Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Λάμπρος Σ. Σταυρέκας – Τραγουδώντας τη ζωή και τον βίο του Μετανάστη



Το θέμα της μετανάστευσης είναι πολυδιάστατο και πολυεπίπεδο. Οι λόγοι που γεννούν το φαινόμενο της μετανάστευσης είναι ποικίλοι κι εξαρτώνται από τις συνθήκες που επικρατούν κατά τη δεδομένη, κάθε φορά, χρονική περίοδο από τους τόπους της προγενέστερης διαμονής στους τόπους αποδημίας.
Αιτία της μετανάστευσης σε γενικές γραμμές, τόσο της εκούσιας όσο και της αναγκαστικής, είναι η προσπάθεια εκείνων που μεταναστεύουν να απαλλαγούν από διάφορους παράγοντες που καταπιέζουν τη ζωή και την προσωπικότητά τους.
Στην Ελλάδα του '50 και του '60, οι οικονομικές δυσκολίες, οι πολιτισμικές αδυναμίες, η ανεργία, η ελλιπέστατη εκπαίδευση, η κρατική ανεπάρκεια και οι ματαιώσεις των ατομικών προσπαθειών,  ενέτειναν την αίσθηση του αδιεξόδου και πολλοί άνθρωποι οδηγήθηκαν στη μετανάστευση. Η μετανάστευση για πολλούς ανθρώπους από τον τόπο μας, ήταν λύση σχεδόν αναπόφευκτη.
H ζωή στις χώρες προορισμού ήταν οργανωμένη, οι συνθήκες διαβίωσης καλύτερες, η εργασία είχε ειδίκευση, ωράριο, πολύ καλύτερη αμοιβή, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη...
Όμως, ο νόστος, αυτό το ψυχικό άλγος, η λαχτάρα της επιστροφής στην πατρίδα έκαιγε βαθιά μέσα στα στήθη των μεταναστών και πάντα ονειρευόταν πότε θα έρθει η μέρα της ευλογημένης στιγμής για την επιστροφή.


Αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού του, και σύντροφος του μετανάστη στις δύσκολες στιγμές, το τραγούδι. Βάλσαμο και παρηγοριά, ανάσα κι αναστεναγμός τα ελληνικά τραγούδια του πόνου, του έρωτα, της μετανάστευσης, που εξέφραζαν τα συναισθήματα, γλύκαιναν τα χείλη και ζέσταιναν τις καρδιές των μεταναστών κρατώντας τους συντροφιά στον ξένο τόπο.
Ο Λάμπρος Σ. Σταυρέκας, γεννημένος το 1942 στο Βαλτινό, κάνοντας μια ανασκόπηση της ζωής του, θέλησε να θυμηθεί και να αφηγηθεί τις ευχάριστες και δυσάρεστες εμπειρίες από τη μεταπολεμική μετανάστευση, που αυτός και η οικογένειά του έζησαν.
Συνταξιούχος σήμερα, γεμάτος μνήμες και εμπειρίες, αλλά και συναισθηματικά ευάλωτος, επιχείρησε να σκιαγραφήσει το πορτρέτο του "Αγνώστου Μετανάστη", με μοναδικό αντίπαλο τη συγκινησιακή του φόρτιση.


Κατάφερε να μας τραγουδήσει, να μας μεταδώσει την έννοια του νόστου, να μας διδάξει πατριωτισμό, μα πάνω απ’ όλα να μας συγκινήσει με τη βιωματική του εξιστόρηση!
Τόπος συνάντησης: το σπίτι του στο Βαλτινό, όπου στην αυλή του, υπάρχει αναρτημένη σε ιστό η ελληνική σημαία.
Ο Λάμπρος Σταυρέκας, ξεκίνησε την διήγησή του βουρκωμένος κρατώντας στα χέρια του μια παλιά φωτογραφία κι ένα κλάμα βουβό, επισκίαζε κάθε τόσο το λόγο του και πρόδιδε το ευσυγκίνητο του χαρακτήρα του.


Κάποια στιγμή ηρέμησε και  άρχισε να διηγείται:
-«Θα ξεκινήσω από αυτή τη φωτογραφία, γιατί μου θυμίζει την παιδική μου ηλικία. Εδώ είμαι σε ηλικία 11 ετών, τότε που φτιάχνανε την εκκλησία, το καλοκαίρι του 1953. Έκαναν την επέκταση του επάνω διαζώματος και τα μαστόρια είχαν κάνει μια σκαλωσιά για να ανεβάζουν επάνω τα οικοδομικά υλικά. Εγώ πιτσιρικάς βοηθούσα εθελοντικά, παίρνοντας τον κουβά με την ασβέστη από τους κάτω εργάτες και τον έδινα επάνω στα μαστόρια. Ήταν από τις πρώτες μου επαφές με την εργασία, τη σκληρή δουλειά.

Το επόμενο καλοκαίρι ο πατέρας μου μ’ έστειλε να δουλέψω στο κεραμοποιείο του Κατσιάκου, κοντά στη γέφυρα του Καραβόπορου. Έπαιρνα 20 δραχμές τη βδομάδα. 
Κάποια Κυριακή πήγαμε στα παζάρια στα Τρίκαλα και εκεί είδα κάποιον να παίζει ένα όργανο, ακορντεόν και να τραγουδάει. Ήταν τυφλός και έτσι μ’ αυτόν τον τρόπο, ο άνθρωπος, έβγαζε τα προς το ζην του. Πήγα λοιπόν, τον πλησίασα και τον ρώτησα μερικά πράγματα για το ακορντεόν. Τον ρώτησα μάλιστα και που μπορώ να απευθυνθώ για να αγοράσω και εγώ. Μου είπε ο άνθρωπος, που θα έβρισκα ακορντεόν, είχα και χρήματα από τη δουλειά μου, πήγα έψαξα και βρήκα τον τρόπο και αγόρασα ένα ακορντεόν.


Άρχισα σιγά σιγά να παίζω μόνος μου διάφορα τραγούδια και να μαθαίνω το όργανο. Στην αρχή έπαιζα τα τραγούδια που άρεσαν σε μένα, αλλά σιγά σιγά άρχισα να παίζω και τραγούδια που άρεσαν σε άλλους και μου τα ζήταγαν να τα παίζω.
Θυμάμαι κάποια χειμωνιάτικη μέρα, είχε χιόνι έξω, ήρθε και με πήρε με το άλογό του ο Μήτσιος ο Αρμάγος από το Μέλιγο. Επάνω στο άλογο εγώ με το όργανο και κάτω αυτός, στο χιόνι… και με πήγε στο σπίτι του παππού, του Χασιώτη, όπου γιόρταζε ο γιος του. Εκεί ήταν καμιά δεκαπενταριά άτομα και έλεγαν τα δικά τους τραγούδια. Δεν ήθελαν να τους παίξω τραγούδια, ήθελαν απλά να τους σιγοντάρω, να τους συνοδεύω με τα ακόρντα στα τραγούδια που έλεγαν αυτοί.



Έτσι όταν τέλειωσε το γλέντι, έβγαλε το καπέλο ο παππούς ο Χασιώτης και έριξαν μέσα ο καθένας διάφορα χρήματα για την αμοιβή μου. Τα χρήματα ήταν αρκετά. Για να καταλάβεις εγώ έπαιρνα την εβδομάδα 20 δραχμές στο κεραμοποιείο και αυτά ήταν σχεδόν ένας μισθός δασκάλου. Μου τα έβαλαν σε μια πετσέτα και μου τα έδεσαν στο παντελόνι, με μια παραμάνα για να μην τα χάσω.


Αυτό επαναλήφθηκε κι άλλες φορές και έτσι, αφού έμαθα καλά το ακορντρεόν άρχισα να πηγαίνω και σε γάμους. Θυμάμαι που έπαιξα στο γάμο του Νάσιου του Σταμούλη, του Στέφου Βερβέρα και σε πολλούς άλλους.
Ύστερα σιγά σιγά μεγάλωσα, πήγα φαντάρος, παντρεύτηκα, έκανα οικογένεια και αναγκάστηκα να ξενιτευτώ. Είχαμε σκοπό, με τη γυναίκα μου, να πάμε στην Αυστραλία.
Στην αρχή δεν μπορούσαμε να βγάλουμε διαβατήριο, υπήρχαν κάποια προβλήματα που μας εμπόδιζαν. Κάποιος δικηγόρος όμως μας βοήθησε και κατάφερε να μας βγάλει τα διαβατήρια και έτσι ετοιμαστήκαμε να φύγουμε μαζί με τη γυναίκα μου με το υπερωκεάνιο «Πατρίτσια».
Όμως η γυναίκα μου, η Ελένη, τότε ήταν έγκυος και υπήρχε ο κίνδυνος να γεννήσει μέσα στο υπερωκεάνιο. Μας είπαν δυστυχώς, ότι πρέπει πρώτα να γεννήσει και μετά να ταξιδέψουμε. Σε καμιά δεκαριά μέρες γέννησε η γυναίκα μου αλλά πάλι δεν μπορέσαμε να ταξιδέψουμε, γιατί έτυχε τότε το παιδί να έχει πυρετό και έτσι ματαιώθηκε το ταξίδι για την Αυστραλία.


Μετά κάναμε προσπάθειες να φύγουμε για τη Γερμανία, βγάλαμε διαβατήριο και τον Αύγουστο του 1966, η Ελένη έφυγε για τη Γερμανία, μαζί με άλλες γυναίκες από το χωριό μας, την Ευθυμία Βερβέρα, την Μαρία Μαντέλα, η Φώτω Σταυρέκα, και άλλες. Εγώ είχα δυσκολία στην έκδοση του διαβατηρίου και έμεινα εδώ με το παιδί.
Η Ελένη κάθισε μέχρι τον Νοέμβριο.
Όλο αυτό το διάστημα έκανα προσπάθειες να βγάλω το διαβατήριο. Πλήρωσα ένα δικηγόρο, ο οποίος είχε γνωριμίες και έτσι ξεπεράστηκαν όλα τα εμπόδια.
Ώσπου μια μέρα ήρθε ο ταχυδρόμος, ο Μπάμπης και με φώναξε: «Μπούλιας Σταυρέκας! Άντε ώρα καλή! Ήρθε το διαβατήριο!»
Έφυγα, πήγα και εγώ στη Γερμανία και βρήκα δουλειά σε ένα εργοστάσιο που έβγαζε λάστιχα αυτοκινήτων. Εκεί εργαστήκαμε μαζί με τη γυναίκα μου 6 χρόνια και κάναμε και την άλλη μας κόρη. 



Παράλληλα όμως εργαζόμουνα και το απόγευμα, σερβιτόρος, σε ένα μαγαζί όπου σύχναζαν Έλληνες.
Όταν έφτασαν τα παιδιά μου σε ηλικία να πάνε στο δημοτικό σχολείο, επειδή στην πόλη που μέναμε δεν είχε ελληνικό σχολείο, αναγκαστήκαμε να μετακομίσουμε στο Μόναχο. Εκεί βρήκαμε δουλειά στο εργοστάσιο της AKFA με είδη φωτογραφικών μηχανών, φιλμ κλπ, και εργαστήκαμε.


Το 1976 πέθανε η μάνα μου και αναγκάστηκα να φύγω εσπευσμένα για την Ελλάδα. Όταν γύρισα στο εργοστάσιο που εργαζόμουνα με ενημέρωσαν ότι με είχαν απολύσει.
Έψαξα στη συνέχεια και βρήκα δουλειά στο εργοστάσιο αυτοκινήτων της BMW. Εργάστηκα και εκεί μερικά χρόνια, ώσπου αποφάσισα μετά να εργαστώ ως σερβιτόρος σε ένα γερμανικό εστιατόριο, το οποίο αργότερα το αγόρασα και έβγαλα άδεια καταστήματος στο όνομά μου. 


Το μαγαζί αυτό το δούλεψα τρία χρόνια, το έστρωσα και η δουλειά πήγαινε πάρα πολύ καλά. Μια μέρα η γυναίκα μου, αντί να πάει στο εργοστάσιο, στη δουλειά της, ήρθε στο μαγαζί και μου ζήτησε να φορέσει ποδιά για να δουλέψει εκεί μαζί μου. Πήγα αγόρασα ποδιά και από εκείνη την ημέρα εργαστήκαμε μαζί με τη γυναίκα μου σ’ αυτό το μαγαζί. Ευτυχώς η δουλειά πήγαινε πάρα πολύ καλά και έτσι καταφέραμε και κάναμε «καταντιά» που λέμε. 



Εκεί είχα την ευκαιρία κατά καιρούς να παίζω ελληνικά τραγούδια με το ακορντεόν και να διασκεδάζω τους πελάτες.
Παράλληλα τα παιδιά μεγαλώσανε πήγανε γυμνάσιο, λύκειο, πανεπιστήμιο…


Κατά τη διάρκεια αυτή, έφτιαξα αυτά που έφτιαξα…, είμαι ευχαριστημένος που έχω κάνει μια καλή οικογένεια, έχω και πέντε εγγονάκια και μπορώ σήμερα και τα χαίρομαι.
Όσον αφορά για τη σημαία που με ρώτησες στην αρχή, θέλω να σου πω ότι αυτή τη σημαία την κρατάω και την φυλάγω 45 χρόνια…(συγκινείται, κλαίει και συνεχίζει κλαίγοντας)
Την έβγαζα στο παράθυρο του σπιτιού μου, στη Γερμανία στις γιορτές, 25 Μαρτίου, 28 Οκτωβρίου, Πάσχα, Χριστούγεννα, ή όταν έπαιζε ποδόσφαιρο ελληνική ομάδα…


Και επειδή δεν την έχω χορτάσει, όταν ήρθα εδώ έστησα αυτόν τον ιστό και την έχω κάθε μέρα αναρτημένη στο σπίτι μου.
Θέλω όμως, για να ολοκληρώσω την επιθυμία μου, να βάλω μια πινακίδα, αφιερωμένη στον μετανάστη που να γράφει επάνω τη φράση «Ο άγνωστος Μετανάστης», ο οποίος δεν έχει προορισμό, δεν ξέρει τι τον ξημερώνει και γενικά δεν έχει σίγουρο μέλλον.


Ο μετανάστης είναι ένας αβάσταχτος καημός, έτσι όπως πολύ σωστά αποτυπώνεται στους στίχους ενός ποιήματος:
«Mάνα γλυκιά Eλλάδα μου, πώς το βαστά η καρδιά σου
κι αφήνεις ξενιτεύονται τα πιο καλά παιδιά σου.
Φεύγουν τα νιάτα, οι βλαστοί, φεύγουνε τα λουλούδια
και φεύγοντας σου τραγουδούν λυπητερά τραγούδια.
Φεύγω πατρίδα μου γλυκιά, δεν ξέρω αν θα γυρίσω.
Mα τι να κάνω ο δύστυχος, που δεν μπορώ να ζήσω.
Αφήνω τη μανούλα μου, πατέρα κι αδελφούλα
Αφήνω τη γυναίκα μου, λίγων ετών νυφούλα.
-Δεν θέλω, Mάνα μου γλυκιά, να σε στεναχωρήσω
το παρακάτω δίστιχο θέλω να σου χαρίσω.
«Για πρόσεξε τα λούλουδα προτού να μαραθούνε
γιατί σε δύσκολη στιγμή πάλι θα χρειαστούνε»».











Συνεχίζεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας