Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

«Οι παραδοσιακοί Οργανοπαίχτες του Βαλτινού»



Ο χρόνος αποκαθιστά συχνά ανθρώπους που στο παρελθόν η προσφορά τους είχε αγνοηθεί, είχε αδικηθεί … Κάποτε, ωστόσο, συμβαίνει και το ακριβώς αντίθετο: Μπορεί δηλαδή, με την πυκνή ομίχλη του να σκεπάσει, να κρύψει από τις επόμενες γενιές το έργο εκείνων που κανονικά θα έπρεπε να έχουν περίοπτη θέση στα βιογραφικά λεξικά και στη μνήμη μας.
Αυτή η περίεργη ομίχλη έκρυβε επιμελώς, από όλους μας, τους παραδοσιακούς οργανοπαίχτες της περιοχής μας και άφηνε ένα κομμάτι της κοινωνικής ζωής του τόπου μας ξεχασμένο και άγνωστο.


Για όλους αυτούς τους ανεπανάληπτους παιχνιδιάτορες που πλούταιναν την πολιτιστική μας προίκα επιχειρούμε να
φωτίσουμε ορισμένες πλευρές που αφορούν τις ιδιαιτερότητες του επαγγέλματός τους, τον τρόπο ζωής τους και την σταδιακή αλλοτρίωση που υπέστησαν με το πέρασμα και τις αλλαγές των καιρών και των αναγκών.
Την εποχή που η παραδοσιακή μουσική κυριαρχούσε και το δημοτικό τραγούδι, συνόδευε τους ανθρώπους από τη γέννηση (νανούρισμα) ως το θάνατο (μοιρολόι) ως το βασικότερο μέσο για την ψυχαγωγία τους, αρκετοί νέοι, μερακλήδες ασχολήθηκαν και έμαθαν να παίζουν παραδοσιακά μουσικά όργανα. Άλλος κλαρίνο, άλλος βιολί άλλος λαούτο, άλλος ακορντεόν, συνταιριάστηκαν και έκαναν κομπανίες.


Στο Βαλτινό καθώς και στην ευρύτερη περιοχή των Τρικάλων τα μουσικά παραδοσιακά σχήματα (συγκροτήματα, κομπανίες) που πολλές φορές τα αποκαλούσαν και «όργανα» ή «κλαρίνα» ή «βιολιά» απαρτίζονταν από ολιγάριθμα άτομα που έπαιζαν δημοτική μουσική στους γάμους, στα πανηγύρια και στα διάφορα άλλα κοινωνικά γλέντια.
Το κλαρίνο ήταν το ηγετικό όργανο σε κάθε τέτοια κομπανία και πλαισιώνονταν από το βιολί, το λαούτο, η κιθάρα, το ακορντεόν. κ.α.. Σήμερα εξακολουθεί ακόμα να κρατάει τα σκήπτρα παίζοντας τα περισσότερα σόλο και τη βασική μελωδία, ενώ τα υπόλοιπα όργανα έχουν πιο συνοδευτικό ρόλο.


Στις περισσότερες των περιπτώσεων, δε, ο κλαριντζής είναι και ο «αρχηγός» του συγκροτήματος, αυτός που κλείνει τις δουλειές, που δίνει το όνομά του στο σχήμα κλπ.
Οι περισσότεροι από τους οργανοπαίχτες έμαθαν τα όργανα από τον παππού ή τον πατέρα τους, ενώ δεν είναι λίγοι αυτοί που συνέχισαν τις σπουδές τους σε κάποιο ωδείο ή σε άλλες μουσικές σχολές.
Το «καλό αυτί» και η πολύωρη εξάσκηση θεωρούνταν οι βασικές αρετές για τους παραδοσιακούς οργανοπαίχτες μιας και ο καλός μάστορας ποιεί με τη δοσολογία της ψυχής του.


Την εποχή που το δημοτικό τραγούδι κυριαρχούσε στον τόπο μας και επειδή τα χωριά ήταν ανέκαθεν μαθημένα να πανηγυρίζουν με κλαρίνα και βιολιά, σχεδόν σε κάθε χωριό υπήρχαν και υπάρχουν ακόμα και σήμερα ντόπιοι οργανοπαίχτες.
Νέοι δηλαδή μερακλήδες έμαθαν άλλος, το κλαρίνο, άλλος το βιολί άλλος το λαούτο, συνταιριάστηκαν κι έκαναν κουμπανίες και μ' αυτές έβγαζαν πέρα το γλέντι στους γάμους και στα πανηγύρια.
Αρκετοί ήταν αυτοί που ασχολήθηκαν και έμαθαν να παίζουν παραδοσιακά όργανα.
Στο Βαλτινό οι πρώτοι οργανοπαίχτες που ασχολήθηκαν συστηματικά με την παραδοσιακή μουσική και τα όργανα ήταν ο Ευάγγελος Καλαμπάκας και ο Δημήτριος Μαντέλας. Αυτοί ασχολήθηκαν και έμαθαν να παίζουν λαούτο, κιθάρα και τραγούδι. Φρόντισαν όμως να μεταδώσουν τις μουσικές τους γνώσεις στα παιδιά τους και στα εγγόνια τους.


Έτσι σχηματίζοντας κουμπανίες και έπαιζαν στους γάμους και στα πανηγύρια των γύρω χωριών.
Μεγάλη οικογένεια παραδοσιακών οργανοπαιχτών του Βαλτινού ήταν η οικογένεια Καλαμπάκα.


Ο Ευάγγελος Καλαμπάκας ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα του που με τη σειρά του είχε ακολουθήσει και εκείνος την οικογενειακή παράδοση.


Ο Νικόλαος Καλαμπάκας. Κλαρινίστας.
Ο Νίκος Καλαμπάκας υπήρξε ένας από τους καλύτερους κλαριτζήδες του τόπου μας. Οι παλαιότεροι θυμούνται τις δεξιοτεχνικές του ικανότητες στο κλαρίνο με τις οποίες κατάφερε να γίνει γνωστός στο ευρύ κοινό και να αξιωθεί να παίξει σε πολλά καλά μαγαζιά, με καλές ορχήστρες.
Επίσης συμμετείχε με διάφορα συγκροτήματα σε εκδηλώσεις που έγιναν σε Ευρωπαϊκές χώρες.


Παράλληλη ήταν και η επιτυχία που είχε και ο αδελφός του, Γεώργιος Καλαμπάκας, ο οποίος ασχολείται ακόμα και σήμερα με την κιθάρα και το τραγούδι.
Επίσης άλλοι αξιόλογοι οργανοπαίχτες του Βαλτινού που ασχολήθηκαν
με την παραδοσιακή μουσική ήταν:

Ο Ηλίας Μαντέλας (ακορντεόν και αρμόνιο).
Ο Γιάννης Γεωργίου (ακορντεόν, αρμόνιο και τραγούδι).


Ο Βασίλης Βότσιου (ακορντεόν και αρμόνιο).

Ο Λάμπρος Σταυρέκας (ακορντεόν).


Ο Παναγιώτης Πέτρου (βιολί και τραγούδι) και άλλοι νεώτεροι.


Οι οργανοπαίχτες ήταν κομψοντυμένοι και περιποιημένοι, αποτελούσαν μικρές συντροφιές και συνήθως δεν γνώριζαν πάρτες. Έπαιζαν ανάλογα με το γεγονός που συνόδευαν (γάμους, βαφτίσια, γλέντια ονομαστικής εορτής κλπ, και ενθουσίαζαν τον κόσμο. Ήταν αποτελεσματικοί στην δημιουργία ατμόσφαιρας γλεντιού, και μαζί τους γίνονταν όλα τα παραδοσιακά γλέντια του χωριού.
Ο κόσμος συνήθως τους αντάμειβε με την λεγόμενη «χαρτούρα» δηλαδή τα κεράσματα και σε ελάχιστες περιπτώσεις συμφωνούσαν με τον διοργανωτή του γλεντιού να παίρνουν κάποια αμοιβή. Χαρακτηριστική ήταν η σκηνή του μερακλωμένου χορευτή όταν έβγαζε από την τσέπη του το χαρτονόμισμα, το σάλιωνε και το κολλούσε στο μέτωπο του οργανοπαίχτη. Στους γάμους συνήθως τοποθετούσαν μπροστά στους οργανοπαίχτες και σε περίοπτη θέση ένα ταψί όπου μέσα εκεί έριχναν τα κεράσματα για τα όργανα. Κάθε χορευτής που έσερνε το χορό κερνούσε τα όργανα, αλλά και για κάθε χορευτή κερνούσαν οι συγγενείς και φίλοι του καθώς έτσι το επέβαλε το εθιμικό δίκιο.


Η «χαρτούρα» αν και προαιρετική όταν δεν ήταν η πρέπουσα, η ορχήστρα γνώριζε: είτε «έκοβε» τα τραγούδια, είτε έπαιζε άτονα ώσπου το χαρτονόμισμα να ζεστάνει τον οργανοπαίχτη. Φαίνεται όμως ότι για όσους διασκέδαζαν, ο χορός ήταν κάτι σαν δικαίωμα που το απαιτούσαν από τα όργανα και γι ‘ αυτό η σχέση ανάμεσα στον χορευτή και στον οργανοπαίχτη ήταν αμφίδρομη.
Το συστατικό στοιχείο του χορευτή ήταν η λεβεντιά. Στις κινήσεις, στον κώδικα συμπεριφοράς, στη μερακλίδικη στάση ζωής του. Ήξερε να χορέψει καλά; Ήταν καλοδεχούμενος. Σεβόταν την κοινωνική δομή; Ήταν ενταγμένος και μοιραία αποδεκτός. Αν ήταν άνδρας και πάτερ φαμίλιας έπρεπε να στοιχειοθετεί το ρόλο του: να «σηκώνει» την οικογένεια για χορό, να παραγγέλνει το τραγούδι και να τηρεί την τάξη κατά τη διάρκεια της χορευτικής τελετουργίας.


Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός των συχνών καυγάδων και τα διάφορα σπασίματα (μπουκάλια, ποτήρια, πιάτα) που γίνονταν κατά τη διάρκεια των γλεντιών από διάφορες παρεξηγήσεις κι από την ευθυμία ή την ευσυγκινησία του ποτού. Βέβαια εκεί επενέβαιναν οι πιο ψύχραιμοι και καθησύχαζαν τα πράγματα.
Σιγά – σιγά όμως, οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες διαμόρφωσαν και αλλοτρίωσαν το παραδοσιακό και το αυθεντικό δημοτικό τραγούδι.
Η «αυθεντικότητα» με αυτή τη «θεωρητική» της υπόσταση έχει σχεδόν εκλείψει από τα γλέντια. και από τα αυθεντικά και παραδοσιακά όργανα που χρησιμοποιούσαν οι οργανοπαίχτες στα διάφορα πανηγύρια, στους γάμους, και στα γλέντια,) έφτασαν στη σταδιακή αλλοτρίωση που υπέστησαν με το πέρασμα και της αλλαγής των καιρών και των αναγκών.


Έτσι πολλές φορές σήμερα όταν τους καλούν σε γάμους και σε γλέντια αναγκάζονται να παρεκκλίνουν από το παραδοσιακό και το αυθεντικό δημοτικό τραγούδι.
Αρκετοί θαμώνες επιθυμούν να ακούσουν νεοελληνικές λαϊκές επιτυχίες, ή ακόμα και ξένα τραγούδια γεγονός που αναγκάζει τις κομπανίες να προσθέτουν μπουζούκια προκειμένου να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις και άλλες φορές να αντικαθιστούν το ακορντεόν με το αρμόνιο, να προσθέτουν ντραμς και άλλα ηλεκτρικά όργανα προκειμένου να καταφέρουν να ακουστούν δυνατά.


Έτσι, πολλοί από τους παραδοσιακούς οργανοπαίχτες στρέφονται στα λαϊκά για λόγους βιοπορισμού, και παρότι πολύς κόσμος επιμένει ακόμη να γλεντάει με τέτοια όργανα και παρόλο που δεν τους λείπει το μεροκάματο ούτε βέβαια τα «τυχερά» και τα «κεράσματα», οι περισσότεροι επαγγέλλονται και κάτι διαφορετικό από αυτό του μουσικού. Ενώ μια άλλη διάσταση στο θέμα είναι ότι «πολλοί μουσικοί από παλιά σταμάτησαν να παίζουν για να αποφύγουν τη ρετσινιά του «πανηγυρτζή» που για πολλούς ανθρώπους είναι συνώνυμη με τη χειρότερη εκδοχή της λέξης «γύφτος».


Πάντως δεν θα ήταν υπερβολή να σημειώσουμε ότι σε περιόδους κατά τις οποίες δεν υπήρχε η τεχνική δυνατότητα των ηχογραφήσεων ή και αργότερα, όταν αυτή η δυνατότητα ήταν περιορισμένη, οι παραδοσιακοί οργανοπαίχτες ήταν οι αποκλειστικοί φορείς της διατήρησης και της διάδοσης των παραδοσιακών τραγουδιών. Πρόκειται για μια αυθεντική ιστορία προφορικής παράδοσης, ενώ συχνά αυτοί οι ίδιοι μουσικοί συμβάλλουν και στην εξέλιξη του είδους.
Τ.Δ.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας