Κυριακή, 1 Οκτωβρίου 2017

Απόσπασμα από το διήγημα «Το πρώτο της ζωής μου ταξίδι» του Δημήτρη Τσιγάρα



...Το πανηγύρι έφτανε στο τέλος του. Ο πατέρας πήγε να ζέψει πάλι το κάρο κι όλη η οικογένεια ετοιμάστηκε για την επιστροφή στο χωριό.
Εγώ ζήτησα την άδεια από τον πατέρα να μ’ αφήσει να επιστρέψω στο χωριό με τον παππού. «Ρώτησέ τον», μου είπε ο πατέρας «κι αν σε δέχεται, να πας».
Έτσι και έγινε. Ο παππούς δέχθηκε μετά χαράς να με πάρει μαζί του και τώρα θα επέστρεφα στο χωριό με το γαϊδουράκι του.
Το κάρο του πατέρα, μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια, ξεκίνησε για την επιστροφή στο χωριό.
Ταυτόχρονα κι ο παππούς, σαμάρωσε το γαϊδουράκι, έριξε επάνω τη κουβέρτα, φόρτωσε εμένα πισωκάπουλα, καβάλησε κι αυτός το τετράποδο και ξεκινήσαμε το δρόμο της επιστροφής.
Το αργό και υπομονετικό γαϊδουράκι ξεκίνησε την πορεία του χωματόδρομου μόνο του καθώς την είχε ξανακάνει κι άλλες φορές και τη γνώριζε.
Γύρισα και κοίταξα για τελευταία φορά το ξωκλήσι της Παναγίας, το αποχαιρέτησα και αφοσιώθηκα στην ενδιαφέρουσα καβάλα του τετράποδου. Είχα αφεθεί πάνω στα καπούλια του και λικνιζόμουν με το ρυθμικό βηματισμό του. Το γαϊδουράκι προχωρούσε ανάμεσα στις ροδοσιές που είχαν χαράξει τα κάρα στο χωματένιο δρόμο. Κοίταζα κάτω το έδαφος με ένα απλανές βλέμμα, εστίαζα στο χώμα και με τις άκρες των ματιών μου έβλεπα στο πλάι τα χόρτα και τα δέντρα να κινούνταν όλα προς τα πίσω. Κοίταζα τον κουρνιαχτό που σήκωναν τα πόδια του γαϊδουριού και ένοιωθα τα δέντρα να κυνηγιούνται πίσω μου και τα κλαριά να μην προφταίνουν να με χαϊδέψουν. Μέσα σ’ αυτό το παιχνίδι της οφθαλμαπάτης και του νου βυθιζόμουν σε διάφορες σκέψεις.
Κάποια στιγμή, ρώτησα τον παππού.
«Παππού εσύ από πότε το θυμάσαι αυτό το Πανηγύρι;»
«Από μικρό παιδάκι, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου», μου απάντησε.
Έστριψα το βλέμμα μου στο έδαφος και βυθίστηκα πάλι στις σκέψεις μου.
Κάπου μακρύτερα ακούγονταν γαβγίσματα σκύλων και κουδούνια από πρόβατα.
Έπιασα τα κιάλια που κρέμονταν στο στήθος μου, τα έφερα στα μάτια μου, σκόπευσα και διερεύνησα τριγύρω το τοπίο. Ύστερα από λιγόστιγμη σιωπή ξαναρώτησα τον παππού.
«Γιατί όλος αυτός ο κόσμος πηγαίνει στο πανηγύρι;»
«Γιατί λένε πως η Παναγία κάνει θαύματα και απαλύνει τον ανθρώπινο πόνο. Κι όλοι οι άνθρωποι ελπίζουν στη βοήθειά της» απάντησε αργά και ήρεμα ο παππούς.
«Παππού, εσύ πιστεύεις στα θαύματα;» ξαναρώτησα.
«Εγώ πιστεύω πως η ζωή, η ίδια είναι ένα θαύμα. Όταν μεγαλώσεις θα καταλάβεις μόνος σου κι εσύ τι είναι θαύμα».
«Καλά», είπα μέσα μου, «μέχρι να μεγαλώσω, έχουμε καιρό».
Δεν ξέρω γιατί, αλλά με τον παππού είχαμε πάντα ένα δικό μας κώδικα συνεννόησης, επικοινωνίας και αλληλοεκτίμησης. Ήταν ο πιο θαυμαστός άνθρωπος ανάμεσα σ’ όλους τους άλλους που γνώριζα. Η δράση του ήταν τόσο πολύ έντονη στις πρώτες παιδικές μου εντυπώσεις, ώστε οι εντυπώσεις αυτές επηρέασαν όλη τη ζωή μου.
«Παππού, ήθελα να σε ευχαριστήσω για το παιχνίδι που μου αγόρασες» του είπα.
«Δεν χρειάζεται να με ευχαριστήσεις για το παιχνίδι» είπε ο παππούς, «όμως πρέπει να ξέρεις πως κάποτε τη θέση των παιχνιδιών θα πάρουν τα όνειρα και η μάταια αγωνία να τα ζήσεις. Κι αν τύχει, τώρα που είσαι παιδί και σου χαλάσει ένα παιχνίδι και στεναχωρηθείς, να ξέρεις ότι αυτό μπορεί να διορθωθεί. Όταν όμως μεγαλώσεις θα είναι βαρύ κι αβάσταχτο να ξέρεις, ότι κάποιες σκιές στα μάτια σου μπορεί να μην παίρνουν διόρθωση. Κι αυτό είναι μια από τις αλήθειες που πρέπει να γνωρίζεις».

«Και τι είναι η αλήθεια παππού;» ρώτησα.
«Η αλήθεια είναι σύμφυτη με την ζωή. Η αλήθεια του καθένα είναι η ίδια του η ζωή. Η ζωή είναι το Θαύμα και η Αλήθεια είναι το φάρμακο στο τραύμα».
«Δηλαδή, τι εννοείς;» ξαναρώτησα διψασμένος για βεβαιότητες.
«Τις αλήθειες πρέπει μόνα τους να τις κερδίζουν τα παιδιά», μου αποκρίθηκε με μια στοχαστική διάθεση και συνέχισε. «Αγώνας είναι η ζωή για την αλήθεια και για το ψωμί… Να ’χεις ότι σου χρειάζεται για να ζήσεις καλά. Να μη ζητάς πράγματα που δεν είναι στη δύναμη σου να τ’ αποκτήσεις. Δεν ξέρω αν αυτό είναι η ευτυχία, όμως εκεί είναι λιγότερος πόνος. Κάθε άλλο έξω απ’ αυτό πληρώνεται ακριβά. Και ’γω δεν θα ’θελα, δεν θα το άντεχα να δω τον εγγονό μου να πληρώνει τη χαρά του».
Αυτό με μπέρδεψε για λίγο. Από τη μία μου φαινότανε πολύ σοφό κι από την άλλη ένοιωθα πως ο παππούς μου είναι δειλός. Και σαν να διάβασε τη σκέψη μου, συνέχισε λέγοντας.
«Δεν είμαι δειλός, δεν φοβάμαι την ευτυχία. Τον πόνο φοβάμαι. Όλοι οι άνθρωποι φοβούνται τον πόνο… Γι’ αυτό άλλωστε καταφεύγουν και στη βοήθεια της Παναγίας», μου απάντησε, και κάπου εκεί, στα μισά του δρόμου, στην Παλιομάνα, αλλάξαμε πορεία, στρίψαμε λίγο αριστερά προς τη δέση του Παπατσέτσου και κατευθυνθήκαμε προς το αμπέλι.


Εκεί στη δέση του Παπατσέτσου, που τη παρέστεκε ένας θεόρατος πλάτανος, κατέβηκε ο παππούς και πότισε το γαϊδουράκι με νερό από τη φλέβα. Ύστερα έψαξε και βρήκε ένα ρηχό μέρος - πέρασμα, διασχίσαμε τη φλέβα και περάσαμε απέναντι. Μετά από τριακόσια περίπου μέτρα φτάσαμε στο αμπέλι. Θυμήθηκα πως, σ’ αυτό το αμπέλι είχα ξαναπάει. Κατέβηκα από το γαϊδούρι και έτρεξα κατευθείαν και ανέβηκα στη δραγασιά. Αυτή η δραγασιά ήταν κατασκευασμένη περίτεχνα, με κορμούς δέντρων και πλεγμένη με κλαριά. Την είχε φτιάξει με τα χέρια του ο παππούς για να κάθεται και να φυλάγει το αμπέλι από τους κλέφτες και τις καρακάξες.
Έβαλα τα κιάλια στα μάτια μου και σκόπευσα περιφερειακά σ’ όλο το αμπέλι.
Το αμπέλι ήταν κατάφορτο από νόστιμα και ζουμερά σταφύλια.
Ο παππούς έβγαλε το σουγιά του, πήρε μια σακούλα και έκοψε μερικά τσαμπιά σταφύλια, γέμισε τη σακούλα και τη φόρτωσε στο σαμάρι. Ύστερα διάλεξε ένα τσαμπί με κατακόκκινα ζουμερά σταφύλια και μου το ’δωσε.
 «Φέτος η χρονιά ευνόησε το αμπέλι, θα κάνουμε καλό κρασί», είπε με μια φωτεινότητα στο πρόσωπό του. «Και να ξέρεις» συνέχισε, «ότι εκείνος που πίνει και μεθάει από το κρασί, λέει με την θέλησή του κάθε αλήθεια. Όπως κι εκείνος που μεθάει από το λόγο του Θεού, δεν λέει ποτέ ψέματα. Γι’ αυτό το λόγο, όσο ζω θα περιποιούμαι αυτό το αμπέλι θα το προσέχω και θα το φυλάγω σαν τα μάτια μου!»
Άκουγα τον παππού να μου λέει όλες αυτές τις υπέροχες κουβέντες και ένοιωσα μέσα μου μια πληρότητα και μια περηφάνια. Τον κοίταξα κατάματα και ήθελα να τον χειροκροτήσω. Έβγαλα ασυναίσθητα το τσίγκινο βατραχάκι από την τσέπη μου κι άρχισα να πατάω το μεταλλικό έλασμα με ενθουσιασμό, έτσι ώστε να ακούγεται ο ήχος δυνατά, και παρατεταμένα, σαν χειροκρότημα «μπάκα, μπάκα, μπάκα…»
Εκείνη τη στιγμή μια τρομαγμένη καρακάξα ξεπετάχθηκε μέσα από το αμπέλι και χάθηκε στον ορίζοντα.
Ο παππούς χαμογέλασε, με κοίταξε τρυφερά, έτριψε με το χέρι του το κεφάλι μου και μου είπε. «Έχουν κι αυτές το μεράδι τους, στη μοιρασιά του βιός».
Έπιασε μετά τα λουριά του γαϊδουριού και είπε. «Άντε, πάμε σιγά, σιγά».
Ξανά ανεβήκαμε στο τετράποδο και κινήσαμε για το χωριό.
Το γαϊδουράκι πήρε τον γνώριμο δρομάκο του, ο παππούς άναψε τσιγάρο και μέχρι να το τελειώσει είχαμε φτάσει στο ζευγαρολίβαδο.
Λίγη απόσταση είχε απομείνει ακόμα μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας