Παρασκευή, 13 Απριλίου 2018

Λέξεις του τόπου μας, από το Γλωσσάρι ιδιώματος Δυτικής Θεσσαλίας και ευρύτερης περιοχής αυτής. ΖΗΤΑ



Του Ευαγγέλου Στάθη Φιλολόγου

Συνεχίζοντας την παρουσίαση μέρους από το λεκτικό – γλωσσολαογραφικό υλικό που αφορά τον τόπο μας, και το οποίο έχει καταγραφεί στο βιβλίο μου με τίτλο: «Γλωσσάρι ιδιώματος Δυτικής Θεσσαλίας και ευρύτερης περιοχής αυτής», γίνεται μια επιλογή λέξεων που αρχίζουν από το γράμμα Ζ και παρουσιάζονται παρακάτω με αλφαβητική σειρά:

ζαβός  επίθ. η ζαβός η ζαβεά του ζαβό 1) ο στραβός, ο λοξός, ο άνισος: ζαβό δέντρο – ζαβό ξύλο 2) για πρόσωπο ιδιότροπος, καυγατζής: πού να τα βγαλτς πέρα μεαυτόν· ξερς τι ζαβός που είνι; 3) για ζώα που μπαίνουν στα σπαρτά (ιδίως στα ξένα) και κάνουν ζημιές ή χτυπούν το αφεντικό τους: την πούλτσα την Κουκκίνου, έτσι  ζαβεά που ήταν (πούλησα την Κοκκίνω, την κόκκινη αγελάδα)
ζαβουλιά  η θηλ. ουσ. 1) λέξη φράσης σε μικρό παιδί για επιμόρφωση: μην ξανακάντς άλλη  ζαβουλιά, ισύ να ξερς! (μην κάνεις σκανδαλιά, ζιζανιά, ζημιά) 2) πονηριά, διαβολιά: ούλου ζαβουλιές είνι, δεν αφήνει  καέναν ήσυχουν
ζαβουμάρα  η θηλ. ουσ. στραβουμάρα, κουταμάρα, σαστισμάρα: ζαβουμάρα μ’ κακιά κι μένα ’κείνη την ώρα κι γίνκι του κακό
ζαγάρα  η θηλ. ουσ. 1) η σκύλα που φυλάει τα κουτάβια της και αγριεύει άμα την πλησιάσεις 2) κάπως χαϊδευτικά σε μικρά ζαβουλιάρικα κοριτσάκια: αχ, ζαγάρα, αν σι πχιάσου, που μι χάλασις του πλέξιμου μ’
ζαγκανάει  ρ. παρατ. ζαγκανούσα· ζαγκανιώμι ζαγκανήτχα· κουνιέμαι, κινούμαι συνέχεια, δε μ’ έχει ο τόπος: μόλις ακούει χουρό, ίσια ζαγκανιώτι
ζαϊρές  η αρσ. ουσ. η γέμιση για γλυκά και για πίτες: θέλει  πουλύ ζαϊρέ του γκανταΐφι  κι να μουσκουβουλάει  (μοσχοβολάει) απ’ την κανέλα κι του γαρύφαλλου
ζάκατα  ζούκατα  επίρρ. αργά αργά (για κίνηση): άντε κουνήσ’ λίγου, πότι θα φτάεις έτσι πώς πας ζάκατα ζούκατα – τουν είπαν να τρέξει λίγου κι αυτός ζάκατα ζούκατα, ζάκατα ζούκατα
ζαλίκα  η θηλ. ουσ. και ουδ. του ζαλίκι· φόρτωμα ξύλων, κυρίως, αλλά και άλλων αντικειμένων ή και ανήμπορων ανθρώπων στην πλάτη κάποιου (συνήθως της αγρότισσας γυναίκας): απού νια ζαλίκα ξύλα ήφιρνα (έφερνα) κάθι βράδυ στου σπίτι  – να θιρίειζ (θερίζεις), να πλεγς, να γνεθς, κι νά ’χς κι του κούτσικου ζαλίκα
ζαλκώνουμι  ρ. αόρ. ζαλκώθκα μετοχ. ζαλκουμένους· φορτώνομαι κάτι ή κάποιον στην πλάτη μου: θέρζαμαν τότι όξου στουν ήλιου κι μι ζαλκουμένα τα κούτσικα πίσ’ στην πλάτη
ζαμάνι  του ουδ. ουσ. πληθ. τα ζαμάνια· πολύ χρονικό διάστημα: χρόνια κι ζαμάνια είχαμι ν’ανταμουθούμι!
ζαμπούνικους  επίθ. η ζαμπούνικους η ζαμπούνικην του ζαμπούνικου· αρρωστιάρης, ανήμπορος, αχαμνός: ούλουένα ζαμπούνικους είνι, δεν του παίρει  (παίρνει) ντιπ απάνου τ’ (δε δυναμώνει) – ένας κουντακνός (κοντακινός) κι ζαμπούνικους είνι (περιφρονητικά για άνδρα)
ζάντζα  η θηλ. ουσ. ιδιοτροπία, παραξενιά, ελάττωμα, γκρίνια: ούλου ζάντζις είνι τώρα τιλιφταία, δε γκουτάς να τουν κρίντς ντιπ (δεν κοτάς να τον μιλήσεις) – στη φρ. ούλου ζάντζα κι κουλιάντζα (όλο γκρίνια και ανημποριά)
ζάπι (βλ. και λ. ζάφτι)  του ουδ. ουσ. στη φράση κάνω ζάπι· δαμάζω, τιθασεύω, ημερώνω: βρε καλέ μ’, βρε αχαμνέ μ’, μπα, πού να τουν κάνου ζάπι  να κάτσει καλά   
ζαπώνου  και (α)ζαπώνου  ρ. μεταβ. αόρ. ζάπουσα· αρπάζω κάτι κρυφά, ύπουλα και γρήγορα: σαν τ’ αζαπώνει  του πουρτουφόλι  κι κόφτει  πέρα, άφαντους γίνκι!
ζαράλι  του και ζαραλίκι  του ουδ. ουσ. σωματική ασθένεια, συνήθως χρονία
ζάτσικας  ως επίρρ. ζόρι, θυμός: άμα χάνει  στου πιχνίδι, τουν έρχιτι ζάτσικας – μ’ ήρθι ζάτσικας που μι μίλτσι έτσι
ζάφτου  ρ. μεταβ. αόρ. έζαψα 1) χτυπώ, βαράω: σαν τουν ζάφτει  μία στα μούτρα τ’, είδι τουν ουρανό σφουντύλι – ούλου έκλιγι του κούτσικου· το ’ζαψα κι ’γω κανα δγυο στου γκώλου τ’ κι έτσι σταμάτσι 2) αρπάζω με δύναμη κάτι πολύ βαρύ και το μεταφέρω: ένα τσιουβάλι  γιουμάτου που δε μπουρούσαν να του σκώσουν δγυο, κι αυτός το ’ζαψι στουν ώμου τ’ μι την πρώτη

ζγιάζου  ρ. μεταβ. και αμετάβ. αόρ. ζύεασα· ζγιάζουμι αόρ. ζγιάσκα, μετοχ. ζυεασμένους· ζυγιάζω και ζυγίζω: να τη ζγιάεις πρώτα μι του μάτι την αράδα κι ύστρα να την καντς (τη σειρά στον κήπο ή στο χωράφι)· στη φράση ζγιάζει καντάργια αυτός ( ειρωνικά για άνθρωπο που δεν έχει πολύ μυαλό)
ζγος  η αρσ. ουσ. ο ζυγός· το παραδοσιακό εξάρτημα του αλετριού στο οποίο ζεύονταν τα καματερά (τα υποζύγια): ξέζιψι τα πράματα απ’του ζγο να ξεαπουστάσουν λίγου – πού σ’ είχα, στου ζγο σ’ είχα κι λες ότι κουράσκις;
ζγούρι  του ουδ. ουσ. το ζυγούρι· αρνί  ενός - δυο χρόνων· το κρέας του είναι πολύ νόστιμο: τι φαΐ έχουμι  σήμιρα; ζγούρι  μι τραχανά γλυκόν· α, ταμάμ είμαστι!
ζγώνου  ρ. μεταβ. και αμετάβ. παρατ. ζύγουνα αόρ. ζύγουσα· ζυγώνω, πλησιάζω:  στις φράσεις μη μι ζγωντς, έχου γρίπη – μη μι ζγωντς, γιατί δε θα σι χαρίσου (για απειλή) – του ζύγουσα καλά του φίδι  κι ύστιρα του σκότουσα   ζγώνουντα(ς) του δειλνό σκώνουμάσταν για δλεια
ζιαφέτι  του ουδ. ουσ. 1) χαβάς: δεν έχουμε ζέστα σήμιρα, έχουμι ζιαφέτι  μι τουν αϊράκου (αεράκο) που τραβάει 2) χαρά, χαροκόπι, γλέντι και φαγοπότι: πέρασάμαν πουλύ καλά στου γάμου ψε (εψές), είχι πουλύ ζιαφέτι  3) ραχάτι, χουζούρι: κουρασμένους όπως ήμαν, ξάπλουσα στου κριββάτι  κουντά στου τζάκι ,άπλουσα την αρίδα μ’ κι, άι, ζιαφέτι!
ζιούνταβους   επίθ. η ζιούνταβους η ζιούνταβην του ζιούνταβου· ασθενικός, καχεκτικός, αδύνατος: γέντσι διπλάρκα η προυβατίνα, αλλά είνι ζιούνταβα κεα τα δγυο – ζιούνταβους άνθρουπους – ζιούνταβα φυτά
ζιφτήρα η θηλ. ουσ. τα σχοινιά (δύο ήταν αυτά), με τα οποία έδεναν τις ζεύλες στο ζυγό
ζιώγκους  η αρσ. ουσ. ο αγκώνας του χεριού
ζλάπι  του ουδ. ουσ.  το ζουλάπι, το αγρίμι· λέγεται μεταφ. και για άνθρωπο πονηρό και κακοήθη: να φλάγισι απ’ αυτόν, ξερς τι ζλαπι  είνι;
ζντάγκας  η αρσ. ουσ. λέγεται για άνθρωπο αγνό, άκακο, άδολο, απονήρευτο, ανυποψίαστο: ικείνους τουν κουρόιδευι κι τούτους τουν κοιτούσι μι στόμα ανοιχτό σαν ζντάγκας – μι δανείσκι λιφτά κι μι τά’φαγι, κι ’γω η ζντάγκας δεν τα ζήτσα (ζήτησα) πίσου
ζντάει  ρ. μεταβ. παρατ. ζντούσα, αόρ. ζήτσα· ζητάω· λέγεται μόνο για φοράδα και γαϊδούρα· ζητάω σεξουαλική ικανοποίηση· σπάνια και ειρωνικά λέγεται για γυναίκα
ζντραγκάνα  η θηλ. ουσ. ένα σημείο αγροτικού δρόμου με γούρνες ή άλλες ανωμαλίες του εδάφους που δυσκόλευε το πέρασμα του κάρου: πρόσιχι του δρόμου αυτόν έχει  πουλλές ζντραγκάνις, μη σπάσει  η ζγος απ’ του κάρου
ζντρουμούρα  η θηλ. ουσ. η στριμούρα, το στριμωξίδι, η κοσμοσυρροή: ζντρουμούρα μιγάλη στου παγκύρι σήμιρα
ζόρπα επίρρ.  με τη βία, χωρίς τη θέληση: τ’ άρπαξι ζόρπα, ούτι ρώτσι ντιπ καέναν – μην του ταΐειζ  ζόρπα του πιδί
ζουγκράνα  η θηλ. ουσ.  γεωργικό εργαλείο, σαν μεγάλη σιδερένια χτένα, με στυλιάρι που χρησιμοποιείται για το μάζωμα φύλλων, καρπών ή για το ίσιασμα των σβώλων του χώματος στον κήπο
ζουλάει  ρ. μεταβ. αόρ. ζούλτσα  ζουλιώμι αόρ. ζουλήτχα μετοχ. ζουλτζμένους· ζουλώ, συμπιέζω, αρπάζω: μην τς ζουλάς τς  ντουμάτις – του ζούλτσι  πάλι του χιλιάρκου
ζουργιάζου   ρ. αμετ. σπάν. μεταβ. αόρ. ζούργιασα  ζουργιάζουμι, ζουργιάσκα, ζουργιασμένους 1) κατσιάζω, μαραίνομαι: ζούργιασαν τα φυτά (απ’ το πολύ το κρύο ή την πολύ τη ζέστη) 2) ζαμπονεύω, αδιαθετώ: τι κάθισι έτσι,  ζουργιασμένους, σι τρυγάει  κάνας πυρετός; 3) μαζεύομαι: ζούργιασα ’π’ του κρύου ιδώεα στην άκρια κι μι πήρι η ύπνους 4) στη φράση ζούργιασαν οι κότις, ζούργιασαν τα πρόβατα (μαζεύτηκαν για ύπνο)  ουσ. του ζούργιασμα
ζουρζουβούλτς   επίθ. η ζουρζουβούλτς η ζουρζουβούλα του  ζουρζουβούλικου· ο ζερζεβούλης, ο ζαβολιάρης
ζουρπαλής  επίθ. η ζουρπαλής η ζουρπαλίτσα και ζουρπαλού του ζουρπαλίτικου· ο ζορμπαλής: ξερς τι ζουρπαλής που είνι; ούλα τχα τ’ τα θέλει  (δικά του)
ζουφχιάζει   ρ. αμετάβ. αόρ. ζούφχιασα 1) για καρπούς κουφχιάζω, δε μεστώνω: τα ζούφχιασι τα στάχυα η λίβας 2) για άνθρωπο ζαρώνω, αδυνατίζω, γεράζω: πώς γίνκι έτσι  αυτός; ζούφχιασι ντιπ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας