Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Ο βράχος του Κόζιακα (της Ρούλας Σταυρέκα)

 

Ο Κόζιακας ήταν πάντα εκεί. Όχι απλώς σαν βουνό, αλλά σαν παρουσία. Έστεκε απέναντι από το Βαλτινό, στα ριζά του χωριού, και μας κοίταζε όπως κοιτάζουν οι παλιοί τους νεότερους: σιωπηλά, με υπομονή, με μια βεβαιότητα πως ό,τι κι αν γίνει, εκείνος δεν θα φύγει.

Τον θυμάμαι από παιδί. Γεμάτος έλατα και πεύκα, καστανιές και κρανιές, μυρωμένος από ρίγανη και τσάι του βουνού. Την άνοιξη πρασίνιζε τόσο που νόμιζες πως το πράσινο ξεχείλιζε και κατέβαινε μέχρι τις αυλές μας. Οι ράχες του γέμιζαν παπαρούνες, κόκκινες σαν μικρές φωτιές, κι εγώ είχα την εντύπωση πως αν έκλεινα τα μάτια και άπλωνα τα χέρια, θα τις άγγιζα.

Τις νύχτες, όμως, γινόταν θαύμα. Τα χωριουδάκια που την ημέρα χάνονταν μέσα στο πράσινο, άναβαν τα φώτα τους και φάνταζαν σαν να είχαν πέσει όλα τα αστέρια από τον ουρανό και να κάθισαν πάνω στο βουνό. Τρεμόπαιζαν σαν πυγολαμπίδες. Καθόμουν και τα χάζευα, κι η μάνα μου έδειχνε με το δάχτυλο: «Εκεί είναι το τάδε χωριό, παραπέρα το άλλο». Τα ήξερε όλα τα ονόματα, λες και τα είχε βαφτίσει η ίδια.

Σε εκείνες τις νύχτες ήταν πάντα και η Νίκη δίπλα μου. Η Νίκη, η πιο καλή μας φίλη. Από παιδιά καρδιακές. Ψηλή, πανύψηλη – ένα και ογδόντα δύο –, όμορφη, με κορμί που ξεχώριζε, με γέλιο πλατύ που φώτιζε τα πάντα. Κι όμως, μέσα της κουβαλούσε μια συστολή, μια έλλειψη αυτοπεποίθησης, σαν να μην πίστευε ποτέ πόσο εντυπωσιακή ήταν. Εμείς το ξέραμε. Και προσπαθούσαμε, όπως μπορούσαμε, να της το θυμίζουμε.

Όταν έβρεχε και ξεπρόβαλλε το ουράνιο τόξο, ο Κόζιακας το φορούσε σαν στεφάνι. Από τη μια άκρη ως την άλλη, πολύχρωμο, σαν κορδέλα στα μαλλιά ενός μικρού κοριτσιού. Τότε η Νίκη γελούσε και έλεγε πως το βουνό στολίστηκε για χάρη μας. Άλλες φορές πάλι ο Κόζιακας χανόταν για μέρες κάτω από βαριά σύννεφα και τότε το χωριό έμοιαζε πιο μικρό, πιο μόνο. Μα όταν έβγαινε ο ήλιος, ήταν σαν να μας έπαιρνε όλους στην αγκαλιά του.

Πρωτομαγιά ανεβαίναμε στον Πρόδρομο. Ξεκινούσαμε χαράματα, με το ραδιάκι, την τριχιά για την κούνια, λίγα μπισκότα, τσίχλες και καμιά κονσέρβα. Η Νίκη πάντα μπροστά, με μεγάλα βήματα, κι ας παραπονιόταν πως κουράστηκε. Όποιος μας έβλεπε στο δρόμο φώναζε: «Ελάτε κορίτσια, ανεβείτε». Και εμείς, χωρίς δεύτερη σκέψη, πηδούσαμε στις καρότσες, κι η Νίκη γελούσε δυνατά, κρατώντας τα μαλλιά της για να μη φύγουν στον αέρα.

Εκεί, στη μέση του βουνού, στήναμε πρώτα την κούνια. Η Νίκη ήταν η πρώτη που ανέβαινε. Η πιο ψηλή, η πιο τολμηρή, κι όμως κάθε φορά φώναζε σαν μικρό παιδί. Ύστερα γυρίζαμε από παρέα σε παρέα, χαιρετούσαμε γνωστούς, μυρίζαμε τα ψητά που έψηναν στις ψησταριές τους. Μας πρόσφεραν κρέας, μα εμείς ντρεπόμασταν να πάρουμε. Τώρα γελάω με την ντροπή μας, τότε μας φαινόταν σωστό.

Το μεσημέρι πηγαίναμε στον βράχο. Μια πέτρα μόνη της, γύρω στο ένα μέτρο, στενή, ξεκομμένη απ’ όλα, λες και είχε ξεχαστεί εκεί από τον καιρό. Κάθε χρόνο στον ίδιο βράχο. Δεν τον αλλάζαμε.

Ένα αγόρι με φωτογραφική μηχανή μας έβγαζε φωτογραφίες, του δίναμε λίγα λεφτά και κρατούσαμε το χαρτί σαν θησαυρό.

Ήμασταν κουρασμένες, ξεθεωμένες, αλλά γεμάτες χαρά. Μας έφταναν αυτά. Η παρέα, τα γέλια, η αίσθηση πως τίποτα κακό δεν μπορούσε να μας αγγίξει.

Χρόνια μετά, παντρεμένη πια, είπα να πάμε μια μέρα με τον άντρα μου τον Δημήτρη στον Πρόδρομο, στο δάσος του Αϊ Γιάννη. Πήγαμε ένα πρωινό. Όλα ήταν όπως τότε. Τα δέντρα, τα μονοπάτια, η μυρωδιά. Του έδειχνα τα μέρη και ξαφνικά άρχισα να ψάχνω τον βράχο.

Ήταν μπροστά μου και δεν τον έβλεπα.

Όταν τον αναγνώρισα, φώναξα. Πλησίασα με ένα σφίξιμο στο στομάχι. Η Νίκη δεν ήταν πια δίπλα μου. Είχε φύγει χρόνια πριν, άδικα, σε ένα τροχαίο. Μαζί της έφυγε κι ο μικρός της Άκης, μόλις πέντε χρονών, και η αγέννητη κορούλα της, οχτώ μηνών στην κοιλιά της. Τρεις ζωές σε μια στιγμή.

Τα δάκρυα ήρθαν μόνα τους. «Ο βράχος τι θα πάθει;» είπα μέσα μου. «Οι άνθρωποι φεύγουν». Μια ανατριχίλα με διαπέρασε. Ανέβηκα πάνω, όπως τότε, για μια φωτογραφία. Και για μια στιγμή μου φάνηκε πως άκουσα γέλια. Το γέλιο της Νίκης. Το ίδιο πλατύ, το ίδιο ζωντανό.

Στάθηκα και της μίλησα σιωπηλά. Γλυκιά μου Νίκη, μοναδικό μου πλάσμα. Μας λείπεις. Μου λείπεις. Να ξέρεις πως δεν σε ξεχάσαμε και δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ. Όσα χρόνια κι αν περάσουν, θα είσαι πάντα στην παρέα μας, στη μνήμη μας. Είμαι σίγουρη πως γελάς από εκεί που είσαι, με τα αστεία μας, όπως τότε.

Έβγαλα μια τελευταία φωτογραφία. Μόνο την πέτρα. Και φύγαμε.

Όταν κατεβαίνω τώρα από το χωριό για την Αθήνα, τον χαιρετώ όπως παλιά. Κοιτάζω τον Κόζιακα και του λέω: «Γεια σου, γερο-Κόζιακα. Θα τα πούμε πάλι». Και ξέρω πως εκείνος θα είναι εκεί. Να κρατά για μένα τη Νίκη, τα γέλια μας και όλα όσα ο χρόνος δεν κατάφερε να πάρει.



ΝΕΑ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ – ΚΟΠΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΗΣ ΠΙΤΑΣ

Ο Εκπολιτιστικός Σύλλογος Βαλτινού ενημερώνει τα μέλη και τους φίλους του ότι, μετά την αναβολή της εκδήλωσης λόγω πένθους, η κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας θα πραγματοποιηθεί με τα νεότερα οργανωτικά δεδομένα ως εξής:

 Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026
 Ώρα: 20:30
Χώρος: Ταβέρνα «Το Τσαγαλί», Παραπόταμος

Τη βραδιά θα πλαισιώσει DJ, χαρίζοντάς μας μια όμορφη και ζεστή βραδιά με μουσική, κέφι και χορό.

Είσοδος: 2 €
Τηλέφωνο κρατήσεων: 24310 84570

Σας περιμένουμε όλους να ανταμώσουμε, να ανταλλάξουμε ευχές για τη νέα χρονιά και να στηρίξουμε με την παρουσία μας τις δράσεις του Συλλόγου, σε ένα κλίμα ενότητας και αισιοδοξίας.

 


Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Το Μηδέν που πολλαπλασιάζει και το Ένα που μαθαίνει να μην είναι μόνο


Στη φωτογραφία, το 10 είναι ζωγραφισμένο πάνω σε φθαρμένο μέταλλο. Δεν λάμπει, αντέχει. Το 1 στέκεται όρθιο, αυστηρό, μόνο του. Το 0 είναι κύκλος, άδειος και πλήρης μαζί. Και δίπλα-δίπλα σχηματίζουν κάτι μεγαλύτερο από το άθροισμά τους.

Ο άντρας, ως 1, είναι μονάδα. Έχει κατεύθυνση, αιχμή, αρχή και τέλος. Μπορεί να προχωρά, να μετρά, να στέκεται. Μα μόνος του μετράει λίγο. Είναι αριθμός που υπάρχει, όχι που σημαίνει. Η παρουσία του είναι ευθεία, αλλά στενή.

Η γυναίκα, ως 0, μοιάζει με τίποτα, κι όμως είναι χώρος. Είναι αγκαλιά και κύκλος, δυνατότητα και αναμονή. Το μηδέν δεν φαίνεται να προσθέτει αξία, κι όμως αλλάζει τα πάντα. Χωρίς αυτό, οι αριθμοί μένουν μικροί, αυτάρκεις και φτωχοί. Με αυτό, πολλαπλασιάζονται.

Όταν το 1 στέκεται δίπλα στο 0, γεννιέται το 10. Όχι απλώς ένας μεγαλύτερος αριθμός, αλλά μια σχέση. Εκεί ο άντρας δεν χάνει την ταυτότητά του, αποκτά βάθος. Δεν παύει να είναι μονάδα, γίνεται όμως μέτρο. Μαζί της αυξάνεται, όχι γιατί εκείνη τον «μεγαλώνει», αλλά γιατί του δίνει νόημα. Τον τοποθετεί σε πλαίσιο.

Κι όμως, υπάρχει μια σκληρή ασυμμετρία:
ο άντρας χωρίς τη γυναίκα του παραμένει 1.
Η γυναίκα, όταν χάσει τον άντρα, γίνεται 0.

Ίσως όχι γιατί δεν αξίζει μόνη της, αλλά γιατί έτσι τη δίδαξαν να μετριέται. Να υπάρχει ως θέση δίπλα σε κάποιον άλλον. Το μηδέν δεν είναι ανυπαρξία, είναι σιωπή που περιμένει να αναγνωριστεί. Είναι δύναμη που δεν της έμαθαν να τη λέει με φωνή.

Το 10 της φωτογραφίας είναι παλιό, ξεφτισμένο, με βίδες που το κρατούν ακόμα στη θέση του. Όπως οι σχέσεις: δεν είναι τέλειες, δεν είναι καινούργιες, αλλά αν αντέχουν, είναι γιατί κάποτε δύο σύμβολα δέχτηκαν να σταθούν μαζί.

Ίσως το αληθινό στοίχημα δεν είναι να γίνουμε δέκα,
αλλά να μάθουμε πως και το μηδέν είναι πλήρες,
και το ένα δεν φοβάται να πάψει να είναι μόνο.


Οι εργάτριες απ’ τα γύρω χωριά…

 Του Παύλου Ριζαργιώτη

Λίγο πριν την αυγή. Όταν μια ακόμα μέρα θα άρχιζε. Με το νυχτοκάματο να έχει σχεδόν διασφαλιστεί. Για το καθημερινό φαΐ της οικογένειας. Το αύριο των παιδιών. Και ξάφνου, μια ισχυρή βροντή σχίζει το παγωμένο αέρα του θεσσαλικού κάμπου. Φωτιά, θάνατος.

Ε, ρε χάρε! Τι έκανες; Πέντε νέες γυναίκες. Πέντε μανάδες. Πέντε εργάτριες. Μας πήρες ό,τι καλύτερο. Την ομορφιά του ανθρώπου. Την μήτρα της ζωής. Την παραγωγό του πλούτου.

Η Βασιλική. Η Έλενα. Η Αθανασία. Η Σταυρούλα. Η Αγάπη. Νεκρές. Εκεί στο εργοστάσιο μπισκότων της «Βιολάντα», στα Τρίκαλα. «Εργατικό ατύχημα» θα πουν. Φόνος είναι. Εκ προμελέτης.

Το αφεντικό δεν νοιάστηκε ποτέ γ’ αυτές τις πέντε εργάτριες. Σαν μηχανές τις έβλεπε πάντα και όχι σαν ανθρώπους. Δεν άκουγε τους χτύπους της καρδιάς τους να αυξάνονται όταν η κούραση της δουλειάς βάραινε αφόρητα το κορμί. Εξακολουθούσε να μετράει πόσο γρήγορα κινούνταν τα χέρια τους στη γραμμή παραγωγής. Δεν ένιωθε την αγωνία τους, δεν καταλάβαινε το φόβο τους μην και καούν στους φούρνους κι αφήσουν τα παιδιά τους στη λάκα. Μόνο για το πώς θα μειώσει τα έξοδα και θ’ αυξήσει τα κέρδη νοιαζόταν. Για «σοβαρό περιστατικό» έκανε λόγο η εταιρία αναφερόμενη στη φονική έκρηξη στο εργοστάσιο. Ονόμασε «περιστατικό» το έγκλημα που οδήγησε στο θάνατο πέντε εργατριών. Κι είναι κοροϊδία το εκ των υστέρων τάχα μου εργοδοτικό ενδιαφέρον για τους χήρους και τα ορφανά.

Τούτο το κράτος και οι κυβερνήσεις του πάντα με το μέρος των αφεντικών. Όχι μόνο αφήνει τους βιομήχανους ασύδοτους και απείραχτους να θυσιάζουν στο βωμό των κερδών τους ανθρώπινες ζωές, αλλά και τους βοηθάει με κάθε τρόπο. Με τους νόμους που ψηφίζει, με την υποβάθμιση και κατάργηση κάθε μέσου και μέτρου ελέγχου, με την ατιμωρησία που τους διασφαλίζει. Κι ας κάνει τάχα τον λυπημένο ο Μητσοτάκης. Λίγο που τον νοιάζει, όπως και για τους άλλους 201 εργαζόμενους που έχασαν τη ζωή τους σε «εργατικά ατυχήματα» μέσα στο 2025. Κροκοδείλια τα δάκρυα όλων όσοι είναι με το μέρος των αφεντικών, της «επιχειρηματικότητας», των «επενδύσεων», της «καπιταλιστικής ανάπτυξης». Μαζί και της δικής μας φάρας, των δημοσιογράφων, που, μετά από τα λόγια λύπης και παρηγοριάς, σπεύδουν να υπερτονίσουν ότι η εν λόγω εταιρία είναι από τις πιο προκομένες και κερδοφόρες, παράδειγμα προς μίμηση!

Γυναίκες από τα γύρω χωριά οι νεκρές εργάτριες. Τα χτυπημένα από την ανέχεια και τη φτώχεια χωριά του θεσσαλικού κάμπου. Εκεί όπου οι αγρότες δεν έχουν πια εισόδημα και βγήκαν με τα τρακτέρ στα μπλόκα να παλέψουν για την επιβίωση, βρίσκοντας μπροστά τους την κυβερνητική άρνηση και κοροϊδία. Οι γυναίκες τους ψάχνουν απεγνωσμένα ένα μεροκάματο να συνδράμουν στην οικογένεια. Εχοντας στην πλάτη τους και την ανατροφή των παιδιών και τη φροντίδα των γερόντων.

Όταν η ανάγκη γι’ αυτό το μεροκάματο είναι τόσο μεγάλη, πώς ν’ αντισταθείς στα επιτακτικά «θέλω» τους εργοδότη; Και μάλιστα σε μια εποχή που τα συνδικάτα είναι αδύναμα ή και ανύπαρκτα στους χώρους δουλειάς κι η απειλή της απόλυσης παραλύει κάθε σκέψη αντίδρασης. Ναι, το Εργατικό Κέντρο Τρικάλων είχε προειδοποιήσει για τους κινδύνους που παραμόνευαν, αλλά η επαφή των εργατριών μαζί του στο χώρο του εργοστασίου ήταν απαγορευμένη από την εργοδοσία.

«Καταραμένος τόπος» η Θεσσαλία. Η γη της Επαγγελίας. Πότε ο «Ντάνιελ» πνίγει τους χωριάτες κι αφανίζει το βιός τους. Πότε τα τρένα συγκρούονται στα Τέμπη και σκοτώνονται δεκάδες άνθρωποι, κυρίως νέοι. Πότε η φωτιά στην μπισκοτοβιομηχανία «Βιολάντα» καίει ζωντανές εργάτριες. Όμως, πίσω από όλες αυτές τις καταστροφές βρίσκεται η ίδια αιτία. Το κυνήγι του κέρδους το οποίο κοστίζει ανθρώπινες ζωές. Για το κέρδος δεν έγιναν τα απαραίτητα αντιπλημμυρικά έργα. Γι’ αυτό ιδιωτικοποιήθηκε και υποβαθμίστηκε ως προς την ασφάλειά του ο σιδηρόδρομος. Γι’ αυτό δεν πάρθηκαν τα απαραίτητα εργοδοτικά μέτρα για την αποφυγή φονικών «ατυχημάτων» στο εργοστάσιο της «Βιολάντα».

Τώρα πονάμε και θρηνούμε. Γρήγορα να σκεφτούμε και να ενεργήσουμε. Να οργανώσουμε τη Νέμεση…


Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Γιάννης Γεωργίου: μια ζωντανή μνήμη της παραδοσιακής μουσικής του τόπου μας

 Στο Βαρούσι Τρικάλων. Από αριστερά: Βασίλης Γεωργίου Τραγούδι, Άγγελος Σίττας Κλαρίνο, Γιάννης Γεωργίου Ακορντεόν, και Βασίλης Έξαρχος βιολί.

Από τους τελευταίους αυθεντικούς εκπροσώπους της παραδοσιακής μουσικής του τόπου μας, ο συγχωριανός μας Γιάννης Γεωργίου συνεχίζει ακάθεκτος, με το συγκρότημά του, να δίνει το παρών σε χορούς, κοπές πίτας και ποικίλες πολιτιστικές εκδηλώσεις, κρατώντας ζωντανό το νήμα της μουσικής μας παράδοσης.

Γεννημένος το 1952 στο Βαλτινό Τρικάλων, ο Γιάννης Γεωργίου υπήρξε και παραμένει μια ξεχωριστή φυσιογνωμία της παραδοσιακής μουσικής. Από νεαρή ηλικία βρέθηκε κοντά στους ήχους και τους ρυθμούς της λαϊκής μας κληρονομιάς και γρήγορα ξεχώρισε για το μεράκι, τη συνέπεια και την αυθεντικότητά του. Η πορεία του στη μουσική σκηνή υπήρξε πλούσια και πολυδιάστατη, καθώς συμμετείχε σε πλήθος μουσικών σχημάτων και παραδοσιακών ορχηστρών, συνοδεύοντας γάμους, πανηγύρια και τοπικές γιορτές σε ολόκληρη την περιοχή.

Για δεκαετίες, η παρουσία του ήταν συνώνυμη με το γλέντι και τη χαρά. Με τη μουσική του πρόσφερε κέφι και συγκίνηση σε χιλιάδες ανθρώπους, δημιουργώντας αναμνήσεις που παραμένουν ζωντανές μέχρι σήμερα. Η μουσική, άλλωστε, δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Παρότι σήμερα είναι συνταξιούχος, όταν του δίνεται η ευκαιρία, πιάνει το ακορντεόν, το αρμόνιο ή το νταούλι και, με τη χαρακτηριστική και εξαιρετική φωνή του, γοητεύει το κοινό, σκορπίζοντας αυθόρμητα χαμόγελα και ζωντάνια.

Ο Γιάννης Γεωργίου δεν είναι απλώς ένας οργανοπαίχτης, είναι φορέας μνήμης, ήθους και πολιτισμού. Με τη διαδρομή και τη συνεχή παρουσία του αποδεικνύει πως η παραδοσιακή μουσική δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν, αλλά μπορεί να συνεχίσει να ζει, να εξελίσσεται και να ενώνει τις γενιές, όσο υπάρχουν άνθρωποι που την υπηρετούν με αγάπη και αφοσίωση.


Από την όμορφη βραδιά της κοπής πίτας του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου Πιαλείας. Από αριστερά: Γιάννης Γεωργίου Αρμόνιο, Βασίλης Μαργαρίτης Τραγούδι, Γιώργος Κολτσίδας Κλαρίνο και Αδάμος Χρήστος Κιθάρα.


ΛΗΚΥΘΟΣ

 

Πρώτα το χτύπησαν οι κεραυνοί. Ύστερα οι άνθρωποι το κλάδεψαν αλύπητα. Εκείνο όμως άντεξε. Ακόμα και χωρίς τα στιβαρά του μέλη ορθώθηκε και μετασχηματίστηκε.. Έγινε το δέντρο-λήκυθος, δηλαδή μια κατακόρυφη κουφάλα για να μαζεύει μέσα τη βροχή και να ξεδιψά ο ουρανός. Εκεί ακριβώς στέκομαι συχνά και μαθητεύω στη δέντρινη δύναμη και υπομονή. Και μαζί με τον ουρανό σκύβω κι εγώ και ξεδιψάω. 

Του Ηλία Κεφάλα


Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

Εκλογικός κατάλογος γυναικών Κοινότητος Βαλτινού του έτους 1950

 Μελέτη του Δημήτρη Τσιγάρα

Η παρούσα εργασία αποσκοπεί στη δημοσιοποίηση και αξιοποίηση άγνωστων ή ελάχιστα μελετημένων αρχειακών τεκμηρίων που αφορούν την ιστορία της Κοινότητας Βαλτινού του Νομού Τρικάλων, συμβάλλοντας στη μελέτη της κοινωνικής και δημογραφικής της φυσιογνωμίας κατά τη μεταπολεμική περίοδο.

Ο εκλογικός κατάλογος γυναικών, και ειδικότερα εκείνος του έτους 1950, αποτελεί πολύτιμη πρωτογενής πηγή, καθώς συνδέεται άμεσα με ένα ιστορικό ορόσημο για τη νεότερη ελληνική κοινωνία: την καθιέρωση και εφαρμογή του εκλογικού δικαιώματος των γυναικών. Μετά από μακρόχρονους κοινωνικούς αγώνες και θεσμικές διεκδικήσεις, οι Ελληνίδες απέκτησαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα στις αρχές της δεκαετίας του 1950, γεγονός που σηματοδότησε βαθιά τομή στη δημόσια ζωή και στην αντίληψη περί ισότητας των φύλων.

Η συγκρότηση ειδικών εκλογικών καταλόγων γυναικών, όπως αυτός της Κοινότητας Βαλτινού, δεν αποτελεί απλώς διοικητική πράξη, αλλά καταγράφει την είσοδο των γυναικών στον δημόσιο και πολιτικό χώρο. Μέσα από τα στοιχεία του καταλόγου -ονοματεπώνυμα, πατρώνυμα, στοιχεία συζύγων, έτος γεννήσεως και επάγγελμα- αποτυπώνεται με ακρίβεια η κοινωνική διάρθρωση, οι οικογενειακές σχέσεις και η θέση της γυναίκας στην τοπική κοινωνία της εποχής.

Το ιστορικό πλαίσιο της περιόδου είναι ιδιαίτερα κρίσιμο. Η Ελλάδα εξέρχεται τραυματισμένη από την Κατοχή και τον Εμφύλιο Πόλεμο, με την ύπαιθρο να αντιμετωπίζει πληθυσμιακή αύξηση, φτώχεια και έντονες κοινωνικές μεταβολές. Στο Βαλτινό, όπως και σε άλλα χωριά της θεσσαλικής πεδιάδας, οι γυναίκες είχαν αναλάβει πολλαπλούς ρόλους: στη γεωργική παραγωγή, στην οικογενειακή οικονομία και στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Η θεσμική αναγνώριση του πολιτικού τους δικαιώματος έρχεται να επισφραγίσει μια ήδη ουσιαστική, αλλά άτυπη, κοινωνική παρουσία.

Η μελέτη του συγκεκριμένου εκλογικού καταλόγου δεν εξαντλείται στη στατιστική ή διοικητική του αξία. Αντιθέτως, λειτουργεί ως ιστορικό τεκμήριο μνήμης, προσφέροντας τη δυνατότητα ανασύνθεσης της τοπικής κοινωνίας, της γενεαλογίας των οικογενειών και της εξέλιξης του γυναικείου ρόλου στο Βαλτινό κατά τον 20ό αιώνα.

Από τη δεκαετία του 1940 έως το 1950 η Κοινότητα Βαλτινού συγκροτούνταν από τους εξής οικισμούς: Βαλτινό, Αμμουδιά, Ασπρόβαλτος, Μέλιγος, Μεσιακά και Φωτάδα. Ο οικισμός της Φωτάδας αποσπάστηκε από την Κοινότητα Βαλτινού και συστάθηκε ως αυτοτελής κοινότητα το έτος 1950, σύμφωνα με το ΦΕΚ 165Α/04-08-1950, περί σύστασης κοινότητας με την απόσπαση του οικισμού Φωτάδα από την Κοινότητα Βαλτινού και τον ορισμό του ως έδρας της νέας κοινότητας.

Ωστόσο, στον εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Βαλτινού απαντούν αρκετά ονόματα κατοίκων της Φωτάδας, γεγονός που εξηγείται από το ότι η σύνταξη και η συγκρότηση του καταλόγου είχε ήδη ξεκινήσει από το έτος 1949, πριν από τη διοικητική απόσπαση του οικισμού.

Ως εκ τούτου, τα ονόματα των γυναικών που περιλαμβάνονται στον εκλογικό κατάλογο, αφορούν κατοίκους των οικισμών Βαλτινό, Αμμουδιά, Ασπρόβαλτος, Μέλιγος, Μεσιακά και Φωτάδα.

Στο πλαίσιο αυτό, η εργασία φιλοδοξεί να αποτελέσει συμβολή τόσο στη μικροϊστορία του τόπου όσο και στη γενικότερη μελέτη της κοινωνικής ιστορίας της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Εκλογικός κατάλογος

Ο κατάλογος είναι τυπωμένος στο τυπογραφείο ΤΥΠΟΙΣ «ΕΘΝΙΚΗΣ ΦΩΝΗΣ» ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ, όπως αναγράφεται στο κάτω δεξιό μέρος του εξωφύλλου.

Μορφή και περιεχόμενο

Ο κατάλογος αποτελείται από οκτώ (8) φύλλα, κιτρινισμένα από την πολυκαιρία, διαστάσεων 25 × 35 εκατοστών. Συγκεκριμένα, περιλαμβάνει εξώφυλλο, οπισθόφυλλο και τέσσερις (4) σελίδες περιεχομένου.

Στο εξώφυλλο αναγράφονται τα εξής:

ΕΚΛΟΓΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΒΑΛΤΙΝΟΥ
ΝΟΜΟΥ ΤΡΙΚΑΛΩΝ

ΣΥΝΤΑΧΘΕΙΣ
Υπό της οικείας Επιτροπής του άρθρου 1
του από 4 Ιουλίου 1949 Βασιλικού Διατάγματος και
κηρυχθείς οριστικός δυνάμει της υπ’ αριθ. 249/1949
αποφάσεως του Πρωτοδικείου Τρικάλων.

ΤΥΠΟΙΣ «ΕΘΝΙΚΗΣ ΦΩΝΗΣ»
ΚΑΡΔΙΤΣΑ

Το εσωτερικό μέρος του εξωφύλλου είναι κενό. Στην πρώτη και στη δεύτερη σελίδα, στο άνω μέρος, επαναλαμβάνονται ο τίτλος και τα στοιχεία της συνταχθείσας επιτροπής, ακριβώς όπως αναγράφονται στο εξώφυλλο.

Ακολουθεί, κατά στήλες, ο κατάλογος των 110 εγγεγραμμένων γυναικών. Ο κατάλογος είναι ταξινομημένος αλφαβητικά κατά επώνυμο και ολοκληρώνεται στη δεύτερη σελίδα ως εξής:

ΕΓΓΡΑΠΤΕΑΙ

Αύξων αριθμός – Επώνυμον – Κύριον όνομα – Κύριον όνομα συζύγου – Κύριον όνομα και επώνυμο πατρός – Έτος γεννήσεως – Επάγγελμα – Αριθμός δημοτολογίου – Τόπος διανομής και διεύθυνση κατοικίας


Φωτογραφία από την πρώτη σελίδα του Εκλογικού Καταλόγου Γυναικών Κοινότητας Βαλτινού 1950

Η Απώλεια

 

Η απώλεια δεν είναι το τέλος, είναι ο τρόπος που η ζωή μαθαίνει να ψιθυρίζει.
Όταν κάτι φεύγει, δεν σβήνει, μεταμορφώνεται σε χώρο, σε ανάσα, σε σιωπή.

Ό,τι αγαπήσαμε δεν χάνεται, απλώς παύει να μας ανήκει.
Κι εκεί, μέσα στην ορφάνια του κόσμου, ανακαλύπτουμε πως η αγάπη δεν ήταν ποτέ κατοχή, αλλά μνήμη που ανασαίνει μέσα μας.

Η απώλεια είναι δάσκαλος που δεν υψώνει τη φωνή του.
Σε αφήνει μόνο, για να μάθεις να στέκεσαι χωρίς στήριγμα.
Σε αφήνει γυμνό, για να καταλάβεις πως δεν χρειάζεσαι ένδυμα για να υπάρξεις.

Όταν πονάς, είναι γιατί αντιστέκεσαι σ’ αυτό που αλλάζει.
Μα μόλις αφήσεις το ποτάμι να σε περάσει, βρίσκεις το νόημα εκεί όπου δεν περίμενες να υπάρχει τίποτα.

Η απώλεια είναι η τέχνη του κενού, το άδειο βάζο που ακόμη μυρίζει άνθος, η καρέκλα που θυμάται το σώμα που δεν κάθεται πια, το φως στο δωμάτιο που ξέρει να περιμένει.

Και κάποτε, χωρίς να το ζητήσεις, έρχεται εκείνη η γαλήνη, η ίδια που ονομάσαμε ευτυχία: η απονία του σώματος, η αταραξία της ψυχής, όταν καταλάβεις πως τίποτα δεν χάνεται, παρά μόνο αλλάζει μορφή.


Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Οι πουτσαράδες του αρτεσιανού - (Του Χάρη Αγγελή)

 

Το πρωινό φως άρχιζε να σηκώνεται πάνω από το χωριό όταν ο Σιούλας άνοιξε τα μάτια του. Με την πρώτη κίνηση αντίκρισε τον Πίπη να ζορίζεται στον δρόμο, κρατώντας ένα γκιούμι γεμάτο νερό. Το ’χε στο δεξί του χέρι, περπατούσε λίγα βήματα και μετά σταματούσε να το αλλάξει στο άλλο, λες και το γκιούμι αύξανε βάρος όσο προχωρούσε.

Ο πατέρας του Πίπη, πρωτομάστορας στους πλιθάδες, είχε φύγει από νωρίς για τις γούρνες, εκεί η ομάδα του είχε ήδη αρχίσει να ετοιμάζει το χώμα για τα πλιθιά της μέρας.

—Πάμε κι εμείς να δούμε, είπε ο Σιούλας. Πιάνει το γκιούμι από το απέναντι χερούλι κι έτσι οι δυο μικροί μοιράζονταν το βάρος σαν να κουβαλούσαν θησαυρό.

Ο Χάρης κοίταξε για μια στιγμή τη Λιάρα, τη βρήκε φρόνιμη να μαρκιώνεται στον ίσκιο και τους ακολούθησε. Εξάλλου, οι πλιθάδες θα έκοβαν και τα δικά τους πλιθιά, κι από τις γούρνες μπορούσε να βλέπει τη γελάδα χωρίς έγνοια.

Όταν έφτασαν, ο μπαρμπα-Γιάννης τούς υποδέχτηκε πλαταγίζοντας τη γλώσσα του στον ουρανίσκο.
—Καλώς τους πουτσαράδες μου! Πού ’ναι το νερό απ’ τ’ αρτεσιανό; Μπράβο, παιδί μ’, είπε στον Πίπη. Είδες που μπόρεσες;

Άφησε κάτω το τσαπί, πήρε το γκιούμι και γέμισε ένα πανάρι που το ήπιε μονορούφι. Το ίδιο έκαναν κι οι άλλοι μαστόροι, όλοι έπιναν από το ίδιο πανάρι, με τη σειρά, σαν αδέρφια που μοιράζονται την ίδια δίψα και την ίδια μοίρα.

Ύστερα γύρισαν στα εργαλεία. Με τα τσαπιά βυθίζονταν στο στεγνωμένο χώμα, το έσπαγαν, το ξαναχτυπούσαν ανάποδα, ώσπου να γίνει αφράτο. Μαζί με το χώμα ανασύρουν ρίζες από αγριάδες, τις πετούσαν στην άκρη και συνέχιζαν ακούραστα. Ο μπαρμπα-Γιάννης, που το μάτι του ήξερε να μετρά χωρίς μέτρο, υπολόγιζε πως η λάσπη που θα γινόταν θα ’φτανε ίσαμε το μεσημέρι.

—Τώρα φέρτε νερό! φώναξε.

Τα μικρότερα αδέρφια του Σιούλα έτρεχαν με τενεκέδες, έριχναν το νερό στο σκαμμένο χώμα κι όταν αυτό ντουζούνιαζε, πηδούσαν μέσα και το πατούσαν με τα πόδια, όπως ζυμώνει κανείς ψωμί. Μύριζε γη νωπή, καλοκαιρινή, μυρωδιά δουλειάς και φτώχειας, αλλά και μιας κρυφής περηφάνιας.

Πασπάλιζαν άχυρο από πάνω κι η λάσπη ήταν έτοιμη. Ένας φόρτωνε την καζιάκα με το φτυάρι, δυο παιδιά την κουβαλούσαν και την άδειαζαν στο καλούπι. Ο πατέρας του Πίπη, με χέρι σίγουρο, την ίσιωνε με το φαρδύ ξύλινο μυστρί, να πάει η ίδια ποσότητα σε κάθε θήκη. Ύστερα έπιανε το καλούπι από τη μέση, το σήκωνε τελετουργικά κι η λάσπη έμενε πίσω κομμένη σε οχτώ πλιθιά, οχτώ μικρά τούβλα από κόπο και ήλιο.

Δουλειά βαριά. Πιο βαριά κι από τον θέρο, γιατί εκεί δούλευες με το δρεπάνι και τον αέρα στα δάχτυλα, εδώ όμως ο ήλιος έπεφτε κατακέφαλα και το χώμα κολλούσε στα πόδια σαν να ’θελε να σε τραβήξει μέσα του. Οι γυναίκες σπάνια πατούσαν στις γούρνες, όχι γιατί δεν άντεχαν, αλλά γιατί οι δυνάμεις τους ήταν ήδη δεμένες στις άλλες δουλειές του σπιτιού. Οι άντρες των πλιθάδων ήταν οι φτωχότεροι των φτωχών, δεν είχαν χωράφια να θερίσουν, μόνο μπράτσα να πουλήσουν.

Μα όποιος ζύμωνε πλιθιά με τον ήλιο κατάσαρκα, ήξερε πως το ψωμί της κάθε μέρας ήταν κερδισμένο τίμια.

Τα παιδιά κάθισαν στην άκρη, ιδρωμένα αλλά περήφανα. Ήξεραν πως χωρίς αυτά το καλούπι δεν θα γέμιζε ποτέ. Ο Σιούλας έσκυψε το κεφάλι του και παρατήρησε τα γυμνά χωμάτινα πόδια του. Νόμιζε πως ψήλωσε μισή πιθαμή μέσα σε μια μέρα.

Ο Χάρης χαμογέλασε κρυφά, γιατί από μακριά είδε τη Λιάρα να τον κοιτάζει σαν να τον καμάρωνε. Κι ο Πίπης, με το γκιούμι άδειο στο χώμα, ένιωσε για πρώτη φορά πως έπιασαν τόπο τα χέρια του.

Και μέσα στη ζέστη που κουβαλούσε το μεσημέρι, οι τρεις μικροί φίλοι κατάλαβαν πως είχαν γίνει, έστω για μια μέρα, εργάτες αληθινοί, που προσφέρουν νερό στους μεγάλους και κρατούν όρθιο το χωριό τους.


Ανακοίνωση – Αναβολή Εκδήλωσης

 

Ο Εκπολιτιστικός Σύλλογος Βαλτινού ενημερώνει τα μέλη και τους φίλους του ότι η εκδήλωση για την κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας αναβάλλεται, λόγω πένθους, ως ελάχιστος φόρος τιμής στη μνήμη των πέντε εργαζόμενων γυναικών που έχασαν άδικα τη ζωή τους στο τραγικό δυστύχημα στη βιομηχανία ΒΙΟΛΑΝΤΑ στα Τρίκαλα.

Σε αυτές τις δύσκολες στιγμές, στεκόμαστε με σεβασμό και συμπαράσταση στις οικογένειες των θυμάτων και σε ολόκληρη την τοπική κοινωνία που πενθεί.

Η εκδήλωση μετατίθεται και θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026, στις 20:30, στο φιλόξενο «Στέκι της Γεύσης», στο Βαλτινό.

Σας ευχαριστούμε για την κατανόηση και τη στήριξή σας.


Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

Η Εύθραυστη Αξία της Ζωής - Στη Μνήμη των Πέντε Γυναικών


Υπάρχουν στιγμές που ο λόγος κονταίνει και η σιωπή βαραίνει. Το δυστύχημα στο εργοστάσιο της ΒΙΟΛΑΝΤΑ στα Τρίκαλα άνοιξε μια τέτοια σιωπή, μια ρωγμή στον χρόνο της πόλης, όπου πέντε γυναίκες έφυγαν από τη ζωή την ώρα που εργάζονταν, την ώρα που η καθημερινότητα –αυτή η τόσο ανθρώπινη βεβαιότητα– υποσχόταν απλώς μια ακόμη μέρα.

Το πένθος δεν είναι μόνο θλίψη, είναι και απορία. Πώς χωρά ο θάνατος μέσα στην εργασία, μέσα στο «πρέπει», μέσα στη ρουτίνα που μας κρατά όρθιους; Πώς γίνεται η ζωή να κόβεται όχι σε μια στιγμή εξαιρετική, αλλά σε μια ώρα συνηθισμένη; Εκεί ακριβώς γεννιέται το υπαρξιακό ερώτημα: αν ο θάνατος παραμονεύει και στην πιο ταπεινή πράξη, τι αξία έχει τότε η ζωή;

Ίσως η απάντηση να βρίσκεται όχι στον ίδιο τον θάνατο, αλλά στο ίχνος που αφήνει. Οι γυναίκες αυτές δεν χάθηκαν ως αριθμοί, ούτε ως «περιστατικό». Ήταν πρόσωπα με φωνή, με σώμα κουρασμένο, με σκέψεις για το αύριο. Κι αν ο θάνατός τους μας συγκλονίζει, είναι γιατί μας θυμίζει πως η ανθρώπινη ζωή είναι ανεκτίμητη ακριβώς επειδή είναι εύθραυστη. Δεν ακυρώνεται από την απώλεια, φωτίζεται.

Το πένθος, όσο κι αν πονά, είναι και μια μορφή φροντίδας. Μας καλεί να σταθούμε πιο προσεκτικά ο ένας απέναντι στον άλλον, να διεκδικήσουμε έναν κόσμο όπου η εργασία δεν θα απειλεί τη ζωή, αλλά θα τη στηρίζει. Να θυμηθούμε πως πίσω από κάθε θέση εργασίας υπάρχει ένας άνθρωπος που αγαπιέται και αγαπά.

Μπροστά στον θάνατο δεν έχουμε εύκολες παρηγοριές. Έχουμε όμως τη μνήμη και την ευθύνη. Να κρατήσουμε ζωντανό το όνομά τους μέσα στη συλλογική συνείδηση, και να αφήσουμε το πένθος να γίνει εγρήγορση, σεβασμός, αλληλεγγύη. Ίσως τότε ο θάνατος, χωρίς να παύει να είναι μυστήριο, να μην είναι μάταιος.

Γιατί όσο θυμόμαστε, όσο νοιαζόμαστε, όσο αλλάζουμε έστω και λίγο τον τρόπο που ζούμε και εργαζόμαστε μαζί, οι ζωές που χάθηκαν συνεχίζουν να μιλούν. Και μέσα στη βαριά σιωπή, αυτός ο ψίθυρος είναι ήδη μια μορφή ελπίδας.


Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Η Σκαμνιά του Βαλτινού

 Διήγημα του Δημήτρη Τσιγάρα

Στην αυλή του σπιτιού του μπάρμπα-Θωμά, στο Βαλτινό, στεκόταν η Σκαμνιά. Όχι ένα απλό δέντρο, μα μια ζωντανή μνήμη του τόπου. Η μουριά εκείνη, με κορμό που ήθελε δυο ανθρώπους να τον αγκαλιάσουν και κλαδιά που άπλωναν ίσκιο πλατύ και βαθύ, μετρούσε σχεδόν εκατόν πενήντα χρόνια ζωής. Όσα και οι αναστεναγμοί του χωριού.

Λέγαν πως φύτρωσε τότε που ακόμη Τούρκοι περνούσαν απ’ τα μέρη, όταν οι άνθρωποι δεν εμπιστεύονταν τις τράπεζες - γιατί δεν υπήρχαν - και τα βιός τους τα θάβαν στη γη, σε καταγώγια και σε σημαδιακά μέρη. Κι η Σκαμνιά ήταν ένα τέτοιο σημείο, θεριακωμένη και σημαδιακιά. Έτσι την έλεγε ο μπάρμπα-Θωμάς, που θυμόταν ιστορίες από τον παππού του.

«Κάτι κρατάει αυτή η μουριά», έλεγε, χαμηλώνοντας τη φωνή. «Κάτω απ’ τις ρίζες της, λένε, πως είναι θαμμένος θησαυρός. Άλλοι λένε πως είναι της Βεζυροπούλας, της Χανούμ Σούφμεη, που χάθηκε εδώ γύρω στα χρόνια τα παλιά. Μη ρωτάς πολλά. Τα δέντρα ακούνε».

Και πράγματι, αν η Σκαμνιά μιλούσε, θα ’χε πολλά να πει.

Θα μιλούσε για τις νύχτες που οι γυναίκες κάθονταν στον ίσκιο της και ξεσπόριαζαν τις ρόκες, όταν το καλαμπόκι έτρεφε σπίτια και όνειρα. Για τα παιδιά που σκαρφάλωναν στα κλαδιά της, μαυρίζοντας τα χέρια τους απ’ τους καρπούς της και γελώντας δίχως έγνοια. Για τους γάμους που στήθηκαν κάτω απ’ τα φύλλα της, με τραγούδια, νταούλια και ξεφωνητά ως τα χαράματα.

Θα μιλούσε και για τις πασχαλιές. Τότε που στρώνονταν τραπέζια στην αυλή, που το κόκκινο τ’ αυγό έσπαγε στην πέτρα κι οι άνθρωποι αντάλλασσαν ευχές για ζωή. Κι ύστερα, για τα κλάματα. Για τα μοιρολόγια που ακούστηκαν χαμηλόφωνα, όταν η χαρά έδινε τη θέση της στην απώλεια. Η Σκαμνιά τα κράτησε όλα. Δεν διάλεξε.

Ο μπάρμπα-Θωμάς, κάθε πρωί, πριν ακόμη βγει ο ήλιος καλά-καλά την καλημέριζε. Έτσι συνήθιζε. Ένα νεύμα του κεφαλιού, ένα «καλημέρα, γριά μου» και συνέχιζε τη μέρα του. Πίστευε πως τα δέντρα θέλουν τον λόγο, όπως και οι άνθρωποι.

Μια χρονιά δύσκολη, με ξηρασία και φτώχεια, κάποιοι ξένοι ήρθαν στο χωριό. Ρώτησαν για παλιά δέντρα, για μνήμες, για θησαυρούς. Κάποιοι τους έδειξαν τη Σκαμνιά. Εκείνοι κοίταξαν τον κορμό, μέτρησαν, ψιθύρισαν. Μα ο Μπαρμπα-Θωμάς στάθηκε μπροστά τους.

«Εδώ δεν σκάβετε», είπε. «Ό,τι έχει αυτή η γη, είναι για να το θυμόμαστε, όχι για να το ξεθάβουμε».

Έφυγαν. Και η Σκαμνιά έμεινε όπως ήταν. Με τις ρίζες της βαθιά χωμένες στο χώμα και τις μνήμες της πιο βαθιά ακόμη.

Γιατί, όποιος στάθηκε στ’ αλήθεια στον ίσκιο της, κατάλαβε πως ο θησαυρός της δεν ήταν χρυσάφι. Ήταν ο χρόνος. Ήταν οι ζωές που πέρασαν και χάθηκαν, οι φωνές που σίγησαν, τα γέλια που ακόμη αντιλαλούν στα φύλλα της όταν φυσάει το απομεσήμερο αγέρι.

Κι έτσι η Σκαμνιά συνεχίζει. Να καλημερίζει τους διαβάτες στο στρατί, να απλώνει τον παχύ, δροσερό ίσκιο της τα καλοκαίρια και να στέκει αγέρωχη στον αιώνιο κύκλο ζωής και θανάτου. Άνθρωποι και φύση, δεμένοι για πάντα. Όπως οι ρίζες της με το χώμα του Βαλτινού.




Άνετη νίκη του ΑΟ Βαλτινού επί του Α.Ο. Ροπωτού (2-5)

 

Με πειστική εμφάνιση και πλουραλισμό στο σκοράρισμα, ο Α.Ο. Βαλτινού επικράτησε εκτός έδρας του Α.Ο. Ροπωτού με 2-5, επιβεβαιώνοντας την αγωνιστική του ανωτερότητα και φεύγοντας με το «διπλό» από το γήπεδο του Αγίου Βησσαριώνα.

Η ομάδα του ΑΟΒ «καθάρισε» ουσιαστικά τον αγώνα από το πρώτο κιόλας εικοσάλεπτο. Ο Αποστόλης Νικλητσιώτης ήταν ο μεγάλος πρωταγωνιστής στο ξεκίνημα, πετυχαίνοντας δύο γρήγορα γκολ, ενώ ο Δημήτρης Κοθράς πρόσθεσε ακόμη ένα, διαμορφώνοντας το 0-3, σκορ με το οποίο οι δύο ομάδες οδηγήθηκαν στα αποδυτήρια.

Στο δεύτερο ημίχρονο, ο ΑΟ Βαλτινού συνέχισε στον ίδιο ρυθμό, διατηρώντας την κυριαρχία του στον αγωνιστικό χώρο. Ο Δημήτρης Κοθράς βρήκε ξανά δίχτυα, πετυχαίνοντας το δεύτερο προσωπικό του γκολ και ανεβάζοντας τον δείκτη του σκορ στο 0-4. Το κερασάκι στην τούρτα ήρθε από τον Ηλία Τσαρούχα, ο οποίος με ένα εντυπωσιακό απευθείας φάουλ από περίπου 50 μέτρα σημείωσε το 0-5, πετυχαίνοντας μάλιστα το πρώτο του τέρμα με τη φανέλα του ΑΟΒ.

Το μόνο που κατάφερε ο Α.Ο. Ροπωτού ήταν να μειώσει στο τέλος της αναμέτρησης, πετυχαίνοντας δύο γκολ, τα οποία απλώς διαμόρφωσαν το τελικό 2-5.

Για τον ΑΟ Βαλτινού αγωνίστηκαν οι: Ντανίκας, Καραλής, Γιώτας (Μουρίτσας), Κοθράς Κ. (Κουμπής), Σπυρόπουλος, Καμέας (Σταμούλης Ν.), Πατσιάς (Μάμαλης), Νικλητσιώτης, Γιαννόπουλος, Κοθράς Δ. (Μαντέλλος), Τσαρούχας.

Μια νίκη που δίνει ώθηση και αυτοπεποίθηση στον ΑΟΒ για τη συνέχεια του πρωταθλήματος, αφήνοντας πολύ θετικές εντυπώσεις με την εικόνα και την αποτελεσματικότητά του.


ΕΛ.ΑΣ.: Προήχθη σε Υποστράτηγο και αποστρατεύεται ο Θεσσαλάρχης Στυλιανός Μπιλιάλης – Ένας Τρικαλινός που τίμησε τη στολή και το Σώμα

 

Με τον βαθμό του Υποστρατήγου αποχωρεί από τις τάξεις της Ελληνικής Αστυνομίας ο Γενικός Περιφερειακός Αστυνομικός Διευθυντής Θεσσαλίας, Στυλιανός Μπιλιάλης, έπειτα από τις σημερινές τακτικές κρίσεις των ανώτατων και ανώτερων αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ., οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με απόφαση της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη.

Ο μέχρι πρότινος Ταξίαρχος, συγχωριανός και Τρικαλινός στην καταγωγή, αποστρατεύεται έχοντας υπηρετήσει το Σώμα με συνέπεια, εντιμότητα και υψηλό αίσθημα ευθύνης, αφήνοντας πίσω του ένα έργο που αναγνωρίζεται τόσο από τους συναδέλφους του όσο και από την κοινωνία της Θεσσαλίας.

Κατά τη διάρκεια της πολυετούς και αξιόλογης διαδρομής του στην Ελληνική Αστυνομία, ο Στυλιανός Μπιλιάλης διακρίθηκε για το ήθος, τη διοικητική του επάρκεια και τη σταθερή προσήλωσή του στην τήρηση της νομιμότητας και την προστασία του πολίτη. Ως Γενικός Περιφερειακός Αστυνομικός Διευθυντής Θεσσαλίας, κλήθηκε να διαχειριστεί κρίσιμα ζητήματα δημόσιας ασφάλειας σε μια απαιτητική γεωγραφική και κοινωνική περιφέρεια, ανταποκρινόμενος με επαγγελματισμό και αποτελεσματικότητα.

Η προαγωγή του στον βαθμό του Υποστρατήγου, λίγο πριν την αποστρατεία του, αποτελεί έμπρακτη αναγνώριση της προσφοράς και της συνολικής του παρουσίας στο Σώμα. Για την τοπική κοινωνία των Τρικάλων και της Θεσσαλίας ευρύτερα, η αποχώρησή του σηματοδοτεί το τέλος μιας διαδρομής που χαρακτηρίστηκε από σεμνότητα, εργατικότητα και ουσιαστική προσφορά.

Ο Στυλιανός Μπιλιάλης αποχωρεί από την ενεργό υπηρεσία έχοντας τιμήσει τη στολή της Ελληνικής Αστυνομίας και αφήνοντας παρακαταθήκη επαγγελματισμού και αξιοπρέπειας, στοιχεία που αποτελούν παράδειγμα για τις νεότερες γενιές αστυνομικών.


Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Περπατώντας τον Σεβασμό

 

Στην παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία από το Μέτσοβο, ο σεβασμός δεν δηλώνεται, ασκείται. Δεν έχει φωνή, δεν έχει χειρονομίες μεγάλες, έχει ένα ελαφρύ πλάγιασμα του σώματος, μια σιωπηλή παραχώρηση χώρου. Η ηλικιωμένη γυναίκα παραστρατεί από το λιθόστρωτο, αφήνοντας τον δρόμο ανοιχτό για να περάσει ο νεότερος σε ηλικία ιερέας. Κι εκεί, σε αυτή τη φαινομενικά ασήμαντη κίνηση, συμπυκνώνεται μια ολόκληρη κοσμοαντίληψη.

Η σύγκρουση είναι αθόρυβη αλλά υπαρκτή. Η γυναίκα κουβαλά την ηλικία, την εμπειρία, τον χρόνο, θα περίμενε κανείς ο δρόμος να της ανήκει. Όμως, στο δικό της αξιακό σύστημα, ο σεβασμός δεν απονέμεται με βάση τα χρόνια, αλλά με βάση τον ρόλο. Ο ιερέας, νεότερος, δεν είναι απλώς άνθρωπος, είναι θεσμός, είναι φορέας του ιερού, είναι προσωρινός εκπρόσωπος μιας τάξης που υπερβαίνει το άτομο. Κι έτσι, εκείνη υποχωρεί, όχι από αδυναμία, αλλά από επίγνωση.

Το λιθόστρωτο γίνεται τότε σκηνή ηθικής. Ο δρόμος είναι στενός, όπως στενές είναι και οι επιλογές σε έναν τόπο αγριεμένο, όπου η φύση δεν αφήνει περιθώρια για ατομικές διεκδικήσεις. Η παραχώρηση χώρου δεν είναι πράξη υποταγής, είναι πράξη κοινωνικής συνοχής. Η ηλικιωμένη γυναίκα δεν ακυρώνει τον εαυτό της, τον επιβεβαιώνει μέσα από τον άγραφο νόμο του χωριού.

Κι όμως, για το σημερινό βλέμμα, αυτή η κίνηση γεννά ερωτήματα. Είναι σεβασμός ή αυτοπαραίτηση; Είναι τιμή ή βάρος μιας παράδοσης που ζητά από τους παλαιότερους -και συχνά από τις γυναίκες- να κάνουν πάντα στην άκρη; Η φωτογραφία δεν απαντά. Απλώς καταγράφει τη στιγμή όπου δύο γενιές συναντιούνται χωρίς να κοιταχτούν, μέσα σε έναν κόσμο που προχωρά όχι με δικαιώματα, αλλά με καθήκοντα.

Το άγριο τοπίο του Μετσόβου, οι πέτρες, οι ξερολιθιές, τα γυμνά δέντρα, στέκουν μάρτυρες μιας ηθικής σμιλεμένης από την ανάγκη. Εδώ ο σεβασμός δεν είναι διαπραγματεύσιμος, είναι τρόπος να συνεχίζει ο δρόμος να υπάρχει. Και η ηλικιωμένη γυναίκα, παραστρατώντας για λίγο, μοιάζει να λέει χωρίς λόγια πως ο κόσμος κρατιέται όρθιος όχι από εκείνους που προχωρούν στο κέντρο του δρόμου, αλλά από εκείνους που ξέρουν πότε και γιατί να κάνουν στην άκρη.


Κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας του Εκπολιτιστικού Συλλόγου Βαλτινού

 

Ο Εκπολιτιστικός Σύλλογος Βαλτινού προσκαλεί τα μέλη και τους φίλους του στην καθιερωμένη κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας, μια εκδήλωση που σηματοδοτεί την έναρξη της νέας χρονιάς με κέφι, αισιοδοξία και συλλογικό πνεύμα.

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026, στις 20:30, στο φιλόξενο «Στέκι της Γεύσης», στο Βαλτινό.
Τη βραδιά θα πλαισιώσει DJ, που θα φροντίσει να δημιουργήσει μια ζεστή και γιορτινή ατμόσφαιρα, γεμάτη μουσική, χορό και καλή διάθεση για όλους.

Η είσοδος είναι 2 ευρώ, ώστε να δοθεί η δυνατότητα σε όλους να συμμετάσχουν και να στηρίξουν τις δράσεις του Συλλόγου.

Για κρατήσεις και περισσότερες πληροφορίες, μπορείτε να επικοινωνείτε στο τηλέφωνο 24310 94526.

Ο Εκπολιτιστικός Σύλλογος Βαλτινού σας περιμένει όλους για να ανταλλάξουμε ευχές, να κόψουμε την πίτα και να περάσουμε μαζί ένα όμορφο, χαρούμενο βράδυ, όπως μόνο το Βαλτινό ξέρει.


Η παλιά ρόκα στον αυλόγυρο

 

Στη φωτογραφία, η γιαγιά Αικατερίνη Τσιγάρα κάθεται στον αυλόγυρο, με την πλάτη της σχεδόν ακουμπισμένη στο δέντρο, σαν να παίρνει δύναμη από τον κορμό του. Στο ένα χέρι κρατά τη ρόκα, στο άλλο το αδράχτι, ανάμεσά τους τεντώνεται ένα νήμα λεπτό, σχεδόν αόρατο, κι όμως τόσο ουσιαστικό. Είναι το νήμα που ενώνει το μαλλί με το ύφασμα, την ανάγκη με τη δημιουργία, τη φύση με τον άνθρωπο.

Η ρόκα, ένα απλό ξύλινο εργαλείο, ένα μακρύ ραβδί με τους κλώνους στην κορυφή, δεν είναι εδώ απλώς αντικείμενο. Είναι προέκταση του σώματος και της μνήμης. Πάνω της στηρίζονται οι τουλούπες, το πλυμένο και λαναρισμένο μαλλί από τα πρόβατα του σπιτιού, έτοιμο να μεταμορφωθεί. Το γνέσιμο δεν είναι βιασύνη, είναι ρυθμός. Τα δάχτυλα γνωρίζουν τη δουλειά τους καλύτερα απ’ ό,τι τα λόγια. Με μικρές, επαναλαμβανόμενες κινήσεις, το άμορφο γίνεται νήμα, και το νήμα υπόσχεση ρούχου, κουβέρτας, ζεστασιάς.

Η γιαγιά Αικατερίνη δεν εργάζεται μόνη, ακόμη κι αν στη φωτογραφία φαίνεται μόνη. Μαζί της είναι όλες εκείνες οι γυναίκες που έγνεθαν στους αυλόγυρους, τα απογεύματα και τα βράδια, όταν έπεφτε ο ήλιος και άνοιγαν οι κουβέντες. Το γνέσιμο ήταν καθημερινή εργασία, μα και κοινωνική πράξη. Γύρω από τη ρόκα κυλούσαν νέα, παράπονα, γέλια, μικρές εξομολογήσεις. Το νήμα που έφτιαχναν δεν ένωνε μόνο ίνες μαλλιού, ένωνε ζωές.

Υπάρχει κάτι βαθιά στοχαστικό σε αυτή τη διαδικασία. Το μαλλί περνά από το κούρεμα, το πλύσιμο, το λανάρισμα, ώσπου να φτάσει στη ρόκα. Τίποτα δεν γίνεται αμέσως. Όπως και στη ζωή, κάθε στάδιο απαιτεί υπομονή και φροντίδα. Το γνέσιμο διδάσκει ότι η αντοχή χτίζεται σιγά, πως ό,τι έχει αξία δεν προκύπτει με βία αλλά με επιδεξιότητα και χρόνο.

Σήμερα, κοιτάζοντας τη φωτογραφία, νιώθουμε πως το νήμα έχει απλωθεί μέχρι εμάς. Η ρόκα μπορεί να σιώπησε, οι αυλόγυροι να άδειασαν από τις βραδινές συντροφιές, όμως η μνήμη συνεχίζει να γνέθει. Και κάθε φορά που τη θυμόμαστε, είναι σαν να στρίβει ξανά το αδράχτι, κρατώντας δεμένο το παρελθόν με το παρόν, όπως ακριβώς εκείνο το λεπτό νήμα ανάμεσα στα χέρια της γιαγιάς Αικατερίνης.


Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Μαθητές της Α΄ Λυκείου του ΓΕΛ Βαλτινού σε βιωματικό μάθημα πολιτισμού, στις καλύβες των Σαρακατσαναίων

 

Ένα ξεχωριστό, βιωματικό μάθημα ιστορίας και πολιτισμού είχαν την ευκαιρία να ζήσουν οι μαθητές της Α΄ Λυκείου του ΓΕΛ Βαλτινού, μέσα από την εκπαιδευτική τους επίσκεψη στις «καλύβες» των Σαρακατσαναίων, στη θέση Σεισμόπληκτα Τρικάλων. Πρόκειται για τις παραδοσιακές κατασκευές που ο Πολιτιστικός Σύλλογος Σαρακατσαναίων διατήρησε και αναπαρέστησε με αυθεντικότητα, προσφέροντας έναν ζωντανό χώρο μνήμης και γνώσης.

Η ξενάγηση πραγματοποιήθηκε από την Υπεύθυνη Πολιτιστικών Προγραμμάτων της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Τρικάλων, κα Μαρία Ρούσσα, και τον κ. Νικόλαο Κωσταρέλο, πρώην Διευθυντή Δημοτικών Σχολείων. Και οι δύο, όντες Σαρακατσαναίοι, μετέφεραν στους μαθητές όχι μόνο πληροφορίες, αλλά και το προσωπικό τους βίωμα, προσδίδοντας στην επίσκεψη ιδιαίτερο βάθος και αυθεντικότητα.

Η παρουσίασή τους ήταν εμπεριστατωμένη και πολυδιάστατη. Ανέδειξε το αξιακό σύστημα των Σαρακατσαναίων, την προσήλωσή τους στην οικογενειακή προκοπή και τη δημιουργία, τη λειτουργία του Συμβουλίου συνυποστήριξης της κοινότητας, καθώς και τον επίμοχθο αγώνα τους μέσα στη βουκολική, μετακινούμενη ζωή. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη συμβολή των Σαρακατσαναίων στους αγώνες της πατρίδας, αλλά και στη βαθιά θρησκευτική τους πίστη. Οι Άγιοι Γεώργιος και Δημήτριος παρουσιάστηκαν ως χρονικά και συμβολικά ορόσημα της ζωής τους, καθορίζοντας τη μετακίνηση των κοπαδιών προς τα χειμαδιά και την επιστροφή τους στα θερινά βοσκοτόπια.

Με το ίδιο μεράκι, οι δύο ξεναγοί οδήγησαν τους μαθητές και στο Μουσείο των Σαρακατσαναίων. Εκεί εκτίθενται περίτεχνες υφαντές φορεσιές, κεντημένες στον αργαλειό, φλάμπουρα με τα χαρακτηριστικά «μήλα της ευγονίας», καθώς και σκεύη οικοτεχνίας, τα οποία συνόδευαν τη νομαδική τους ζωή στις αδιάκοπες αναζητήσεις βοσκοτόπων.

Ξεχωριστή μνεία έγινε και στις ίδιες τις «καλύβες»: πρόχειρες μόνο στην όψη, αλλά αριστοτεχνικά κατασκευασμένες με υλικά της φύσης, όπως καλάμια και σάλωμα βρίζας. Με μαθηματικούς υπολογισμούς και πρακτική σοφία, οι Σαρακατσαναίοι διαμόρφωναν έναν ενιαίο χώρο, όπου συγκατοικούσαν επτά και περισσότερα άτομα, αποδεικνύοντας τη λειτουργικότητα και την αντοχή της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής τους.

Την εκπαιδευτική επίσκεψη συνόδευσαν ο Διευθυντής του ΓΕΛ Βαλτινού κ. Αριστείδης Μυλωνάς και οι εκπαιδευτικοί κα Κατερίνα Φασουλή, κα Κωνσταντίνα Πετρακοπούλου και κ. Αθανάσιος Φλόκας, στηρίζοντας έμπρακτα τη σύνδεση της σχολικής γνώσης με την τοπική πολιτιστική κληρονομιά.

Το ΓΕΛ Βαλτινού εκφράζει τις θερμές του ευχαριστίες προς την κα Μαρία Ρούσσα και τον κ. Νίκο Κωσταρέλο για την πολύτιμη συμβολή τους στη διάδοση των πολιτιστικών μας αξιών, οι οποίες αποτελούν ουσιαστική προστιθέμενη αξία στην αγωγή και τη διαμόρφωση των μαθητών.

Θέατρο σκιών στο Βαλτινό: ο Καραγκιόζης γέμισε χαμόγελα τα σχολεία

 

Μια ξεχωριστή και ιδιαίτερα χαρούμενη εμπειρία έζησαν οι μαθητές του Νηπιαγωγείου και του Δημοτικού Σχολείου Βαλτινού, μέσα από μια υπέροχη παράσταση θεάτρου σκιών με πρωταγωνιστή τον αγαπημένο Καραγκιόζη. Η εκδήλωση χάρισε άφθονο γέλιο, χαρά και ενθουσιασμό στα παιδιά, δημιουργώντας μια ζεστή και γιορτινή ατμόσφαιρα στους σχολικούς χώρους.

Ο εμψυχωτής Κοσμάς Παναγιώκας, με το ταλέντο και την αμεσότητά του, κατάφερε όχι μόνο να διασκεδάσει τους μικρούς θεατές, αλλά και να τους μεταδώσει ουσιαστικά κοινωνικά μηνύματα και αξίες, προσαρμοσμένα στην ηλικία και την ευαισθησία τους. Μέσα από τον λόγο, το χιούμορ και τους γνώριμους χαρακτήρες του θεάτρου σκιών, τα παιδιά ήρθαν σε επαφή με έννοιες όπως η φιλία, η συνεργασία, ο σεβασμός και η καλοσύνη.

Η όμορφη αυτή δράση πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία και μέριμνα του Δήμου Τρικκαίων, επιβεβαιώνοντας τη σημασία που αποδίδεται στον πολιτισμό και στην παιδαγωγική ψυχαγωγία των παιδιών.

Ο Πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας Βαλτινού, κ. Βάιος Τσιγάρας, εξέφρασε τις θερμές του ευχαριστίες προς τον Δημοτικό Σύμβουλο κ. Βασίλη Τσιούτσια, τον εμψυχωτή κ. Κοσμά Παναγιώκα, καθώς και προς τον Διευθυντή του Δημοτικού Σχολείου, τη Διευθύντρια του Νηπιαγωγείου και όλους τους εκπαιδευτικούς που συνέβαλαν στην υλοποίηση της εκδήλωσης. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον καθημερινό αγώνα των εκπαιδευτικών, οι οποίοι προσφέρουν στα παιδιά όχι μόνο γνώση, αλλά και φροντίδα, ασφάλεια και μια ζεστή αγκαλιά.

Η παράσταση θεάτρου σκιών άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις, αποδεικνύοντας πως ο πολιτισμός, όταν συναντά την παιδική ψυχή, μπορεί να γίνει πηγή χαράς, μάθησης και αισιοδοξίας.


Μεταξύ κάμπου και αψηλού

 

Το σημερινό μας θέμα είναι δύο φωτογραφίες, μία του Βασίλη Σταμούλη και μια του Θανάση Ζαμπακά, όπου ο χιονισμένος Κόζιακας, μέσα στην αίγλη του, στέκει στο βάθος σαν παλιός δάσκαλος και διδάσκει με τη σιωπή του. Το χιόνι απλώνεται στις πλάτες του σαν μνήμη καθαρή, άφθαρτη, κι ο κάμπος μπροστά του ανασαίνει χαμηλόφωνα, σαν να μη θέλει να τον ξυπνήσει. Ανάμεσά τους, σπίτια, καλώδια, ίχνη ανθρώπων, μικρά, ταπεινά, κι όμως πεισματάρικα παρόντα.

«Πόσο ευλογημένοι πρέπει να νιώθουμε στον τόπο μας», λέει το σχόλιο του Θανάση, και η φράση αιωρείται όπως η πρωινή πάχνη. Η ευλογία εδώ δεν είναι θόρυβος, είναι μέτρο. Είναι το να ξέρεις πως υπάρχει κάτι που σε ξεπερνά και σε χωράει μαζί. Ο αητός που λαχταρά να γίνει ο άνθρωπος δεν είναι φυγή, είναι επιστροφή στην καθαρότητα της θέας, εκεί όπου τα πράγματα παίρνουν το σωστό τους βάρος.

Ο Κόζιακας θυμίζει ότι η ανύψωση δεν είναι πάντα κίνηση προς τα πάνω. Είναι στάση ψυχής. Να στέκεσαι και να βλέπεις. Να αφήνεις το βλέμμα να περνά από τον κάμπο στο βουνό και πίσω, σαν ανάσα που ενώνει το χαμηλό με το αψηλό. Κι έτσι, χωρίς να γίνεις αητός, μαθαίνεις να πετάς: με ευγνωμοσύνη, με σιωπή, με ένα «καλημέρα» που χωρά ολόκληρη τη φύση.


Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

«Η Άσφαλτος και το Ρεύμα» (της Ρούλας Σταυρέκα)

 

Ήταν αρχές καλοκαιριού του 1968 όταν ακούσαμε τον θόρυβο από μακριά, να ανεβαίνει τον δρόμο με βουή που δεν είχαμε ξανακούσει στο Βαλτινό. Ήρθαν μεγάλα φορτηγά γεμάτα άμμο και την άδειαζαν σε μικρούς σωρούς, κατά μήκος του κεντρικού δρόμου. Σηκωνόταν σκόνη, άσπρη, λεπτή σαν αλεύρι, και τα παιδιά τρέχαμε να χωθούμε μέσα, να πατάμε με τα γυμνά μας πόδια την άμμο που καιγόταν από τον ήλιο.

— Θα φτιάξουν τον δρόμο, είπε ο πατέρας με τα μάτια του να γελούν.

Ήταν να γίνει δρόμος σύγχρονος, μεγάλος, με άσφαλτο, όπως λέγανε. Ήρθαν τα γκρέιτερ με τις μεγάλες σιδερένιες λεπίδες που έσπρωχναν χώματα, οι πατόζες, τα φορτηγά. Μέρα με τη μέρα, η δημοσιά άλλαζε μορφή μπροστά μας, φάρδυνε, ίσιωνε, καθάριζε.

Κι όταν έστρωσαν καλά την άμμο, ήρθε εκείνο το άλλο φορτηγό, που έριχνε ένα καυτό, μαύρο υγρό που έβραζε κάτω από τον ήλιο. Μύριζε πίσσα, πικρή, αλλά εμάς μας φαινόταν ωραία μυρωδιά γιατί ήταν μυρωδιά καινούργιου. Κανείς δεν περπατούσε πάνω στην πίσσα, μα στεκόμασταν στην άκρη και κοιτούσαμε το μαύρο ποτάμι να απλώνεται.

Όταν τελείωσε, ο δρόμος έμοιαζε καθρέφτης. Φαρδύς, λείος, χωρίς κουρνιαχτό το καλοκαίρι και χωρίς λάσπη τον χειμώνα. Πόσο όμορφο έδειχνε το χωριό μας τώρα! Τα σπίτια έμοιαζαν πιο περιποιημένα, κι οι αυλές καθάριζαν πιο εύκολα, δίχως τις λάσπες που έφερναν τα πόδια μας.

Δεν πέρασε καιρός και ήρθε το αστικό λεωφορείο στο χωριό. Επεκτάθηκε η γραμμή, είπε ο πρόεδρος με περηφάνια, και τώρα δεν θα κατεβαίναμε με τα κάρα και τα ποδήλατα στα Τρίκαλα. Θα πηγαίναμε με το αστικό, κάθε πρωί στις οκτώ και το μεσημέρι στις τρεις.

Κάθε Δευτέρα, το λεωφορείο γέμιζε ασφυκτικά. Μανάδες με παιδιά, άντρες με σακιά στα χέρια, γέροι με μπαστούνια, όλοι με τη λαχτάρα να πάνε στην πόλη για το παζάρι. Η μάνα μου έπαιρνε μαζί τις κότες της μέσα σε ένα μεγάλο καλάθι που κουνιόντουσαν, κακαρίζοντας όλη την ώρα. Πλάι τους, ένα σακί με δύο γουρουνάκια που έσκουζαν σαν να τα έσφαζαν. Οι γυναίκες γελούσαν και κουνούσαν τα κεφάλια τους, μα ήταν όλα τόσο φυσικά τότε.

Η μάνα πουλούσε αυγά και τις δύο κότες στο παζάρι και γύριζε με ψώνια: σαπούνια, μακαρόνια, λίγο καφέ, μερικές φορές και μορταδέλα. Τι νόστιμη που μας φαινόταν εκείνη η μορταδέλα! Την τρώγαμε με τον αδερφό μου καθισμένοι στο πεζούλι, μοιράζοντας το κομμάτι με προσοχή για να μην τελειώσει γρήγορα.

Ήταν η εποχή που όλα άλλαζαν γρήγορα. Την βλέπαμε την αλλαγή, την ζούσαμε, και ας μη το καταλαβαίναμε τότε πως ήταν ιστορία.

Μια μέρα, ήρθε ο παππούς Χρήστος φουριόζος.

— Τα μάθατε τα νέα; φώναξε.

— Τι έγινε; ρώτησε ο πατέρας.

— Έρχεται η ΔΕΗ, μας φέρνουν το ρεύμα!

Χαρήκαμε όλοι, γιατί το ρεύμα είχε σταματήσει το προηγούμενο καλοκαίρι στο διπλανό χωριό και μετά ήρθε ο χειμώνας και έμεινε εκεί. Τώρα ήρθε και η σειρά μας.

Ήρθαν φορτηγά με κολώνες και σύρματα. Οι εργάτες έσκαβαν αυλάκια, έστηναν στύλους, περνούσαν καλώδια. Στα σπίτια, οι ηλεκτρολόγοι τοποθετούσαν διακόπτες, λάμπες και πρίζες. Μια μέρα, άναψε το φως και φώτισε κάθε δωμάτιο. Το χωριό έλαμπε τα βράδια, εκεί που πριν δεν έβλεπες τίποτα, μόνο τα αστέρια.

Ύστερα ήρθαν τα ψυγεία, τα πλυντήρια, οι τηλεοράσεις. Κι η ζωή, που έμοιαζε ίδια κάθε μέρα, τώρα γινόταν πιο εύκολη, πιο φωτεινή, πιο όμορφη. Και κάθε βράδυ, όταν έβλεπα το φως να βγαίνει απ’ τα παράθυρα των σπιτιών, καταλάβαινα πως το Βαλτινό είχε πια αλλάξει για πάντα.


επικοινωνιστε μαζι μας