Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2018

Μνήμες από τη ζωή στο χωριό «Το χαντάκι»



Του Χάρη Αγγελή
Το χωράφι πέρα στις Χαλκιές κρατούσε νερό. Έπρεπε να ανοιχθεί χαντάκι, πριν ακόμα πιάσουν οι πολλές βροχές και πνίξουν το σιτάρι.
Πήρε ο πατέρας το λισγάρι και το φτυάρι και ξεκίνησε πρωί- πρωί για το χωράφι. Αργότερα θα πήγαινε κι η μάνα. Αφού τακτοποίησε τα ζωντανά, γελάδια, γουρούνια, κότες, γομάρια και παιδιά, ετοίμασε το κολατσιό για τον πατέρα. Ένα καρβέλι ψωμί, τέσσερα μεγάλα κρομμίδια,  αλάτι δεμένο σε μια άκρη στο μεσάλι και μια φέτα τυρί στο κλειδοπίνακο.  Νερό θα έπαιρνε στο γκιούμι, περνώντας από το αρτεσιανό, που βρίσκονταν στον Κάναλο και ήταν στον δρόμο της.
Τα μάζεψε όλα αυτά στον τρουβά, πήρε και το γκιούμι και ξεκίνησε.
Από κοντά κι εγώ.
«Μάνα θα έρθω κι εγώ», της είπα.
«Είναι μακριά παιδάκι μου, θα αποστάσεις».
«Δεν αποσταίνω, εδώ δεν έχω τι να κάνω, όλα τα μικρά παιδιά  πήγανε σχολείο.
«Καλά, αφού θες, άντε πάμε».
«Μάνα, δώσε μου το γκιούμι να το κουβαλήσω εγώ».
«Αχ! Βρε αντράκι μ’ βιάζεσαι να μεγαλώσεις, έλα πάρ’ το. Άδειο όπως είναι θα τα καταφέρεις να το κουβαλήσεις, μετά, όταν θα το γεμίσουμε θα το πάρω εγώ».
Μπροστά η μάνα, πάντα ξυπόλυτη, με τις φαρδιές πατούσες, διάλεγε το δρόμο να μην πατάει στις λάσπες, από πίσω εγώ θαυμάζοντας και παρατηρώντας τη μάνα, έκανα τα ίδια. Κάποια στιγμή φτάσαμε στο χωράφι.


Στο χωράφι ο πατέρας είχε σκάψει το μισό χαντάκι. Το λισγάρι μυτερό και κοφτερό χώνονταν στο λασπωμένο χώμα, το ΄κοβε  και στη συνέχεια απίθωνε τη λισγαριά ανάποδα στο καβαλάρι. Μετά, με το φτυάρι μάζευε τα ψιλοχώματα και τα απίθωνε και αυτά. Ενδιάμεσα έβαζε βάτους κομμένους για να πιάσουν και να φυτρώσουν την άνοιξη. Έτσι θα γίνονταν φράχτης απροσπέλαστος για τα ζώα και θα προστατεύονταν τα σπαρτά. Ύστερα έσκαβε άλλο όροφο πιο βαθύ, ώσπου έφτανε μέχρι τη μέση του.
Σκληρή δουλειά και κοπιαστική. Ήταν όμως απαραίτητη για την καλή σοδειά και την προστασία της. Μόνο σε ένα μικρό μέρος δεν έσκαβε καθόλου, γιατί έπρεπε να περνάει το αλέτρι και τα ζώα με το κάρο. Αυτή ήταν η αμαξκή, όπως τη λέγανε και φράζονταν με ξύλα από λισιές ή κομμένες τρικοκιές, για να εμποδίζεται η είσοδος των ξένων ανθρώπων και των άλλων ζώων.
«Καλώς το παλικάρι μας!» είπε ο πατέρας μόλις με είδε. «Ήρθε η ώρα να ξεκουραστούμε», είπε, απευθυνόμενός, τάχα σοβαρά στη μάνα.
«Έλα πιάσε το φτυάρι και βγάλε το χώμα».

Το φτυάρι όμως ήταν διπλάσιο από το μπόι μου κι όσο προσπαθούσα να το κουμαντάρω άλλο τόσο μπερδευόμουν κι έπεφτα στο χαντάκι.
Από την πολλή προσπάθεια, κουράστηκα τόσο πολύ, που μου άνοιξε η όρεξη. Όταν ήρθε η ώρα του φαγητού, τα κρεμμύδια, που στο σπίτι τα έτρωγα μόνο ψητά το χειμώνα, τώρα τα αλάτιζα λίγο και με το ψωμί στο στόμα μου φαινόταν πολύ νόστιμα. Μερικά καίγανε πάρα πολύ στη γλώσσα και δεν μπορούσα να πάρω ανάσα. Είχα όμως το κύπελλο με το νερό έτοιμο και έσβηνα την καούρα.
Κάπου - κάπου περνούσαν από εκεί και άλλοι χωριανοί, για τις διάφορες δουλειές στα χωράφια τους και αφού καλημερίζονταν με τους γονείς μου, πείραζε ο ένας τον άλλον.
«Τώρα εσείς έχετε μεγάλο παιδί και θα σχολάσετε γρήγορα», έλεγαν και συνέχιζαν «Άρε Χάρη, κοντζάμ άντρας έγινες!»



Πότε καταλάβαινα τα πειράγματα, πότε καμάρωνα κιόλας. Πάντως η μέρα περνούσε ευχάριστα!

2 σχόλια:

επικοινωνιστε μαζι μας