Τρίτη, 9 Αυγούστου 2011

Το παντελόνι της UNRRA


Αληθινές ιστορίες


Ποιος ξέρει πόσο λίγο είχε φορέσει το παντελόνι ο θανατοποινίτης πολιτικός κρατούμενος στις φυλακές του Βόλου. Του το είχαν στείλει οι δικοί του, από ένα χωριό του Θεσσαλικού κάμπου, για να πηγαινοέρχεται μ΄ αυτό στις ανακρίσεις και τα δικαστήρια. Και στην κάθε επιστροφή το κρεμούσε με φροντίδα στον τοίχο του θαλάμου ή του κελιού, ίσως χρήσιμο στην τελική έξοδο, προς τον κόσμο της ελευθερίας… Κι έφτασε αυτή. Αλλά ήταν μια ελευθερία που κρατάει όσο μια αστραψιά.
  Είχε περάσει αρκετό διάστημα από την ημέρα που άκουσε τη θανατική καταδίκης σ΄ εκείνη τη μουντή αίθουσα του Στρατοδικείου από πετρωμένα χείλη απόμακρων ανθρώπων. Οι ελπίδες σπινθήριζαν μέσα του και συντηρούνταν με τα ενθαρρυντικά λόγια των συντρόφων, «Έλα, θα τη γλυτώσεις, κι όταν»… Αυτό το «όταν» πήγαινε πολύ μακριά κι έφτανε στην ημέρα που θα άνοιγαν οι πόρτες για όλους. Βέβαια σε κάποια στιγμή μπλέχτηκε η νύχτα με την αυγή. Η κάθε μια πείρε τη δική της διάσταση και ντύθηκαν όμως και οι δύο τη μορφή του. Η μία τη σκοτεινή, τη γεμάτη φόβο, η άλλη τη φωτεινή και χαρούμενη των 24 του χρόνων. Όλα άρχισαν αντίστροφα από την πρώτη.
  Η ώρα γύρω στις 9, η φυλακή είχε κλείσει. Στα κελιά η συζήτηση στριφογύριζε στα ίδια θέματα, που αποκτούσαν ωστόσο κάθε φορά και άλλο περιεχόμενο. Αλλά με το ίδιο τέλος: ελευθερία.
  Ακούστηκαν απ΄ έξω βήματα, το κλειδί στριφογύριζε με δυσκολία, τα χέρια που το κρατούσαν σαν να δίσταζαν. Κάποτε η πόρτα άνοιξε, ο φύλακας τον φώναξε με μια χροιά στοργικότητας κι έφτασε το χιλιοστό του χρόνου που πέταξε άπνοα, «Πάμε…».   Αυτό εσήμαινε απομόνωση, όπου θα περνούσε την τελευταία του νύχτα, το πρωί θα εκτελούνταν.
  Κοίταξε γύρω τους άλλους, παραλίγο να δακρύσει, αλλά κρατήθηκε. Χαμογέλασε, με πόση πίκρα… Συνήλθε και με αργά βήματα άρχισε να ντύνεται με καθαρά ρούχα, γιατί έπρεπε να είναι το κορμί όπως η ψυχή, άδολη, χωρίς κακία, αφιερωμένη στη θυσία. Προχώρησε στον τοίχο έπιασε την κρεμάστρα με το παντελόνι της Ούνρα, το έβγαλε, αλλά δίστασε να το φορέσει. Σκέφθηκε λίγο και απευθύνθηκε στους άλλους, που τον κοιτούσαν με μάσκες φτιαχτές σε άλλους κόσμους, από γνωρίσματα πόσων αιώνων άραγε…
  «Δεν θα το φορέσω», είπε. «Είναι καινούργιο, δώστε το αύριο στην αδελφή μου, θα έλθει στο επισκεπτήριο, και πέστε της να το δώσει στο μικρό μου αδελφάκι, γιατί φοράει ένα χιλιομπαλωμένο».
  Το πρωί ήλθε πράγματι, η αδελφή του. Όταν οι φύλακες της έδωσαν το παντελόνι και κάτι μάσησαν στα λόγια τους, εκείνη κατάλαβε. Άρχισε να ουρλιάζει, να κλαίει και παίρνοντας φόρα κτυπούσε το κεφάλι της στον τοίχο. Την απομάκρυναν πνιγμένη στα αίματα, την παρηγορούσαν οι άλλοι επισκέπτες και την έδωσαν να τη συνοδεύσουν άλλοι συγχωριανοί της.
  Πόσες στιγμές, σε ώρες αγρύπνιας το παντελόνι της Ούνρα γινόταν χιτώνας μαρτυρίου, εξαγνισμού, ανθρώπινης τελείωσης.  Ένας φίλος, που μοιραστήκαμε τις παλιές φυλακές, μου έκλεισε την ιστορία με το τέλος της: το παντελόνι το έκανε η μάνα του εκτελεσμένου κάδρο και το κρέμασε στην καλύτερη μεριά του σπιτιού.
  Τι απρόσμενη τύχη για την Ούνρα…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας