Πέμπτη, 28 Δεκεμβρίου 2017

«Τα κουδούνια» Μνήμες από τη ζωή στο χωριό


Του Χάρη Αγγελή

Θυμάμαι, στο χωριό οι δουλειές των παιδιών γίνονταν κυρίως άνοιξη και καλοκαίρι. Τότε θα πήγαιναν στα πρόβατα τσοπάνηδες ή γελαδάρηδες, βοσκώντας τα γελάδια. Έκαναν και βοηθητικές δουλειές, πηγαίνοντας ψωμί στο χωράφι όπου δούλευαν οι μεγάλοι ή κουβαλώντας νερό από το μακρινό αρτεσιανό στα μεγαλύτερα μέλη της οικογένειας που θέριζαν. Το φθινόπωρο και τον χειμώνα ο ελεύθερος χρόνος των παιδιών ήταν αρκετός. Τα γράμματα μαθαίνονταν μόνο στο σχολείο. Στο σπίτι δεν διάβαζε κανείς. Τα αγόρια περνούσαν τον καιρό τους στο κυνήγι. Σφεντόνες την ημέρα για μικρά πουλιά κι αβρόχια τη νύχτα για γκαλιαμάνες, τουρλιά, μπεκατσόνια και αγριόπαπιες.
Το πλησίασμα των Χριστουγεννιάτικων διακοπών έφερνε μια ψυχική αναστάτωση στα αρσενικά σχολιαρόπαιδα. Την πρωτοχρονιά θα τραγουδούσαν  το «Άγιος Βασίλης έρχεται» και «Σήμερα τα φώτα και ο φωτισμός». Δεν ήταν τόσο οι συγκεκριμένες ημερομηνίες που τα κάνανε πιο χαρούμενα αλλά η αναμονή και η προετοιμασία για την υποδοχή τους. Μαζί με το τραγούδι χτυπούσαν και κουδούνια. Έπρεπε λοιπόν να εφοδιαστούν με κουδούνια. Κουδούνια καλά, μεγάλα, ηχηρά. Αυτά που το καλοκαίρι τα κρεμούσαν στα πρόβατα ή στα γελάδια, και τον χειμώνα τα φύλαγαν σε αρμαθιές στους στάβλους και τα μαντριά. Όσοι δεν είχαν κουδούνι, βολεύονταν και με ένα κυπρί (κουδούνι της κατσίκας).

Περνούσαν ένα κομμάτι ξύλου στον κρίκο του κουδουνιού, το τύλιγαν με ένα κουρέλι και πιάνοντάς το ανάμεσα στα δάχτυλα το χτυπούσαν δυνατά και συνεχώς πάνω στις κοιλιές τους. Τέτοια κουδουνίσματα από 5-6 κουδούνια ξυπνούσαν και κωφούς. Αυτό γινόταν ανήμερα πρωτοχρονιάς και φώτων μετά τα μεσάνυχτα της παραμονής. Επειδή εκείνες τις ώρες τα σκυλιά ήταν ελεύθερα να φυλάνε τα σπίτια και τα μαντριά από τους κλέφτες και τους λύκους, έπρεπε να εφοδιαστούν με ξύλα μακριά για να τα παλέψουν. Τα καλύτερα ξύλα ήταν οι κρανιές. Τις έκοβαν από τον λόγγο, τις καψαλίζανε σε φλόγα από άχυρο για να ισιώνουν εύκολα. Τις κόβανε στο κατάλληλο μήκος και μετά τις ξεφλουδίζανε. Την άλλη μέρα ήταν αλύγιστες.
Οι γαλότσες και οι κάπες ήταν δυο άλλα εξαρτήματα πολύ χρήσιμα σε περίπτωση δυσμενών καιρικών συνθηκών. Οι γνωστές γαλότσες για τις αιώνιες λάσπες και οι κάπες για τις βροχές καθόρια. Ένα τσουβάλι άδειο το διπλώνανε κατά μήκος, βάζανε την μια γωνία μέσα στην άλλη και η κάπα ήταν έτοιμη να προστατεύει το κεφάλι και την πλάτη. Το σκηνικό συμπλήρωνε ο τρουβάς που περασμένος από το λαιμό και τη μασχάλη θα γέμιζε με κοψίδια την πρωτοχρονιά και με λουκάνικα και κουλούρια τα φώτα.

Με τη συμπλήρωση του εξοπλισμού της ομάδας, άρχιζαν οι πρόβες. Έξω από το χωριό, στο ζευγαρολίβαδο, κάθε σούρουπο γίνονταν σκέτο πανηγύρι. Ένα πανηγύρι παιδικό, αυθόρμητο, ομαδικό. Κουδουνίσματα και τραγούδια και φωνές παιδικές έστελναν ευχάριστες νότες στον αέρα που τις πήγαινε από μαχαλά σε μαχαλά και καταλάβαινε όλος ο κόσμος πως έρχονται Χριστούγεννα.
Εκδηλώσεις νεανικές, ευχάριστες όνειρα ατέλειωτα και χαρές από το τίποτα. Ίσως η έλλειψη υλικών αγαθών να γέμιζε τις ψυχές των παιδιών με επιθυμία για ζωή, δημιουργία και φαντασία.
Εκείνα όμως, που συγκλόνιζαν τις τρυφερές καρδιές των αγοριών, ήταν τα τραγούδια των κοριτσιών. Κοπέλες της παντρειάς από 15-16 χρονών μαζεύονταν στο ίδιο μέρος, πιάνονταν χέρι - χέρι σχημάτισαν κύκλο κι άρχιζαν να τραγουδούν τα δικά τους τραγούδια. Τα κουδουνίσματα σταματούσαν κι οι κοριτσίστικες φωνές γέμιζαν την ατμόσφαιρα γλυκές μελωδίες.
«Λουλουδάκι μου γαλάζιο σε φιλώ κι αναστενάζω»…
Αναστεναγμοί κρυφοί, δυνατοί, ντροπαλοί, ερωτικοί. Πειράγματα με υπονοούμενα, ματιές με μηνύματα και δοτικά αγγίγματα. Όλα αυτά τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια ήθελαν, έψαχναν έναν έρωτα. Άλλα τον είχαν εκεί, άλλα μακριά, άλλα τον περίμεναν κι άλλα τον φαντάζονταν.
Το φεγγάρι μεγάλο και ροδοκόκκινο σαν ταψί χάλκινο έβγαινε σιγά - σιγά πίσω από τις ψηλές και γυμνές λεύκες. Ο καπνός από τις γομαροβουνιές που έκαιγαν οι νοικοκυρές τις γάστρες για να ψηθούν οι λαχανόπιτες έστεκε σαν γκριζογάλανο σύννεφο πάνω από το λιβάδι.
Η ώρα του δείπνου είχε φτάσει. Οι νόστιμες μυρουδιές των ψημένων χόρτων και πέτουρων έστελναν τα παιδιά στα σπίτια...

1 σχόλιο:

  1. αχ Δημαρχε μου με γυρνας καμμια εξηνταρια χρονια πισω ...τι να πω ...αξεχαστες ,ξενοιαστες,παιδικες στγμες...!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

επικοινωνιστε μαζι μας