Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2018

Σαν παραμύθι Ν2 «Η ευγνωμοσύνη του δάσους»


Του Θανάση Ζαμπακά

Παρασκευή απόγευμα στο χωριό.
Ξεκίνησα από το σπίτι μου προς την εκκλησία για τον εσπερινό- τον Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα της Παναγίας.
Λίγο πιο πάνω στη γειτονιά, ακούω φωνές παιδικές, τρεχαλητά, γέλια…
-«Γεια σου Τάκη, ήρθαν τα παιδιά;»
-«Ναι, ναι», απαντάει η γυναίκα του, η Ελένη, με ένα βλέμμα γεμάτο ικανοποίηση, χαρά και θαυμασμό!
-«Καλώς τα δεχτήκατε!»
-«Ευχαριστούμε!»
-«Ε! ξενιτεμένα παλληκάρια, καλώς ορίσατε!», είπα.
-«Ευχαριστούμε καλώς σας βρήκαμε!!!»
Παραπάνω, ο Θανάσης, μετανάστης χρόνια τώρα κι αυτός, ήρθε με την οικογένειά του, με άδεια και περιποιούνταν την αυλή του σπιτιού του.
-«Καλησπέρα Θανάση, καλώς ήρθατε!»
-«Καλησπέρα, καλώς σας βρήκαμε!»
Αυτές είναι από τις καλύτερες στιγμές της ζωής του χωριού, να ’ρχονται οι ξενιτεμένοι, κατά την άδειά τους, και να ανταμώνουμε τον Αύγουστο, στο πανηγύρι της Παναγίας.
Να, πιο πάνω κι ο Κώστας με την γυναίκα του, που καλοδέχτηκαν τον γιο τους και την νύφη τους, από την Γερμανία και ετοιμάζονταν τώρα για το γάμο.
-«Καλησπέρα, γεια σας, καλώς δεχτήκατε, τον Γιώργο και τη νύφη! Να σας ζήσουν!»
-«Ευχαριστούμε πολύ και στα παιδιά σου!» αντευχήθηκαν.
Πιο πέρα άλλοι καθάριζαν τις αυλές τους, άλλοι έκοβαν τα χορτάρια κι  άλλοι έβαφαν τα κράσπεδα και ετοιμάζονταν για το πανηγύρι μας, το πανηγύρι της Παναγίας.
Το χωριό, έλαμπε από καθαριότητα. Καθαρισμένοι οι δρόμοι, φρεσκοβαμμένα με ασβέστη, τα πεζοδρόμια, ασπρισμένα τα δέντρα και όλα με την συμβολή του δήμου και την προσφορά της εθελοντικής εργασίας των κατοίκων του χωριού.
Έφτασα στην εκκλησία που ήταν κατάμεστη από πιστούς. Μέσα σε κατανυκτική ατμόσφαιρα, ο πατήρ Κων/νος Ζαχαράκης, αυτός ο Άγιος Ιερέας της ενορίας μας, έψελνε μαζί με τους ψαλτάδες το «Δεύτε προσκυνήσουμε» και το «Υπέρ Αγία Θεοτόκε σώσον ημάς… Διασώσον από κινδύνων τους δούλους σου Θεοτόκε»…
Πήγα, έπιασα κι εγώ το πόστο στο ψαλτήρι και μετείχα στην λειτουργία του Εσπερινού.
Την άλλη μέρα, το μεσημεράκι, μες στη γλυκιά ραστώνη, ανηφόρισα για το ξωκλήσι της Παναγίας.
Έφτασα στο δάσος της Παναγίας, που κι αυτό ήταν περιποιημένο και έτοιμο να υποδεχτεί τους προσκυνητές. Να εκεί, φέτος και το νέο καμπαναριό, δίπλα στο ξωκλήσι να φαντάζει σαν αγέρωχος και ψηλόσωμος φύλακας.


Προχωρώντας στο δάσος, έφτασα κάτω από τον μεγάλο δέντρο. Γοητευμένος και ευχαριστημένος από την υπέροχη ηρεμία και θέα, κάθισα και ακούμπησα να ξαποστάσω στον Μέλιγο και να απολαύσω τη δροσιά και τη θέα του δάσους.
Κάποια στιγμή ανάμεσα στα τιτιβίσματα των πουλιών, άκουσα φωνές και φασαρία και μια στεντόρεια φωνή από το μεγάλο δέντρο, τον γέρο Μέλιγο να λέει.
-«Ε! Ε! ησυχία, ησυχία. Είστε όλοι εδώ;»
-«Ναι-Ναι», απάντησε ένα ζευγάρι μελισσουργών, πηδώντας από, κλαδί σε κλαδί.
-«Ναι, παρών», είπε από τα χαμόκλαδα και ένας κότσυφας.
Εκεί χαμηλά στο γρασίδι έδωσαν την παρουσία τους κι ο σκαντζόχοιρος, η χελώνα, η βερβερίτσα, ο λαγός και πολλά άλλα ζώα, έντομα και πουλιά.
-«Λοιπόν ακούστε», είπε ο γέρο Μέλιγος, «έχω νέα να σας πω.»

Εκείνη τη στιγμή ένας μεγάλος ίσκιος πέρασε από πάνω και όλοι σώπασαν -Άκρα του τάφου σιγή- ήταν ένας μπουφαετός με ένα θήραμα στα νύχια του.
Σε λίγο η ησυχία διακόπηκε και ακούστηκε πάλι φασαρία και βουητό.
-«Τίου τίου», φώναξε η Κίσσα, «άντε κυρ Μέλιγε, τελείωνε, έχουμε και εμείς παιδιά να ταΐσουμε».
-«Εντάξει, εντάξει», απάντησε ο γέρο Μέλιγος. «Ακούστε λοιπόν. Αυτή τη φορά το χωριό μας προστάτευσε από την επιχειρούμενη κατασκευή ενός ρυπογόνου εργοστασίου, που ήθελαν κάποιοι να κατασκευάσουν στην περιοχή μας, με κίνδυνο να καταστρέψουν όχι μόνο το περιβάλλον μας, αλλά και την ίδια την υγεία των κατοίκων του χωριού. Σύσσωμο λοιπόν, το χωριό αντέδρασε και απαίτησε την αναχαίτισή του, με τροπολογία στη βουλή, ώστε να μην γίνονται τέτοιου είδους (καταστροφικές για το περιβάλλον και την υγεία) επενδύσεις στη χώρα μας, και το πέτυχε.»
-«Μπράβο, μπράβο!», φώναξαν όλοι με μια φωνή ικανοποίησης!
-«Ας ελπίσουμε», συνέχισε ο γέρο Μέλιγος, «ότι επί τέλους κατάλαβαν την αξία μας και θα σταματήσουν να «κόβουν» τα δέντρα αλλά και γενικότερα, να μολύνουν το περιβάλλον».
-«Και με το πανηγύρι, τι θα γίνει;» Φώναξε ο γέρο Φτελιάς.
-«Θέλω να είμαστε όλοι φιλόξενοι, καλοσυνάτοι και ευγενικοί. Να υποδεχθούμε με αγάπη και καλοσύνη τον κόσμο που θα ’ρθει να γιορτάσει και να τους καλωσορίσουμε στους ίσκιους και στην ομορφιά του δάσους μας.»
Εκείνη τη στιγμή άκουσα μια φωνή:
-«Άντε - άντε κυρ Θανάση, ξύπνα, σήκω πέρασε η ώρα.»
-«Ωχ αποκοιμήθηκα πάλι, είπα μέσα μου. Άντε γεια, γεια σας και καλή Παναγία…», είπα κι έφυγα, αυτή τη φορά, με μια αδιόρατη αίσθηση ευχαρίστησης και ικανοποίησης...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας