα από τα συνηθισμένα, αλλά πολύ μακρύτερα και πλατύτερα αυτών, και με μάρμαρα που μετέφεραν από το λατομείο Χασάν Μπαλί της Λάρισας.


      Αποτελείται από μια τεράστια αίθουσα προσευχής που μπροστά της έχει μια στοά (ρεβάκ)  με ύψος δαπέδου της 0,80μ. πάνω από την επιφάνεια του εδάφους. Δυτικά υπάρχει μια σειρά παραθύρων, ενώ προς τις άλλες πλευρές ανά τρεις όμοιες. Εσωτερικά και στο δυτικό τοίχο, σε ύψος 3μ. υπάρχει ο γυναικωνίτης όπου ανέβαιναν οι ευσεβείς μουσουλμάνες από δυο στριφτές σκάλες.

     Στην ανατολική πλευρά του περιβόλου και σε απόσταση 13.20 μ. υπάρχει το μαυσωλείο, τάφος οχταγωνικού σχήματος (τουρμπιές) με μολυβένιο κι αυτό θόλο, της οικογένειας του κτήτορα, Οσμάν Σαχ, εγγονού του σουλτάνου Σελίμ Α΄, κυβερνήτη της τοπικής επαρχίας (σαντζάκι) ο οποίος πέθανε στα Τρίκαλα το 1567-8. Κατά την παράδοση, ο Οσμάν έκτισε το τζαμί επειδή στα Τρίκαλα θεραπεύτηκε από αρρώστια που τον ταλαιπωρούσε.


    Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι το Κουρσούμ τζαμί ανακατασκευάστηκε από τα ερείπιά του, κατά τα έτη 1992 - 1996 από το Δήμο Τρικκαίων, με χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι προστατευόμενο έργο της UNESCO ως μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς..

Σήμερα το τζαμί χρησιμεύει σαν χώρος ήπιων εκδηλώσεων.

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2022

Παρουσίαση του βιβλίου «Ο Γάμος στο Βαλτινό» (Νύφες και Γαμπροί), Β΄ τόμος

 


Μετά την παρουσίαση του βιβλίου «Ο Γάμος στο Βαλτινό» Λεύκωμα Α΄ τόμος, που εκδόθηκε από τις Γραφικές Τέχνες «Δημήτρη Τσιγάρα», σειρά παρουσίασης έχει ο Β΄ τόμος με τον τίτλο «Ο Γάμος στο Βαλτινό» (Νύφες και Γαμπροί).

Στην παρούσα έκδοση του λευκώματος, το οποίο αποτελεί μέρος από το δίτομο έργο για τον γάμο στο Βαλτινό, αποτυπώνεται συνοπτικά και μέσα από την παρουσίαση φωτογραφιών νεόνυμφων ζευγαριών, του προηγούμενου αιώνα, η ηθογραφική εξέλιξη του θεσμού του γάμου.

Οι εικόνες του λευκώματος εκτίθενται με χρονολογική σειρά και είναι, στην πλειονότητά τους, ασπρόμαυρες, εκτός από ορισμένες, προς το τέλος, που είναι έγχρωμες.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι πολλές από τις γαμήλιες φωτογραφίες είναι βγαλμένες μετά από πολλές ημέρες ή και μήνες, ή ακόμα και χρόνια, από την ημέρα που γίνονταν ο γάμος, καθότι, στα παλαιότερα χρόνια, δεν υπήρχε πάντα η οικονομική δυνατότητα για φωτογράφηση, αλλά ούτε και η εύκολη μετακίνηση για άμεση επίσκεψη στο φωτογραφείο. Γι’ αυτό, συνήθως, στην εμποροπανήγυρη των Τρικάλων, που πολλοί νεόνυμφοι επισκέπτονταν τη πόλη, δεν έχαναν την ευκαιρία, πήγαιναν στο φωτογραφείο και έβγαζαν τις φωτογραφίες του γάμου τους.

Κάποιες φωτογραφίες έχουν υποστεί επεξεργασία στο σκοτεινό θάλαμο, δηλαδή έχουν ζωγραφιστεί από το φωτογράφο, ή έχουν υποστεί διάφορες αλλοιώσεις από το μοντάζ.

Παρατηρώντας μία-μία τις εικόνες, πολλά είναι τα ηθογραφικά στοιχεία εκείνα, που μπορεί να αντλήσει κανείς, μέσα από μια επισταμένη παρατήρηση και πιο ερευνητική ματιά.

Εκτός από τα ενδυματολογικά στοιχεία που μπορεί να αντλήσει κανείς, μέσα από τις φωτογραφίες των πρωταγωνιστών (νύφης και γαμπρού) και των συγγενών και προσκεκλημένων της περιόδου αυτής, αντλούνται και άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία, όπως για παράδειγμα, ότι οι νύφες των πρώτων δεκαετιών παραμένουν αγέλαστες και μόνο προς το τέλος αρχίζουν να φαίνονται τα πρώτα χαμόγελα. Παρατηρούμε επίσης πως η ομπρέλα, μέχρι το 1950 αποτελεί το απαραίτητο αξεσουάρ της νύφης, ενώ από το 1950 και εφεξής την ομπρέλα αντικατέστησε η ανθοδέσμη.

Χαρακτηριστικό στοιχείο της νυφικής ενδυμασίας, το ασημένιο περίτεχνο ζωνάρι (ασημοζούναρο), που περιστοιχίζει τη μέση της νύφης.

Αίσθηση κάνει και ο κεντητός διάκοσμος των νυφικών με τα διάφορα λαογραφικά στοιχεία.

Στην εξέλιξή του, το νυφικό αποκτά ποικίλους σχεδιασμούς, ενώ οι νύφες, από την εποχή του 1950, φοράνε στα χέρια τους άσπρα γάντια.

Στους γαμπρούς παρατηρούμε ότι η πιο συνηθισμένη γαμπριάτικη ενδυμασία αποτελούνταν από το μαύρο, μάλλινο παντελόνι, λευκό πουκάμισο και μάλλινο σακάκι, ενώ από τη δεκαετία του ΄50, οι γαμπροί άρχισαν να φοράνε γραβάτα ή παπιγιόν και στο τσεπάκι από το σακάκι τους, έχουν άσπρο μαντήλι.

Από το 1960 μέχρι και σήμερα, η ενδυματολογική πορεία των νυφικών, αλλά και των γαμπριάτικων κουστουμιών, χαρακτηρίζεται από την πολυποικιλότητα τύπων και σχεδίων, καθώς η ένδυση έχει βιομηχανοποιηθεί.





Όμως, σ’ αυτό το λεύκωμα, τα στοιχεία που μπορεί να παρατηρήσει κανείς είναι πάμπολλα.  Ο καθένας ας περιπλανηθεί στη διαδρομή αυτού του προγονικού ταξιδιού, ας κάνει τη δική του φωτογραφική ενδοσκόπηση, ας αντλήσει με τις δικές του προσλαμβάνουσες αυτές τις πληροφορίες, που τον ενδιαφέρουν κι ας εξάγει τα δικά του συμπεράσματα και μηνύματα.

Για να διαβάσετε το βιβλίο πατήστε εδώ: https://drive.google.com/file/d/11XgiQbpBRQEWFn-uXGK04Cm5XcpBmvfY/view?usp=sharing

Δημήτρης Τσιγάρας

επικοινωνιστε μαζι μας