Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

Με τη γλώσσα του τόπου μας (Οι περιπέτειες του Παντελή)



Αφηγήσεις, εξιστορήσεις, καταθέσεις βιωμάτων από ανθρώπους που διατηρούσαν το γλωσσικό μας ιδίωμα ατόφιο, όπως ακριβώς το παρέλαβαν από τους προγόνους μας.
Την παρακάτω αφήγηση μας έκανε ο Παντελής Φ….. την οποία παρουσιάζουμε ατόφια, χωρίς να αλλάξουμε ή να διορθώσουμε κάτι, διατηρώντας έτσι την ιδιωματική προφορά και την αυθεντικότητα της γλώσσας του τόπου μας.

Ά! Ιγώ έχου μεγάλη περιπέτεια. Ξερς οι περιπέτειες αυτές είναι ωραίες ιστουρίες.
Θα σι πω για μια γυναίκα απ’ την ήθελα να την παντρευτώ, αλλά στου πάτου δεν τη πήρα.
Είμαν τριάντα χρονό, σ’ ένα γάμο μι του γαμπρό απ’ αδερφή, του Βασίλη -είναι σχωρεμένος τώρα, πέθανε- δεν είχαν παντρευτεί ακόμα τότε.
Έ, είχαμαν παρέα κι τς’ ξαδέρφες μας κι ά, όπως γίνουνταν τότες έπινάμαν, κι καλαμπουρίζαμι. Εμένα μι γυάλτσει η Ρήνα. Αφού μέθ’σα την είπα.
-Γειά σου Ρήνα μ’ σιαγαπάου! Κλείνου, λέου, προξεινιό, σε παίρνου! Κατάλαβες; Άκ’σει κι αυτός (ο Βασίλης).
Πήγε η Ρήνα για χουρό κι ξαδέρφη μ’ στου χουρό έλεγε:
-Γειά σου νυφούλα μ’…
Ε, ήρθε η ώρα τρεις, για ύπνου. Λοιπόν. Μέθ’σα ιγώ, κι βγήκα όξου απ του μεθύσι. Αυτός έκατσε μέσα, δεν μίλτσει.
Λοιπόν, μπαίνου μέσα ιγώ κι του λέω:
-Βασίλη, εσύ θα κοιμ’θείς εδώ, στου δουμάτιου, μαζί στο κρεβάτι αυτό κι γώ στο άλλο και τα κορίτσια τα δυο θα πάνε μέσα, θα κοιμηθούν μαζί στο κρεβάτι.
Κι λέει αυτός:
-Εγώ θα κοιμθώ με την ξαδέρφη μ, λέει, κι εσύ κοιμήσ’, θα πας μέσα με την ξαδέρφης σ’.
Λέει η ξαδέρφη μ’:
-Τι λες αρά, π’ θα κοιμθού με τον ξάδερφου μ’! Χα! Χα! Χα!
-Ρήνα, λεου, σύρε μέσα και κοιμήσ’ με τη Σταμάτω.
Είχα συρτάκι ιγώ, γιατί είχα την αδερφή μ’ αραβουνιασμένη μι του Βασίλη και δεν τα σκώναμι τέτοια πράγματα εμείς τότε.
Λοιπόν. Αυτός θα κοιμθού. Κοιμήθκε με την ξαδέρφη. Ναι. Κοιμήθκα κι γώ στο κρεβάτι. Που, μι κολούσε ύπνος εμένα. Πέρασε κάνα ώρα κι σκέφκα μι το μυαλό μ’, λέω, θα κάνω ένα όνειρο να δω αν με ήθελε η κοπέλα, αν μ’ αγαπούσε. Κάνω όνειρο στου κρεβάτι όπως κοιμόμαν –αυτό είναι πρωτάκουστο, δεν το ΄κανε κανένας- κι λιανουματσιάλαγα εγώ κι έλεγα, «θέλω τη Ρήνα, θέλω τη Ρήνα». Απ! Έκανα πως κοιμόμαν πάλι. Άκ΄σει αυτήν κι λέει:
-Αχ Βασίλη, μι πήρες στο λαιμός σ’, λέει, δεν μι πάιρνει ου Παντελής τώρα... Δεν έκρινε αυτός.
Το πρωί, τέλος πάντων, ιγώ τσ’ άφκα κοιμόνταν. Η ξαδέρφη μ’ έφυγε πάει στου σπίτι.
Ήρθε ο πατέρας τς εδώ κι λέει:
-Τι γίνεται συμπεθερούλη;
-Καλά του λέου.
-Που είναι ο Βασίλης;
-Κοιμάται στο σπίτι, λέω εγώ, κάτσε εδώ να σε φτιάξω καφέ και θα πάω να του ξυπνήσω. –να μην πάει κάτ΄ αυτός κι τσ’ βρει να κοιμάνται. Πήγα εγώ κάτω, λέω:
-Σκουθείτε βρε κιρατάδες κοιμάστε, ήρθε ο πατέρας σ’, θα έρχουνταν κατ΄ και θα ντροπιάζουσάσταν! 
Σκώθκει πάει σπίτι.
Εμένα δεν με κόλαγε ύπνος, ούτε στο μαγαζί να κάτσω, ούτε στο σπίτι, να πούμι. Πήρα την ξαδέρφη μ’ κι την είπα να την πάρει να πάει στου Μσενικόλα. Εκεί καθόταν, κι πήγα κι εγώ. Γιατί πήγα εγώ; Να τον εξηγήσω να μην χαλάσει την προξενιά απ την αδερφή μ’. Να τον πώ, και τον βρήκα στον δρόμο πάεινάμαν μαζί, τον ξέκοψα εκεί, του λέου:
-Σταμάτα Βασίλη κάτι θέλω να σι πώ. 
-Ναι, λέει. 
-Την ξαδέρφη σ’ δεν την παίρνω. Ορκίσκα ψες, λέω, να την πάρω, αλλά δεν την παίρνω γιατί κοιμήθκες μαζί της, (είπα γω μι του μυαλό μ’ «θα τη πάρει αυτός να την εκμεταλεύεται και να μη τρώει κι απ’ το μαγαζί, να μι παίρνει τσιγάρα και να κοροϊδεύει). Γω είμαν έξυπνος! 
-Γιατί δεν την παίρνεις; λέει.
-Γιατί κοιμήθκες μαζί της...
-Δεν την έκανα τίποτα εγώ, αλλά μαζόνουνταν του φουστάνι σ’ απάν λέει και του μάζονα εγώ σιακάτ. Χα! Χα! Χα!
-Η μπαρούτι μι τη φουτχιά, λέου, δεν κάνει μαζί, κι αυτά απ’ λες εσύ, τα ακούω βερεσέ ιγώ. 
Και δεν την πήρα και χάλασε κι τη δλειά.
Έκανα έφοδο και τον έπιασα στο δωμάτιο, έκανε πως κοιμάνταν κι εγώ ήρθα απ’ το μαγαζί, εκεί για να αφήσει την αδερφή μ’ και να κάνει χαβαλάκι. Τα λέω εγώ δεν αντρέπομαι Κι κοσμικά είναι αυτά.
Λοιπόν, το πρωί σκώθκα κι έφυγα. Τη λέω την Κατερίνη, την αδερφή μ’:
-Έχεις το φαί έτοιμο;
-Ναι.
-Nα πας απέναντι εκεί που είναι η μάνα σ’, στο καλύβι. Θα πάρς το μπακράτσι στα χέρια κι του ψωμί στον τρουβά, στον ώμο και θα βγεις από κείνη την πόρτα κι θα ρθεις στην άλλη, θα την ανοίξ'ς σια μέσα, κι θα κρίνεις το Βασίλη. «Φέυγου Βασίλη, ξύπνα πάω για το καλύβι εγώ». Και θα φύβγεις. Ναι; 
-Εντάξει. 
Δεν πρόπσει να φύγει, την τσάκωσε αυτός και την φύλαγε μεσ’ στο δωμάτιο. Δεν έκαναν τίποτα, δεν πρόπσαν να κάνουν έρωτα, την φύλαγε. 
Πααίνω ιγώ σε πέντε λεπτά, λέω, πρέπει να έφυγε τώρα. Μπαίνου μέσα, τειράου… Δεν τον έκρινα ντιπ. Έφυγα. Έφυγε κι η αδερφή μ’. Έρχουμι εδώ, είχαμε κανονίσει γάμο στις 17 Μαίου, όλα, καλέσματα, αυτά εντάξει.
Έρχουμι εδώ κάθουμι εκεί μέσα… Έφιρι το κλειδί αυτός απ’ το σπιτι. Μι λέει:
-Πάρτου του κλειδί. Του λέου:
-Βασίλη, πότε έχουμι κανονίσει γάμο;
-Τς΄ 17 λέει.
-Αναβάλλεται ο γάμος, λέου και θα γίνει τς΄ 10. 
Αλλά ομολογούνταν εδώ ότι έχω πιστόλι, σκιάχτκει μην του σκουτώσου.
-Λοιπόν του λέου, θα γίνει τς’ 10 του μηνός ου γάμους. Μα λέει:
-Κάλεσάμαν… κι χαμπέρια.
-Κάλεσάμαν, θα καλέσουμε πάλι. Ου γάμους αναβάλλεται…
-Εγώ λέει, περίμενα να φκιάσ’ το προικιό, γι’ αυτό περίμενα.
-Είμαστε σύμφωνοι; λέου ιγώ.
-Σύμφωνοι.
Παίρνου τον αδερφό μ' τηλέφωνο, ότι αυτό κι αυτό, «ανέβαλλα το γάμο και θα γίνει τς΄ 10. Δεν γίνετε τς’ 17». Κι κατάλαβε ου αδερφός μ’, τσιμουδιά… Του λέου:
-Δεν τα χονεύω ιγώ αυτά τα πράγματα… Λοιπόν θα γένει ο γάμος, να είσαι σίγουρος, κι θες έλα, του λέου τουν αδερφό μ’, θες μην έρχισε. Ιγώ θα τουν κάνου του γάμου. Κι έγινε ο γάμος τς’ 10 Μαίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας