Τρίτη, 22 Αυγούστου 2017

Το ξεφλούδισμα του καλαμποκιού

Του Ευαγγέλου Στάθη φιλολόγου

Σωστό πανηγύρι και σεργιάνι αποτελεί το ξεφλούδισμα. Πως το περιμένουν όλοι! Όλοι, μικροί και μεγάλοι, ιδίως οι νέοι και οι νέες. Το καλαμπόκι έχει συγκεντρωθεί όλο στη ρούγα και έχει μαζευτεί σε έναν μεγάλο σωρό ή σε περισσότερους μικρότερους, ώσπου ναρθεί το βράδυ. Το βράδυ πέφτει και νάτοι, έρχονται όλοι, συγγενείς, φίλοι, γειτόνοι, όλοι, μικροί και μεγάλοι, και πιάνουν θέσεις: όταν ο σωρός είναι ένας, κάθονται γύρω γύρω απ’ αυτόν, όταν είναι περισσότεροι κάθονται πέρα πέρα σε αράδες: μια αράδα από δω, μια αράδα από κει. Οι νέοι προσπαθούν να καθίσουν λιγάκι παραπέρα, κοντά κοντά ή αντικρυστά.


Και το ξεφλούδισμα αρχίζει: φρου κρακ! φρου κρακ! ασταμάτητα. Με τα τρία δάχτυλα κι’ απ’ τα δυο τα χέρια σου αρχίζεις από τα τσιαμπάδια της ρόκας (τα μουστάκια) και σχίζεις σαν χαρτί τα φύλλα της μέχρι το κοτσάνι που το σπάζεις μαζί με τα φύλλα, πετάς τα φύλλα πίσω από την πλάτη σου και κείνα κάνουν ένα μικρό σωρό πίσω σου. Απ’ αυτό θα εξαρτηθεί πόσο ξεφλούδισε ο καθένας, πόσο τον φτούρισε το ξεφλούδισμα. Την ξεφλουδισμένη ρόκα την πετάν όλοι σε έναν σωρό, ο οποίος συνεχώς μεγαλώνει. Οι ρόκες πέφτουν βροχή στο σωρό: στην αρχή κταπ! κτουπ! Κι όσο μεγαλώνει ο σωρός κατακταπ! κατακτούπ! Αυτό βλέπεις κι αυτό ακούς συνέχεια.


Και τι δεν ακούς εδώ από τους εργαζομένους: ιστορίες, μαραπάδες, μασλάτια, γέλια, κουτσομπολιά και τραγούδια, ακόμα παραμύθια, μύθια, παροιμίες, αινίγματα, ανέκδοτα και τραγούδια, πολλά τραγούδια. Αν τύχει μάλιστα στην παρέα κάνας καλός τραγουδιστής ή καμιά τραγουδιστού, ΄κόμα καλύτερα. 


Κάθονται αντικριστά, χωριστά οι άνδρες χωριστά οι γυναίκες, και αρχίζουν το τραγούδι. Τυχερά τα σόια ή οι γειτονιές όπου παραυρίσκονταν καλοί τραγουδιστές ή τραγουδιστούδες. Και υπήρχαν τέτοιοι. Ο παππούς ο Μπαρούτας, ο Μητάνας (Μήτσιο Πέτρου) η Μαργαρίτα (Παύλου Ριζαργιώτη). Η Αγγελίνα ) Γιώργου Γούσια), η Γιαννούλα (Βασίλη Στάθη), η Τζήμαινα (του Νικόλα Τζήμα) και άλλοι πολλοί παλιότεροι και νεότεροι.
-«Αράψα, βρήκα αράψα! – Και γω αράψα! – κι άλλη! – Εγώ ντιπ». Αράψα είναι μια ρόκα που έχει κόκκινα σπυριά κι επειδή αυτό είναι σπάνιο μέσα στις κίτρινες ρόκες, όποιος βρίσκει, φωνάζει με ικανοποίηση. Κάποιοι λεν ότι αυτό φέρνει τυχερό και γούρι σ’ αυτόν που τη βρήκε, ιδίως όταν είναι ανύπαντρος νέος ή νέα.
Σιγά σιγά αρχίζει λίγο η κούραση. Ένα καρπούζι δροσερό θα τους γλυκάνει και θα τους ξεδιψάσει όλους, ορισμένοι μάλιστα τα περίμεναν από πολλή ώρα. –«Αχ το έρμο, άσπρο είναι και το κρατούσα τόσον καιρό για το ξεφλούδισμα». Οι νεαροί δε θέλουν καρπούζι, τους φτάνουν τα χωρατά τους και τα κάποια πονηρά μεταξύ τους κοιτάγματα.  Κάτι άλλο που μπορούσαν επίσης να φαν ήταν ρόκες βρασμένες. Έβρισκαν ακόμα λίγες τρυφερές μέσα στο χωράφι και την ώρα του ξεφλουδίσματος τις έβραζαν στο μεγάλο το χαλκωματένιο τον τέντζερη.
-Βάλε κάνα τραγούδι στο γραμμόφωνο να ξενυστάξουμε λιγάκι. Και το γραμμόφωνο απ’ το παράθυρο αρχίζει: «μια όμορφη γειτόνισσα», «άσπρο τριαντάφυλλο κρατώ», «η γερακίνα», «ο αετός», «ο πλάτανος», «η Διαμάντω» και τέτοια. Οι νεαροί μπορεί να έχουν κάνα μικρό ραδιοφωνάκι στο σταθμό Αμαλιάδας και να ακούνε κανένα σουξέ της εποχής: κανένα τραγούδι του Καζαντζίδη, του Ζαγοραίου, της Χαρούλας Λαμπράκη, του Μηνιδιάτη.
Σιγά σιγά τα χτρυπήματα της ρόκας γίνονται ανάρια και νυσταγμένα.
-«Άντε, ξημερώνει σε λίγο, πάρα καλά που ξεφλουδίσαμε τόσο, λίγο απόμκε ακόμα, το βράδυ θα το σκολάσουμε!
-Καληνύχτα.
-Καληνύχτα, καλό ξημέρωμα.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας