Τετάρτη, 4 Οκτωβρίου 2017

Κυνηγητική ζωή στο Βαλτινό


Του Ευαγγέλου Στάθη φιλολόγου

Το Βαλτινό δεν είναι ορεινό χωριό και επομένως οι περιοχές του δεν προσφέρονται για κυνήγι. Γι’ αυτό άλλωστε όσοι ασχολήθηκαν με το κυνήγι πήγαιναν σε ορεινά μέρη και πολύ λίγοι κάτοικοι του χωριού ασχολήθηκαν κατά καιρούς με το σπορ αυτό.
Το χειμώνα πολλά πουλιά και αρκετά ζώα κατέβαιναν από τον Κόζιακα για να ξεχειμάσουν. Το ποτάμι, οι φλέβες και τα πολλά δέντρα, ιδιαίτερα στις περιοχές «Πλατάνια», «Λόγκος», «Παναγία», «Κορακέϊκα» και «Μωραΐτια» φιλοξενούσαν πλήθος πουλιών όλες τις εποχές του έτους.


Από τα θηράματα αυτά πιο συνηθισμένα ήταν τα φτερωτά όπως: χηνάρια, παπιά, τρυγόνια, γκαλιαμάνες, φαλαρίδες, ορτύκια, μπεκάτσες, και τα μικρότερα, τα οποία κυνηγούσαν τα παιδιά: κυριαρίνες, κοτσύφια, τσαλαπετεινοί, τσούπια, τσιόνια, γκουσβιά, τζατζάδες και τέτοια. Πιο σπάνια ήταν τα τετράποδα θηράματα. Ελάχιστους λαγούς μόνο μπορούσες να βρεις στα μέρη μας τότε τίποτε αλεπούδες, κουνάβια, ασβούς, βίδρες. Τα «ζλάπια», αυτά τα κυνηγούσαν για το πολύτιμο δέρμα τους. Κάπου κάπου ξέπεφτε και κανένας πεινασμένος λύκος, τον οποίο αναλάμβαναν να τον διώξουν όλα τα σκυλιά του χωριού.


Αλλά όπλα κυνηγιού, μικρότερα και πρόχειρα, ήταν τα λεγόμενα σύνεργα. Αυτά μπορούσαν να τα φτιάξουν εύκολα, γρήγορα και προπάντων ανέξοδα όλοι, μικροί και μεγάλοι. Τέτοια σύνεργα ήταν η παγίδα, τα βρόχια, η πάτα για τα πουλιά, η θηλιά και το σίδερο (δόκανο) για τα ζλάπια (αλπού, ασβό, κουνάβι).



Η πάτα
Όπως το λέει και η λέξη, ήταν ένα εργαλείο που πατούσε τα μικρά πουλιά, σπουργίτια, κοτσύφια, κυριαρίνες και τέτοια.
Παίρνεις ένα μακρύ και φαρδύ σανίδι, σαν αυτά που έφτιαχναν τις δόγες στα αμπάρια, ή την τάβλα ή ένα σκαφίδι ρηχό ή την ξυλόσβαρνα, ακόμα και την αδοκάνη με τα δόντια προς τα έξω μπορείς να χρησιμοποιήσεις. Στήνεις αυτό το αντικείμενο όρθια λοξά και το στηρίζεις σε ένα ξύλο, σαν το αδράχτι περίπου ή και μακρύτερο και χοντρότερο, ανάλογα με το βάρος της πάτας. Αυτό το ξύλο είναι ο σκάνταλος. Δένεις το σκάνταλο με ένα σχοινί, το περνάς από το παράθυρο μέσα στο δωμάτιο και περιμένεις. Περνάει εύκολα το σκοινί από το παράθυρο, γιατί σίγουρα κάποιο τζάμι θα είναι σπασμένο.


Τις παγωμένες και χιονισμένες μέρες του χειμώνα, όταν τα πουλάκια τουρτουρίζουν, στήνεις την πάτα δίπλα στο δωμάτιο και καραδοκείς απ’ το παράθυρο. Ρίχνεις ψίχουλα ή σπόρους κάτω από την πάτα και περιμένεις, περιμένεις υπομονετικά, ελπίζοντας σε καμιά κυριαρίνα ή κανα κότσυφα. Και τα πουλάκια τα καημένα, ξεπαγιασμένα και πεινασμένα όπως είναι, ζυγώνουν. Τα τσιόνια μάλιστα πέφτουν «σαν χαζά και σαν γκαβά» στα ψίχουλα. Όταν μαζευτούν αρκετά, τραβάς το σχοινί με το σκάνταλο, ή πάτα πέφτει και τα πουλιά σκοτώνονται. Για να σιγουρευτείς γι’ αυτό, πατάς και λίγο πάνω στην πάτα, ελαφρά όμως. Δεν υπήρχε σπίτι που να μην έστηναν πάτα στις χιονισμένες και παγερές νύχτες του χειμώνα.


Το παιδικό κυνήγι στο Βαλτινό
Το κυνήγι αποτελούσε τη μεγαλύτερη χαρά για τα παιδιά. Σχεδόν όλα τα παιδιά σχολικής και εφηβικής ηλικίας ασχολούνταν με το ατομικό ή το ομαδικό κυνήγι. Όλα τα παιδιά κυνηγούσαν, ιδίως εκείνα που «είχαν καλό μάτι», που «μάτιαζαν καλά». Απαραίτητο και σχεδόν καθημερινό εξάρτημα το καλοκαίρι και τις κρύες μέρες του χειμώνα ήταν η κρεμασμένη από το λαιμό σφενδόνη. 


«Λάστιχο» το λέγαμε. Ήταν πολύ απλή κατασκευή, δυο λάστιχα μιάμιση πιθαμή μήκους το καθένα, λίγο «πετσί» και μικρή ξύλινη «φούρκα» που είχε σχήμα Υ. Το λάστιχο το έπαιρνες από το μαγαζί, από τον Καραθανάση ή το Μαγγάτο ή τον Μπαντόλια 1-2 δραχμές είχε. Το πετσί το έβρισκες εύκολα, μια δυο γύρες να έκανες στο σπίτι και στην αυλή, μια δυο ματιές να έριχνες σίγουρα θα εύρισκες ένα κομμάτι πετσί. Τη φούρκα την έψαχνες λιγάκι μέχρι που να σε κάνει, να σου ταιριάζει. Δεν έκανε απ’ όλα τα δέντρα.
Καλή φούρκα ήταν η βυζοκρανίσια, η μελιγίσια, κι η κορομπλίσια καλή ήταν. Δε γινόταν φούρκα από λεύκα, από ιτιά κι από φρουξυλιά. Έκοβες λοιπόν τη φούρκα, την καψάλιζες και, καθώς ζεσταινόταν, μπορούσες να της δώσεις και το ανάλογο σχήμα, την ανάλογη φόρμα. Την ξεφλουδούσες και έβγαινε ένα χρώμα «κρουσταλένιο», κάτι σαν το κοκκαλένιο το χρώμα, και έτοιμη η φούρκα.


Άλλα παιδικά κυνηγητικά όπλα, εξίσου αποτελεσματικά και καίρια, ήταν η παγίδα, η μπάτα και τα βρόχια, όλα φτιαγμένα από τα ίδια τα παιδιά με δεξιοτεχνία και μεράκι. Σπάνια βοηθούσαν οι γονείς.


Η παγίδα
Παίρνεις μια ευλύγιστη βέργα λυγαριάς, ιτιάς ή βυζοκρανιάς και μελεγίσια καλή είναι, άμα τη λυγίσεις προσεχτικά. Την διαλέγεις και την κόβεις έτσι, που στην αρχή της να είναι χοντρότερη, λίγο πιο χοντρή από ένα μολύβι και προς το τέλος λεπτότερη. Πάνω στο χοντρό μέρος της βέργας κάνεις μια εγκοπή, ένα «σκαλοπατάκι» και την τρυπάς. Περνάς από την τρύπα έναν σπάγγο, περίπου ένα δίμερο ως μια παλάμη, και το δένεις σε ένα σκάνταλο. 


Ο σκάνταλος είναι ένα μικρό ξυλαράκι, ίδιο με το μισό μολύβι, που το πελεκάς από την άλλη άκρη του έτσι, που να ταιριάζει με την εγκοπή της βέργας. Το πουλάκι λημεριάζει πάνω στο σκάνταλο και κείνος από το λίγο βάρος ξεσκανταλίζεται κατά τρόπο που το σκοινί να δημιουργεί μια θηλειά. Σ’ αυτήν τη θηλειά πιάνεται από το ένα ή και από τα δύο πόδια το πουλί.
Ήταν τόσα πολλά τα τσούπια και τα τσιουτσιουλιάγκια τότε, που σε κάθε παγίδα πιάνονταν εύκολα, αρκεί να στηνόταν σωστά και σε καλό μέρος. Υπήρχαν μερικές φορές και παιδιά που δεν μπορούσαν να πιάσουν τίποτε, «ούτε ένα πλι». Τότε οι άλλοι έλεγαν με γέλια: «αμ, έχουν μάτια κι’ απ’ τον κώλο τα πλιά» ή «έπιασες μαλλιά από τσιόνι κι από χελιδόνι». Αν μια στις τόσες δεν έπιανες, έλεγαν: «αμ, δεν είναι πάσα μέρα Πασχαλιά».




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας