Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Η Πρωτοχρονιά στο Βαλτινό

 

Η Πρωτοχρονιά στο Βαλτινό μπήκε αθόρυβα, σαν πάχνη που απλώθηκε τη νύχτα πάνω στα χωράφια και στα χαμηλά μας σπίτια, χωρίς να τη δούμε, αλλά τη νιώσαμε το πρωί. Ο χρόνος άλλαξε, μα το χωριό στάθηκε ακόμα μια φορά όρθιο μέσα στον χειμώνα, κι εμείς μαζί του.

Ο Ιανουάριος είναι μήνας λιτός για μας. Τα χρώματα λιγοστά, οι κινήσεις μετρημένες, οι κουβέντες πιο βαριές, σαν να κουβαλούν το βάρος όσων περάσαμε. Τα πρωινά καπνίζουν οι καμινάδες και οι δρόμοι κρατούν ακόμη τα ίχνη από παλιές πατημασιές, ανθρώπινες και ζωικές, για να μας θυμίζουν πως εδώ ο χρόνος δεν τρέχει, αλλά περπατά μαζί μας.

Δεν μιλάμε πολύ για «στόχους» και «αλλαγές». Η Πρωτοχρονιά είναι για μας περισσότερο λογαριασμός παρά υπόσχεση. Κοιτάμε πίσω με τη σιωπή εκείνου που ξέρει πως ό,τι έγινε δεν ξεγίνεται, κι ύστερα μπροστά με τη σοβαρότητα ανθρώπων που γνωρίζουν ότι τίποτα δεν χαρίζεται. Ένας ακόμα χρόνος σημαίνει αντοχή, να κρατήσουμε τα σπίτια μας όρθια, τα χωράφια ζωντανά, τις μνήμες ακέραιες.

Ο Ιανουάριος μας φέρνει πιο κοντά στη φωτιά και μεταξύ μας. Στα χαμηλόφωνα καφενεία, στις κουζίνες με τη μυρωδιά του ξύλου, ο χρόνος παίρνει μορφή αφήγησης. «Θυμάσαι εκείνον τον χειμώνα…» λέμε, και ξαφνικά ο παλιός πόνος, η παλιά χαρά, ο παλιός μόχθος ξαναζούν. Για μας, ο χρόνος δεν είναι ημερολόγιο, είναι ιστορία που περνά από στόμα σε στόμα.

Η Πρωτοχρονιά δεν είναι γιορτή του καινούργιου, αλλά επιβεβαίωση της συνέχειας. Ότι, παρά τις απουσίες, τις φθορές και τις αλλαγές, το χωριό μας ανασαίνει ακόμα. Ότι εμείς, με τα λίγα μας, στεκόμαστε μέσα στον Ιανουάριο σαν δέντρα γυμνά, μα βαθιά ριζωμένα.

Κι ίσως αυτός να είναι ο κρυφός μας στοχασμός για τον μήνα και για την αρχή του χρόνου: πως η αληθινή ανανέωση δεν φαίνεται. Συμβαίνει αθόρυβα, μέσα στην επιμονή να ξημερώσει άλλη μια μέρα, να ανάψει άλλη μια φωτιά, να ειπωθεί άλλη μια ιστορία. Εκεί, στη σιωπηλή αυτή συνέχεια, βρίσκουμε κι εμείς το νόημα του χρόνου.

Από την εφημερίδα μας, ευχές σε όλους για μια ευτυχισμένη χρονιά!


Με αφορμή την αλλαγή του χρόνου

 

Με αφορμή την αλλαγή του χρόνου ακολουθεί ένας προσωποποιημένος λόγος σε μορφή διαδοχικής προσφώνησης, όπου ο παλαιός και ο νέος χρόνος απευθύνονται στον άνθρωπο, ο καθένας υπερασπιζόμενος τα δώρα του. Ο παλαιός χρόνος μιλά από τη θέση της εμπειρίας και της μνήμης, ζητώντας όχι δικαίωση αλλά ευγνωμοσύνη για το βίωμα και τη γνώση που προσφέρθηκαν μέσα από χαρές, δοκιμασίες και απώλειες. Δεν διεκδικεί την παραμονή του, παρά μόνο την αναγνώριση της συμβολής του στη διαμόρφωση της ανθρώπινης συνείδησης.

Ο νέος χρόνος, αντίθετα, απευθύνεται στον άνθρωπο από το πεδίο του ενδεχόμενου και της προσδοκίας. Δεν υπόσχεται βεβαιότητες, αλλά ανοίγει χώρο για ελπίδες, επιλογές και πράξεις που μπορούν να μετατρέψουν τη γνώση του παρελθόντος σε υπεύθυνη στάση ζωής. Ανάμεσα στους δύο χρόνους δεν τίθεται δίλημμα, ο άνθρωπος καλείται να σταθεί ως γέφυρα, κρατώντας τη μνήμη ως θεμέλιο και την ελπίδα ως προσανατολισμό.

Ο Παλαιός Χρόνος: Σε σένα μιλώ, άνθρωπε, που στέκεσαι στο κατώφλι και κοιτάς πίσω με αμφιθυμία.
Μη με προσπερνάς βιαστικά. Δεν ήμουν μόνο κόπος και φθορά. Υπήρξα το πεδίο όπου έμαθες να αναγνωρίζεις τον εαυτό σου. Κάθε σου βήμα πάνω μου άφησε ίχνος, κι εγώ σου απάντησα με εμπειρία.

Σου πρόσφερα το βίωμα: τη χαρά που σε άνοιξε, τη λύπη που σε βάθυνε, την απώλεια που σου έμαθε το μέτρο των πραγμάτων. Μέσα μου έμαθες ότι τίποτα δεν χαρίζεται χωρίς τίμημα και τίποτα δεν χάνεται χωρίς να αφήσει γνώση. Αν σήμερα στέκεσαι όρθιος, είναι γιατί δοκιμάστηκες.

Δεν σου ζητώ να με υμνήσεις ούτε να με νοσταλγείς. Σου ζητώ μόνο ευγνωμοσύνη, όχι για όσα πέτυχαν, αλλά για όσα σε διαμόρφωσαν. Εγώ έγινα η μνήμη σου, κι η μνήμη είναι το πρώτο θεμέλιο της σοφίας.

Ο Νέος Χρόνος: Κι εγώ σε χαιρετώ, άνθρωπε, όχι από το βάθος της μνήμης, αλλά από το άνοιγμα του ορίζοντα. Δεν έρχομαι με αποδείξεις, έρχομαι με υποσχέσεις. Δεν κουβαλώ γεγονότα, αλλά δυνατότητες.

Σε μένα μπορείς να δοκιμάσεις ό,τι φοβήθηκες, να διορθώσεις ό,τι έμαθες, να μετατρέψεις τη γνώση σε πράξη. Σου προσφέρω την ελπίδα όχι ως αυταπάτη, αλλά ως ευθύνη: να γίνεις πιο συνειδητός, πιο δίκαιος, πιο ανθρώπινος.

Δεν σου εγγυώμαι ευκολία. Σου προσφέρω όμως χώρο, για νέες αρχές, για σχέδια που ακόμη δεν τολμήθηκαν, για νοήματα που δεν έχουν ειπωθεί. Αν ο παλαιός χρόνος σου έμαθε ποιος είσαι, εγώ σου δίνω την ευκαιρία να αποφασίσεις ποιος θέλεις να γίνεις.

Επίλογος (σιωπηλός):Ανάμεσα στην ευγνωμοσύνη και την ελπίδα, άνθρωπε, βρίσκεται η ωριμότητά σου. Κράτησε τον παλαιό χρόνο μέσα σου ως γνώση. Και υποδέξου τον νέο ως πράξη.


Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

Καλή Πρωτοχρονιά σε όλους!

 Του Δημήτρη Τσιγάρα

Καθώς πλησιάζει η Πρωτοχρονιά, το σπίτι ντύνεται ξανά με φως. Μα φέτος, ανάμεσα στα χρυσά στολίδια και στα λαμπιόνια που τρεμοπαίζουν, ανακαλύπτω πως υπάρχει στ’ αλήθεια ένας Άγιος Βασίλης, ένας άγιος που δεν κατεβαίνει από καμινάδες, μα έρχεται αθόρυβα, τη στιγμή που η ζωή αποφασίζει να χαρίσει δυο νέες ανάσες στον κόσμο.

Μπροστά μου, δύο μικρά πλάσματα φωτίζουν το δωμάτιο περισσότερο κι από το στολισμένο δέντρο. Το ένα, όρθιο, αφήνει το βλέμμα του να χαθεί μέσα στις μπάλες που καθρεφτίζουν το θαύμα της παιδικής απορίας. Το άλλο, τυλιγμένο σε μια ροζ κουβέρτα, κοιτάζει τα φώτα σαν να είναι οι πρώτες του χρυσές νιφάδες στον κόσμο.

Και μέσα σ’ αυτή τη γλυκιά σιωπή, νιώθω πως η αληθινή Πρωτοχρονιά αρχίζει από εδώ, από ένα παιδικό βλέμμα που αγγίζει το φως, από μια μικροσκοπική καρδιά που χτυπά μέσα στη ζεστασιά της αγάπης.

Φέτος, ο Άγιος Βασίλης μού έφερε τα μεγαλύτερα δώρα. Δεν είναι παιχνίδια, δεν είναι αντικείμενα. Μου έφερε δύο θαύματα που ανασαίνουν. Δύο εγγόνια που ξαναγράφουν μέσα μου την έννοια της χαράς, της συνέχειας, της τρυφερότητας.

Και τότε καταλαβαίνω. Το θαύμα της ζωής δεν είναι μακρινό, φωλιάζει μέσα σε δύο μικρά χέρια, σε δύο φωνές που ακόμη ψιθυρίζουν τον κόσμο. Φωλιάζει σε μια αγάπη που κυλά σαν φως από γενιά σε γενιά, ανάβοντας κάθε φορά ένα νέο κερί.

Κι εγώ, μπροστά σε αυτό το φως, νιώθω μόνο ευγνωμοσύνη,
τόση που χωράει όλες τις Πρωτοχρονιές του κόσμου.

Καλή Πρωτοχρονιά σε όλους!



Έξω από τα αποδυτήρια

 

Μια φωτογραφία αξιώσεων, με  καλλιτεχνική λήψη που δεν φωνάζει, απλά ψιθυρίζει, είναι αυτή που ένας άνθρωπος κάθεται μόνος, όχι όμως εγκαταλελειμμένος. Το σώμα του ακουμπά στη βαρύτητα του χρόνου, μα το βλέμμα του, κρυμμένο πίσω από τα γυαλιά, μοιάζει να έχει συμφιλιωθεί με όσα πέρασαν και με όσα δεν θα ’ρθουν.

Ο Γιώργος Ριζαργιώτης δεν ποζάρει, παρίσταται, κάθεται μπροστά στα αποδυτήρια του γηπέδου, σε μια καρέκλα που γνωρίζει καλά το σώμα του. Από εδώ έχει περάσει αμέτρητες φορές, όρθιος, ανήσυχος, με το βλέμμα καρφωμένο στον αγωνιστικό χώρο, άλλοτε με φωνή δυνατή, άλλοτε με σιωπή βαριά. Τώρα κάθεται. Παρακολουθεί.

Στο γήπεδο Βαλτινού διεξάγεται ποδοσφαιρικός αγώνας. Τα βήματα δεν είναι πάντα σωστά, οι πάσες συχνά κόβονται, μα η πρόθεση είναι καθαρή. Ο Γιώργος το ξέρει αυτό. Το ξέρει καλύτερα από πολλούς. Ανάβει τσιγάρο, πίνει μια γουλιά καφέ. Ο καπνός ανεβαίνει αργά, όπως ανέβαιναν κάποτε οι σκέψεις του για το πώς στήνεται μια ομάδα, πώς κρατιέται όρθιο ένα σωματείο με λίγα χρήματα και πολλή αγάπη.

Κάποτε ήταν παράγοντας ποδοσφαίρου. Πρόεδρος στον Α.Ο. Βαλτινού. Υπέγραφε χαρτιά, μάλωνε για διαιτησίες, πάλευε με ελλείψεις, με χρέη, με υποσχέσεις που δίνονταν πρόχειρα και ξεχνιούνταν εύκολα. Ήξερε τα αποδυτήρια όχι ως χώρο, αλλά ως ψυχή, τις φωνές πριν τον αγώνα, τις σιωπές μετά την ήττα, τα γέλια μιας απρόσμενης νίκης.

Τώρα κάθεται έξω από αυτά. Δεν μπαίνει. Δεν χρειάζεται. Ό,τι είχε να ζήσει εκεί μέσα, το έζησε. Ο αγώνας κυλά, οι φωνές ακούγονται μακρινές, σαν ανάμνηση που δεν πονά πια. Δεν κρίνει αυστηρά, δεν παρεμβαίνει. Παρακολουθεί με εκείνη τη γνώση που έρχεται όταν έχεις περάσει από την ευθύνη και έχεις επιστρέψει στη χαρά.

Ο Γιώργος δεν είναι πια στο κέντρο των αποφάσεων, μα είναι ακόμη μέσα στο παιχνίδι. Σαν άνθρωπος που έμαθε ότι το ποδόσφαιρο, όπως και η ζωή, δεν ανήκει σε όσους φωνάζουν πιο δυνατά, αλλά σε όσους μπορούν, κάποια στιγμή, να καθίσουν ήσυχα και να δουν. Με καφέ στο χέρι, με καπνό στον αέρα και με μια μνήμη που ξέρει πότε να σωπαίνει.


Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Ο Άγιος Βασίλης στο Βαλτινό

Τα Βαλτσινιώτικα

Έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα,
εδώ στα Βαλτσινιώτικα,
θα λέμε τον καημό μας,
τα βάσανα, τις πίκρες μας,
τα ωραία απ’ το χωριό μας.

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά, θα φέξει πέρα ως πέρα,
κοντεύει το ξημέρωμα, που θα 
ναι μια άλλη μέρα.

Άγιος Βασίλης έφτασε από την Καισαρεία,
φέτος μας ήρθε στο χωριό, δεν άλλαξε πορεία.

Από τη μάνα τ’ έρχεται, στο Βαλτινό πηγαίνει,
έχει τους φίλους του εκεί, δώρα πολλά τους φέρνει.

Ας τον καλωσορίσουμε στο όμορφο χωριό μας,
είναι καλοδεχούμενος σε κάθε σπιτικό μας.

Στην πατερίτσα ακούμπησε κι ήπιε τον καφέ του,
μας πρόσφερε τα δώρα του, λέγοντας τις ευχές του:

—Σ’ αυτό το όμορφο χωριό, πέτρες να μη ραγίστε,
και όλοι οι νοικοκύρηδες χρόνια πολλά να ζήστε.

Να ζήστε χρόνους εκατό και να τους ξεπερνάτε,
και στων παιδιών σας τις χαρές κουφέτα να κερνάτε.

Ανοίξτε τα πουγκάκια σας, τα μαργαριταρένια,
να σας κεράσω εγώ φλουριά, χρυσά και ασημένια.

Κυρά χρυσή, κυρ’ αργυρή, κυρά μαλαματένια,
να σε χτενίζουν άγγελοι με τα χρυσά τους χτένια.

Εσένα, αφέντη, πρέπει σου καρέκλα καρυδένια,
για ν’ ακουμπάς τη μέση σου τη μαργαριταρένια.

Και πάλι ξανά πρέπει σου, βάλε στραβά το φέσι σου,
και δίπλα το βρακί σου, να σκάσουν οι εχθροί σου.

Χρόνια πολλά σας εύχομαι, σ’ όλους βοήθειά σας,
Υγεία, Αγάπη και Χαρά ναν’ το ξημέρωμά σας.



Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

Απολογισμός Μνήμης για το Έτος 2025 στο Βαλτινό

Το αναπότρεπτο του θανάτου αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ανθρώπινης φύσης και ύπαρξης, μια υπενθύμιση της εύθραυστης πορείας μας μέσα στον χρόνο. Καθώς άλλη μία χρονιά φθάνει στο τέλος της, το 2025 ετοιμάζεται να γίνει παρελθόν, παίρνοντας μαζί του στιγμές χαράς, δημιουργίας και συλλογικής ζωής για το χωριό μας. Ωστόσο, παράλληλα με όσα όμορφα βιώσαμε, η χρονιά αυτή σφραγίστηκε και από σημαντικές απώλειες, που άφησαν βαθιά το αποτύπωμά τους στη μικρή μας κοινότητα.

Στο Βαλτινό, είκοσι τρεις αγαπημένοι άνθρωποι, συγγενείς, φίλοι, γείτονες, άνθρωποι με τους οποίους συμπορευτήκαμε, ζήσαμε, μοιραστήκαμε στιγμές και αγαπήσαμε, «έφυγαν» από κοντά μας. Η απουσία τους αφήνει πίσω ένα δυσαναπλήρωτο κενό, πόνο αλλά και πολύτιμες αναμνήσεις που θα μας συνοδεύουν για πάντα.

Κατά χρονολογική σειρά, πρόκειται για τους εξής:


Γεωργία Ζαμπακά - Βότσιου συζ. Αθανασίου. 63 ετών. Απεβίωσε 7 Ιανουαρίου 2025.


Στεφανία Βαγγελού συζ. Κων/νου. 87 ετών... Απεβίωσε 17 Ιανουαρίου 2025. (Κηδεύτηκε στην Λαμία).


Δημήτριος Χρ. Κατσιούλης. 50 ετών. Απεβίωσε  21 Ιανουαρίου 2025.


Μαρία – Γούσιου - Τζίκα συζ. Αστέριου. 82 ετών. Απεβίωσε 24 Ιανουαρίου 2025.


Στεργιανή Καραμπάση συζ. Νικολάου Τάσιου. 74 ετών. Απεβίωσε 26 Ιανουαρίου 2025.


Μαργαρίτα Πράτα συζ. Γεωργίου. 99 ετών. Απεβίωσε 27 Ιανουαρίου 2025.


Αθανάσιος Γεωργ. Πέτρου. 89 ετών. Απεβίωσε 3 Φεβρουαρίου 2025.


Βασιλική Δήμου συζ. Αθανασίου. 83 ετών. Απεβίωσε 6 Απριλίου 2025.


Αθανάσιος Ευαγγ. Απόχας. 79 ετών. Απεβίωσε 7 Απριλίου 2025.


Μαρία (Γεωργ. Σταυρέκα), σύζ. Χρ. Σατρατζέμη. 86 ετών... Απεβίωσε 15 Μαΐου 2025.


Μαρία Χήρα, σύζ. Σωτηρίου 70 ετών. Απεβίωσε 23 Μαΐου 2025.


Αθανασία (Γεωργ. Κουφοχρήστου), σύζ. Βασ. Ζησόπουλου. 74 ετών. Απεβίωσε 29 Μαΐου 2025. (Κηδεύτηκε στα Τρίκαλα).


Κωνσταντινιά Βασ. Μαντόλια 80 ετών. Απεβίωσε 31 Μαΐου 2025.


Στέργιος Σωτ. Σταμούλης 91 ετών. Απεβίωσε 19 Ιουνίου 2025.


Ιωάννης Κων. Γκαβοκώστας. 83 ετών. Απεβίωσε 13 Ιουλίου 2025. (Κηδεύτηκε στα Τρίκαλα).


Ηλίας Νικ. Καραθανάσης. 86 ετών... Απεβίωσε 24 Σεπτεμβρίου 2025.


Αναστασία (Ανδρ. Καραθανάση), σύζ. Σεραφείμ Αλεξίου. 84 ετών... Απεβίωσε 25 Σεπτεμβρίου 2025.


Μαρία (Νικ. Βότσιου), σύζ. Σπυρίδωνος Λάππα. 57 ετών. Απεβίωσε 24 Οκτωβρίου 2025.


Φωτεινή Ψαρρά, σύζ. Γεωργίου. 84 ετών. Απεβίωσε 19 Νοεμβρίου 2025.


Χριστόφορος Χαρ. Χριστάκος 84 ετών. Απεβίωσε 21 Νοεμβρίου 2025. 
(Κηδεύτηκε στο Μικρό Κεφαλόβρυσο).


Θεόδωρος Αριστ. Αθάνατος. 72 ετών. Απεβίωσε 3 Δεκεμβρίου 2025.











Ιωάννης Θεόδ. Πολύμερος. 78 ετών. Απεβίωσε 8 Δεκεμβρίου 2025.


Παρασκευή Σταμούλη συζ. Κων/νου. 77 ετών. Απεβίωσε 13 Δεκεμβρίου 2025.


Ο Κυριακάτικος Καφές στο Αετών Μέλαθρον

 

Ήταν από εκείνες τις χειμωνιάτικες Κυριακές που δεν ζητούν τίποτε παραπάνω από έναν καφέ και λίγη ανθρώπινη παρουσία. Μέρες Χριστουγέννων. Το «Αετών Μέλαθρον» ζεστό, φωτεινό, με τον ήλιο να περνά από τα ψηλά παράθυρα και να στέκεται για λίγο πάνω στα τραπέζια, σαν να ήθελε κι αυτός να ακούσει.

Η παρέα είχε ήδη καθίσει. Δεν υπήρχε βιασύνη, ούτε ανάγκη για μεγάλες κουβέντες. Ο καθένας ήξερε τη θέση του, όχι την καρέκλα, αλλά τον ρόλο του μέσα στη συντροφιά. Δεξιά, ο Νίκος Πράτας, ο γηραιότερος. Συνταξιούχος δάσκαλος από το Βαλτινό, μα κυρίως ο άνθρωπος που κρατούσε δεμένη την οικογένεια, σαν κόμπο που δεν λύνεται εύκολα. Το μπαστούνι ακουμπισμένο στο χέρι του, περισσότερο συνήθεια παρά στήριγμα, κι ένα βλέμμα καθαρό, που είχε δει πολλά και δεν χρειαζόταν να τα επαναλαμβάνει.

Δίπλα του ο Χρήστος Πράτας, ανεψιός του, κι αυτός δάσκαλος στα χρόνια που πέρασαν. Ανάμεσά τους υπήρχε εκείνη η άνεση που γεννιέται όταν η σιωπή δεν βαραίνει. Μιλούσαν λίγο, χαμογελούσαν συχνά, σαν να συνέχιζαν μια παλιά συζήτηση που είχε ξεκινήσει δεκαετίες πριν, σε αυλές σχολείων και χειμωνιάτικα σπίτια.

Οι σύζυγοι συμπλήρωναν τον κύκλο. Ένα φιλικό ζευγάρι έδινε τον τόνο της απλότητας. Ποτήρια με νερό, καφές που αχνίζει, μικρές κινήσεις, ένα χέρι στον ώμο, ένα νεύμα, ένα βλέμμα που λέει «είμαστε εδώ». Κανείς δεν φωτογραφιζόταν για να φανεί, η στιγμή τους βρήκε έτσι όπως ήταν.

Η φωτογραφία δεν κρατά μόνο πρόσωπα, κρατά μια στάση ζωής. Την επιμονή στη συνάντηση, την αξία του «μαζί», τη σιωπηλή συμφωνία πως, όσο υπάρχουν τέτοιες Κυριακές, ο κόσμος παραμένει κατοικήσιμος. Κι ίσως αυτό να είναι το πιο αληθινό χριστουγεννιάτικο μήνυμα: όχι τα λαμπιόνια, αλλά οι άνθρωποι που κάθονται γύρω από ένα τραπέζι και συνεχίζουν -αθόρυβα- να ανήκουν ο ένας στον άλλον.


Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Παραμονή Πρωτοχρονιάς (της Ρούλας Σταυρέκα)

 

Παραμονή Πρωτοχρονιάς κι η μάνα από τη χαραυγή είχε πιάσει δουλειά. Ζύμωσε την παραδοσιακή κουλούρα κι από το ίδιο ζυμάρι έφτιαξε επάνω της ολόκληρη την οικογένειά μας. Πρώτα την αγελάδα, έπειτα τον ζυγό και το αλέτρι, τον πατέρα να το κρατάει και πίσω του τη μάνα με το χέρι απλωμένο να σπέρνει. Πιο πίσω, εμείς τα παιδιά. Σαν αληθινή καλλιτέχνης, μας πέτυχε όλους. Κοιτούσα τα σχέδια και θαρρούσες πως ζωντάνευαν.

Όταν ψήθηκε η κουλούρα, την άφησε να κρυώσει. Την τύλιξε σε ένα άσπρο καρεδάκι, κεντημένο από τα χέρια της με μικρά λουλουδάκια, και πήγε στον αχυρώνα. Το έθιμο ήθελε να την ακουμπήσει στα κέρατα της αγελάδας και με μια γερή κίνηση να τη σπάσει στη μέση. Ήταν για να πάει καλά η χρονιά, για ανθρώπους και ζωντανά. Ύστερα την έφερνε στο σπίτι και τη μοιραζόμασταν, λέγοντας «καλή χρονιά» στο σπιτικό μας.

Εμείς, τα παιδιά της γειτονιάς, είχαμε μαζευτεί έξω. Δεν παίζαμε, μιλούσαμε ασταμάτητα για τον Άγιο Βασίλη. Τα κορίτσια θέλαμε κούκλες, τα αγόρια μπάλες, μηχανάκια, παπούτσια. Ό,τι μας έλειπε, ό,τι ονειρευόμασταν.

Το μεσημέρι, γύρισα σπίτι και ρώτησα τη μάνα με αγωνία:
«Λες φέτος να μην τον διώξουν πάλι τα σκυλιά τον Άγιο Βασίλη;»
«Θα τα δέσει καλά ο πατέρας σου», μου είπε. «Κι όταν έρθει, θα του πω να πάει να πάρει καινούργιο άλτσο».

Είχαμε δύο μεγάλα λυκόσκυλα, άγρια, φύλακες του σπιτιού. Το σπίτι μας ήταν το τελευταίο του χωριού, έξω στα τριφυλλοτόπια. Γύρω χωράφια, σκοτάδι, κρύο. Τότε υπήρχαν κλέφτες, πεινασμένος κόσμος, και τον χειμώνα κατέβαιναν και λύκοι, αλεπούδες, ζλάπια.

Όταν νύχτωσε, ρώτησα τον πατέρα:
«Τα έδεσες καλά τα σκυλιά;»
«Τα έδεσα με χοντρή αλυσίδα. Μη φοβάσαι».

Καθόμουν στο παράθυρο και κοιτούσα τον ουρανό, μήπως δω το έλκηθρο.
«Έλα να κοιμηθείς», είπε η μάνα. «Αν δεν κοιμηθείς, δεν έρχεται ο Άγιος Βασίλης».
«Θα ξέρει σε ποιο δωμάτιο να πάει;»
«Στο καλό μας δωμάτιο. Κοιμήσου».

Το πρωί ξύπνησα από τον θόρυβο. Η μάνα άνοιγε φύλλα για τη βασιλόπιτα, θα έβαζε μέσα το δίφραγκο, το καλαμπόκι, το φασόλι και το κλίμα. Έτρεξα στο καλό δωμάτιο. Κοίταξα γύρω μου. Τίποτα. Κανένα δώρο. Ούτε κάτω από το τραπέζι.

Άρχισα να κλαίω με όλη μου τη δύναμη. Φώναζα, γιατί δεν ήρθε. Γιατί; Ο πατέρας με πήρε αγκαλιά. Όταν ηρέμησα, μου είπε:
«Τα παλιόσκυλα έκοψαν πάλι τον άλτσο και κυνήγησαν τον Άγιο Βασίλη. Του φώναζα να γυρίσει πίσω, μα αυτός τρόμαξε κι έφυγε».

Τότε ακούστηκαν φωνές απ’ έξω. Η γειτόνισσα με τα δυο της αγόρια. Το ίδιο είχαν πάθει κι εκείνοι. Ο πατέρας είπε την ίδια ιστορία. Τα παιδιά έφυγαν απογοητευμένα, πιστεύοντας πως ο Άγιος Βασίλης είναι φοβιτσιάρης.

Τον ρώτησα αργότερα:
«Και γιατί στης Ευθυμίας πάει κάθε χρόνο;»
«Πάει από τον άλλο δρόμο», μου είπε. «Δεν τον βλέπει το σκυλί μας».

Τι να μας έλεγαν οι γονείς μας; Χρήματα δεν υπήρχαν. Σε όλο το χωριό λίγα παιδιά έπαιρναν δώρο. Σε εμάς, δεν ήρθε ποτέ. Κι έτσι, σιγά σιγά, στο σπίτι μας το είχαμε πάρει απόφαση.
Δεν τον περιμέναμε πια τον Άγιο Βασίλη.


Ο αυλόγυρος που θυμάται

 

Και τέλος, η Λουκία (μετά από τις τρεις προηγούμενες αναρτήσεις).
Όχι σε γιορτινό τραπέζι, ούτε μπροστά σε κεράκια, αλλά στον αυλόγυρο του πατρικού της σπιτιού στο Βαλτινό, εκεί όπου ο χρόνος δεν γιορτάζεται, παρά ψιθυρίζεται.

Ζει στη Φλώρινα, στις Πρέσπες, σε τόπο νερών και συνόρων, μα η επιστροφή της στο χωριό δεν είναι μετακίνηση στον χώρο, είναι κάθοδος στη μνήμη. Στη φωτογραφία τη βλέπουμε να στέκει ήσυχα, με κάτι από τη γαλήνη εκείνων που δεν βιάζονται να μιλήσουν. Κρατά λίγους καρπούς στα χέρια της, σαν μικρά αποδεικτικά ότι η γη ακόμη θυμάται όσους την αγάπησαν.

Ο αυλόγυρος είναι το πρώτο σύμπαν. Εκεί όπου παίχτηκαν τα παιδικά παιχνίδια, ειπώθηκαν οι πρώτες φωνές, χαράχτηκαν οι πρώτες απουσίες. Τα δέντρα, τα λουλούδια, τα παλιά ξύλα στοιβαγμένα στην άκρη, δεν είναι φθορά, είναι ίχνη ζωής. Και η Λουκία τα κοιτά όχι με νοσταλγία βαριά, αλλά με εκείνη τη λεπτή συγκίνηση που μοιάζει με ευγνωμοσύνη.

Αναζητά μνήμες, όχι για να επιστρέψει σε αυτές, αλλά για να επιβεβαιώσει ότι υπάρχουν. Ότι η παιδική ηλικία δεν χάνεται, απλώς περιμένει σε έναν αυλόγυρο, κάτω από ένα δέντρο, μέσα σε μια μυρωδιά χώματος. Κι ότι, όσο μακριά κι αν ζεις -ακόμη και στις άκρες της χώρας- υπάρχει πάντα ένας τόπος που σε αναγνωρίζει χωρίς να σε ρωτά.

Αν ο Αχιλλέας στάθηκε όρθιος στο παρόν και η Ντίνα έσβησε ένα ερωτηματικό για τον χρόνο, η Λουκία κάνει κάτι άλλο, εξίσου γενναίο:
σκύβει λίγο προς τα πίσω.
Και μέσα σε αυτή τη σιωπηλή κίνηση, ο αυλόγυρος του Βαλτινού γίνεται ξανά σπίτι.


Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025

Είκοσι δύο: η ηλικία που στέκεται όρθια

 Και ύστερα έρχεται ο Αχιλλέας.  (μετά από τις δύο προηγούμενες αναρτήσεις).

Όχι με ερωτηματικό, αλλά με αριθμό καθαρό και φωτεινό: 22. Δύο ψηφία όρθια πάνω στην τούρτα, σαν μικρές κολόνες που στηρίζουν ένα παρόν γεμάτο αυτοπεποίθηση. Το χαμόγελό του είναι ήρεμο, όχι θορυβώδες, μοιάζει με εκείνη τη χαρά που δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα, γιατί έχει ήδη περάσει δοκιμασίες.

Στη φωτογραφία, ο Αχιλλέας Καμέας δείχνει χαρούμενος και υπερήφανος, όχι μόνο για τα χρόνια που συμπληρώθηκαν, αλλά για τη διαδρομή που τον έφερε ως εδώ. Τα 22 δεν είναι πια παιδική ηλικία, ούτε ακόμη βάρος ευθυνών. Είναι το σημείο όπου ο άνθρωπος αρχίζει να στέκεται με το ένα πόδι στη δύναμη και το άλλο στην επιλογή. Να κοιτάζει μπροστά χωρίς φόβο, αλλά και πίσω χωρίς ντροπή.

Η τούρτα του, προσωποποιημένη, σχεδόν θεατρική, δηλώνει χαρακτήρα. Δεν είναι απλώς γλυκό, είναι δήλωση ταυτότητας. Και το περιβάλλον, οικείο, καθημερινό, θυμίζει ότι η περηφάνια δεν γεννιέται μόνο στα μεγάλα επιτεύγματα, αλλά και στο ότι είσαι αυτός που είσαι, ανάμεσα σε ανθρώπους που σε ξέρουν όπως πραγματικά είσαι.

Αν η Ντίνα μας μίλησε για την ηλικία της ψυχής και η Σοφία για τη μνήμη της παράδοσης, ο Αχιλλέας μας θυμίζει κάτι άλλο:
ότι υπάρχουν στιγμές στη ζωή που ο αριθμός δεν βαραίνει, αλλά σηκώνει το κεφάλι ψηλά.
Και τα 22, για εκείνον, δεν είναι απλώς χρόνια, είναι υπόσχεση.

Το χριστόψωμο της Σοφίας

 


Και δίπλα στην τούρτα με το ερωτηματικό, (προηγούμενη ανάρτηση) σαν ήσυχος συνομιλητής της ίδιας ημέρας, στέκει το Χριστόψωμο της Σοφίας Γουλοπούλου - Τσιγαρίδα. Στρογγυλό, γεμάτο υπομονή και μνήμη, ζυμωμένο όχι μόνο με αλεύρι και μαγιά, αλλά με την αργή γνώση της παράδοσης. Πάνω του, ο σταυρός χαραγμένος με ζυμάρι, καρύδια τοποθετημένα σαν μικρά φυλαχτά, στολίδια που δεν είναι διακοσμητικά αλλά σύμβολα: ευφορία, προστασία, ευλογία για το σπίτι.

Η ανάρτηση της Σοφίας δεν δείχνει απλώς ένα επιτυχημένο ψωμί, δείχνει μια πράξη συνέχειας. Το Χριστόψωμο δεν φτιάχνεται για να εντυπωσιάσει, αλλά για να μοιραστεί. Είναι ψωμί τελετουργικό, που ενώνει τους παρόντες με τους απόντες και τους σημερινούς με εκείνους που ζύμωναν πριν από δεκαετίες, ίσως στο ίδιο τραπέζι, ίσως με τις ίδιες κινήσεις των χεριών.

Έτσι, τα Χριστούγεννα αυτής της μέρας αποκτούν διπλό βάθος. Από τη μία, η Ντίνα, που σβήνει ένα ερωτηματικό και δηλώνει ότι η ηλικία της ψυχής δεν υπακούει στους αριθμούς. Από την άλλη, η Σοφία, που ζυμώνει έναν κύκλο ψωμιού και υπενθυμίζει ότι ο χρόνος δεν μετριέται μόνο προς τα εμπρός, αλλά και προς τα πίσω, εκεί όπου βρίσκονται οι ρίζες.

Ανάμεσα στο κερί και στο Χριστόψωμο, ανάμεσα στη γιορτή του προσώπου και στη γιορτή του νοήματος, η μέρα βρίσκει την ισορροπία της. Γιατί τα Χριστούγεννα, όπως και η ζωή, είναι τελικά μια πράξη μοιράσματος: λίγη απορία για το αύριο, και λίγο ψωμί ευλογημένο για το σήμερα.


Το ερωτηματικό κερί και η ηλικία της ψυχής

 

Στη φωτογραφία, ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει για μια ανάσα. Το τραπέζι στρωμένο λιτά, η τούρτα στο κέντρο σαν μικρός πλανήτης σοκολάτας, και πάνω της ένα κεράκι με ερωτηματικό, όχι ως αστείο, αλλά ως δήλωση στάσης ζωής. Πίσω, το χριστουγεννιάτικο δέντρο φωτίζει απαλά τον χώρο, σαν να θυμίζει ότι η μέρα αυτή ανήκει ταυτόχρονα στη γέννηση και στη γιορτή, στο φως που έρχεται κάθε χρόνο να ξαναρχίσει.

Η Ντίνα Βαγγελού - Κουτή γιόρτασε τα γενέθλιά της ανήμερα Χριστούγεννα, στις 25 Δεκεμβρίου. Μια ημερομηνία φορτισμένη από νοήματα, όπου το προσωπικό μπλέκεται αξεχώριστα με το συλλογικό. Όπως κάθε χρόνο, δεν αρκέστηκε στον ρόλο της εορτάζουσας, έγινε και οικοδέσποινα. Ετοίμασε το γεύμα για τους οικείους της, φρόντισε τις λεπτομέρειες, και στο τέλος παρασκεύασε μόνη της την τούρτα, σαν να ήθελε να πει ότι η χαρά, για να έχει βάθος, χρειάζεται κόπο και συμμετοχή.

Όταν ήρθε η ώρα του τραγουδιού, το ερωτηματικό κεράκι άναψε και έλαμψε περισσότερο απ’ όλους τους αριθμούς που θα μπορούσαν να το αντικαταστήσουν. Γιατί η ηλικία, όπως φαίνεται, δεν είναι πάντα κάτι που μετριέται. Είναι κάτι που βιώνεται. Κι η Ντίνα, σβήνοντάς το, δεν έκρυψε απλώς τα χρόνια της, αποκάλυψε μια εσωτερική αλήθεια: πως μέσα της νιώθει πολύ μικρότερη απ’ όσο λένε τα χαρτιά και τα ημερολόγια.

Ίσως τελικά αυτό να είναι το μυστικό των γενεθλίων που συμπίπτουν με τα Χριστούγεννα. Δεν γιορτάζεις μόνο ότι μεγάλωσες, αλλά ότι εξακολουθείς να γεννιέσαι. Κάθε χρόνο ξανά. Με την ίδια απορία, την ίδια παιδική σπίθα, το ίδιο ερωτηματικό αναμμένο πάνω σε μια τούρτα, που δεν ζητά απάντηση, παρά μόνο να σβηστεί με μια ευχή.

 

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025

Το μάτι του χειμώνα (Του Χάρη Αγγελή)

 

Για τον χειμώνα υπήρχαν οι γαλότσες και τα καβουτσούκια. Αυτά ήξερες, αυτά φορούσες, κι αν άντεχαν τα πόδια, άντεχε κι ο άνθρωπος. Το χιόνι, όσο χαρά έφερνε στα παιδιά, τόσο βάρος έριχνε στις πλάτες των μεγάλων. Τα παιδιά το έβλεπαν σαν παιχνίδι, οι μεγάλοι σαν δοκιμασία.

Η μάνα του Γκέλια, μαυροφορεμένη χήρα με πέντε παιδιά κι ένα κορίτσι, στεκόταν όρθια στο παράθυρο και κοίταζε τον ουρανό που δεν έλεγε να ξαλαφρώσει. Το χιόνι έπεφτε αδιάκοπα, σαν να ’χε βάλει πείσμα.

— Ρίξε, ρίξε, βοϊδομάτη, να δούμε τι θα καταλάβεις, μουρμούριζε.

Στο μυαλό της ερχόταν η εικόνα της εκκλησίας, εκείνο το μεγάλο μάτι του Θεού που τα βλέπει όλα. Εκείνη την ώρα της φαινόταν σαν μάτι βοδιού, αδιάφορο και βαρύ.

— Δεν βλέπεις τη φτώχεια μας; την ορφάνια μας; τις δυσκολίες μας; Θέλεις να μας θάψεις κάτω απ’ το χιόνι;

Δεν τα ’λεγε δυνατά. Τα ’λεγε μέσα της, σαν παράπονο που δεν έβρισκε αυτί. Έκανε τον σταυρό της, είπε ένα «ωχ, Παναγιά μ’», κι ύστερα γύρισε στο τζάκι να σκαλνίσει τα ξύλα, να πάρει φωτιά καλύτερα.

Ψωμί, ξύλα και τροφή για τα ζώα. Αυτά ήταν τα βασικά για να ξεχειμωνιάσει ένα σπίτι. Αν έλειπε έστω κι ένα, άρχιζαν οι έγνοιες, κι οι έγνοιες τον χειμώνα δεν είχαν πάτο.

Όσο έπεφτε το χιόνι, ήταν όμορφο. Όταν σταματούσε, έρχονταν τα δύσκολα: παγωνιές, κρούσταλα, κρύα που έμπαιναν στα κόκαλα. Και μαζί τους, οι αρρώστιες. Τα παιδιά δεν άντεχαν εύκολα. Το καρκαλέτσι, ένας βήχας που δεν έλεγε να κοπάσει, τα ταλαιπωρούσε μέρα-νύχτα. Μόνο αν έπινες γάλα από γομάρα ή φοράδα έβρισκες λίγη ανακούφιση.

Η παρωτίτιδα φούσκωνε τους λαιμούς κάτω απ’ τ’ αυτιά. Ευτυχώς ήταν ανώδυνη. Η μάνα έβγαζε τότε το κατράμι, εκείνο το μαύρο, πηχτό υγρό σαν πίσσα, φυλαγμένο σε μεγάλο κουνέτο για ώρα ανάγκης. Το άλειφε σε δυο κομμάτια χαρτοσακούλες από λιπάσματα και τα κολλούσε στον πρησμένο λαιμό. Το μαύρο βάψιμο έφευγε μόνο την άνοιξη.

Οι ίδιες χαρτοσακούλες χρησίμευαν και για το σκρούμπο. Τις έκαιγε, μάζευε τη στάχτη και την άπλωνε στον αφαλό του μωρού ή στα σκέλια, για να μην συγκαίεται. Όλα είχαν τον τρόπο τους.

Ο Χάρης υπέφερε συχνά απ’ τις μυγδαλιές. Ιδίως αν έτρωγε χιόνι, όπως συνήθιζε. Αν ανέβαζε και πυρετό, τότε δεν γλίτωνε τις ενέσεις. Κι εκεί άρχιζε ο φόβος.

Σύριγγες, βελόνες, οινόπνευμα, βαμβάκι, κονέτα με πενικιλίνες και στρεπτομυκίνες, αμπούλες με νερό κι ένα πριονάκι για να χαράζουν τον λαιμό τους. Όλα έμπαιναν στη σειρά πάνω στο τραπέζι. Ο Χάρης, ξαπλωμένος με πυρετό, ένιωθε τον τρόμο να μεγαλώνει όταν άκουγε τις βελόνες να βράζουν στην κατσαρόλα πάνω στη σόμπα.

— Δεν χρειάζεται ένεση, πατέρα, θα πέσει ο πυρετός με την πετσέτα, έλεγε με φωνή παραπονιάρικη.

— Δεν θα καταλάβεις τίποτε. Σαν τσίμπημα μύγας είναι. Μεγάλος άντρας είσαι πια. Πώς θα πας στρατό άμα φοβάσαι έτσι;

Και γινόταν αυτό που έπρεπε να γίνει. Χωρίς να βλέπει, ο Χάρης καταλάβαινε από τους ήχους σε ποιο στάδιο βρισκόταν η διαδικασία. Το κόψιμο της αμπούλας, το ανακάτεμα στο κονέτο, το ρούφηγμα του υγρού. Ύστερα η φράση:

— Γύρνα, παιδί μ’.

Ένιωθε τη δροσιά του οινοπνεύματος στον κωλομέρι κι έκλεινε τα μάτια. Ένα τσίμπημα, μια φωνή, κι όλα τελείωναν. Το βράδυ πάλι τα ίδια. Σε τρεις-τέσσερις μέρες γινόταν περδίκι.

Δύσκολη εποχή ο χειμώνας. Οι μεγάλοι τον ένιωθαν στο πετσί και στην ψυχή. Τα παιδιά όμως περνούσαν καλά. Είχαν φαΐ, ζεστασιά, αγάπη, σιγουριά και χρόνο για παιχνίδι.

Με το σούρουπο, όλα τα σπίτια κλείνονταν. Οι γυναίκες έπλεκαν και κεντούσαν, οι άντρες κάπνιζαν και κουβέντιαζαν. Τα παιδιά πότε άκουγαν, πότε πάλευαν, γελούσαν, έκλαιγαν.

— Σκάστε, βρε ζουρζουβούλια, να πούμε καμιά κουβέντα, φώναζε η μάνα και μοίραζε καρπαζιές.

Η φασαρία μεγάλωνε, ώσπου έμπαινε στη μέση η γιαγιά.

— Ησυχάστε… και θα σας πω ένα παραμύθι.

Κι αμέσως τα άγρια θηρία ημέρευαν. Κάθονταν γύρω της στην ψάθα και κρέμονταν απ’ τα χείλη της, ενώ έξω το χιόνι συνέχιζε να πέφτει, κι ο χειμώνας να κοιτάζει απ’ το μεγάλο του μάτι.


Χριστούγεννα στο Βαλτινό: γιορτή απλή, ζεστή και ανθρώπινη

 

Τα φετινά Χριστούγεννα στο Βαλτινό κύλησαν μέσα σε μια ατμόσφαιρα γαλήνης και οικογενειακής θαλπωρής, κάτω από έναν απρόσμενα ηλιόλουστο χειμωνιάτικο ουρανό. Η μέρα θύμιζε περισσότερο ανοιξιάτικο χάδι παρά βαρυχειμωνιά, δίνοντας στους κατοίκους την ευκαιρία να γιορτάσουν όπως παλιά: χωρίς βιασύνη, χωρίς επιδείξεις, με επίκεντρο το σπίτι και τους ανθρώπους τους.

Από νωρίς το πρωί, σε αυλές και αυλόγυρους άναψαν φωτιές και στήθηκαν σούβλες και ψησταριές. Το παραδοσιακό γουρουνόπουλο, σήμα κατατεθέν του χριστουγεννιάτικου τραπεζιού, ψηνόταν αργά, σκορπίζοντας μυρωδιές που απλώνονταν στα σοκάκια του χωριού και καλούσαν μικρούς και μεγάλους σε κοινή χαρά. Άλλοι, πιστοί στη ζεστασιά της κουζίνας, προτίμησαν το μαγειρευτό στον φούρνο: προσεγμένο, σπιτικό, δεμένο με αναμνήσεις και οικογενειακές συνταγές που περνούν από γενιά σε γενιά.

Το μεσημέρι, τα τραπέζια στρώθηκαν γύρω από την ίδια σταθερή αξία: την οικογενειακή συντροφιά. Γονείς, παιδιά, παππούδες και γιαγιάδες κάθισαν μαζί, αντάλλαξαν ευχές, θυμήθηκαν πρόσωπα που λείπουν και γέλασαν με ιστορίες παλιές και νέες. Δεν έλειψαν οι αυθόρμητες επισκέψεις από σπίτι σε σπίτι, τα κεράσματα, τα ποτήρια που υψώθηκαν για υγεία και ειρήνη.

Στο Βαλτινό, τα Χριστούγεννα δεν χρειάζονται μεγάλα στολίδια για να αποκτήσουν νόημα. Η γιορτή ζει στις αυλές, στις κουζίνες, στα χαμόγελα και στην ανθρώπινη επαφή. Κι έτσι, μέσα στον χειμώνα, το χωριό ζέστανε για άλλη μια φορά την καρδιά του, αποδεικνύοντας πως η αληθινή γιορτή βρίσκεται στην απλότητα και στο μοίρασμα.


Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

Όταν η παύση γίνεται νόημα

 

Τα Χριστούγεννα, πέρα από το εορταστικό τους περίβλημα, λειτουργούν σαν μια παύση στον χρόνο. Μια σπάνια ευκαιρία να σταθούμε, να αναπνεύσουμε και να αναρωτηθούμε όχι τι αποκτήσαμε, αλλά τι χάσαμε στην πορεία: την εγγύτητα, την προσοχή, την ουσιαστική παρουσία.

Σε μια εποχή ταχύτητας και διαρκούς θορύβου, η πνευματικότητα δεν είναι δόγμα ούτε τελετουργία, είναι στάση ζωής. Είναι η ικανότητα να στρέφουμε το βλέμμα προς τα μέσα και να ακούμε εκείνη τη φωνή που δεν φωνάζει. Τα Χριστούγεννα μας προσκαλούν να θυμηθούμε ότι η ζωή δεν είναι μόνο παραγωγή και κατανάλωση, αλλά σχέση, νόημα και ευθύνη.

Η προσφορά, στο βαθύτερό της επίπεδο, δεν αφορά το περίσσευμα αλλά το μοίρασμα. Μια πράξη καλοσύνης, όταν γίνεται χωρίς επίδειξη, μεταμορφώνει και αυτόν που τη δίνει και αυτόν που τη δέχεται. Μέσα από τέτοιες μικρές χειρονομίες χτίζεται η εμπιστοσύνη και αναγεννάται η ανθρώπινη κοινότητα, τόσο εύθραυστη και τόσο αναγκαία.

Η αληθινή ανθρώπινη σύνδεση δεν γεννιέται από την ομοιότητα, αλλά από την αποδοχή. Όταν ακούμε χωρίς να διακόπτουμε, όταν επιτρέπουμε στον άλλον να είναι αυτό που είναι, τότε δημιουργείται χώρος για συνάντηση. Εκεί, μέσα στην απλότητα, αποκαλύπτεται το ουσιαστικό νόημα της ζωής: να συνυπάρχουμε χωρίς να εξουσιάζουμε, να αγαπάμε χωρίς να κατέχουμε.

Ίσως το πιο σιωπηλό μήνυμα αυτών των ημερών είναι ότι το φως δεν βρίσκεται έξω, αλλά γεννιέται όταν επιλέγουμε τη φροντίδα αντί για την αδιαφορία, τη σύνδεση αντί για τη μοναξιά. Αν καταφέρουμε να κρατήσουμε αυτή τη στάση και πέρα από τις γιορτές, τότε τα Χριστούγεννα παύουν να είναι μια ημερομηνία και γίνονται τρόπος ύπαρξης: μια διαρκής υπενθύμιση ότι η ζωή αποκτά βάθος όταν μοιράζεται.

Χρόνια Πολλά!


Μέρες χαράς και προσφοράς στο Γυμνάσιο Βαλτινού

 

Σε κλίμα ζεστασιάς, χαράς και γιορτινής διάθεσης πραγματοποιήθηκε η χριστουγεννιάτικη δράση του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων του Γυμνασίου Βαλτινού, στέλνοντας ένα όμορφο μήνυμα αγάπης, αλληλεγγύης και ευγνωμοσύνης σε ολόκληρη τη σχολική κοινότητα.

Όπως τόνισε χαρακτηριστικά η Πρόεδρος του Συλλόγου σε σχετική της ανάρτηση, «μέρες χαράς, μέρες γιορτής… νοιαζόμαστε, δίνουμε δώρα, αλλά κυρίως δίνουμε αγάπη». Με αυτό το πνεύμα, ο Σύλλογος προσέφερε μικρά αλλά συμβολικά δώρα, γεμάτα φροντίδα και συναίσθημα, τόσο στους μαθητές όσο και στους καθηγητές του σχολείου, θέλοντας να εκφράσει έμπρακτα την εκτίμηση και τη στήριξή του.

Το πιο πολύτιμο αντίδωρο αυτής της πρωτοβουλίας ήταν το «ευχαριστώ» και το χαμόγελο των παιδιών, που αποτέλεσαν και τη μεγαλύτερη επιβράβευση για όλους όσοι συνέβαλαν στην πραγματοποίηση της δράσης. Παράλληλα, ο Σύλλογος εξέφρασε τις θερμές του ευχαριστίες προς τους εκπαιδευτικούς, που καθημερινά στέκονται δίπλα στα παιδιά, αλλά και προς τους γονείς και τους χορηγούς, χωρίς τη στήριξη των οποίων δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί αυτή η «μικρή, αλλά τόσο όμορφη γιορτή».

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στους χορηγούς που στήριξαν έμπρακτα την εκδήλωση:
ΒΙΟΛΑΝΤΑ, ΚΛΙΑΦΑ, ΤΡΙΚΚΗ, Ζαχαροπλαστείο «Χύτας», Μπουλογιώργος, Φούρνος «Φαλώρειας», Φούρνος «Άρτος» και Φούρνος «Ντάσκας».

Η εκδήλωση αυτή απέδειξε για ακόμη μία φορά πως, όταν η σχολική κοινότητα λειτουργεί με συνεργασία και αλληλοσεβασμό, μπορεί να δημιουργεί στιγμές ουσιαστικές και αξέχαστες, γεμάτες ανθρώπινη ζεστασιά.

Ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων εύχεται σε όλους Καλά Χριστούγεννα και Καλές Γιορτές, με υγεία και όμορφες οικογενειακές στιγμές.




Τα Κάλαντα της Γέφυρας (του Δημήτρη Τσιγάρα)

 

Παραμονή Χριστουγέννων στα Τρίκαλα. Η πόλη φορούσε τα γιορτινά της, όχι μόνο με φωτάκια και βιτρίνες, αλλά με εκείνη τη διάχυτη ανησυχία των ημερών που ζητούν να φανούμε χαρούμενοι. Βγήκα στην αγορά για τις τελευταίες προμήθειες, μέσα σε έναν κόσμο που έμοιαζε να κινείται με δύο ρυθμούς, άλλοι έτρεχαν να προλάβουν τον χρόνο, κι άλλοι τον άφηναν να τους προσπερνά αργά, σχεδόν τελετουργικά.

Μπήκα σε ένα καφέ και στάθηκα πίσω από την τζαμαρία, σαν θεατής μιας παράστασης δρόμου. Ο κόσμος πηγαινοερχόταν, πρόσωπα φορτωμένα σακούλες, βλέμματα κουρασμένα ή ανέμελα, χαμόγελα που ίσως άντεχαν μόνο μέχρι το τέλος της ημέρας. Ανάμεσα σε όλα αυτά, μπαινόβγαιναν παρέες παιδιών Ρομά και έλεγαν τα κάλαντα. Η φωνή τους έσπαζε τον ήχο της καφετιέρας και των χαμηλών συζητήσεων. Κι εγώ, αντί να αφεθώ στο νόημα της στιγμής, ένιωσα ενόχληση. Μου φάνηκε πως όλο αυτό δεν ήταν παρά μια προσχηματική επαιτεία, ντυμένη με τη στολή της παράδοσης. Έπιασα τον εαυτό μου να κλείνεται, να αποσύρεται σε μια σιωπηλή κρίση.

Φεύγοντας από το καφέ, πέρασα από την κεντρική γέφυρα της πόλης. Εκεί, μέσα στο ψυχρό φως της ημέρας, είδα μια εικόνα που ανέτρεψε όσα νόμιζα ότι ήξερα. Τέσσερα παιδιά Ρομά πλησίασαν μια γριά ζητιάνα που καθόταν ακίνητη, σχεδόν σαν μέρος του τοπίου. Έσκυψαν μπροστά της και άρχισαν να ρίχνουν στο πιατάκι της τα κέρματα που είχαν μαζέψει από τα κάλαντα. Όχι επιδεικτικά, ούτε με θόρυβο, με μια φυσικότητα που μαρτυρούσε πως αυτή η πράξη δεν ήταν εξαίρεση, αλλά αυτονόητο χρέος.

Εκείνη τη στιγμή ένιωσα να μετατοπίζεται κάτι μέσα μου. Η ενόχληση μετατράπηκε σε ντροπή, και η ντροπή σε μια σιωπηλή μετάνοια. Τα παιδιά που πριν λίγο είχα κρίνει, δίχως να τα γνωρίζω, μου δίδαξαν -χωρίς λόγια- το αληθινό νόημα των Χριστουγέννων. Όχι ως εορταστικό σκηνικό, αλλά ως πράξη, το μοίρασμα της έλλειψης, όχι του περισσεύματος. Την προσφορά εκείνου που έχει λιγότερα σε εκείνον που έχει σχεδόν τίποτα.

Σκέφτηκα πως ίσως η προσχηματική ζητιανιά δεν είναι πάντα αυτό που φαίνεται. Ίσως είναι ένας τρόπος να επιβιώνεις, αλλά και να παραμένεις άνθρωπος μέσα σε έναν κόσμο που συχνά σε θέλει αόρατο. 

Έφυγα από τη γέφυρα διαφορετικός. Λιγότερο βέβαιος για τις κρίσεις μου, πιο ανοιχτός στη σιωπηλή σοφία των απλών πράξεων. Και εκείνη η εικόνα, τα παιδιά και η γριά, στάθηκε μέσα μου σαν ένα άτυπο ευαγγέλιο των δρόμων: ότι τα Χριστούγεννα δεν κατοικούν στις βιτρίνες, αλλά στα χέρια που, ακόμη κι όταν τρέμουν από το κρύο, βρίσκουν τη δύναμη να μοιραστούν.


Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2025

Τσιγαρίδες με πράσα. Συνταγή του τόπου μας

 

Τέτοιες μέρες, που ο χειμώνας έχει πια πατήσει για τα καλά και το έθιμο κρατά ακόμη τον λόγο του, έμπαινε η φωτιά νωρίς στο σπίτι και το καζάνι έπαιρνε τη θέση του. Ήταν οι μέρες του τσιγαρίσματος, τότε που τίποτα δεν πήγαινε χαμένο και το φαγητό γεννιόταν από τη φροντίδα και τη μνήμη. Οι τσιγαρίδες, καρπός της υπομονής και της χειμωνιάτικης προνοητικότητας, έσμιγαν με τα πράσα του κήπου -γλυκά, χειμωνιάτικα, μυρωδάτα- και γίνονταν φαγητό για όλη την οικογένεια.
Ένα τέτοιο πιάτο απλό, μα βαρύ σε ιστορία, που έφτασε ως εμάς όχι γραμμένο σε χαρτί, αλλά περασμένο από στόμα σε στόμα, από χέρι σε χέρι, σας παρουσιάζουμε παρακάτω.

Οι τσιγαρίδες είναι ένας παραδοσιακός, χειμωνιάτικος μεζές του τόπου μας, που φτιάχνεται αργά σε χοιρινό λίπος, κομμάτια από πανσέτα ή λιπαρό χοιρινό κρέας, μέχρι να μαλακώσουν και να πάρουν χρώμα. Τα τραγανά, σιγοψημένα κομμάτια χοιρινού (συνήθως πανσέτα ή λαρδί) τσιγαρίζονται μαζί με πολλά πράσα, κρεμμύδι, ντομάτα, κρασί και μυρωδικά (όπως ρίγανη), δημιουργώντας ένα πλούσιο, γευστικό πιάτο που σερβίρεται ζεστό με τσίπουρο ή κρασί, ιδανικό για την περίοδο των γιορτών. 

Συνταγή για τσιγαρίδες με πράσα:

Υλικά:

Χοιρινό με λίπος (πανσέτα ή λαρδί), κομμένο σε μπουκιές.

Πράσα, ψιλοκομμένα (ποσότητα γενναιόδωρη).

Κρεμμύδι, ψιλοκομμένο (προαιρετικά).

Ντομάτες, τριμμένες.

Λίγο ελαιόλαδο για το ξεκίνημα.

Λευκό κρασί (ή νερό).

Αλάτι, πιπέρι, ρίγανη. 

Εκτέλεση:

Σοτάρισμα: Σε μια φαρδιά κατσαρόλα ή βαθύ τηγάνι, ζεστάνετε λίγο λάδι σε μέτρια φωτιά και σοτάρετε τις μπουκιές χοιρινού μέχρι να αρχίσουν να ροδίζουν και να βγάζουν το λίπος τους.

Σιγοψήσιμο: Χαμηλώστε τη φωτιά. Το κρέας πρέπει να σιγοβράζει μέσα στο δικό του λίπος μέχρι να μαλακώσει και να γίνει τραγανό.

Προσθήκη λαχανικών: Προσθέστε τα ψιλοκομμένα πράσα και το κρεμμύδι (αν χρησιμοποιείτε) και ανακατέψτε, αφήνοντάς τα να μαλακώσουν.

Υγρά και μυρωδικά: Προσθέστε τις τριμμένες ντομάτες, το κρασί (ή νερό), ρίγανη, αλάτι και πιπέρι.

Σιγοβράσιμο: Σκεπάστε και αφήστε να σιγοβράσουν όλα μαζί μέχρι να απορροφηθούν τα υγρά και να δέσει η σάλτσα, ανακατεύοντας περιστασιακά.

Σερβίρισμα: Οι τσιγαρίδες είναι έτοιμες όταν το κρέας είναι τραγανό, το λίπος έχει λιώσει και το πιάτο είναι πλούσιο σε γεύση. Σερβίρονται ζεστές. 



επικοινωνιστε μαζι μας