Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015

Πέρασα κι εγώ από κει κι είχα παπούτσια από χαρτί


του Βασίλη Λουλέ
«Πέρασα κι εγώ από κει κι είχα παπούτσια από χαρτί
από πάνω κόκκινα κι από κάτω κόσκινα»:
έτσι τέλειωναν συχνά τα παραμύθια που έλεγαν παλιά οι άνθρωποι. Έτσι τελειώνουν και τώρα αυτά που λένε οι τελευταίοι, ίσως, γέροι παραμυθάδες στον κινηματογραφικό φακό, στο ντοκιμαντέρ που γύρισα στα χωριά των Τρικάλων.
Παραμύθια του κάμπου και των βουνών.
Άνθρωποι απλοί, βοσκοί, νοικοκυρές, αγρότες, άνθρωποι δεμένοι με τη γη και τα ζώα, αγράμματοι οι περισσότεροι, προικισμένοι όμως με το χάρισμα της αφήγησης. Από στόμα σε στόμα, από παππούδες και γιαγιάδες σε παιδιά και σε εγγόνια, οι παραμυθάδες διέσωσαν ιστορίες, παραδόσεις και θρύλους, τραγούδια και στιχάκια που θα είχαν πια χαθεί.

Η Σαββούλα

Ένα μεγάλο οδοιπορικό στα παραμύθια λοιπόν, μέσα από το οδοιπορικό των παλικαριών που ξεκινάν να βρουν την τύχη τους ή να κερδίσουν την καρδιά της όμορφης βασιλοπούλας, που συναντούν εμπόδια στο δρόμο, που στέκονται σε τρίστρατα και παίρνουν το μονοπάτι το δύσκολο και «…προχωράν και προχωράν…» και φτάνουν σε κόσμους άγνωστους πανέμορφους τρομακτικούς, και περιπλανώνται άσκοπα και ξεστρατίζουν και κοιμούνται όπου βρεθούν και νυχτωθούν. Αρετές του παλιού καιρού, τότε που ο χρόνος κύλαγε αλλιώς, που η βραδύτητα ήταν αρετή, που το θαύμα ήταν εφικτό κι ο στοχασμός θεωρούνταν σοφία – κι όχι χάσιμο χρόνου. Αρετές και αξίες που φτάνουν πολύ πίσω, στα μεγάλα έπη του Ομήρου, του πρώτου παραμυθά που κατέγραψε τις προφορικές ιστορίες που είχαν φτάσει ως τις δικές του μέρες.
«Γιατί έκανες αυτή την ταινία;»: η κλασσική ερώτηση προς κάθε σκηνοθέτη.
Κι εγώ αναρωτήθηκα το ίδιο, κι ακόμα αναρωτιέμαι, για να ‘μαι ειλικρινής. Και προσπαθώ να καταγράψω τις φωναχτές μου σκέψεις.
Ένα ντοκιμαντέρ λοιπόν με παραμύθια και λαϊκούς παραμυθάδες.
Μια ταινία για τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας που φεύγουν και παίρνουν μαζί τους έναν ολόκληρο κόσμο, έναν πλούτο αιώνων που δεν αναπληρώνεται: γιατί σε μια εποχή που ακόμα και η εικόνα έχει πλέον εκτοπιστεί από την πληροφορία, η προφορική αφήγηση μοιάζει τόσο μα τόσο μελαγχολικά περιθωριακή και ανήμπορη να αντισταθεί.


Δεν είναι ότι οι άνθρωποι έχουμε ξεχάσει πια να αφηγούμαστε και να ακούμε, όχι.
Δεν είναι ότι δεν πλάθουμε πλέον εικόνες ακούγοντας μια αφήγηση, ούτε.
Είναι σα να έχουμε χάσει πια την εμπιστοσύνη μας στην ικανότητα αυτή, νοιώθουμε σα να μη μας ανήκουν οι εικόνες που παράγουμε εμείς οι ίδιοι, σα να μην έχουμε εμπιστοσύνη στα ίδια τα δικά μας υλικά κι εφόδια, σα να έχουμε την ανάγκη κάποιος τρίτος να μας επιβεβαιώσει την αξία τους. Κατά τη γνώμη μου πρόκειται για τον απόλυτο ορισμό της λέξης «αλλοτρίωση».
Οπότε;


Η Ελισάβετ

Πάμε λοιπόν ξανά την ιστορία από την αρχή…
Γεννήθηκα στα Τρίκαλα, μια φορά κι έναν καιρό, στα παλιά τα χρόνια. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, στο μεταίχμιο δυο εποχών. Ένα μικρό ισόγειο σπίτι που έβγαινε σε μια αυλή, κοινή με άλλους γείτονες. Δίπλα, το ποδηλατάδικο του πατέρα μου. Κι από την άλλη, μια καρβουναποθήκη. Αυτός ήταν όλος μου ο κόσμος. Κόσμος φτωχικός. Σκυφτός αλλά περήφανος, όχι σκυμμένος.
Το χειμώνα πήγαινα πολύ συχνά στο μαγαζί και καθόμουνα δίπλα στη σόμπα, παρέα με τους πελάτες και φίλους του μπαμπά. Μια συνεχής, ατέλειωτη βροχή σ’ έκλεινε μέσα. Και σ’ έστρεφε προς τα μέσα σου. Έσταζε ασταμάτητα. Και χιόνια, πολλά χιόνια, κάτασπρα. Καθόμουν στα ζεστά, μύριζα το λάδι και το γράσο απ’ τα εργαλεία του μπαμπά, άκουγα τις ιστορίες των αγράμματων, λαϊκών ανθρώπων και ταξίδευα: πραγματικές ιστορίες, περιπέτειες από τα ορεινά χωριά κι από τον γύρω κάμπο, θρύλοι και παραμύθια, πολλά παραμύθια, όπου τα πάντα ήταν απίθανα και εφικτά, παράξενα και πιστευτά. Το χιόνι άλλαζε συνέχεια μορφή, σαν τις νέες εικόνες που έφτιαχνα στο μυαλό μου κάθε φορά.
Παντού ακούγαμε παραμύθια. Παραμύθια η μάνα μου στο σπίτι, παραμύθια η μάνα της στο ένα χωριό, παραμύθια ο παππούς, η γιαγιά, οι θείες και οι θειοί μου στο άλλο χωριό, παραμύθια παντού. Παραμύθια στα μικρά παιδιά για να κοιμηθούν ή να λουφάξουν. Παραμύθια για να αντέξουν οι μεγάλοι στις ατέλειωτες ώρες χειρωνακτικής δουλειάς: στο χωράφι, στο δεμάτιασμα του καπνού, στη βοσκή, στα μικρά εργαστήρια, στο άρμεγμα, στον αργαλειό και στα νυχτέρια των γυναικών, στο κάρο που σε πήγαινε – νύχτα ακόμα – στο χωράφι με τα βαμβάκια. Παραμύθια για να περνάει η ώρα στα μακρυνά ατέλειωτα ταξίδια εκείνου του καιρού.
Παραμύθια με άλματα προς τα μπρος, με ξεστρατίσματα και με πισωγυρίσματα: έτσι προχωράν τα παραμύθια, όπως κι η ενηλικίωση. Γιατί είναι φτιαγμένα και τα δυο από τα ίδια υλικά, που είναι αντίθετα μεταξύ τους αλλά πάνε παρέα: από τη δίψα για το καινούργιο αλλά και το φόβο για το άγνωστο· από τη λαχτάρα της περιπλάνησης μα και τη νοσταλγία της επιστροφής σε μια ζεστή αγκαλιά.
Προσωπικά, αγάπησα και πάλι την προφορική αφήγηση και τα παραμύθια όταν εδώ και κάποια χρόνια, φτιάχνοντας κινηματογραφικές ταινίες και σενάρια, βρέθηκα ν’ ασχολούμαι με το είδος του ντοκιμαντέρ, βάζοντας ανθρώπους να μιλάνε στο φακό, να λένε ιστορίες. Τις μικρές τους καθημερινές ιστορίες. Αλλά και τις άλλες τους ιστορίες, αυτές που έπεσαν στη δίνη της Ιστορίας.
Κι εκεί, άρχισα ν’ ακούω παλιούς, γνώριμους ήχους, να ξαναθυμάμαι τα λόγια των γιαγιάδων μου και των παραμυθάδων του ποδηλατάδικου του μπαμπά, να ξαναβλέπω βλέμματα και χειρονομίες που σε ταξιδεύουν μέσα βαθειά, πέρα μακριά.
Και τον συνέχισα τον δρόμο αυτόν.
Και δεν ξεστράτισα, ειδικά από τότε που άρχισα κι εγώ με τη σειρά μου να λέω ιστορίες και παραμύθια στο δικό μου γιο.

ο Γιώργος

«Γιατί λοιπόν έκανες αυτή την ταινία;», επανέρχεται η ερώτηση.
Ίσως για να ξανακούσω παραμύθια για τα πυκνά δάση που τρομάζουν τα παιδιά και για τους μεγάλους κάμπους που τα ανακουφίζουν· για τα μονοπάτια, τα σταυροδρόμια, τα πηγάδια και τις πηγές που κρύβουν ιστορίες οδοιπόρων – ιστορίες ξεκαρδιστικές αλλά και άλλες που σου κόβουν το αίμα.
Ήθελα να ξανακούσω παραμύθια για να νοιώσω στο στόμα και στο σώμα μου τον κουρνιαχτό του δρόμου και την πρωϊνή ομίχλη.
Να συναντήσω τις πονηρές αλεπούδες και τους αετούς που μιλάνε, να κρυφοκοιτάξω τις νεράϊδες που κάνουν μπάνιο στις πηγές ολόγυμνες –αχ αυτές οι πλανεύτρες όμορφες νεράϊδες!–, να πολεμήσω τους δράκους και τις λάμιες –και να νικήσω για άλλη μια φορά–, να τρομάξω με τα καρκατζάλια στους μύλους – και να τα διώξω στο τέλος, φέρνοντας εγώ το ξημέρωμα και το πρώτο λάλημα του κόκορα.
Να ξαναγίνω το παιδί που ανοίγει τα μάτια και ακούει και διακόπτει και ρωτάει «γιατί» και «πώς» και «μα, γιατί δεν έγινε αλλιώς;» και ξανά πάλι ακούει με τα μάτια ορθάνοιχτα. «Και μετά;».
Να ξανακούσω τις αγράμματες γυναίκες του σογιού να με βλέπουν να διαβάζω ιστορίες και να μου λένε: «…εσύ Λάκη μου θα πας μπροστά, θα προκόψεις!».
Να ξαναγίνω το παιδί που διψά να μάθει, που θέλει να ενηλικιωθεί και να πετάξει πέρα μακρυά.
Ίσως λοιπόν αυτό να ήθελα μ’ αυτή την ταινία: μια δεύτερη ευκαιρία να μεγαλώσω και πάλι, πιο γλυκά αυτή τη φορά και πιο “κανονικά”, χωρίς τις παλινδρομήσεις της αιώνιας εφηβείας που, όπως λεν οι φίλοι μου, με διακρίνει.


Η Βαγγελή

Μήπως όμως δεν είναι μόνον αυτά που μ’ έκαναν να φτιάξω τούτη την ταινία; Μήπως τελικά με γοήτευσαν τα εκφραστικά πρόσωπα των γερόντων – ένα απέραντο τοπίο που δεν χορταίνεις να παρατηρείς, να θαυμάζεις, να απολαμβάνεις; Μήπως προσπάθησα να πετύχω αυτό που μόνον ο κινηματογράφος μπορεί; Να κρατήσω στο φως τις χειρονομίες των αφηγητών, τις εκφράσεις του προσώπου, τις σιωπές και τις εντάσεις, τη γλώσσα του σώματος μιας πάστας ανθρώπων που χάνεται;
Ίσως ναι. Ίσως γιατί έτσι μπορώ και ξαναφέρνω ζωντανά μπροστά μου τα πρόσωπα του παππού Βασίλη και των δυο γιαγιάδων μου, Βασιλικής και Αγγελικής («Κούλα» τις φώναζαν και τις δυο), τα πρόσωπα των παππούδων και των γιαγιάδων μας που φεύγοντας πήραν μαζί τους και τα δικά μας παιδικά χρόνια.
Και μέσα από τα πρόσωπα του ντοκιμαντέρ μπορώ και ξαναβλέπω κι όλους εκείνους τους άντρες στο μαγαζί του μπαμπά τις μέρες του χιονιού.
Τους βλέπω να ξανάρχονται από το βάθος –μαύρες κουκίδες στο άσπρο–, να ξαναμπαίνουν ένας-ένας από την πόρτα, να τινάζουν το χιόνι από τους ώμους, να χτυπάνε χάμω τα πόδια να καθαρίσουν τα παπούτσια και να παίρνουν θέση γύρω από τη σόμπα. Κι εγώ ανάμεσα.
Οι άνθρωποι με τα μουστάκια και τις βαριές φωνές δεν μου φαίνονται πλέον αυστηροί, καταλαβαίνω πια τα αστεία που κάνουν, γελάω κι εγώ με τα βροντερά τους γέλια όταν με πειράζουν. Και δεν χρειάζεται τώρα να με καθησυχάζουν καλοκάγαθα («…έλα βρε Λάκη, στενοχωρήθηκες;»).
Μου πήρε χρόνια για να καταλάβω πόσο ευάλωτοι ήταν.
Θυμάμαι όλα αυτά που έλεγαν τότε μεταξύ τους κι όσα έκαναν. Μα καταλαβαίνω τώρα κι όλα εκείνα που δεν έκαναν ή δεν τόλμησαν ποτέ να ομολογήσουν.
Άνθρωποι που έζησαν τραχειά, που ονειρεύτηκαν ταπεινά, που πόνεσαν βουβά.
Νοιώθω να με παίρνουν τα δάκρυα όταν κάπου-κάπου στα έργα μου (και σε τούτο ειδικά το ντοκιμαντέρ λίγο περισσότερο) νοιώθω να πάλλεται εκείνο το ανομολόγητο «θέλω» των ανθρώπων που είχα την ευτυχία να γνωρίσω μια φορά κι έναν καιρό, όταν νοιώθω να μου χαμογελούν περήφανοι από μακριά και να μου κλείνουν το μάτι σα να ψιθυρίζουν «Μπράβο ρε Λάκη!». Χωρίς ήχο.
Ανταποδίδω τότε κι εγώ, κουνάω το χέρι στις σκιές και προσπαθώ να διαλύσω τα σκοτάδια μέσα μου και γύρω.
…τουλάχιστον μέχρι την επόμενη ταινία, μέχρι το επόμενο κινηματογραφικό παραμύθι.

Πέρασα λοιπόν κι εγώ από κει κι είχα παπούτσια από χαρτί
από πάνω κόκκινα κι από κάτω κόσκινα…


Η Γιαννούλα


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας