Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025

Ο Δεκέμβριος στο χωριό

 

Ο Δεκέμβριος στο χωριό κατεβαίνει σαν αχνό πέπλο πάνω από τις σκεπές. Η ομίχλη τυλίγει τα χωράφια και τα κάνει να μοιάζουν με θάλασσα που κοιτάζει προς τον ουρανό και περιμένει σημάδι από το χειμωνιάτικο φως.

Το βράδυ, όταν τα φώτα στα σπίτια ανάβουν νωρίς, το χωριό μοιάζει να μαζεύει τις κουβέντες, να τις σιγοψιθυρίζει πίσω από κουρτίνες, αφήνοντας την ησυχία να κυλήσει στα στενά σαν λεπτός αέρας.

Ο Δεκέμβριος στο χωριό είναι μια πρόσκληση για ενδοσκόπηση, μια ευκαιρία να κοιτάξει κανείς την πορεία του όπως κοιτάζει το χιόνι πριν πέσει, καθαρό, αναπόφευκτο, έτοιμο να σκεπάσει όσα πρέπει να κρυφτούν για λίγο για να ξαναγεννηθούν.

Και κάπου ανάμεσα στις γιορτές και την καθημερινότητα, ανάμεσα στην προσμονή και την ανάμνηση, ο Δεκέμβριος γίνεται γέφυρα. Μας περνά από όσα υπήρξαν σε όσα έρχονται, με τον τρόπο που μόνο ένα μικρό χωριό ξέρει, αθόρυβα, αλλά με βάθος.

Καλημέρα! Καλή εβδομάδα! Καλό μήνα!

Νέο ποιμαντικό ξεκίνημα στον Ιερό Ναό Αγίου Αθανασίου Βαλτινού

 

Μετά την αποχώρηση του πατρός Κωνσταντίνου Ζαχαράκη από τον Ιερό Ναό Αγίου Αθανασίου Βαλτινού, λόγω συνταξιοδότησης τον περασμένο Οκτώβριο, η ενορία εισήλθε σε μια περίοδο μετάβασης, η οποία συνοδεύτηκε από ευγνωμοσύνη για το έργο του απερχόμενου ποιμένα και προσδοκία για τη νέα ποιμαντική πορεία του χωριού.

Αρχικά, το Βαλτινό υποδέχτηκε τον πατέρα Αλέξανδρο Αγγελόπουλο, ο οποίος ανέλαβε προσωρινά τα καθήκοντα της ιερατικής διακονίας, προσφέροντας με συνέπεια τη λειτουργική και πνευματική του παρουσία. Στη συνέχεια, με απόφαση της Μητροπόλεως, τοποθετήθηκε ο πατέρας Δωρόθεος Κατσαρός, συνεχίζοντας το έργο της ποιμαντικής μέριμνας και καλύπτοντας τις ανάγκες της ενορίας σε μια φάση αναζήτησης σταθερού λειτουργού.

Χθες Κυριακή, ο πατέρας Βαρθολομαίος ανακοίνωσε στο εκκλησίασμα ότι η Μητρόπολη κατέληξε οριστικά στον διορισμό νέου μόνιμου ιερέα. Έτσι, ο πατέρας Αχίλλειος Σακελαρίου αναλαμβάνει πλέον ως τακτικός ιερέας του Ιερού Ναού Αγίου Αθανασίου Βαλτινού, δίνοντας ένα τέλος στην περίοδο μεταβατικότητας και ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο για την ενορία.

Η τοπική κοινότητα καλωσορίζει τον νέο ποιμένα της με ελπίδα και ενότητα, προσβλέποντας στη συνέχιση της πνευματικής καλλιέργειας, της λειτουργικής ζωής και της ποιμαντικής φροντίδας που αποτελούν θεμέλια της εκκλησιαστικής παράδοσης του Βαλτινού.


Στιγμές ανάμεσα στη γη και στους ανθρώπους

 

Την ώρα του διαλείμματος, όπως αποτυπώνεται στη φωτογραφία, μοιάζει να παγώνει ο χρόνος πάνω στο χώμα του Βαλτινού. Εκεί, όπου οι μέρες δεν είχαν ωράρια και η εργασία ξεκινούσε πριν ακόμη ξημερώσει ο ουρανός και τελείωνε μόνο όταν το φως έσβηνε πίσω από τις λεύκες. Σ’ εκείνο το χωράφι, η κούραση ήταν καθημερινός σύντροφος, μα και η συντροφικότητα το ίδιο.

Το κολατσιό βγαίνει από τον παλιό τρουβά, με την απλότητα που γεννά η ανάγκη και ευλογεί η γη. Ψωμί, λίγες ελιές, ίσως λίγο τυρί τυλιγμένο σε ύφασμα. Το μεσημέρι δεν ήταν ποτέ σπουδαία υπόθεση, γινόταν επιτόπου, με ό,τι υπήρχε, γύρω από τα εργαλεία που ακουμπούσαν για λίγο, σαν να έπαιρναν κι αυτά μια ανάσα.

Κι εκεί, στη δραγασιά του παππού Κώστα, το πρόχειρο καταφύγιο από κλαδιά και χορτάρια, η γη έβρισκε τον τρόπο να γίνει πιο φιλική. Από ένα μικρό μπουκάλι έβγαινε το τσιπουράκι, να ζεστάνει τους άντρες και να γλυκάνει για λίγο το απομεσήμερο. Ήταν λιγοστό, μα είχε τη δύναμη να φέρνει γέλιο, κουβέντα, κουράγιο.

Κοιτάζοντας τις μορφές στη φωτογραφία, μπορεί κανείς να αφουγκραστεί την αλληλεγγύη που χαρακτήριζε τη ζωή στο Βαλτινό. Τρεις οικογένειες δούλευαν πλάι πλάι, όπως το ήθελε το έθιμο και το απαιτούσε η ανάγκη του τόπου, σήμερα βοηθούσε η μία, αύριο η άλλη. Η γη δεν ήταν ατομική υπόθεση, ήταν κοινό χρέος, κοινή μοίρα.

Παιδιά καθισμένα στις πατούσες της γης, γυναίκες με δισάκια και ταψιά στο χέρι, άντρες που κρατούν για λίγη ώρα το ποτήρι αντί για το φτυάρι. Όλοι μαζί, μια μικρή κοινότητα που πορεύεται με τα ίδια βήματα, τις ίδιες ελπίδες, το ίδιο ψωμί.

Κι έτσι το διάλειμμα, τόσο ταπεινό και τόσο πολύτιμο, γίνεται κάτι μεγαλύτερο, ένα πνεύμα ενότητας που διαπερνά τον χρόνο. Ένα σημάδι πως η ζωή, όσο δύσκολη κι αν ήταν, είχε πάντα χώρο για ένα χαμόγελο, για μια γουλιά τσίπουρο, για μια στιγμή που οι άνθρωποι θυμούνταν πως δεν είναι μόνοι.

Αυτό ήταν το Βαλτινό, ένας τόπος όπου η γη έτρεφε τα σώματα, αλλά η συντροφικότητα έθρεφε τις ψυχές.


Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

Η Ορκωμοσία του Κοινοτικού Συμβουλίου Βαλτινού (1954): Ένα τεκμήριο θεσμικής μνήμης

 

Το παρόν τεκμήριο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα διοικητικά κατάλοιπα της μεταπολεμικής περιόδου για την Κοινότητα Βαλτινού. Πρόκειται για το επίσημο έγγραφο ορκωμοσίας του Κοινοτικού Συμβουλίου, το οποίο συντάχθηκε στο Ειρηνοδικείο Τρικάλων στις 23 Δεκεμβρίου 1954. Με ύφος τυπικό, ακριβές και ενταγμένο στη διοικητική γλώσσα της εποχής, το έγγραφο καταγράφει τη διαδικασία με την οποία οι νεοεκλεγέντες κοινοτικοί σύμβουλοι -Στέφανος Ηλ. Σταμούλης, Κωνσταντίνος Ευαγγ. Τσιγάρας, Χρήστος Αθαν. Πράτας, Χρήστος Αθαν. Κουφοχρήστος και Αθανάσιος Δημ. Κολοβελώνης- παρουσιάστηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αναστασίου Χαλκιαδάκη και του Γραμματέα Δημητρίου Ζάδδα για να δώσουν τον προβλεπόμενο όρκο.

Η αξία του εγγράφου υπερβαίνει την απλή διοικητική του λειτουργία. Αποτελεί τεκμήριο της πολιτικής οργάνωσης και της τοπικής αυτοδιοίκησης της εποχής, αποτυπώνοντας την επίσημη τελετουργία, την επιρροή των θεσμικών και πολιτειακών πλαισίων του 1950, καθώς και τα πρόσωπα που ανέλαβαν να υπηρετήσουν την Κοινότητα Βαλτινού. Παράλληλα, ζωντανεύει την καθημερινή λειτουργία των θεσμών σε μια περίοδο κατά την οποία η ύπαιθρος της Θεσσαλίας διαμόρφωνε σταδιακά τη νεότερη κοινωνική και κοινοτική της ταυτότητα.

Η παρουσίαση του εγγράφου προσφέρει μια πολύτιμη ευκαιρία αναστοχασμού πάνω στη συνέχεια της κοινοτικής ζωής, τη διαχρονική αξία της συλλογικής εκπροσώπησης και τη θεσμική μνήμη του Βαλτινού - μια μνήμη που διατηρείται ζωντανή χάρη σε τέτοιες αρχειακές μαρτυρίες.

Το έγγραφο αναφέρει τα εξής:

«Αριθ. 596

ΟΡΚΩΜΟΣΙΑ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Εν Τρικάλοις και εν τω Ειρηνοδικειακό καταστήματι σήμερον την εικοστήν τρίτην (23ην) του μηνός Δεκεμβρίου του χιλιοστού εννεακοσιοστού πεντηκοστού τετάρτου (1954) έτους, ημέραν Πέμπτη και ώραν 1ην μ.μ. ενώπιον εμού του Ειρηνοδίκου του Πρωτοδίκου Χαλκιαδάκη παρουσία και του Γραμματέως Δημητρίου Ζάδδα ενεφανίστησαν οι 1) Στέφανος Ηλ. Σταμούλης, 2) Κωνσταντίνος Ευαγγ. Τσιγάρας, 3) Χρήστος Αθαν. Πράτας, 4) Χρήστος Αθαν. Κουφοχρήστος, 5) Αθανάσιος Δημ. Κολοβελώνης, κάτοικοι Βαλτινού και ητήσατο κατόπιν της υπ. Αριθ. 505 ε. ε. επικυρωτικής αποφάσεώς μας, επί της ενεργηθείσης εκλογής Κοινοτικών Συμβούλων της Κοινότητας Βαλτινού δι’ ης ανεκυρύχθηκαν ούτοι ως τακτικά μέλη του Κοινοτικού αυτού Συμβουλίου, όπως ομώσ  τον της υπηρεσίας του όρκον ον και εδωσαν παρά χρήμα δι’ επιθέσεως της δεξιάς την επί του Ιερού Ευαγγελίου και καθ’ υπαγόρευσιν μας ως εξής:

«ορκίζομαι εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος και εις το Ιερόν Ευαγγέλιον να φυλάττωμεν πίστιν εις την πατρίδα και τον Συνταγματικόν Βασιλέα των Ελλήνων, υπακοήν στο Σύνταγμα και τους νόμους του Κράτους, και να εκπληρώνουμε ευσυνειδήτως τα καθήκοντά μας.

Εφ’ ω συνετάγη η παρούσα ήτις αναγνωσθείσα και βεβαιωθείσα υπογράφεται νομίμως ως έπεται.

ΟΙ ΟΡΚΙΣΘΕΝΤΕΣ      Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ    Ο ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ

Στέφανος Σταμούλης         Δημ. Ζάδδας          Αναστ. Χαλκιαδάκη

Κωνσταντίνος Τσιγάρας

Χρήστος Πράτας

Χρήστος Κουφοχρήστος

Αθαν Κολοβελώνης

(Ακολουθούν υπογραφές)                    ΕΘΕΩΡΗΘΗ 1955»


(Από το αρχείο του Δημήτρη Τσιγάρα)


Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2025

Τριάδα στο φως της μνήμης

 

Στην καινούρια λάμψη της πλατείας, εκεί όπου το φως γυαλίζει πάνω στις πέτρινες βάσεις και τα νερά αφήνουν τη νύχτα να μοσχοβολά ιστορία, η τριάδα των προτομών: Καραϊσκάκης, Στουρνάρας, Βλαχάβας, στέκει σαν φρουρός ενός χρόνου που δεν μοιάζει να περνά. Κι όμως, ανάμεσά τους, σαν αδιόρατη σκιά, αναδύεται μέσα σου μια άλλη τριάδα: ο Κώστας Κατσιούλης, ο Γιάννης Καραθανάσης κι ο Βαγγέλης Στάθης. Τρία παιδιά από το Βαλτινό, τρεις φίλοι, τρία νεανικά βήματα που γύρευαν να σταθούν μπροστά στον φακό, κάτω από το άγαλμα του Καραϊσκάκη, τότε που η πλατεία είχε ακόμη την παλιά της μορφή και η ζωή των ανθρώπων κυλούσε με λιγοστά μέσα και μεγάλες προσδοκίες.

Ήταν η δεκαετία του ’60, όταν οι οικογένειες από τα χωριά ζούσαν με κόπο, συχνά με στερήσεις, αλλά με μια αφοσίωση σχεδόν ιερή, να μορφωθούν τα παιδιά. Να ανοίξουν δρόμους εκεί όπου οι ίδιοι είχαν περπατήσει σε μονοπάτια δύσβατα. Τα γυμνασιόπαιδα του Βαλτινού, με τα βιβλία κάτω από τη μασχάλη, μες στο ολοκαίνουριο κοστούμι της Κυριακής, φωτογραφίζονταν λες και αποτύπωναν την υπόσχεση του μέλλοντος. Μπροστά στον Καραϊσκάκη, ήρωα της ελευθερίας, στάθηκαν σαν μαθητευόμενοι μιας ιστορίας που συνέχιζε να τους εμπνέει, μια ιστορία αντίστασης, αγώνα, πίστης.

Και τώρα, εξήντα χρόνια μετά, περνάς από την πλατεία ανακαινισμένη, λαμπερή, σχεδόν αγνώριστη. Βλέπεις τις τρεις προτομές στοιχισμένες στην ίδια ευθεία, να καθρεφτίζονται στα υγρά πλακάκια, και μέσα σου γεννιέται μια παράξενη συγκίνηση. Σου φαίνεται σαν να γύρισαν οι τρεις παλιοί φίλοι στην ίδια θέση, όχι πια ως παιδιά, αλλά ως σκιές μιας εποχής που δεν ξεχνιέται. Κι είναι σαν να σου γνέφουν, να σου χαμογελούν διακριτικά μέσα από μια άλλη διάσταση, εκείνη όπου οι μνήμες μένουν άφθαρτες, εκεί όπου κάθε στιγμή γίνεται σύμβολο.

Οι προτομές δεν έχουν πια μόνο τα ονόματα των αγωνιστών, μοιάζουν να έχουν αποκτήσει και τα πρόσωπα των τριών εκείνων μαθητών που κάποτε στάθηκαν περήφανοι μπροστά στον φακό. Γιατί η ιστορία δεν γράφεται μόνο με τα μεγάλα γεγονότα, αλλά και με τις μικρές ζωές που πασχίζουν να προκόψουν. Και η πλατεία των Τρικάλων, ενώνει τώρα δύο τριάδες, μία από μάρμαρο και μπρούντζο, και μία από σάρκα, όνειρα και παλιές ελπίδες.

Κι εσύ, περνώντας, νιώθεις για λίγο πως ο χρόνος δεν χωρίζει αλλά γεφυρώνει. Πως εκεί, ανάμεσα στα αγάλματα, υπάρχουν ακόμα τα βήματα των φίλων σου, ήχοι από μια νεότητα που επιμένει να σου μιλά.


Δωρεάν Τεστ Παπ για όλες τις γυναίκες στο Βαλτινό

 

Μια σημαντική προληπτική δράση θα πραγματοποιηθεί στο Βαλτινό την Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου, στις 10:00 το πρωί, στον χώρο του ιατρείου στο δημαρχείο. Συνεργείο του Κέντρου Υγείας Πύλης θα διενεργήσει δωρεάν εξέταση Τεστ Παπ σε όλες τις γυναίκες του χωριού.

Η δράση απευθύνεται σε όλες τις γυναίκες, ανεξαρτήτως ασφάλισης, ενώ όσες προσέλθουν θα πρέπει να έχουν μαζί τους τα βιβλιάρια υγείας.

Η συγκεκριμένη εξέταση αποτελεί μια από τις πιο αποτελεσματικές μορφές πρόληψης, που μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην έγκαιρη διάγνωση και την προστασία της υγείας.

Η τοπική κοινότητα καλεί όλες τις γυναίκες να συμμετάσχουν, υπογραμμίζοντας ότι η πρόληψη σώζει ζωές.



Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2025

Ο Αργύρης και οι αλεπούδες του Βαλτινού (Αλληγορικό παραμύθι)

 

Μια φορά κι έναν καιρό, τον παλιό καλό καιρό, ήρθε στο Βαλτινό ένας άντρας καλοντυμένος, με καπέλο λοξό και μπαστούνι με ασημένια λαβή. Τον έλεγαν Αργύρη, μα κανείς δεν ήξερε από πού ήρθε.

Στάθηκε στην πλατεία, εκεί που καθόταν ο γερο-Θανάσης και ο καφετζής Βασίλης, και με φωνή βροντερή είπε:

– Χωριανοί, θα αγοράζω αλεπούδες, χίλιες δραχμές τη μία!

Όλοι κοίταξαν απορημένοι. Τι τις ήθελε ο άνθρωπος τόσες αλεπούδες; Αλλά κανείς δεν ρώτησε. Οι χωρικοί ήξεραν πως στο δάσος του Λόγκου και της Παναγίας κυκλοφορούσαν πολλές αλεπούδες.

Έτσι άρχισαν να τις κυνηγούν. Ο Μήτσος ο κυνηγός, ο Σπύρος ο βοσκός, ακόμα και η Μαρία που πήγαινε κάθε μέρα για λάχανα, έστηναν παγίδες με τυρί και κομμάτια ψωμί. Σε λίγες μέρες, το κάρο του Αργύρη γέμισε από αλεπούδες που τσίριζαν θυμωμένες, κι εκείνος πλήρωνε χίλιες δραχμές τη μία, όπως είπε.

Όμως οι αλεπούδες λιγόστεψαν. Οι χωρικοί βαρέθηκαν να ψάχνουν, γύρισαν πάλι στα κτήματά τους, να οργώνουν και να ποτίζουν τα σπαρτά τους. Μα να σου πάλι ο Αργύρης στην πλατεία:

– Χωριανοί, τώρα θα αγοράζω αλεπούδες πέντε χιλιάδες δραχμές τη μία!

Τους φάνηκε καλή και συμφέρουσα δουλειά. Οι χωρικοί ξαναπήραν τα σκοινιά, έβαλαν δολώματα, κυνηγούσαν νύχτες και μέρες μέσα στα βάτα, στις καλαμιές και στα ρέματα. Έπιασαν όσες ακόμα είχαν μείνει. Πάλι γέμισε το κάρο του Αργύρη.

Και πάλι, κάποια στιγμή, αλεπού δεν υπήρχε πια ούτε για δείγμα στο χωριό. Τα σκυλιά των βοσκών ούρλιαζαν στα σκοτάδια, αλλά ουρά αλεπούς δεν φαινόταν πουθενά.

Ο Αργύρης τότε ξαναβγήκε με το καπέλο του λοξό:

– Θα αγοράζω αλεπούδες για 30 χιλιάδες δραχμές τη μία! Καταλαβαίνω πως είναι λίγες, μα θα πληρώσω καλά!

Οι χωρικοί άφησαν τα χωράφια, τα αλέτρια, ακόμα και τις γιορτές για να ψάξουν για αλεπούδες. Βρήκαν λίγες ακόμα, τις τελευταίες, με ουρές ξεθωριασμένες και μάτια κουρασμένα από το κυνηγητό, και τις έδωσαν στον Αργύρη, που τις αγόρασε χωρίς πολλά λόγια.

Μια μέρα, ο Αργύρης ανέβηκε πάνω σε μια πέτρα στην πλατεία και φώναξε:

– Χωριανοί, τώρα η τιμή θα ανέβει! Πενήντα χιλιάδες δραχμές τη μία! Μα πρέπει να φύγω για την πόλη για δουλειές. Μέχρι να επιστρέψω, την αγορά θα την αναλάβει ο βοηθός μου, ο Σταύρος.

Ο Σταύρος ήταν νεαρός, με γέλιο φωτεινό και κομπολόι που το γύριζε νευρικά στα χέρια του. Φώναξε τους χωρικοί στο στάβλο που είχε γεμίσει αλεπούδες και τους είπε:

– Κοιτάξτε, ο Αργύρης μάζεψε εδώ μέσα τις αλεπούδες, και θα σας τις πουλήσω για 35 χιλιάδες δραχμές τη μία. Όταν γυρίσει, τις πουλάτε για 50 χιλιάδες δραχμές τη μία και βγάζετε κέρδος!

Οι χωρικοί ξαφνιάστηκαν. Στριμώχτηκαν μεταξύ τους, έβγαλαν πουγκιά και κουμπαράδες, πήραν δανεικά, άλλοι πούλησαν κατσίκια, άλλοι άδειασαν τις οικονομίες που φύλαγαν για να παντρέψουν τις κόρες τους, κι αγόρασαν όλες τις αλεπούδες από τον Σταύρο.

Και περίμεναν.

Μέρα περνούσε, νύχτα περνούσε. Ο Αργύρης δεν φαινόταν. Ο Σταύρος εξαφανίστηκε. Οι χωρικοί έμεναν στην πλατεία με τις αλεπούδες δεμένες με σκοινιά, κι εκείνες πεινούσαν και ξέφευγαν, έτρωγαν τις κότες και τα σταφύλια από τις αυλές, σκόρπιζαν τα ζυμωμένα καρβέλια που στέγνωναν στα παραθύρια.

Τότε κατάλαβαν.

Ο γερο-Θανάσης έβαλε το μπαστούνι στο χώμα και είπε με βαριά φωνή:

– Μας γελάσανε, χωριανοί. Πουλήσαμε τις ψυχές μας για λίγες δραχμές και πήραμε πίσω αλεπούδες που δεν τις θέλει κανείς.

Και μια αλεπού, με μάτια φωτεινά σαν δυο μικρά φεγγάρια, τον κοίταξε και κούνησε την ουρά της. Ύστερα έτρεξε στο σκοτάδι, αφήνοντας πίσω της τον αέρα να μυρίζει χώμα και φως, θυμίζοντας στους χωρικούς πως το δάσος ανήκει στις αλεπούδες, και πως το κέρδος δεν γεμίζει την καρδιά όπως η γαλήνη.

Από τότε, οι Βαλτσινιώτες έμαθαν να μην πιστεύουν εύκολα τον κάθε ξένο που τους τάζει εύκολο κέρδος. Έμαθαν να μετρούν την αξία όχι με τις δραχμές, μα με τον κόπο και την αλήθεια της ψυχής τους. Και λένε ότι τις νύχτες, όταν το φεγγάρι φωτίζει το Βαλτινό, φαίνεται καμιά φορά η σκιά του Αργύρη να τριγυρίζει στις άκρες του Λόγκου, ψάχνοντας τις αλεπούδες που έμαθαν ξανά να τρέχουν ελεύθερες.

Και όταν βλέπουν μια αλεπού να στέκει αγέρωχη στις καλαμιές, οι παππούδες λένε στα εγγόνια τους:

– Πρόσεχε, μικρέ. Μη γίνεις σαν τον Αργύρη, που πούλησε τον λόγο του για λίγες δραχμές, κι έπειτα χάθηκε. Μάθε να σέβεσαι το δάσος και την αλεπού, γιατί η αληθινή αξία δεν μετριέται με λεφτά.

Κι έτσι, το Βαλτινό θυμάται πάντα εκείνη την ιστορία, κάθε φορά που κάποιος υπόσχεται πλούτη γρήγορα, για να θυμίζει στους ανθρώπους πως τα πιο πολύτιμα πράγματα στη ζωή είναι εκείνα που δεν μπορείς να αγοράσεις ούτε να πουλήσεις.

Γιατί στο τέλος, εκείνος που κυνηγάει το κέρδος, αν δεν προσέξει, κυνηγάει τον εαυτό του.

Και αν δεν προσέξει ακόμα περισσότερο, μπορεί να καταλήξει να αγοράζει τις ίδιες του τις αλεπούδες, πιστεύοντας πως αγοράζει τον ίδιο τον πλούτο.

Κι έτσι, έζησαν αυτοί καλά, κι έμαθαν να προσέχουν, κι οι αλεπούδες καλύτερα, τρέχοντας ξανά ελεύθερες στα δάση του Βαλτινού, εκεί που οι άνθρωποι σιγά σιγά έμαθαν να μη μετρούν την ελευθερία με λεφτά.


Σημ.: Το παραμύθι είναι αλληγορία της Wall Street, των χρηματιστηριακών κύκλων, των οικονομικών φουσκών και των πυραμίδων πλουτισμού, με απλή γλώσσα κατανοητή για παιδιά και μεγάλους.


Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2025

Το χταβάκι στη μπόρα (Του Χάρη Αγγελή)

 

Το απόγευμα, πάνω από τον Κόζιακα, μαζεύτηκαν μαύρα σύννεφα που χαμήλωναν τόσο, σαν να ’θελαν να σκουπίσουν τις κορφές των ελάτων. Ο αέρας γύρισε απότομα και τα χελιδόνια άρχισαν να σχίζουν το χώμα με τις φτερούγες τους, προειδοποιώντας, με τον δικό τους τρόπο, πως έρχεται μπόρα.

— Θα βρέξει, είπε η μάνα, τραβώντας το μαντίλι πίσω από το μέτωπό της. Πάμε στο λιβάδι να μαζέψουμε γομαροβουνιές.

Δεν ήταν ώρα για αναβολές. Πήρε δυο άδεια σακιά, τα δίπλωσε όπως έκανε κάθε φορά, τα ’βαλε στη μασχάλη και βγήκε στην αυλή. Τα δίδυμα, πιασμένα από τη φούστα της, την ακολουθούσαν όπως τα μικρά κατσίκια τη μάνα τους, κι ο Λαζαράκος με τον Χάρη περπατούσαν πίσω τους, άλλοτε σοβαρά, άλλοτε σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον.

Καθώς προχωρούσαν, ο αέρας δυνάμωνε και μύριζε αυτό το γνώριμο, πρώτο άρωμα της βροχής που ξεσηκώνει το χώμα πριν καν πέσει η πρώτη σταγόνα. Η μάνα, ξυπόλυτη, με τις φαρδιές και σκληρές πατούσες που είχαν φάει νύχια και πέτρες, έτρεχε από βουνιά σε βουνιά. Έσκυβε, άρπαζε δυο-τρεις μαζί με τα χοντρά της δάχτυλα, τις πετούσε μέσα στο σακί και συνέχιζε σαν να την κυνηγούσε η μπόρα.

Το δεύτερο σακί το ’στρωσε στο χώμα.
— Καθίστε εδώ, μωρέ, είπε στα δίδυμα.
Κι εκείνα κάθισαν, κουρνιασμένα μέσα στον ήχο του αέρα, που όλο δυνάμωνε.

Οι πρώτες αστραπές έσκισαν τον ουρανό, ακολουθούμενες από σιγανά, προμηνύοντα μπουμπουνητά. Ο Χάρης όλο και απομακρυνόταν, ψάχνοντας τις πιο στεγνές, τις «καλές» βουνιές, ενώ ο Λαζαράκος κάθισε μαζί με τα δίδυμα, να τα προσέχει, όπως τον είχε βάλει η μάνα.

Τότε φάνηκε από μακριά ο θείος ο Γιάννης, με το στιβαρό περπάτημά του, να κατηφορίζει από τη μεριά της φλέβας. Ήταν τσομπάνος, με κοπάδι μεγάλο και τσαρδάκι.

— Αδερφή! φώναξε, κουνώντας το χέρι του.

Μα πριν προλάβει να πλησιάσει, μια λάμψη εκτυφλωτική άστραψε και σχεδόν ταυτόχρονα ένας κρότος, δυνατός σαν κανονιά, τάραξε τα παιδιά. Τα δίδυμα πετάχτηκαν πάνω ουρλιάζοντας, ο Λαζαράκος τα μάζεψε όπως όπως, κι όλοι μαζί το ’βαλαν στα πόδια για το σπίτι. Ο Χάρης, που τον έκανε να ανατριχιάσει ο κρότος, έτοιμος να φύγει κι αυτός, στάθηκε για ένα δευτερόλεπτο και δεν ήξερε προς τα πού. Κι έτσι, σχεδόν από τύχη, έμεινε με τη μάνα.

Ο Γιάννης έφτασε κοντά, χαιρέτησε, χάιδεψε τον μεγάλο ανιψιό στο κεφάλι και είπε:
— Χαριλάκο… η σκύλα μου γέννησε τρία χταβάκια. Θες να πάρεις ένα;

Η μάνα άνοιξε το στόμα της να πει «άσε τώρα μ’ αυτά», αλλά ο Χάρης δεν περίμενε:
— Το θέλω!

Η βροχή άρχισε να πέφτει σε χοντρές, αδέξιες ψιχάλες. Ο Γιάννης έστριψε για το τσαρδί κι η μάνα φόρτωσε τα σακιά στην πλάτη, κι ο Χάρης, λες και είχε ξεχάσει τη μπόρα, χοροπηδούσε από χαρά μπροστά.

Το επόμενο πρωί, στην κανίστρα, βρήκε το χταβάκι. Ήταν ένα κουβάρι ασπρόμαυρων, μαλακών τριχών, παχουλό και κεφάτο αλλά και τρομαγμένο από τη μοναξιά. Έσκουζε ασταμάτητα. Ο Χάρης το πήρε στην αγκαλιά του, του ζέστανε το σώμα με τις παλάμες του και του έφερε μια μψούρα γεμάτη γάλα. Το σκυλάκι γύριζε το κεφάλι πέρα-δώθε, ψάχνοντας τη μάνα του. Μα στο τέλος, κουρασμένο, βύθισε τη γλώσσα του στο γάλα και άρχισε να πίνει.

Η μάνα παρακολουθούσε από την πόρτα με το ένα χέρι στη μέση και τ’ άλλο στο κατώφλι.
— Θα σε βρει δουλειά αυτό το χταβάκι, του είπε, μα ο Χάρης δεν άκουγε, ήταν όλος ένα χαμόγελο.

Ο πατέρας γύρισε το μεσημέρι. Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που έφευγαν συχνά, αλλά γύριζαν πάντοτε με μια ιδέα, μεγάλη ή μικρή, αδύνατη ή παράξενη. Ακουγόταν η φωνή του μόλις έμπαινε στην αυλή.

— Σταματήστε! φώναζε στα παιδιά που έτρεχαν. Λέμε να χτίσουμε αχυρώνα! Ψηλό… σαν το σπίτι. Αύριο-μεθαύριο μπορεί να το χρησιμοποιήσει κι ένας από σας.

Η μάνα έγνεφε αρνητικά.
— Θα μας κοστίσει, άνθρωπέ μου.
Κι η γιαγιά, από την άκρη του δωματίου:
— Θα μπεις σε βάσανα, παιδί μ'… 

Αλλά εκείνος είχε ήδη αποφασίσει.

Ο Λαζαράκος έτρεξε πρώτος κοντά του.
— Μπαμπάκα, πήραμε χταβάκι!

Ο πατέρας χαμογέλασε, μαλάκωσε το βλέμμα του.
— Το είδα, βρε παιδί μ’. Ένα τέτοιο είχα κι εγώ μικρός. Ε, μάνα; Το θυμάσαι; Γκέκα το φωνάζαμε.

Και σαν να ήταν αυτή η πιο φυσική συνέχεια του κόσμου, έτσι βαφτίστηκε κι αυτό:
Γκέκας.

Από εκείνη τη στιγμή, το χταβάκι δεν έμεινε ποτέ μόνο. Τα παιδιά το κουβαλούσαν αγκαλιά, το χάιδευαν, του μιλούσαν, κι ο μπέμπης, που δεν ήξερε να ξεχωρίζει παιχνίδι από ζωντανό, το ’πιανε από το τομάρι και προσπάθησε μια-δυο φορές να το βάλει στο στόμα του.

Ο Γκέκας μεγάλωνε μέσα στο χαμόγελο των παιδιών και στη φασαρία του σπιτιού, κάτω από τον ουρανό του Κόζιακα που άλλοτε μούγκριζε κι άλλοτε γέλαγε. Κι εκείνο το απόγευμα της μπόρας, που όλα άρχισαν μέσα στη μυρωδιά της βροχής, έμελλε να γίνει για τον Χάρη η πρώτη σοβαρή ανάμνηση: η μέρα που ένα σκυλί μπήκε στη ζωή τους, όπως μπαίνει ένα δώρο απρόσμενο, ξαφνικό, τρυφερό και γεμάτο υποσχέσεις.


Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

 

Κοιτάζω τη νύχτα που καταφθάνει γαλαζιάζοντας τα βουνά και μαζί της νιώθω την περίεργη αίσθηση που επιβάλει στην επικράτειά της η κατάσταση της μοναξιάς. Ψιθυρίζω για βοήθειά μου τη Σαπφώ: «…μέζαι δὲ νύκηες, παρὰ δ’ ἔρτεθ’ ὥρα· ἐγὼ δὲ μόνα καθεύδω». Μεσάνυχτα, γλιστρά η ώρα φεύγοντας κι εγώ κοιμάμαι τόσο μόνη. Συνεχίζω και με τον Ασκληπιάδη: «ἦν…νυξ καὶ τὸ τρίτον ἄλγος ἔρωτι οἶνος καὶ Βορέας ψυχρός ἐγὼ δὲ μόνος». Βαθιά νύχτα ήταν κι ερχόταν ένας τρίτος ερωτικός πόνος, το κρασί. Φύσαγε κρύος Βοριάς κι εγώ ήμουνα τόσο μόνος. Έλα λοιπόν νύχτα και φέρε μου αυτά που συνηθίζεις να φέρεις στους μοναχικούς. Επειδή, ξαναλέω λόγια του Ασκληπιάδη «νύξ, σὲ γὰρ, οὑκ ἄλλην μαρτύρομαι», νύχτα, εσένα μόνο καλώ για μάρτυρα.

Του Ηλία Κεφάλα


Εκκλησιασμός των σχολείων του Βαλτινού στη γιορτή του Αγίου Στυλιανού

 

Την Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2025, ημέρα αφιερωμένη στη μνήμη του Αγίου Στυλιανού, προστάτη των παιδιών, τα σχολεία του Βαλτινού εκκλησιάστηκαν με τάξη και ευλάβεια στον ναό του Αγίου Αθανασίου.

Από νωρίς το πρωί, οι μαθητές και οι εκπαιδευτικοί συγκεντρώθηκαν στην αυλή του σχολείου και, με μια λιτή και γιορτινή πομπή, κατευθύνθηκαν προς την εκκλησία. Ο χειμωνιάτικος αέρας είχε μια γλυκιά καθαρότητα, ενώ ο ήλιος, χαμηλός και χρυσός, φώτιζε το καμπαναριό του ναού, σαν να υποδεχόταν τη μικρή μαθητική κοινότητα.

Οι μαθητές συμμετείχαν στη Θεία Λειτουργία με σεμνότητα, ενώ στο τέλος ψάλθηκε ειδική δέηση για την υγεία και την πρόοδό τους.

Έτσι, η γιορτή του Αγίου Στυλιανού στο Βαλτινό πήρε και φέτος τον χαρακτήρα μιας ζεστής, ανθρώπινης συνάντησης ανάμεσα στην παράδοση, στην πίστη και στη μαθητική ζωή.


Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2025

Μπρος η Παγωνιά, πίσω οι Γναίκες (Με τη γλώσσα του τόπου μας)

 

Μητράνας: Καλά που απόμεινε κι ένα καφενείο στο χωριό μας, να ξεσκάζουν λίγο οι παππούδες! Άιντι, βρε Βασίλη, ρίξε κάνα κούτσουρο μέσα στη σόμπα, παγώσαμε! Ξέρεις τι ξεροπαγιά έχει έξω;

Βασίλης: Καλά μωρέ… με έναν καφέ κι ένα τσίπουρο που ήπιατε θέλετε και ζέστα; Εγώ από μέσα είμαι, δεν βγαίνω από το καφενείο. Θα το κλείσω στο τέλος, και να δω πού θα πηγαίνετε όταν σας διώχνουν οι γυναίκες από το σπίτι, για να ανοίξουν κάνα παράθυρο να ξεμυρίσει το δωμάτιο από τις βρωμοκλανιές που αμολάτε! Ξέρεις άραγε πόσο έχουν τα ξύλα; Από πού να τς βρω εγώ τς παράδες; Με τς πορδές δε βάφονται τ’ αυγά! Τρεις κι ο κούκος μείνατε στα σπίτια, κι έρχεστε όλοι εδώ να πυρωθείτε.

Κώτσιος: Καλά τα λες, Βασίλη. Τζάμπα θα τους ζεσταίνεις; Αλλά κι αυτοί οι καψεροί, πού να πάνε να κουρνιάσουν και να γλιτώσουν από τη γκρίνια, και να δουλέψει και λίγο ο… εξαερισμός. Γιατί, άμα μεγαλώσει ο άνθρωπος, ή θα βήχει ή θα κλάνει! Αυτοί θα βομβαρδίζουν κι οι γριές θα μουρμουρίζουν: «Ω, α γιε μ’, μας χτικιάσαν!»


Για τον ΟΠΕΚΕΠΕ (Από τη λαϊκή μούσα)

 


Αγρότες και τσοπάνηδες παράδες καρτεράνε

τις τσέπες μεγαλώσανε καλά να τις χωράνε.

Απ' τα σεντούκια βγάλανε τους μάλλινους τορβάδες

για να βολέψουν άνετα τ’ ΟΠΕΚΕΠΕ τ'ς παράδες.

 

Λένε θα δώσουν χρήματα τον μήνα Παχνιστή

μέχρι στιγμής δεν είδανε δεκάρα τσακιστή.

Όσο ζυγώνουν οι γιορτές το πείσμα μεγαλώνει

τα νεύρα και η πίεση σαν πυρετός φουντώνει.

 

Περίμεναν, περίμεναν, έσκασαν καρτερώντας

φραπέδες και χασάπηδες τεντώθηκαν γελώντας.

Είναι για γέλιο φίλοι μου μα είναι και για κλάμα

σαν τα κοράκια πέσανε και τα ’φαγαν αντάμα.

 

Από καιρό ξεκίνησε αυτό το φαγοπότι

σκάρωσαν σχέδιο έξυπνο, δεν είναι ότι κι ότι.

Οι τυροκόμοι σκέφτονται θα μείνουν δίχως γάλα

κι οι γεωπόνοι τρέμουνε τα φέσια τα μεγάλα.

 

Ξεχάστε τα λουκάνικα, μπριζόλες, τσιγαρίδες

αυτά εδώ τα γεύτηκαν λογιών λογιών ακρίδες.

Ξεχάστε γουρουνόπουλο και παγωμένη μπύρα

φέτος σκληρά σας φέρθηκε και μ’ απονιά η μοίρα.


Του Λευτέρη Μήτσιου

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2025

«Το σπίτι που μύριζε γη» (της Ρούλας Σταυρέκα)

 

Το σπίτι μας στο χωριό έστεκε εκεί, στην άκρη του δρόμου, σαν κουκούλι ζεστό για τις μέρες του χειμώνα και τις νύχτες που η βροχή μαστίγωνε τις κεραμίδες της στέγης. Δεν ήταν μεγάλο, μα για εμάς ήταν ολόκληρος ο κόσμος. Δύο υπνοδωμάτια, ένα μικρό χωλ, μια κουζίνα πιο στενή κι από διάδρομο, κι όμως μέσα του χώραγε μυρωδιές, φωνές, όνειρα και κουβέντες ψιθυριστές, δίπλα στη σόμπα.

Στο πρώτο δωμάτιο κοιμόμασταν όλοι μαζί. Εκεί βασίλευε η σόμπα, εκεί ζεσταινόταν η ψυχή μας. Τα δύο μεγάλα κρεβάτια ήταν πάντα στρωμένα με βαριά σκεπάσματα, που κάθε πρωί η μάνα δίπλωνε προσεκτικά πάνω στο μπαούλο. Εκεί μέσα φύλαγε τα «καλά» μας: πουκάμισα καθαρά, φουστάνια γιορτινά, ένα παλιό κουστούμι του πατέρα για το Πάσχα και τους γάμους. Το κιλίμι κάτω από τα πόδια μας, δικό της έργο στον αργαλειό, άπλωνε χρώματα στο πάτωμα: πεταλούδες που έμοιαζαν έτοιμες να πετάξουν και ρίγες σαν ρυάκια.

Το «καλό» δωμάτιο, όπως το λέγαμε, ήταν το στολίδι του σπιτιού. Μπαίναμε σπάνια, μόνο όταν είχαμε επισκέπτες ή μεγάλες γιορτές. Ένα μονό κρεβάτι στο πλάι, ένα τραπέζι στη μέση με το μεσάλι το δαμασκηνί, τα πιάτα και τα φλιτζάνια απείραχτα, λες και περίμεναν κάποιον σπουδαίο. Ο γιούκος στη γωνία έμοιαζε με λόφο από μάλλινα: κουβέρτες, σεντόνια, υφαντά όλα φτιαγμένα από τα χέρια της μάνας και κρυμμένα προσεκτικά κάτω από μια μυρωδιά ναφθαλίνης. Στα παράθυρα οι κουρελούδες φώναζαν με τα χρώματά τους πως εδώ μέσα ζούσε χαρά, ακόμα κι αν τα πράγματα ήταν λιγοστά.

Η κουζίνα… αχ, η κουζίνα μας! Στενή, χωρίς παράθυρο, μόνο μια τρύπα στον τοίχο, που το βράδυ η μάνα την έκλεινε με μια κουρελού για να μη μπουν τα ζλάπια. Εκεί, σ’ ένα μισοχαλασμένο τραπέζι, έτρωγαν οι γονείς μου ό,τι είχε απομείνει από το μεσημέρι. Στον πάγκο, τα πιάτα μας, ένα ταψί, η κατσαρόλα, το μπρίκι κι η γκαζιέρα, κι όλα έλαμπαν σαν ασημικά. Τα έτριβε η μάνα με σύρμα και σαπούνι, και μετά μαγείρευε τα πιο νόστιμα φαγητά. Κι όταν άνοιγε το καπάκι της κατσαρόλας, μοσχοβολούσε όλο το σπίτι, σαν να έμπαινε μέσα η άνοιξη.

Τα πρωινά, πριν καλά-καλά ανοίξουμε τα μάτια μας, εκείνη ήταν όρθια. Μας έντυνε, μας χτένιζε, κι ύστερα έτρεχε στα ζώα: τάιζε την αγελάδα, το γουρούνι, τις κότες. Κι όταν τελείωνε με όλα αυτά, δεν έβρισκε ανάπαυση. Έπιανε το ψηλό φουκάλι, σκούπιζε την αυλή με μια σκούπα από χόρτο που έφτιαχνε μόνη της, κι ύστερα άδειαζε το γκιούμι με νερό από την τουλούμπα για να καταβρέξει το χώμα. Τότε, η αυλή μας μοσχοβολούσε, μυρωδιά φρέσκου χώματος, νοτισμένου χορταριού και ήλιου που ανέβαινε σιγά πίσω από τα δέντρα.

Θυμάμαι που έπαιρνα το χώμα στα χέρια μου, το έπλαθα σε μικρά κουλουράκια, μόνο για να το μυρίζω. Ήταν σαν να έπλαθα ξανά το σπίτι μας, κόκκο τον κόκκο, για να μην το χάσω ποτέ. Γιατί το σπίτι μας, μικρό και φτωχικό όπως ήταν, είχε μέσα του όλα όσα χρειαζόμασταν: τη μάνα, τη θαλπωρή της σόμπας, το γέλιο που χανόταν μέσα στις κουρελούδες, τη μυρωδιά του φρεσκοπλυμένου κιλιμιού και της γης.

Κι όταν κάποτε έφυγα από εκεί, έμεινε πίσω του άδειο, μα εγώ, κάθε που γυρνάω με το μυαλό, το βλέπω ακόμα όπως τότε. Με τις πεταλούδες στο κιλίμι να πετούν, τη μάνα να σκουπίζει την αυλή και τον ήλιο να τρυπώνει μέσα από την τρύπα της κουζίνας, σαν ευχή που ποτέ δεν έσβησε.


Ντύθηκε Χριστούγεννα το Κυλικείο του Γυμνασίου και Λυκείου Βαλτινού

 

Βάλαμε και φέτος τα γιορτινά μας στο κυλικείο του Γυμνασίου και Λυκείου Βαλτινού, δημιουργώντας μια ζεστή και χαρούμενη χριστουγεννιάτικη γωνιά για μαθητές και καθηγητές. Η Δώρα Περεντίδου, σε μια πρόσφατη ανάρτησή της στο Facebook, μοιράστηκε στιγμιότυπα από τον στολισμένο χώρο, προσφέροντας σε όλους μια πρώτη γεύση από το εορταστικό κλίμα που ήδη απλώνεται στο σχολείο.

Μέσα από τις φωτογραφίες ξεχωρίζουν οι όμορφες, χειροποίητες συνθέσεις με φυσικά κλαδιά, τα διακοσμητικά φύλλα και τα χριστουγεννιάτικα στολίδια που δίνουν έναν γήινο, παραδοσιακό χαρακτήρα στον χώρο. Στο Κυλικείο, τα ξύλινα τραπέζια με τα κόκκινα και γκρι καθίσματα πλαισιώνονται από καλαίσθητες γιρλάντες, ενώ στο ταβάνι κρέμονται λεπτοδουλεμένες κατασκευές με κλαδιά και ασημένια φύλλα που θυμίζουν χειμωνιάτικο δάσος.

Η φροντίδα και η δημιουργικότητα της διακόσμησης αντανακλούν το πνεύμα των Χριστουγέννων: ζεστασιά, προσμονή και συλλογικότητα. Το κυλικείο μετατράπηκε σε έναν όμορφο χώρο όπου οι μαθητές μπορούν να απολαύσουν τις στιγμές τους, να χαλαρώσουν και να νιώσουν τη μαγεία των γιορτών μέσα στην καθημερινότητά τους.

Με τέτοιες πρωτοβουλίες, το σχολείο γίνεται όχι μόνο τόπος μάθησης, αλλά και χώρος χαράς, συνεργασίας και δημιουργίας, ένα σημείο όπου το χριστουγεννιάτικο πνεύμα βρίσκει τη θέση του κάθε χρόνο.



Από παλάμη σε παλάμη

 

Στο απαλό φως μιας κουζίνας που μοιάζει έξω από τον χρόνο, δυο χέρια συναντιούνται: το χέρι που γνωρίζει και το χέρι που μαθαίνει. Το ένα, αυλακωμένο από χρόνια δουλειάς και ιστοριών, κρατά τον πηχτό κόπο της μνήμης. Το άλλο, λείο, άπειρο, απλώνεται με λαχτάρα να καταλάβει, να νιώσει, να συνεχίσει.

Η παράδοση είναι ζύμη που πλάθεται ξανά και ξανά. Είναι εκείνο το άγγιγμα της στιγμής όπου ο μεγαλύτερος δεν διδάσκει απλώς μια τεχνική, αλλά παραδίδει έναν τρόπο ύπαρξης. Κι ο νεότερος δεν μαθαίνει μόνο πώς να πλάσει το ψωμί, αλλά πώς να στέκεται μέσα στον κόσμο: με υπομονή, με σεβασμό, με αίσθηση ότι τίποτα δεν αρχίζει από το μηδέν.

Η παράδοση είναι μια πράξη αγάπης. Δεν κρατά για τον εαυτό της, αλλά χαρίζει. Δεν δένει, μονάχα συνδέει. Και όσο ένα παιδί μαθαίνει να πλάθει ψωμί δίπλα σε έναν άνθρωπο μεγαλύτερο, τόσο ο κόσμος βρίσκει έναν ακόμη λόγο να μένει ζεστός και ανθρώπινος.

Έτσι συνεχίζεται η ζωή: από χέρι σε χέρι, από ζύμη σε ψωμί, από ανάμνηση σε μέλλον. Ένας ήσυχος κύκλος που δεν σπάει ποτέ.


Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2025

Διήμερο Κινηματογραφικό Εργαστήριο

«Κινηματογραφώντας τον Υδάτινο Κόσμο: Η ρευστότητα της φύσης και της κοινωνίας»

Με εισηγητή τον σκηνοθέτη Βασίλη Λουλέ
Μουσείο Τσιτσάνη, Τρίκαλα  21–22 Νοεμβρίου 2025

Το διήμερο κινηματογραφικό εργαστήριο «Κινηματογραφώντας τον Υδάτινο Κόσμο: Η ρευστότητα της φύσης και της κοινωνίας» ολοκληρώθηκε με επιτυχία στο Μουσείο Τσιτσάνη στα Τρίκαλα, στις 21 και 22 Νοεμβρίου 2025. Με εισηγητή τον διεθνώς αναγνωρισμένο σκηνοθέτη Βασίλη Λουλέ, δημιουργό ταινιών όπως Μια μεγάλη οικογένεια, Συναντήσεις με τη μητέρα μου Λέλα Καραγιάννη, Φιλιά εις τα παιδιά και Πέρασα κι εγώ από κει κι είχα παπούτσια από χαρτί, το εργαστήριο συγκέντρωσε ομάδα είκοσι συμμετεχόντων που επιθυμούσαν να εμβαθύνουν στη γλώσσα του κινηματογράφου μέσα από μια ιδιαίτερη θεματική: τον «Υδάτινο Κόσμο».

Το εργαστήριο πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους, με θεματικό άξονα «Ποτάμια: Ζωής Ευεργέτες». Η διοργάνωση έγινε από το Ελληνικό Δίκτυο Δήμων με Ποτάμια, σε συνεργασία με τον Δήμο Τρικκαίων και με τη χρηματοδότηση του Πράσινου Ταμείου. Στόχος ήταν να αναδειχθεί όχι μόνο η οικολογική και πολιτισμική σημασία των ποταμών, αλλά και η βαθύτερη σχέση τους με την ανθρώπινη ιστορία και καθημερινότητα.

Προβολές, ανάλυση και βιωματική προσέγγιση

Το πρόγραμμα του εργαστηρίου ήταν πολυεπίπεδο και εμπλουτισμένο με δραστηριότητες που αξιοποίησαν την εμπειρία και τη διδακτική μέθοδο του Βασίλη Λουλέ. Οι συμμετέχοντες παρακολούθησαν προβολές επιλεγμένων ταινιών, οι οποίες άνοιξαν δρόμους για συζήτηση και ερμηνευτική προσέγγιση της έννοιας της «ρευστότητας», της φύσης, του χρόνου, της μνήμης, αλλά και της ίδιας της κοινωνίας.

Ακολούθησε ανάλυση κινηματογραφικών αποσπασμάτων, όπου αναδείχθηκαν ζητήματα αφήγησης, σύνθεσης της εικόνας και κινηματογραφικής ματιάς. Παράλληλα, οι βιωματικές ασκήσεις έδωσαν την ευκαιρία στους συμμετέχοντες να αναπτύξουν την παρατηρητικότητα και την ευαισθησία τους ως δημιουργοί, εστιάζοντας στη λεπτομέρεια, στη σχέση ανθρώπου και τοπίου, και στον τρόπο με τον οποίο ένα φυσικό στοιχείο -όπως το νερό - μπορεί να λειτουργήσει ως αφηγηματικός πυρήνας.

Πρακτικό μέρος: ο Ληθαίος ως πρωταγωνιστής

Στο πρακτικό σκέλος του εργαστηρίου, οι συμμετέχοντες πραγματοποίησαν ντοκιμαντερίστικες λήψεις στον Ληθαίο ποταμό, το υδάτινο στοιχείο που διατρέχει την πόλη των Τρικάλων. Με καθοδήγηση από τον εισηγητή, εξερεύνησαν τρόπους καταγραφής της ροής, του ήχου, της κινητικότητας και της ποιητικής δυναμικής του τοπίου. Παράλληλα, εργάστηκαν στην καταγραφή προφορικών μαρτυριών, όπως αυτή της συγγραφέως Τούλας Τίγκα, συνδέοντας το φυσικό περιβάλλον με τη συλλογική μνήμη, τις προσωπικές ιστορίες και τις κοινωνικές αναγνώσεις που συνοδεύουν το ποτάμι.

Η μεθοδολογία του Βασίλη Λουλέ, εμπλουτισμένη από την πολυετή εμπειρία του σε εργαστήρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αλλά και από την εκτενή περιοδεία του σε 32 πανεπιστήμια των ΗΠΑ και του Καναδά, έδωσε στο διήμερο χαρακτήρα ουσιαστικής μαθησιακής διεργασίας. Οι συμμετέχοντες ήρθαν σε επαφή με πρακτικά εργαλεία που μπορούν να αξιοποιήσουν τόσο σε καλλιτεχνικές όσο και σε εκπαιδευτικές ή ερευνητικές εφαρμογές.

Στόχοι και αποτελέσματα

Κεντρικός στόχος του εργαστηρίου ήταν η καλλιέργεια «ενός άλλου βλέμματος», ενός βλέμματος που διαβάζει πίσω από τις επιφάνειες, που κατανοεί τη ρευστότητα ως μεταφορά και ως πραγματικότητα, που προσεγγίζει τις ιστορίες των ανθρώπων με ευαισθησία και κινηματογραφική ποιητικότητα.

Οι συμμετέχοντες, μέσα από θεωρητική και πρακτική εξάσκηση, απέκτησαν πολύτιμες δεξιότητες:

-γνώρισαν νέες μεθόδους αφήγησης και καταγραφής,

-εξάσκησαν τη φαντασία και την ερευνητική τους ματιά,

-έμαθαν να χρησιμοποιούν το υδάτινο στοιχείο ως αφετηρία δημιουργίας,

-και δημιούργησαν υλικό που μπορεί να αποτελέσει βάση για μελλοντικές καλλιτεχνικές ή εκπαιδευτικές δράσεις.

Το εργαστήριο στο Μουσείο Τσιτσάνη αποτέλεσε μια ζωντανή και δημιουργική συνάντηση ανθρώπων με κοινό ενδιαφέρον για τον κινηματογράφο και την τέχνη της παρατήρησης. Παράλληλα, ανέδειξε το ποτάμι όχι μόνο ως φυσικό πόρο, αλλά και ως αφηγηματικό και κοινωνικό σύμβολο , έναν «ευεργέτη ζωής», όπως εύστοχα ονομάζει το Φεστιβάλ τους ποτάμιους άξονες της Ευρώπης.

Σε μια εποχή όπου η φύση και η κοινωνία βρίσκονται σε συνεχή μεταμόρφωση, ο κινηματογράφος γίνεται το εργαλείο εκείνο που μας επιτρέπει να δούμε, να αισθανθούμε και να ξανασκεφτούμε τον κόσμο μέσα από τη ρευστότητά του. Το διήμερο των Τρικάλων απέδειξε πως η τέχνη μπορεί ακόμη να προσφέρει χώρο για συλλογική εμπειρία, δημιουργική έμπνευση και βαθύτερη κατανόηση της πραγματικότητας που μας περιβάλλει.

Ακολουθεί φωτορεπορταζ:

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2025

Τα κορίτσια του Βαλτινού με τις πάνινες σάκες

 

Βλέποντας τη φωτογραφία του 1949 από το Δημοτικό Σχολείο Βαλτινού, αναδύεται μια εποχή δύσκολη και συνάμα γενναία. Περίπου τριάντα μικρά κορίτσια, μαθήτριες του χωριού, ποζάρουν μπροστά στο πέτρινο σχολείο τους - το λιτό, γερό οικοδόμημα που συμβολίζει τη στέρεη πίστη στη γνώση. Οι ενδυμασίες τους απλές, τα μάλλινα φορέματα και τα σακάκια μοιάζουν να κουβαλούν πάνω τους το βάρος των χρόνων, ενώ οι πάνινες σάκες -υφαντές από τα χέρια των μανάδων στον αργαλειό- μαρτυρούν έναν κόσμο αυτάρκειας και δημιουργίας μέσα στη φτώχεια.

Κι όμως, μέσα στα βλέμματά τους δεν υπάρχει ούτε λύπη ούτε υποταγή. Υπάρχει φως. Ένα φως παιδικό, καθαρό, που διαπερνά τη σκόνη των μετεμφυλιακών χρόνων και αφήνει να φανεί η ελπίδα μιας Ελλάδας που προσπαθεί να σταθεί ξανά όρθια. Εκείνη την εποχή, το σχολείο δεν ήταν απλώς χώρος μάθησης, ήταν πράξη αντίστασης, τρόπος ανορθώσεως ψυχής και συλλογικής αξιοπρέπειας. Οι δασκάλες και οι δάσκαλοι, οι μικρές μαθήτριες, οι οικογένειες του χωριού, όλοι πίστευαν ότι μέσα από την παιδεία μπορεί να ξαναγεννηθεί ο τόπος.

Το Βαλτινό του 1949 δεν είχε ανέσεις, είχε όμως ψυχή. Το χέρι που ύφαινε τη σχολική τσάντα ήταν το ίδιο που έσπρωχνε το παιδί προς το μέλλον. Και τα παιδιά, με τα καθαρά πρόσωπα και τα ταπεινά ρούχα, γίνονταν φορείς μιας νέας αρχής. Μέσα από εκείνη τη σιωπηλή φωτογραφία, ακούγεται ακόμη ο ψίθυρος του σχολείου, η ανάσα του χωριού, το κάλεσμα της γνώσης.

Γιατί κάθε βλέμμα αυτών των κοριτσιών είναι μια υπόσχεση: πως όσο υπάρχουν παιδιά που κοιτούν με πίστη το αύριο, καμιά δυσκολία δεν μπορεί να σβήσει το φως της μάθησης, ούτε να σκεπάσει την αξιοπρέπεια ενός λαού που ξέρει να αναγεννιέται από τις στάχτες του.


ΚΑΛΑΜΠΟΚΙΑ

 

Κάτω από τον μονολεκτικό αυτόν τίτλο αναπτύσσεται ένα από τα καλύτερα ποιήματα του Άρη Δικταίου (Κώστα Κωνσταντουδάκη 1919-1983). Χρυσές ανταύγειες καλαμποκιών, νεανικές αγάπες απαγορευμένες, ατμοί μνήμης και πόνου και η κούραση του να θυμάσαι. «Σαν σπυρί καλαμποκιού ήταν το φεγγάρι», λέει ο ποιητής, κι η νύχτα της μνήμης ασημόφεγγε μέσα στις φυτείες του καλαμποκιού, όταν πήγε να τον βρει η αγάπη κι ύστερα έπεσε η άλλη νύχτα που «δεν περιμένει καμιάν αυγή». «Ο χρόνος μακρύς, σταχτής και κίτρινος», ξαναλέει ο ποιητής και γυρίζει πάντα στη στιγμή που μέσα στο φούντωμα του καλαμποκιού άστραψε το φονικό μαχαίρι. Ύστερα χαμένα χέρια, σκονισμένα μάτια, βήματα βαριά που σπάζανε τα καλαμπόκια, σπάζουν ακόμα όλα τα καρέ της θύμησης. Κι αργότερα, στο θλιβερό παρόν, όταν τα νέα παιδιά θα διαβάζουν τους στίχους αυτούς, σκέφτεται ο ποιητής, θα ψάχνουν να βρουν ποιος ήταν αυτός που τα καλαμπόκια τον έκρυψαν για πάντα. Σαν μέσα σε θρήνο ο ποιητής αναθυμάται, ενώ τα καλαμποχώραφα ωριμάζουν επώδυνα πάντα κοντά στα πηγάδια, όπου μισότρελα απ’ τις μύγες και τον ήλιο γαϊδουράκια υποφέρουν τα δεινά της ύπαρξής τους. Ναι, η μνήμη θαμπώνει μπροστά στα σκοίνα και τις καλαμιές. Οι στίχοι του ποιήματος γίνονται μαχαίρια και με την ανάγνωση συνεχίζουν να σπάζουν ακόμα ατελείωτες κίτρινες καλαμιές. Αναζητήστε το.

Του Ηλία Κεφάλα

Απεβίωσε ο Χριστόφορος Χριστάκος

 

Απεβίωσε ο Χριστόφορος Χριστάκος την Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2025 σε ηλικία 84 ετών.

Ο Χριστόφορος Χριστάκος του Χαραλάμπου και της Βάιας, με καταγωγή από το Βαλτινό, γεννήθηκε το 1941 στο Μικρό Κεφαλόβρυσο. Παντρεύτηκε με την Παρασκευή, το γένος Βασ. Γρηγορίου και απόχτησαν δύο παιδιά, την Βάια και την Γεωργία.

Η Κηδεία θα γίνει το Σάββατο 22-11-2025 και ώρα 12:00η μεσημβρινή στον Ιερό Ναό  Αγίου Γεωργίου Μικρού Κεφαλοβρύσου Τρικάλων. Παρακαλούνται οι συγγενείς και φίλοι να προσέλθουν και να συνοδεύσουν την εκφορά αυτού.

Σημ.: Η σωρός θα μεταφερθεί στον Ιερό Ναό στις 22-11-2025 και ώρα 11:30 π.μ.


Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2025

Η ιστορική διαδρομή της γέφυρας του Αγίου Κωνσταντίνου Τρικάλων: ένα πέρασμα στον χρόνο

 

Στο κέντρο των Τρικάλων, εκεί όπου ο Ληθαίος χαράζει με το νερό του τη ραχοκοκαλιά της πόλης, υπήρχε για περισσότερους από δύο αιώνες μια γέφυρα που συνέδεε όχι μόνο δύο όχθες, αλλά και δύο εποχές. Η γέφυρα του Αγίου Κωνσταντίνου -παλιό πέρασμα, σημείο αναφοράς για γενιές Τρικαλινών- έζησε μια πορεία γεμάτη μεταμορφώσεις, καταστροφές και αναγεννήσεις, πριν τελικά περάσει στη μνήμη της πόλης στις 17 Νοεμβρίου 2025.

Η πρώτη της μορφή ανάγεται στον 18ο αιώνα. Τότε, το γεφύρι ήταν πέτρινο, χτισμένο με την τέχνη και τη λιτότητα της εποχής. Πήρε το όνομά του από τον γειτονικό ναό του Αγίου Κωνσταντίνου και στεκόταν δίπλα στα μεγάλα τουρκικά λουτρά, τα οποία επικοινωνούσαν απευθείας με το περίφημο Κουρσούμ τζαμί. Σε εκείνο το πολυπολιτισμικό τοπίο, το δίτοξο γεφύρι, μήκους περίπου τριάντα μέτρων και ύψους πέντε και πλέον μέτρων, αποτελούσε έναν αθόρυβο μάρτυρα της καθημερινής ροής ανθρώπων, εμπορευμάτων και ιστοριών.

Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος το 1881, η πόλη και οι υποδομές της άρχισαν να αλλάζουν όψη. Η γέφυρα του Αγίου Κωνσταντίνου διευρύνθηκε, προστέθηκαν πεζοδρόμια και μεταλλικά στηθαία, και το παλιό πέτρινο έργο απέκτησε την όψη ενός σύγχρονου για την εποχή περάσματος, ικανού να υποστηρίξει την αυξανόμενη κίνηση και τις νέες ανάγκες της πόλης.

Όμως η μοίρα του γεφυριού δεν ήταν γραμμένη να είναι ήρεμη. Το 1941, μέσα στη δίνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ανατινάχθηκε από βρετανικές δυνάμεις. Η καταστροφή αυτή, πέρα από στρατιωτικό πλήγμα, αποτέλεσε και σύμβολο μιας εποχής χαμένης μέσα στη βία και τις ανατροπές. Με τα χρόνια, και καθώς ο ποταμός διευθετήθηκε τεχνικά, εξαφανίστηκαν και τα τελευταία ίχνη του παλιού πέτρινου γεφυριού.

Ένα προσωρινό ξύλινο γεφύρι πήρε τη θέση του το 1949, ώστε οι κάτοικοι να συνεχίσουν να περνούν την όχθη. Κι έπειτα, το 1960, υψώθηκε η τσιμεντένια πεζογέφυρα που έμελλε να υπηρετήσει την πόλη για εξήντα και πλέον χρόνια. Λειτουργική, απέριττη, ένα ταπεινό αλλά αναγκαίο πέρασμα, έγινε μέρος της καθημερινότητας των Τρικαλινών. Όμως η μεγάλη πλημμύρα της καταιγίδας Daniel την κατέστησε πλέον επικίνδυνη, το πέρασμα που κάποτε ένωνε, είχε αρχίσει να γίνεται απειλή.

Και έτσι, στις 17 Νοεμβρίου 2025, η πεζογέφυρα του Αγίου Κωνσταντίνου κατεδαφίστηκε από την εταιρεία ΒΕΡΜΙΟΝ ΑΤΕ, που έχει αναλάβει την αποκατάσταση της περιοχής. Με τον ήχο των μηχανημάτων και τη σκόνη των παλιών υλικών να αιωρείται πάνω από τον ποταμό, ολοκληρώθηκε ένας κύκλος αιώνων. Ένα γνώριμο σημείο της πόλης έπαψε πλέον να υπάρχει.

Όμως η ιστορία της γέφυρας δεν τελειώνει εκεί. Ο Δήμος Τρικκαίων έχει ήδη σχεδιάσει τη νέα κατασκευή που θα συνεχίσει τον ρόλο της: να ενώνει τις δύο πλευρές της πόλης σε μια περιοχή ζωηρή, γεμάτη ανθρώπινη κινητικότητα και δραστηριότητα. Ο τρόπος οικοδόμησης θα μοιάζει, σε μεγάλο βαθμό, με αυτόν της γέφυρας Μαρούγγαινας, ένα σύγχρονο και γερό έργο. Μόλις στερεωθούν τα μηχανήματα, θα ξεκινήσει η διάτρηση για τους πασσάλους - το πρώτο βήμα ενός νέου κεφαλαίου.

Από το πέτρινο δίτοξο γεφύρι του 18ου αιώνα έως τη σύγχρονη γέφυρα που πρόκειται να υψωθεί, ο Άγιος Κωνσταντίνος των Τρικάλων υπήρξε πάντα ένα σημείο μετάβασης: όχι μόνο πάνω από τον ποταμό, αλλά και μέσα από τον χρόνο. Κάθε μορφή του ήταν μια αντανάκλαση της πόλης που τον περιέβαλλε. Κι έτσι, το νέο γεφύρι που θα κατασκευαστεί, θα είναι ο επόμενος κρίκος μιας μακράς, πολύχρωμης αλυσίδας που ενώνει το παρελθόν με το μέλλον των Τρικάλων.

Του Δημήτρη Τσιγάρα

Η έκδοση του νέου βιβλίου του Δημήτρη Τσιγάρα «Όταν οι σιωπές γίνονται τραγούδι»

 

Με το νέο του βιβλίο, «Όταν οι σιωπές γίνονται τραγούδι», ο Δημήτρης Τσιγάρας μας καλεί σε μια ιδιαίτερη διαδρομή όπου η ποίηση συναντά τη μουσική και μεταμορφώνεται σε ζωντανή εμπειρία. «Στίχοι που έγιναν τραγούδι, τραγούδια που έγιναν ανάσα»: η φράση αυτή συνοψίζει το πνεύμα της έκδοσης, έναν χώρο όπου ο λόγος πάλλεται, η φωνή αποκτά ρυθμό και το συναίσθημα βρίσκει διέξοδο.

Το βιβλίο συγκεντρώνει ποιήματα που δεν γράφτηκαν για να μείνουν κλειστά σε μια σελίδα, αλλά για να ακουστούν. Πρόκειται για στίχους που γεννήθηκαν από την ανάγκη να ειπωθούν αλήθειες με λυρισμό, να γίνουν μελωδίες, να συνομιλήσουν με τον ανθρώπινο εσωτερικό κόσμο. Κάθε ποίημα είναι μελοποιημένο, κουβαλώντας τον παλμό της στιγμής που μετατρέπεται σε τραγούδι, μια ταυτόχρονη γέννηση λόγου και ήχου.

Ιδιαίτερο στοιχείο του βιβλίου αποτελεί η παρουσία εκτενών σχολίων του συγγραφέα, που συνοδεύουν κάθε ποίημα. Χωρίς να εγκλωβίζουν την προσωπική ανάγνωση, τα σχόλια αυτά φωτίζουν έννοιες, σύμβολα και κρυφές διαδρομές των στίχων, αποκαλύπτοντας το υπόστρωμα της έμπνευσης και του στοχασμού. Είναι μια ανοιχτή πρόσκληση στον αναγνώστη να δει πίσω από το πέπλο της δημιουργίας, χωρίς να στερηθεί τη δική του μαγεία.

Το «Όταν οι σιωπές γίνονται τραγούδι» είναι, τελικά, κάτι περισσότερο από μια ποιητική συλλογή, είναι ένα ταξίδι συγκίνησης και εσωτερικής συνομιλίας. Ένα βιβλίο για εκείνους που εξακολουθούν να ακούν μέσα τους το άρρητο και να τραγουδούν το ανείπωτο. Για όσους αναζητούν την ποίηση όχι μόνο στο χαρτί, αλλά και στον παλμό της ζωής.

Με το έργο αυτό, ο Δημήτρης Τσιγάρας επιβεβαιώνει για ακόμη μία φορά ότι οι στίχοι, όταν γράφονται από καρδιάς, έχουν τον τρόπο να γίνονται τραγούδι, και να παραμένουν ανάσα.

Το βιβλίο είναι διαθέσιμο δωρεάν στο διαδίκτυο. Για να το διαβάσετε πατήστε: «Όταν οι σιωπές γίνονται τραγούδι»


Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2025

Τα γκιούμια του πρωινού φωτός

Την ώρα που οι γυναίκες του χωριού μεταφέρουν το γάλα στο γαλατάδικο, ο ήλιος απλώνει ένα απαλό φως πάνω στη γη, σαν να θέλει να ευλογήσει τον κόπο τους. Η Γεωργία και η Βασιλική έχουν ήδη τελειώσει το άρμεγμα, οι αγελάδες τους, ήμερες και οικόσιτες, στάθηκαν υπομονετικά στον αχυρώνα, όπως κάθε πρωί. Γέμισαν τα γκιούμια με το ζεστό γάλα, τα σήκωσαν με τη γνώριμη κίνηση της συνήθειας και βιάστηκαν να τα παραδώσουν στον γαλατά, πριν η μέρα πάρει μπρος και σκορπίσει ξανά τους χωριανούς στα πολλά μεροκάματα της ζωής.

Εκείνα τα χρόνια, τότε που οι κάτοικοι του Βαλτινού κρατούσαν ακόμη μια βαθιά σχέση με τη γη και τα ζωντανά τους, το γάλα ήταν καρπός της καθημερινής φροντίδας, της έγνοιας και της αντοχής. Στα σπίτια υπήρχαν αγελάδες και πρόβατα, γουρούνια και πουλερικά, κι ο καθένας συμπλήρωνε τον βιοπορισμό του με ό,τι μπορούσε να παράξει. Η ζωή ήταν λιτή, μα όχι φτωχή, είχε ήχους και μυρωδιές, ρυθμούς και καθήκοντα που όλοι αναγνώριζαν.

Κοιτάζοντας τη Γεωργία και τη Βασιλική στη φωτογραφία, κανείς βλέπει κάτι περισσότερο από δύο γυναίκες με γκιούμια στα χέρια. Βλέπει την αξιοπρέπεια μιας εποχής που δεν φωνασκεί αλλά υπάρχει, αθόρυβη και καθαρή όπως το πρωινό φως. Βλέπει την αλληλεγγύη των ανθρώπων του τόπου, που δούλευαν μαζί, μοιράζονταν τη γη, τα βάρη, τις χαρές και τις έγνοιες τους.

Ίσως τελικά αυτή η εικόνα να μας θυμίζει πως τα πιο πολύτιμα πράγματα δεν είναι ποτέ θορυβώδη. Είναι οι ήσυχες κινήσεις, οι καθημερινές τελετουργίες, οι άνθρωποι που κουβαλούν τον κόσμο τους όχι με λόγια, αλλά με τα χέρια τους, με τον κόπο τους, με την καρδιά τους.

Μια δόξα που αγκαλιάζει το χωριό

 

Ύστερα από τη φθινοπωρινή μπόρα, όταν ο αέρας σαν να καθαρίζει όχι μόνο τον τόπο αλλά και τις σκέψεις, υψώνεται πάνω από το Βαλτινό ένα ουράνιο τόξο, λεπτό, τρυφερό, σχεδόν ψίθυρος φωτός. Η Μαρία-Χριστίνα Βότσιου το συνέλαβε τη στιγμή ακριβώς που γεννιόταν μέσα από τα σύννεφα, σαν μια αόρατη δόξα που απλώνει το στεφάνι της πάνω από το χωριό.

Τα δέντρα, ακόμη ντυμένα με το κιτρίνισμα του φθινοπώρου, μοιάζουν να σκύβουν για να το υποδεχτούν. Οι δρόμοι, υγροί από τη βροχή, αντανακλούν τη σιωπή πριν ξαναρχίσει ο ρυθμός της ζωής. Κι όμως, στο βάθος αυτής της εικόνας, υπάρχει κάτι περισσότερο από χρώμα: υπάρχει υπόσχεση.

Γιατί το ουράνιο τόξο δεν είναι ποτέ μόνο ένα φυσικό φαινόμενο. Είναι το πρώτο σημάδι πως ό,τι βαραίνει αργά ή γρήγορα υποχωρεί, πως κάθε μπόρα, όσο κι αν σκοτεινιάζει, κάποια στιγμή φτάνει στο τέλος της. Είναι μια λεπτή ζώνη αισιοδοξίας, ένας ψίθυρος ότι το ευοίωνο δεν χάνεται, απλώς περιμένει τη στιγμή του.

Στο Βαλτινό, όπου οι εποχές κουβαλούν ακόμα τη σοφία τους με τρόπο πατροπαράδοτο, το ουράνιο τόξο στέκει σαν στεφάνι ευλογίας. Σαν να λέει πως η φύση γνωρίζει να γειώνει και να υψώνει ταυτόχρονα, να πενθεί και να ελπίζει, να σκουπίζει τη λύπη με τη βροχή για να αφήσει τον ουρανό να μιλήσει.

Και ίσως αυτό να είναι το δώρο της στιγμής: η υπενθύμιση ότι, ακόμη κι όταν ο κόσμος θολώνει, κάπου πάνω από τα σύννεφα προετοιμάζεται μια γέφυρα από φως. Μια γέφυρα που δεν ενώνει τόπους, μα καρδιές, που δεν δείχνει πορεία, αλλά διάθεση. Μια δόξα που αγκαλιάζει το χωριό, σημάδι ότι η ζωή, όπως ο ουρανός, ξέρει να ξανανοίγει.


επικοινωνιστε μαζι μας