Κυριακή 22 Μαΐου 2022

Η ζωή στο χωριό έχει πολλές κρυφές ομορφιές

 


Εξιδανικεύοντας κανείς την τοπιογραφία και την ηθογραφία του γενέθλιου τόπου του, μπορεί να εκθέσει στην ειδυλλιακή ομορφιά των εικόνων το ίχνος μιας ασίγαστης νοσταλγίας.

Ό,τι καλό συμβαίνει στον τόπο μας, ξεκινά από τη φύση της, η οποία αγκαλιάζει, εμπνέει, δίνει το έναυσμα για ζωή και για κάθε είδους δημιουργία.

Κάθε πρωί με την ανατολή του ήλιου, πανδαισία χρωμάτων! Το γαλάζιο του ουρανού συναντάει το πράσινο της φύσης, το λευκό της αθωότητας, συναντάει το κίτρινο της χαράς, το καφέ της οργωμένης γης συναντάει το κόκκινο της δύναμης και του πάθους για ζωή…

Του ήλιου, που όταν δύει πίσω από τον Κόζιακα παρουσιάζει τέτοιες συνθέσεις και αποχρώσεις που γεννάει το συναίσθημα μιας γλυκιάς μελαγχολίας.

Του ήλιου, που όταν ανατέλλει μέσα από τα δέντρα του κάμπου, δίνει την αίσθηση της ελπίδας και της αισιοδοξίας.

Η ζωή στο χωριό έχει πολλές κρυφές ομορφιές. Εκεί, πολλές φορές ανθοβολεί μια φύση ευδαίμων. Ουράνια τόξα αιωρούνται πάνω από ασίγαστα ποτάμια, πεδιάδες λαμποκοπούν κάτω από τον ήλιο, περιφέρειες κατάφυτες με πλατάνια κατρακυλούν προς το νερό, πολύχρωμα λουλούδια χρωματίζουν την πρασινάδα των λιβαδιών, πουλιά φτεροκοπούν κελαηδώντας προς το σούρουπο, σπαρτά γέρνουν κατάφορτα στο φύσημα του ανέμου, ξωκλήσια προβάλλουν την ιερότητα σε αλσύλλια.

Την άνοιξη η φύση γεμίζει με χρώματα κι αρώματα. Πνίγεται στο πράσινο, στην ποικιλία των λουλουδιών και στην εναλλαγή των χρωμάτων! Χορταίνει το μάτι από χρώματα, χορταίνει το αυτί από ήχους, χορταίνει το στόμα από γεύσεις, χορταίνει η μύτη από αρώματα! Αλλά και όλες τις εποχές τα δώρα της φύσης είναι άσωτα. Αρκεί να ξέρεις να τα εκτιμάς και να τα απολαμβάνεις με μια ισορροπημένη στάση και τον ανάλογο σεβασμό.




Σάββατο 21 Μαΐου 2022

Οι λαουτιέρηδες του Βαλτινού

 

Ο χρόνος αποκαθιστά συχνά ανθρώπους που στο παρελθόν η προσφορά τους είχε αγνοηθεί, είχε αδικηθεί … Κάποτε, ωστόσο, συμβαίνει και το ακριβώς αντίθετο: μπορεί δηλαδή, με την πυκνή ομίχλη του να σκεπάσει, να κρύψει από τις επόμενες γενιές το έργο εκείνων που κανονικά θα έπρεπε να έχουν περίοπτη θέση στα βιογραφικά λεξικά και στη μνήμη μας.

Αυτή η περίεργη ομίχλη έκρυβε επιμελώς, από όλους μας, τους παραδοσιακούς οργανοπαίχτες της περιοχής μας και άφηνε ένα κομμάτι της κοινωνικής ζωής του τόπου μας ξεχασμένο και άγνωστο.

Εδώ αναφερόμαστε στους προπάτορες της παραδοσιακής μουσικής, λαουτιέρηδες του Βαλτινού, τον Ευάγγελο Καλαμπάκα και τον Δημήτριο Μαντέλα.

Ασχολήθηκαν επαγγελματικά με το δημοτικό τραγούδι, έμαθαν να παίζουν λαούτο και κιθάρα και ταυτόχρονα τραγουδούσαν, καθώς το τραγούδι τους αποτελούσε το βασικότερο μέσο για την ψυχαγωγία, συνοδεύοντας τους ανθρώπους από τη γέννηση (νανούρισμα) ως το θάνατο (μοιρολόι).

Ο Ευάγγελος Καλαμπάκας (1914-1983) έμαθε λαούτο, όταν παντρεύτηκε με την γυναίκα του Φανή Ντούτσια από το χωριό Βασιλική, καθώς σ’ αυτή την οικογένεια ήταν σχεδόν όλοι μουσικοί. Έτσι ο Ευάγγελος Καλαμπάκας, που μέχρι τότε εργάζονταν ως σιδηρουργός, έμαθε από τα κουνιάδια του σιγά σιγά το όργανο και άρχισε να παίζει ώστε να συμπληρώνει το εισόδημά του.

Από την οικογένεια Καλαμπάκα με τη μουσική ασχολήθηκαν τα αδέρφια, Νίκος Καλαμπάκας (1944-2013), ο οποίος έπαιζε κλαρίνο και Γιώργος Καλαμπάκας, ο οποίος έπαιζε λαούτο, ακορντεόν, κιθάρα και τραγουδούσε. Ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα τους, και τιμώντας την οικογενειακή παράδοση, κληροδότησαν και αυτοί στα παιδιά τους τη μουσική τέχνη τους. Έτσι την παραδοσιακή μουσική ακολούθησαν και τα παιδιά του Νίκου Καλαμπάκα, ο Βαγγέλης, που τραγουδούσε, ο Κώστας που έπαιζε ντράμς και ο μικρότερος ο Χρήστος με το τραγούδι.

Την ίδια εποχή και παράλληλα με τον Ευάγγελο Καλαμπάκα ξεκίνησε το λαούτο και ο Δημήτριος Μαντέλας (1919-1993). Ο Μήτσιος Μαντέλας, όπως τον αποκαλούσαν, υπήρξε αυτοδίδακτος μουσικός, λαουτιέρης, ο οποίος μετέδωσε κι αυτός την τέχνη του στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του. Ο γιος του, ο Ηλίας, έπαιζε ακορντεόν και αρμόνιο, ενώ ο ανεψιός του Χρυσόστομος Στεφ. Μαντέλας έπαιζε κιθάρα.

Ο κλώνος του οικογενειακού δέντρου επεκτείνεται, καθώς ο Δημήτριος Μαντέλας ήταν παντρεμένος με την αδελφή του πατέρα, του ακορντεονίστα και αρμονίστα, Γιάννη Γεωργίου και του τραγουδιστή Βαγγέλη Γεωργίου. Η γυναίκα του Γιάννη Γεωργίου Αρετή, κατάγεται από τη μουσική οικογένεια Καμινιώτη από το χωριό Καλογριανά Καρδίτσας.

Οι δυο λαουτιέρηδες, ο Ευάγγελος Καλαμπάκας και ο Μήτσιος Μαντέλας, έπαιζαν πολλές φορές στο ίδιο συγκρότημα, αλλά συνταιριάζονταν και με πολλούς άλλους οργανοπαίχτες και κάνανε τα δικά τους συγκροτήματα ο καθένας.


Παρασκευή 20 Μαΐου 2022

Τα πέτρινα αρχοντικά των Τρικάλων

 

Η επιλογή ενός περιπάτου, στα σοκάκια της πόλης, με μια στοχευόμενη διάθεση αναζήτησης, εμβάθυνσης και κατανόησης της ιστορίας του αστικού περιβάλλοντος, καταλήγει πολλές φορές να αποζημιώσει τον περιπατητή, με τα στοιχεία της έκπληξης, της ευχαρίστησης αλλά και της αποθησαύρισης γνώσεων.

Μέσα στο βαθύ, αστικό ανάγλυφο της πόλης των Τρικάλων, που κάνει έναν απλό περίπατο κυνήγι θησαυρού, αναρωτιέται κανείς: ποια μπορεί να είναι η σύζευξη της λειτουργίας και του κάλλους που επιζεί σε έναν αστικό χώρο; Αυτή η έννοια, η λεπτή, δηλαδή, ισορροπία που με τεράστια δυσκολία και συχνά με αποτυχία, επιχειρεί να βρει ο σύγχρονος άνθρωπος, σε ένα περιβάλλον υψηλής αισθητικής;
Δυστυχώς η κατάσταση του πολεοδομικού ιστού της πόλης των Τρικάλων έτσι όπως διαμορφώθηκε τα τελευταία 40 χρόνια χαρακτηρίζεται, από άποψη αισθητικής, ανώνυμη έως ενοχλητική. Το αδηφάγο τσιμέντο της χρηστικής αντιπαροχής με την κυριαρχία των πολυκατοικιών λειτουργεί εις βάρος της αισθητικής. Ενώ οι παρουσίες παλαιών κτισμάτων που διατηρούν μια ικανοποιητική αισθητική άποψη και μια παλιά αίγλη είναι ελάχιστες.
Σε μια περιδιάβαση αναζητήσαμε και εντοπίσαμε κατηγοριοποιημένα παλιά πέτρινα κτίρια που έχουν κοινή αρχιτεκτονική δομή, κοινή αισθητική, κοινό χρόνο κατασκευής και κοινούς κατασκευαστές (μαστόρους).
Αυτά τα καστρόσπιτα των Τρικάλων, μέσα στην οχλοβοή της πόλης φέρουν επάνω τους μια μελαγχολική μοναξιά. Κάποτε ήταν τα αρχοντικά της πόλης που οι ιδιοκτήτες τους θα τα καμάρωναν. Κάποτε ήταν τα «μοντέρνα» σπίτια της πόλης, με τις ανέσεις που ήθελαν τότε οι αστοί.
Σήμερα, παρά την αρχοντιά τους έχουν μια θλιμμένη όψη, έχουν έναν κόσμο σιωπής που τα τυλίγει. Παράκαιρα στέκουν εκεί, ως μάρτυρες μιας άλλης εποχής και μας ψελλίζουν τα μυστικά τους. Μέσα από τον ψιθυριστό τους λόγο μας αυτοσυστήθηκαν και μας είπαν τα παρακάτω:

Το αρχοντικό της οικογένειας Δημητρίου Πελέκη (Δικηγόρος).
Βρίσκεται στην πλατεία Δεσποτικού στα Τρίκαλα. Πρόκειται για ένα πέτρινο αρχοντικό με μεγάλα, άνετα και ψηλοτάβανα δωμάτια. Κατασκευάστηκε από τους εμπειροτέχνες μαστόρους αδελφούς Αργυρόπουλου το έτος 1910.

 

Το αρχοντικό της οικογένειας Ιωάννη Μαλικιώση (Έμπορας).
Βρίσκεται στην οδό Καραϊσκάκη 100 στα Τρίκαλα. Πρόκειται για ένα πέτρινο αρχοντικό με μεγάλα, άνετα και ψηλοτάβανα δωμάτια. Κατασκευάστηκε από τους εμπειροτέχνες μαστόρους αδελφούς Αργυρόπουλου το έτος 1910.

Το αρχοντικό της οικογένειας Αθανασίου Φίτσιου, (Τραπεζικός υπάλληλος). Βρίσκεται στην διασταύρωση των οδών Στέφανου Σαράφη και Μ. Νέλσωνος γωνία στα Τρίκαλα. Πρόκειται για ένα πέτρινο αρχοντικό με μεγάλα, άνετα και ψηλοτάβανα δωμάτια. Λόγω ομοιότητας με τα άλλα εικάζεται ότι κατασκευάστηκε και αυτό από τους εμπειροτέχνες μαστόρους αδελφούς Αργυρόπουλου το έτος 1930.
Κατά την περίοδο 1940 – 44, όλα αυτά τα κτίρια επιτάχθηκαν από τα στρατεύματα κατοχής για να μείνουν οι Ιταλοί και οι Γερμανοί αξιωματούχοι.

Το αρχοντικό της οικογένειας Τάκη Παππά (Δικηγόρος).
Βρίσκονταν στην διασταύρωση των οδών Νίκου & Ρίτας Παππά και της παραποτάμιας οδού Αμαλίας στα Τρίκαλα. Σήμερα δεν υπάρχει. Στη θέση του κτίστηκε τριώροφη πολυκατοικία. Ήταν ένα πέτρινο αρχοντικό με μεγάλα, άνετα και ψηλοτάβανα δωμάτια. Κατασκευάστηκε από τους εμπειροτέχνες μαστόρους αδελφούς Αργυρόπουλου το έτος 1910.

Δημήτρης Τσιγάρας

Πέμπτη 19 Μαΐου 2022

Αντικείμενα χαμένα, με τα χρόνια ξεχασμένα

 


Παλιά αντικείμενα, που κάποτε υπήρξαν πολύτιμα και τόσο χρήσιμα, αλλά σήμερα πια, έχουν ξεχαστεί και υπάρχουν μόνο στις αναμνήσεις των μεγαλύτερων και … στα παλαιοπωλεία. Το ραδιόφωνο, το πικάπ, η ταμιακή μηχανή, η γραφομηχανή, η ραπτομηχανή και πολλά άλλα ακόμη, έρχονται να μας θυμίσουν μιαν άλλη εποχή και μάλιστα όχι και τόσο μακρινή.






Τετάρτη 18 Μαΐου 2022

Ο Κένταυρος (Παραμύθι χωρίς τέλος)


Κάποτε ένας κένταυρος εκεί στο Βαλτινό

Χάζευε τριγύρναγε μέχρι το δειλινό

Πείνασε και θέλησε να φάει φαγητό

Τι να φάει, σκέφτηκε, παστίτσιο ή σανό;

Τι να φάει άραγε, σανό ή το παστίτσιο;

Σερβιρισμένο σε παχνί ή μήπως σε σερβίτσιο;

 

Κι έτσι σ’ αυτό το δίλημμα ήτανε διχασμένος

Κι έμεινε θεονήστικος ο κένταυρος ο καημένος!

Νύσταξε κι ο κένταυρος θέλει να κοιμηθεί

Που να πάει, σκέφτηκε, για να ξημερωθεί;

Να πάει σ’ έναν στάβλο κι ολόρθος να σταθεί;

Ή σε ξενοδοχείο και να κρεβατωθεί;

Σε ξενοδοχείο και να κρεβατωθεί;

Ή σε έναν στάβλο κι ολόρθος να σταθεί;

 

Κι έτσι μπροστά στο δίλημμα ήτανε διχασμένος

Κι έμεινε τώρα κι άυπνος ο κένταυρος ο καημένος!

Μα νηστικός και άυπνος ο κένταυρος μετά

Βαριά πολύ αρρώστησε κι ήταν του θανατά

Να πάει σε έναν κτηνίατρο ή σε κάποιο γιατρό;

Σε έναν γιατρό να πάει ή σε κτηνίατρο;

Βαθιά συλλογιζότανε μέσα στον πυρετό

Να πάρει μια απόφαση δεν είχε πια καιρό.

 

Κι έτσι μπροστά στο δίλημμα ήτανε διχασμένος

Κι έσβησε και πέθανε ο κένταυρος ο καημένος!

Οι άνθρωποι τον λυπήθηκαν, τον έκλαψαν πολύ

Και θέλησαν να θάψουνε το άψυχο κορμί

Που όμως να το θάψουνε, σε λάκκο ή σε τάφο;

Στο κοιμητήριό τους, να φτιάξουν έναν τάφο;

Ή στην περιφέρεια εκεί σε κάποια τάφρο;

Που όμως να το θάψουνε σε λάκκο ή σε τάφο;

 

Κι έτσι μπροστά στο δίλημμα: ποιος θα το αποφασίσει;

Φωνάξαν τον παραμυθά για να τους δώσει λύση.

Πήγα κι εγώ και έδωσα τη λύση στη στιγμή,

τον κένταυρο ανέστησα και του ’δωσα ζωή...


Γι’ αυτό το παραμύθι μας εντέλει θα γυρίσει

Και φαύλος κύκλος τελικά, απ’ την αρχή θ’ αρχίσει:

Εκεί θα ζει ο κένταυρος, εκεί στο Βαλτινό,

εκεί θα τριγυρνάει μέχρι το δειλινό

Κι έτσι πάλι αέναα πεινάει και νυστάζει,

κουράζεται, αρρωσταίνει κι ο έρμος τα τινάζει!!!

 

Δημήτρης Τσιγάρας


Τρίτη 17 Μαΐου 2022

Κοίτη και όχθες

 

Σ’ αυτήν την αργόσυρτη νεροσυρμή, στην αβαθή της, πια, κοίτη, κολυμπούσα μικρός και μάθαινα να αδελφώνομαι με τα νερά. Σ’ αυτήν την κοίτη με τις απρόβλεπτες, εκείνα τα χρόνια, βάθες μαθήτευα στη συνύπαρξη και τη φιλία. Σ’ αυτές τις όχθες κεντούσα με τα πέλματά μου όλη την αδημονία μου για την έκβαση των αυτοσχέδιων παιχνιδιών. Σ’ αυτές τις όχθες-εξέδρες καθήμενος θαύμαζα τα κατορθώματα των ηρώων της συντροφιάς, που επιχειρούσαν μακροβούτια ή πηδήματα μέχρι την άλλη πλευρά του ποταμού. Σ’ αυτές τις όχθες τώρα μόνον ιτιές κι άλλοι παντοειδείς θάμνοι κάθονται και στοχάζονται σιωπηλά. Δεν έμεινε χώμα γυμνό πουθενά. Η ζωή μας χορταριάζει ολόκληρη και πνίγεται μέσα στη χλόη των αναμνήσεών της.

Του Ηλία Κεφάλα


Παρασκευή 13 Μαΐου 2022

Καλημέρα αείμνηστη Στεργιάνω!

 

Κάποτε, η Στεργιάνω αποφάσισε να επισκεφθεί τον γιό της, που ζούσε στην Αθήνα με την οικογένεια του και να μείνει για λίγες ημέρες στο σπίτι του.

Συνηθισμένη από το χωριό, να ξυπνάει ξημερώματα και να πηγαίνει στα χωράφια και στα «ζωντανά» της, δεν την «χωρούσε» το διαμέρισμα. Κατέβαινε έξω στην είσοδο της πολυκατοικίας, καθότανε σε ένα παγκάκι και «χάζευε» τους περαστικούς.

Μαθημένη η Στεργιάνω να συμπεριφέρεται με τον δικό της απλοϊκό, καλοκάγαθο και αυθόρμητο τρόπο, απορούσε βλέποντας να περνάνε δίπλα της τόσοι άνθρωποι κάθε πρωί, χωρίς να της λέει κανένας «καλημέρα»!

Τη μεγάλη της αυτή, απορία την μετέφερε μάλιστα και στον γιό της, λέγοντάς του: «Αρέ Βαγγέλη, να τ’ς βαρέσει μέσα, τι στο διάολο τους έκανα και δεν με λέν Καλημέρα, εδώ οι άνθρωποι;»

Ο γιός της προσπάθησε να της εξηγήσει τη θλιβερή κατάσταση που επικρατεί στις μεγάλες πόλεις, με τις απρόσωπες σχέσεις των ανθρώπων, που δυστυχώς, ούτε μια καλημέρα δεν λένε μεταξύ τους.

Η Στεργιάνω, με την απλοϊκότητά που την διέκρινε, δήλωσε αποφασιστικά: «εγώ θα τους μάθω να μου τη λένε την Καλημέρα»!

Έτσι, από το άλλο κιόλας πρωί, άρχισε πρώτη η Στεργιάνω να λέει «Καλημέρα» δυνατά, καθαρά και με χαμόγελο, σε όποιον περνούσε δίπλα της.
«Καλημέρα αφέντη μ’! Καλημέρα παλληκάρι μ’! Καλημέρα κυρά μ’!»

Τις πρώτες μέρες, η καλημέρα της ξάφνιαζε τους περαστικούς, που γύρναγαν και την κοίταγαν με περιέργεια και απορία. Η Στεργιάνω όμως δεν «το ‘βαλε κάτω» και συνέχισε την ίδια τακτική, ώσπου άρχισαν και οι άλλοι να της απαντούν και να της λένε «Καλημέρα» στο πέρασμά τους, μέχρι που δημιουργήθηκε, εκ των γεγονότων θα έλεγες, μια σιωπηλή συμφωνία ανάμεσά τους, ότι δεν γίνεται βρε αδερφέ να περνάς δίπλα από έναν συνάνθρωπό σου, πρωί πρωί, χωρίς να τον καλημερίζεις…!

Καλημέρα λοιπόν, σε όλους!

Καλημέρα αείμνηστη Στεργιάνω, που μας δίδαξες, πόσο απλά και ανέξοδα μπορούμε να δώσουμε στον συνάνθρωπό μας λίγη χαρά, με το να τον βοηθήσουμε να νοιώσει ότι δεν είναι μόνος σε τούτη την κοινωνία! Τη χαρά, που είναι το μόνο ίσως πράγμα στη ζωή μας που, όταν τη μοιραζόμαστε, πολλαπλασιάζεται…!


Πέμπτη 12 Μαΐου 2022

Διέξοδος μετά τη συνταξιοδότηση

 


Πολλοί είναι εκείνοι που μόλις βγουν στη σύνταξη βλέπουν τον χρόνο να μεγαλώνει και την πλήξη να πλήττει και να συρρικνώνει τον κόσμο τους και φυσικά αρχίζουν να αναζητούνε διεξόδους.

Το χωριό ενδείκνυται για εναλλακτικές λύσεις. Κάπου θα υπάρχει ένα πατρικό κτήμα, για να ασχοληθούν με αγροτικές δραστηριότητες.

Το επιχειρούν και αρχίζουν να μετράνε το χρόνο με βάση τις ανάγκες τους κτήματος.

Πριν αποφασίσουν να πιάσουν την τσάπα, ξεκινούνε να διαβάζουν διάφορα βιβλία γεωπονικής, αναζητούνε πληροφορίες στο διαδίκτυο και κυρίως συζητάνε και ανταλλάσσουν γνώμες με ντόπιους. Θα χρειαστεί κι ένα τετράδιο για να σημειώνονται εκεί οτιδήποτε αφορά στις καλλιέργειες. Πότε κάνει καρπούς ένα δέντρο και πότε το άλλο; Ποιο είναι το κατάλληλο κλάδεμα και το λίπασμα που χρειάζεται; 

Κάποιος μυημένος θα μεταδώσει τις γνώσεις του για το μπόλιασμα των δέντρων και έτσι φθάνει η στιγμή που θα γίνουν και οι ίδιοι περιζήτητοι, ώστε να μπολιάζουν τα δέντρα συγγενών και φίλων. 

Ξυπνούν χαράματα, με κέφι και με πάθος αληθινό. Οργώνουν μόνοι τους, κλαδεύουν, ξεχορταριάζουν, μαζεύουν τον καρπό κι όλη μέρα εκτοξεύουν δυνάμεις στο κτήμα τους, αλλά το βλέπουν σαν χόμπι και το κάνουν με ευχαρίστηση.

Το κτήμα έχει απ’ όλα τα καλά, αμπέλι για το κρασάκι και το τσιπουράκι, θερινό μποστάνι για τα φρούτα, κήπο για τα λαχανικά… Και βέβαια, υπάρχει μεγάλη ποικιλία σε δέντρα, σε φυτά, σε φρούτα και όλων των λογιών τα ζαρζαβατικά.

Κάποιοι πιο μερακλήδες ξανοίγονται και παράλληλα εκτρέφουν οικόσιτα ζώα και πτηνά.

Με όλες αυτές τις δραστηριότητες περνάνε το χρόνο τους δημιουργικά και ευχάριστα, εξασκούνται σωματικά και πνευματικά, συμπληρώνουν το οικογενειακό τους εισόδημά και εξασφαλίζουν έναν υγιεινό τρόπο ζωής, μέσα σε ένα όμορφο, ήρεμο και φυσικό περιβάλλον, που προσφέρει το χωριό.




Τετάρτη 11 Μαΐου 2022

Ιστορικά στοιχεία για τη Μεγάρχη Τρικάλων








Του Θεόδωρου Τσαραπατσάνη







Η ΜΕΓΑΡΧΗ ΤΩΝ ΤΡΙΚΑΛΩΝ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 1454/1455-1883

Η Μεγάρχη είναι ένας πεδινός οικισμός (υψ. 140 μ.) στα δυτικά των Τρικάλων. Η αρχαιότερη μνεία ύπαρξής του ανάγεται στο έτος 1455, έτος της πρώτης σωζόμενης απογραφής των Οθωμανών (1454/1455). Στο κατάστιχό της, ο απογραφέας σημείωσε ότι δεν συμπεριλαμβανόταν στην προηγούμενη απογραφή (1440). Το γεγονός αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο οικισμός ιδρύθηκε μετά το 1440 και πριν από το 1454.

Σύμφωνα με την εν λόγω απογραφή, ο οικισμός ήταν τιμάριο κάποιου Ανδρία Μεγάρχη, ο οποίος το κατείχε, από κοινού, με τους αδερφούς του Θεόδωρο, Άγγελο, Νικόλα και παπα-Γιάννη, χωρίς σουλτανικό μπεράτι.

Διέθετε μία πανοπλία και ήταν υποχρεωμένος να ακολουθεί τον σουλτάνο στις εκστρατείες του με τον πασά της περιοχής. Στο επώνυμο της οικογένειας Μεγάρχη οφείλεται το όνομα του οικισμού. Είναι δηλαδή, αναμφισβήτητα, κυριωνύμιο.



Η ΜΕΓΑΡΧΗ ΣΤΗΝ ΑΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ 1454/1455

 Η Μεγάρχη, οικισμός του σαντζακίου των Τρικάλων, αναφέρεται στα φ. 180α-181α, ως Migarhi. Το 1455 ζούσαν στον οικισμό 16 πλήρεις οικογένειες και 3 οικογένειες χηρών γυναικών. Υπολογίζοντας 5μελείς τις πλήρεις οικογένειες και 4μελείς των χηρών, διαπιστώνουμε ότι στη Μεγάρχη ζούσαν γύρω στα 90 άτομα και με τις 5 οικογένειες των τιμαριούχων γύρω στα 110 άτομα. Οι χωρικοί καλλιεργούσαν μόνο δημητριακά και είχαν 324 πρόβατα, 17 ζώα κατά μέσον όρο κάθε οικογένεια. Το καλοκαίρι του 1455, ο τιμαριούχος τους είσπραξε τα εξής ποσά:

Από το σιτάρι 5 κοιλά Τρικάλων Χ 8                           40 άσπρα

Από το κριθάρι 20 κοιλά Χ 5                                       100 »

Από τον φόρο τον προβάτων                                       108 »

Από τον φόρο των εγκλημάτων και των γάμων            17 »

Από τη σπέντσα (επειδή έτρωγαν χοιρινό κρέας)        418 »

Σύνολο                                                                         683 άσπρα

Όπως βλέπουμε, η παραγωγή των δημητριακών στη Μεγάρχη, το καλοκαίρι του 1455 ήταν μικρή: 256,56 σημερινά κιλά σιτάρι και 1.026,24 κιλά κριθάρι.

Τρίτη 10 Μαΐου 2022

Ιστορικές σελίδες από την ποδοσφαιρική ομάδα του Βαλτινού. (Μέρος 1ον)

Με στόχο τη διέγερση της μνήμης και το ξύπνημα συναισθημάτων, από το τοπικό ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο, αντλούμε και παρουσιάζουμε επιλεκτικά, από το βιβλίο «Ιστορία του Αθλητικού Ομίλου Βαλτινού» του Δημήτρη Τσιγάρα, διάφορες αθλητικές σελίδες, που σημάδεψαν τον θεσμό και την εποχή.

Η ιστορία της ομάδας του Α.Ο. Βαλτινού

Στην εποχή της «αθωότητας», στον τόπο μας, η ενασχόληση με το ποδόσφαιρο, ως παιχνίδι, άρχισε σταδιακά σε διάφορα επίπεδα. Στην αρχή, οι νέοι και οι ενήλικες, παρέες παρέες έπαιζαν φιλικά παιχνίδια, με λιγότερους ή περισσότερους από έντεκα παίκτες, σε ένα οποιουδήποτε μεγέθους γήπεδο, με δύο διαθέσιμα αντικείμενα για τη σήμανση του τέρματος.

Τα πρώτα ενθυμήματα του ποδοσφαίρου στο χωριό μας ανάγονται στη μετεμφυλιακή εποχή. Πρώτα «γήπεδα» οι αλάνες, η πλατεία «Γελαδαριά», τα «κλούρια», ο χώρος μπροστά στην εκκλησία, ο χώρος πίσω από τον μύλο, τα «πλατάνια» και το ζευγαρολίβαδο. Για μπάλα ποδοσφαίρου χρησιμοποιούσαν κάποια υποτυπώδη, καμωμένη από κουρέλια και πανιά, ή λαστιχένια, ενώ την ποδοσφαιρική τους στολή, αποτελούσαν τα καθημερινά τους ρούχα. Για παπούτσια χρησιμοποιούσαν είτε κάποια θερινά, όσοι διέθεταν, είτε τα καβουτσούκια τους, είτε έπαιζαν εντελώς ξυπόλυτοι.


Οι ποδοσφαιρικοί όροι ήταν αγγλόφωνοι και προφέρονταν δυνατά «σουτ», «φάουλ», «αράουτ», «κόρνερ», «γκολ»…

Το 1958 συγκροτήθηκε η πρώτη ομάδα ποδοσφαίρου του χωριού, η οποία λειτουργούσε υποτυπωδώς. Αγωνίζονταν σε «φιλικά» παιχνίδια με άλλα διπλανά χωριά.

Στη διοργάνωση των ποδοσφαιρικών συναντήσεων με τα διπλανά χωριά γίνονταν διάφοροι αγώνες ποδοσφαίρου, που δημιουργούσαν μια ευχάριστη αίσθηση και ένα κλίμα ευεξίας και εκτόνωσης.

Εκείνη την εποχή, τα παιχνίδια είχαν μεγάλο ενδιαφέρον. Μπορεί οι αγώνες να ήταν φιλικοί, αλλά το γόητρο ήταν αυτό που έδινε μια άλλη αίγλη.

Πολλές φορές όμως αυτοί οι αγώνες κατέληγαν σε ξυλοδαρμούς και σε πεδία μάχης.

Δεκαετία του 1960

Στη δεκαετία του 1960 την διοργάνωση των αγώνων στο τόπο μας την αναλάμβαναν διάφοροι ιδιώτες. Αθλοθετούσαν ένα βραβείο (Κύπελλο) και όριζαν τους αντιπάλους και την ημερομηνία διεξαγωγής του αγώνα.

Σημαντική προσφορά στο ποδόσφαιρο, τη δεκαετία του 1960, ήταν η διοργάνωση αγώνων κυπέλλου ΚΡΕΣΣΟΥ. Σ’ αυτή τη διοργάνωση, το 1966, συμμετείχαν 14 χωριά, με τις ομάδες τους, από τον νομό Τρικάλων.

Η ομάδα Βαλτινού στο κύπελο "Κρέσσου"

Το Βαλτινό μετά από πολλούς αγώνες, έφτασε στον τελικό αντιμετωπίζοντας την ομάδα του Μικρού Κεφαλόβρυσου, μέσα στο Εθνικό στάδιο των Τρικάλων, όπου και έχασε με τέρματα 2 - 1.

Στην εφημερίδα «Τρικαλινά Νέα» της 30 Απριλίου1966 διαβάζουμε:

«Την Τετάρτην ο τελικός αγών για το πρωτάθλημα Β. Κρέσσου Μεταξύ Βαλτινού - Κεφαλόβρυσου

Την 4μ.μ. της προσεχούς Τετάρτης θα διεξαχθεί στο στάδιο Διαγόρας ο τελικός αγών για το πρωτάθλημα του ωρολογοποιού Βασ. Κρέσσου το οποίο ωργανώθη μεταξύ των ανεπισήμων ομάδων των χωριών μας.

Εις τον τελικόν κατέληξαν οι ομάδες του Βαλτινού και του Κεφαλοβρύσου μετά από 30 περίπου αγώνες που διεξήχθησαν μεταξύ 14 ομάδων.

Εις την νικήτριαν ομάδα του αγώνος της Τετάρτης θα απονεμηθούν υπό του κ. Βασ. Κρέσσου ως έπαθλο μία πλήρη ποδοσφαιρική στολή (μπλούζες, παντελονάκια, παπούτσια κλπ) δι’ ένδεκα ποδοσφαιριστάς.

Θα πρέπει να θεωρηθεί ως αξιέπαινος δια την τόνωσιν του ποδοσφαίρου και την ανακάλυψιν νέων ποδοσφαιριστών δια την ομάδα των Τρικάλων η προσπάθεια αυτή του κ. Κρέσσου ο οποίος υποβάλλεται και εις κόπους και εις δαπάνας αφιλοκερδώς με μοναδικόν σκοπόν την κατεύθυνσιν αυτήν και νομίζομεν ότι το παράδειγμα του κ. Κρέσσου θα πρέπει να εύρη και άλλους μιμητάς δια το καλόν του τοπικού μας ποδοσφαίρου».

Η ομάδα του Μικρού Κεφαλοβρύσου

Ενώ στην ίδια εφημερίδα «Τρικαλινά Νέα» της 10ης  Μαΐου 1966 διαβάζουμε:

«Το μικρό Κεφαλόβρυσο κατέκτησε το πρωτάθλημα Βασιλείου Κρέσσου».

Διεξήχθη προχθές Κυριακή και ώρα 09:30 π.μ. εις το στάδιον της πόλεως μας ο τελευταίος αγών για το πρωτάθλημα του ωρολογοποιού Βασιλείου Κρέσσου, μεταξύ των ανεπίσημων ομάδων, Μικρού Κεφαλόβρυσου και Βαλτινού.

Νικήτρια του αγώνος, τον οποίον παρακολούθησαν μεταξύ άλλων ο βουλευτής κ. Αντωνίου, αθλητικοί παράγοντες και πλήθος κόσμου, και πρωταθλήτρια ανεδείχθη η ομάς του Μικρού Κεφαλόβρυσου με σκορ 2-1 και παρέλαβε από τον κ. Βασίλη Πελίγκο τας αθλοθετηθείσας υπό του κυρίου Βασιλείου Κρέσσου 11 ποδοσφαιρικάς στoλάς πλήρες.

Ο κ. Πελιγκος κατά την παράδοση των στολών ομίλησε και προς τους παίκτες της νικήτριας ομάδας.

Τον αγώνα διεύθυνε επιτυχώς ο κύριος Κουτσάγιας».

Την ίδια εποχή η ομάδα των Τρικάλων αγωνίζεται, με πολύ καλές επιδόσεις, στην Α΄ εθνική κατηγορία και το στάδιο Τρικάλων κατακλύζεται κάθε Κυριακή από φιλάθλους.  Ο φιλαθλητισμός, ως ένστικτο κοινωνικό, σιγά σιγά αρχίζει να γενικεύεται καθώς η ανάγκη ικανοποίησής του, οδηγούσε τους φιλάθλους στα γήπεδα.

Όσοι δεν έχουν τη δυνατότητα να πάνε στο γήπεδο παρακολουθούν τους αγώνες κολλημένοι στα μικρά φορητά ραδιόφωνα  και ζούνε την ένταση και τον παλμό των παιχνιδιών, από την αναμετάδοση και τη φωνή του σπήκερ.

Οι συναισθηματικές μεταπτώσεις των φιλάθλων, οι έντονες συγκινήσεις, τα κορυφαία προσωπικά τους συναισθήματα, οι αναπάντεχες χαρές και πίκρες δημιουργούν ένα είδος εξάρτησης με το άθλημα και πολλοί είναι εκείνοι που φανατίζονται. 

Η γοητεία του ποδοσφαίρου, αρχίζει να αποκτά ιδιαίτερη δυναμική, όχι μόνο στο νομό Τρικάλων αλλά σε ολόκληρη τη χώρα και το ίδιο το ποδόσφαιρο ως θέαμα,  αλλά και ως άθλημα, αποτελεί μια καινούργια, για την ελληνική κοινωνία, ψυχαγωγική δραστηριότητα.

Έτσι, αρκετά συχνά, συνήθως τις Κυριακές και τις αργίες, διοργανώνονταν ποδοσφαιρικοί αγώνες τοπικών ομάδων σε χωριά και πόλεις, τους οποίους παρακολουθούσε αρκετός κόσμος.




Δευτέρα 9 Μαΐου 2022

Λέξεις του τόπου μας, από το Γλωσσάρι Ιδιώματος Δυτικής Θεσσαλίας και ευρύτερης περιοχής αυτής. XΙ

 


 

Του Ευαγγέλου Στάθη Φιλολόγου

 

Συνεχίζοντας την παρουσίαση μέρους από το λεκτικό – γλωσσολαογραφικό υλικό που αφορά τον τόπο μας, και το οποίο έχει καταγραφεί στο βιβλίο μου με τίτλο: «Γλωσσάρι ιδιώματος Δυτικής Θεσσαλίας και ευρύτερης περιοχής αυτής», γίνεται μια επιλογή λέξεων που αρχίζουν από το γράμμα (X) και παρουσιάζονται παρακάτω με αλφαβητική σειρά:

 


χαβαλές  η αρσ. ουσ.  πληθ. οι χαβαλέδις   1) ο επιστάτης του τσιφλικά στα τσιφλίκια του θεσσαλικού κάμπου· ήταν πολύ αυστηρός και φορτικός:  2) μεταφ. στη φράση αμ, δε θα σι βάλου κι χαβαλέ στου κιφάλι  μ’ (λέγεται με οργή και  αγανάκτηση)

χαβάνι  του ουδ. ουσ.  μπρούτζινο γουδί

χαβάς η αρσ. ουσ. 1) ο μελωδικός σκοπός του τραγουδιού: τα όργανα (οι οργανοπαίκτες) τουν άλλαξαν του χαβά  2) καιρός, αλλαγή καιρού: άλλαξι η χαβάς σήμιρα  3) ενδιαφέρουσα διασκέδαση: πάμι κι μεις να δούμι; έχει  πουλύ χαβά λεν 4) επίμονη και πεισματώδης συμπεριφορά κάποιου: τουν είπαμαν τουν ξαναείπαμαν, τίπουτι αυτός, του χαβά τ’

χάβδα  επίρρ. αργή και ανάργια περπατησιά με ανοιχτά τα σκέλη, όπως το γράμμα  Λ· είναι άσχημη και αντιαισθητική η περπατησιά αυτή: πώς πιρπατάει  έτσι,  χάβδα  χάβδα!

χαβδώνου  ρ. μεταβ. και αμετ. παρατ. χάβδουνα, αόρ. χάβδουσα· στέκομαι χάβδα, με ανοιχτά τα σκέλη: παλιά οι γναίκις του χουργιού που δε φουρούσαν βρακί χάβδουναν κι κατουρούσαν ουλόρθα

χάβου  ρ.  χάφτω

χαζάδι  του ουδ. ουσ.  εντελώς χαζός, ανόητος: μαζεύκαν ούλα τα χαζάδγια ιδώ, κι πού να συνουηθού μαζί τα!

χάζι  του ουδ. ουσ.  το να ευχαριστιέται κανείς κοιτάζοντας ασήμαντα πράγματα: πιρνάει  η αρκουδιάρς μι την αρκούδα· πάμι κι μεις να κάνουμι χάζι;  2) το να χασομεράς με πράγματα ασήμαντα: πιρνάει ούλη τη μέρα κάνουντα χάζι  μι τα το ’να κι μι τ’ άλλου

χαζουλουιώμι  ρ. αόρ. χαζουλουήτχα 1) περνώ τον καιρό μου χαζεύοντας  και λέγοντας κουβέντες ανούσιες  2) προσπαθώ να προκαλέσω ερωτικό ενδιαφέρον (με χιούμορ κυρίως): να την η Μαρία, έξυπνη που ήταν· χαζουλουιόνταν

χαζουντάμαρου του ουδ. ουσ.  το χαζοντάμαρο· αυτός που είναι από χαζό νταμάρι, χαζό σόι: του παλιουχαζουντάμαρου τ’ κεαρατά χαζουντάμαρου, απ’ θέλει να του πάρουμι κι νύφη  στου πιδί μας κιόλας;

χαζούτσικους  επιθ. η χαζούτσικους η χαζούτσικην του χαζούτσικου· ο χαζούτσικος 2) χαϊδευτικά για μικρό παιδί που δεν ξέρει ή δεν καταλαβαίνει τι κάνει: είνι χαζούτσικου, μαρ’, του καημένου μ’

χαζουφέρου η θηλ. ουσ.  λέγεται για γυναίκα που χαζουφέρνει, που συμπεριφέρεται με πολλή ελαφρότητα και επιπολαιότητα: άσ’ την, μωρέ, τη χαζουφέρου, πχοιος τη δίνει  σημασία;

χαζουφέρου  ρ. αμετάβ.  παρατ. χαζούφιρνα, αόρ. χαζούφιρα 1) χαζοφέρνω: έτσι που χαζουφέρει  αυτός σιγά μην τουν πάρει  καμία (τον παντρευτεί)  2) χάνω άσκοπα τον καιρό μου: χαζούφιρνι χαζούφιρνι στα νιάτα τ’ κι τώρα πού να βρει δλεια;

χαϊάτι  του  ουδ. ουσ.  το χαγιάτι· υπόστεγο, ανοιχτό στέγαστρο εξωτερικού παραδοσιακού σπιτιού (κυρίως δίπατου): μαζεύκαν στου χαϊάτι  οι κότις να στριχιάσουν απ’ τη βρουχή – άπλουσα στου χαϊάτι  τα ρούχα μη βραχούν

χαϊβάνι  του ουδ. ουσ.  1) το ζώο (το ήμερο και άκακο κυρίως): αχ, του χαϊβάνι μ’, πώς βιλάζει  κι κλουτσάει τα πουδαράκια τ’ (για το αρνάκι που το σφάζουν το Πάσχα) – ξέζιψ’ τα λίγου τα χαϊβάνια να ξεαπουστάσουν (για καματερά που απόσταιναν στο ζυγό)  2) ο κουτός, ο αφελής: ήταν απού ήταν αυτήν, πήρι κι αυτό του χαϊβάνι  τουν άντρα τς κι άντι να κάνουν χουργιό  3) για μικρό και αθώο παιδί: τι του μαλώντς του καημένου που έσπασι του πχιάτου, τι ξέρει του χαϊβάνι – έλα    δω, χαϊβάνι μ’ ισύ, έλα δω, αρνάκι μ’

χαϊρι  του ουδ. ουσ.  ευεργεσία, πρόοδος, προκοπή: του γλέπου ντιπ μαραμένου του δέντρου που φύτιψα, δεν πιστεύου να κάνει  χαϊρι  (θα ξεραθεί) – α, π’ θα ιδείς χαΐρι  απ’ τεαυτόν τουν ανηπρόκουπουν

χαϊρλίτικους  επίθ. η χαϊρλίτικους  η χαϊρλίτικην  του χαϊρλίτικου· αυτός που κάνει χαΐρι, ο προκομένος: αγόρασις πρόβατα; άντι χαϊρλίτικα να είνι, να σι ζήσουν

χάκι  του ουδ. ουσ.  ικανοποίηση που παίρνω για κάτι, για το οποίο αδικήθηκα, παίρνω εκδίκηση: καλά έπαθι κι τιμουρήθκι, του πήρα του χάκι μ’ – δεν τουν παιρς εύκολα του χάκι  αυτόν (για άνθρωπο που δε δίνει δικαίωμα ούτε μπορείς να τον εκδικηθείς για κάτι)

χαλαλίζου  ρ. μεταβ. αόρ. χαλάλτσα· κάνω κάτι χαλάλι, θεωρώ ότι κάτι καλώς έγινε, άξιζε να γίνει έτσι, συγχωρώ: τα κλιψιμαίικα δεν τα χαλαλίζει  η θεος

χαλεύου  ρ. μεταβ. παρατ. χάλιβα αόρ. χάλιψα  1) χαλεύω, ζητώ, ψάχνω, γυρεύω: πάω  στη γειτόντσα να χαλέψου λίγου αλεύρι  για ζύμωμα – αλλού του χάλιβα κι αλλού του βρήκα – κι συ πάλι, τι χάλιβις ικεί απ’ δε σι σπέρνουν; – μι  χάλιψι να μι δει, μι πόνισι γλεπς 2) αποπειρώμαι, τολμώ: μι μίλτσι (μίλησε) άσκημα· χάλιψα να τουν που κι ’γω βαρές κουβένιις, αλλά άντι λέω  πάλι…3) ζητιανεύω: έτσι  πώς κατάντσι (κατάντησε), σι λίγου θα βγει τς δρόμοι  να χαλέψει

χαλιάρς  επίθ. η χαλιάρς  η χαλιάρα  του χαλιάρκου· αυτός που τον έχει πιάσει το χάλι, ο πολύ οργισμένος και θυμωμένος

Κυριακή 8 Μαΐου 2022

Η προσωπογραφία της μητέρας


«Η μητέρα μου είναι γλυκιά και τρυφερή και μ' αγαπάει», γράφει ο Μάνος Χατζιδάκις στο κείμενο για την «Προσωπογραφία της μητέρας μου», στο «Χαμόγελο της Τζοκόντα».

«Θα 'θελε να 'χε σταματήσει ο χρόνος εκείνη τη στιγμή που μ' έχει αντίκρυ της και με κοιτάζει. Γνωρίζω εκείνη τη στιγμή καλά, μα δεν μπορώ ούτε μπορεί να τηνε σταματήσει.
Κι έτσι θα μείνει πάντα στη μνήμη μας, ευγενική και τρυφερή να καρτεράει μια δυο στιγμές που πέρασαν, μια δυο στιγμές που έζησα μοναδικά για εκείνη».

Η ματιά σου χρυσή, γλυκό κρασί
ο λαιμός σου νησί, εγώ κι εσύ.
Μια φωτογραφία κάτι σαν αγία
μες στο βάθος μιας πηγής.
Δέξου τη μαγεία που έχει η λειτουργία
και το τέλος μιας φυγής.

Σιωπηλή με κοιτάς και με ζητάς
τη στιγμή σταματάς και με κρατάς
μέσα στο σκοτάδι που είναι σ’ ένα χάδι
κι είναι σημάδι απ’ τον καιρό.
Δε θα σε ξεχάσω κι ούτε θα σε χάσω
κάπου θα σε ξαναβρώ…


Σάββατο 7 Μαΐου 2022

Τα Βαλτσινιώτικα

«Έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα,

εδώ στα Βαλτσινιώτικα

θα λέμε τον καημό μας,

τα βάσανα, τις πίκρες μας,

τα νέα – τα ωραία – τα άσχημα απ' το χωριό μας…»

 

Τα βάσανα στον τόπο μας άρχισαν με την κρίση

και κει που κάτι έγινε και βρέθηκε μια λύση,

πλάκωσε ο κορωνοϊός, μας έκλεισε στο σπίτι

κι όλοι φοράμε φίμωτρα, στο στόμα και στη μύτη.

 

Σαν να μην έφταναν αυτά, ήρθαν μετά και τ’ άλλα,

να συνεχίσουν τον χαβά και να μας έρθει αντράλα.

Ο πόλεμος από τη μια, η ακρίβεια από την άλλη,

κι έτσι όπως πάει το σκαρί, μας έχει πιάσει ζάλη.

 

Καπάκι η ηπατίτιδα, οι μύκητες κι ακόμα,

ποιός ξέρει τι ακολουθεί, που θα μας κάνει λιώμα.

Δέος μάς πιάνει και κανείς στ’ αλήθεια δεν πιστεύει,

πόσα ανεξιχνίαστα κρύβει η ζωή ερέβη...

 

Δεν το χωράει ανθρώπου νους μ’ αυτή την ιστορία,

μοιάζει να ζούμε διαρκώς σ’ αρχαία τραγωδία!

Μ’ ένα «ΓΙΑΤΙ;» στα χείλη μας, κάθε πρωί ξυπνάμε,

και μένει αναπάντητο κι όλο τ' αναμασάμε:

 

«Γιατί είναι έτσι η ζωή κι όλο δεινά μας δίνει;»

Μήπως να φταίει η τύχη μας και του καιρού η μήνη;

Μήπως να φταίνε οι άρχοντες, οι τάχα εκπρόσωποί μας;

ή μήπως φταίνε οι άφρονες ενέργειες της ζωής μας...


«Γιατί είναι έτσι η ζωή και στο κακό μας ρέπει;»

Μήπως να φταίει η κούτρα μας που όλα τα επιτρέπει;

Φταίει της γενιάς το ανάθεμα; ή φταίνε όλα μαζί;

ή το χαμένο όνειρο, που σ’ άλλο τόπο ζει;


Εδώ στα Βαλτσινιώτικα ευθέως το ρωτούμε

κι όποιος θα δώσει απάντηση, θα τον παραδεχτούμε!


Παρασκευή 6 Μαΐου 2022

Οι τόποι της δημοκρατίας και η όσμωση των ιδεών


Τα καφενεία, οι καφετέριες και οι ταβέρνες, παραμένουν οι βασικοί πυλώνες της κοινωνικής ζωής του τόπου καθώς οι θαμώνες τους δημιουργούν την κουλτούρα του καθημερινού διαλόγου που διακρίνει και χαρακτηρίζει τον λαός μας.

 Άλλωστε οι χώροι αυτοί λειτουργούσαν ανέκαθεν ως τόποι συζητήσεων, ως τόποι δημοκρατίας μεταξύ των απλών ανθρώπων. 

Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στο γεγονός πως αυτά τα καταστήματα ήταν και είναι τα κατεξοχήν σημεία συνάντησης και κοινωνικοποίησης. Τα μέρη δηλαδή, όπου συναντιούνται οι κάτοικοι καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας και ανταλλάσουν εκεί νέα, πληροφορίες, διαμορφώνουν αξίες, ιδέες και γνώμες για την επικαιρότητα. 

Σήμερα τα θέματα του Κορωνοϊού, του πολέμου στην Ουκρανία, της ενεργειακής κρίσης, της ακρίβειας, της φτώχειας μονοπωλούν κατά κύριο λόγο τις συζητήσεις.

Όμως, όσο κι αν φαντάζει παράξενο, αυτές τις μέρες ξεκίνησε και η κουβέντα για το θέμα των επικείμενων κοινοτικών και δημοτικών εκλογών του τόπου.

Άρχισε δηλαδή η κριτική, η αξιολόγηση και η αποτίμηση της κοινοτικής και δημοτικής αρχής, για το έργο της τετραετίας, και ταυτόχρονα ξεκίνησαν οι διεργασίες για την ανίχνευση υποψηφίων στελεχών, για τη συγκρότηση ψηφοδελτίων και την κατάρτιση συνδυασμών. Κι απ’ ότι καταμαρτυρείται στην φωτογραφία που μας εστάλη, μάλλον προβλέπεται θερμή προεκλογική περίοδος. Οψόμεθα.

Πέμπτη 5 Μαΐου 2022

Το γεφύρι και οι καταρράκτες της Παλαιοκαρυάς

Επιβλητικό και όμορφο το γεφύρι της Παλαιοκαρυάς με τους 2 τεχνητούς καταρράκτες στέκεται εκεί από τον 16ο αιώνα, να ζεύγει τον «Παλαιοκαρίτη» ποταμό, κόντρα στο χρόνο που παρασέρνει τα πάντα στη χώρα της φθοράς και της λήθης. Πρόκειται για ένα μονότοξο πέτρινο γεφύρι μήκους 26 μέτρων, που συνέδεε την Θεσσαλία με την Ήπειρο και αποτελούσε μια πολυσύχναστη διαδρομή εκείνης της εποχής, φυσικά σήμερα δεν χρησιμοποιείται.

Το γεφύρι πλαισιώνουν απότομοι ψηλοί βράχοι με αρκετή χαμηλή βλάστηση αλλά και δένδρα. Τα φυσικά και τεχνικά στοιχεία, άψογα εναρμονισμένα με το φυσικό περιβάλλον γύρω του, αποτελούν στο σύνολό τους, ένα μνημείο της φύσης.

Ο καταρράκτης πίσω από το γεφύρι έχει ύψος 12 μέτρων και το νερό που πέφτει δημιουργεί μία πανέμορφη εικόνα που προκαλεί δέος κι ομορφιά.

Μπροστά από το γεφύρι υπάρχει άπλωμα, χώρος που προσφέρεται για αναψυχή ή σύντομη διαμονή στο χώρο. Αρκετές οικογένειες και φυσιολάτρες επιλέγουν το χώρο αυτό για τις ανοιξιάτικες εξορμήσεις στη φύση ή ακόμα και για να γευματίσουν υπαίθρια.

Το επισκέφτηκα πολλές φορές αυτό το γεφύρι, με τους θεαματικούς καταρράκτες του. Επέλεξα κάποιες οπτικές γωνίες, και έκανα κάποια σκίτσα, δίνοντας έτσι μια άλλη οπτική διάσταση στο θέμα.

Μαζί με κάποια πληροφοριακά στοιχεία που σας παραθέτω, σας συνιστώ να το επισκεφτείτε και να απολαύσετε τη μαγεία που αποπνέει.

Λένε πως, στο γεφύρι αυτό κατοικούνε νύμφες. Αν παρατηρήσει κανείς με προσεκτική ματιά τη ροή των νερών στους καταρράκτες θα εντοπίσει τις νύμφες να τραγουδούν, να χορεύουν, να υφαίνουν ή να χτενίζουν τα μακριά μαλλιά τους.

Οι νύμφες αυτές φαντάζουν πλασμένες, από το υγρό στοιχείο, υδάτινες.

Ζούνε συνήθως σε σπηλιές, στα βουνά, στα δάση, στα ποτάμια, στις πηγές, στους καταρράκτες και αποκαλούνται Ανεράδες, Νεράισες, ή Ανεραγόδες.

Είναι όμορφες, με μακριά ξανθά μαλλιά και πράσινα μάτια, φορούν λευκά φουστάνια και λευκά μαντήλια, χορεύουν με κυκλικές κινήσεις και τις βλέπουν μονάχα οι μυημένοι, οι αλαφροΐσκιωτοι και οι σαββατογεννημένοι.

Τ. Δ.






επικοινωνιστε μαζι μας