Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Το «ΓΛΩΣΣΑΡΙ» του Ευάγγελου και Κωνσταντίνου Στάθη



Σημαντικό εκδοτικό έργο θεωρείται για την περιοχή μας, αλλά και για ολόκληρη την Ελλάδα το βιβλίο (πόνημα), των συγχωριανών μας Ευάγγελου Στάθη και Κωνσταντίνου Στάθη (πατέρας και γιός - Φιλόλογοι), οι οποίοι ολοκλήρωσαν και κυκλοφόρησαν πρόσφατα το συγγραφικό τους έργο.
Πρόκειται για ένα λεξικό της σύγχρονης Τρικαλινής και Θεσσαλικής, διαλέκτου, με τίτλο «ΓΛΩΣΣΑΡΙ ΙΔΙΩΜΑΤΟΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΥΤΕΡΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΑΥΤΗΣ».
Ήταν μια χρονοβόρα, επίπονη και δύσκολη, εργασία, καθότι όπως λένε και οι ίδιοι οι συγγραφείς στην εισαγωγή τους, «δεν υπάρχει σήμερα ένα μεγάλο Ιστορικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής (συμπληρώνεται ακόμα από την Ακαδημία Αθηνών), ώστε να παρέχει μια επιλογή κάποιου έτοιμου και επιστημονικά έγκυρου υλικού.
Παρά τις μεγάλες όμως δυσκολίες που παρουσιάζει η εργασία αυτή, δε θα μπορούσε να αναβληθεί, γιατί αποτελεί ανάγκη κυρίως ενός κοινού που μίλησε και βίωσε τον λεξικό αυτόν πλούτο, τον λεξικολογικόν αυτόν θησαυρό της σύγχρονης τοπικής διαλέκτου. Αλλά και οι νεότεροι που ενδιαφέρονται να έχουν μια στοιχειώδη εξοικείωση με τις λέξεις αυτές, καθώς και η φιλομάθεια του μεγάλου μορφωμένου ελληνικού κοινού για την πληρέστερη σπουδή της νέας μας γλώσσας επιβάλλουν τη σύνταξη ενός τέτοιου λεξικού.
Η εργασία αυτή, συνεχίζουν οι Ευάγγελος και Κωνσταντίνος Στάθη, έγινε στις εξής βάσεις.
  Το λεκτικό υλικό, γλωσσολαογραφικό κυρίως, αποτελεί βιωματική εμπειρία από την επικοινωνία με τους κατοίκους του χωριού μου. Γι’ αυτό φροντίσαμε να το καταγράψουμε αυθεντικό, έτσι όπως το αντλήσαμε από τις ανεξάντλητες πηγές των παππούδων και γιαγιάδων, γέρων και γριών, όλων, μικρών και μεγάλων, η ζωή μέσα στη φύση από την άλλη, το δημοτικό τραγούδι, το παραμύθι, οι μύθοι, οι παροιμίες τροφοδότησαν τα παραδείγματα που παρατίθενται, επίσης η επαφή και η επικοινωνία με τις σπουδές μας πρώτα και με τη διδασκαλία αργότερα μας βοήθησαν στη γνωριμία με την ελληνική γλώσσα, τις διαλέκτους και τα ιδιώματα αυτής. Σκοπός μας ήταν η διάσωση αυτού του διαλεκτικού και ιδιωματικού υλικού που χάθηκε ή κινδυνεύει να χαθεί μέσα στη δίνη της ξενογλωσσίας, της γλώσσας της τηλεόρασης και του διαδικτύου. Οι νέοι και οι νεώτεροι άρχισαν να μην τις χρησιμοποιούν πια, φοβούμενοι μη χαρακτηριστούν χωριάτες, βλάχοι ή καραγκούνηδες. Γι’ αυτό αξίζει να καταγραφούν, έτσι, για να αποτελέσουν μια μικρή κιβωτό, μια μικρή τράπεζα αυτού του θησαυρού.
Αυτοί και πολλοί άλλοι λόγοι μας παρακίνησαν στην έκδοση τούτου του πονήματος».
Το καλαίσθητο βιβλίο σχεδιάστηκε από τις εκδόσεις: Δημήτρη Τσιγάρα, σε διαστάσεις 17Χ24 και περιλαμβάνει 304 σελίδες.
Η "εφημερίδα του Βαλτινού", μαζί με τα θερμά συγχαρητήρια προς τους συγγραφείς και τις ευχές για την καλοτάξιδη πορεία του βιβλίου, παρουσιάζουμε παρακάτω και ένα ελάχιστο δείγμα από την εργασία.

ασπρίλα η θηλ. ουσ. λευκότητα, ξάσπρισμα, ξεθώριασμα: ασπρίλα του χαλάζι καταή

ασπρόεια η θηλ. ουσ. η ασπρόγεια, η ασπρόγαια (άσπρη γη, άσπρο χώμα, σε αντίθεση με τη μαυρόεια)

ασπρουδιρός επίθ. η ασπρουδιρός η ασπρουδιρεά τ’ασπρουδιρό, ο ασπριδερός, που έχει χρώμα προς το άσπρο: για πρόσωπα αυτός που είναι όμορφος: ψηλός κι ασπρουδιρός, όχι καένας λιουκαμένους

ασπρουλιάρς επίθ. η ασπρουλιάρς η ασπρουλιάρα τ’ ασπρουλιάρκου, ο ασπριδερός

αστάρι του ουδ. ουσ. 1) το πρώτο χρώμα βαφής σε επιφάνεια 2) η φόδρα, το ύφασμα που ράβεται στο εσωτερικό μέρος των ενδυμάτων: ντιπ σβαρνιάρα είνι, φαίνιτι τ’αστάρι απ’τη φούστα τς

αστένεια η θηλ. ουσ. η ασθένεια, σε κατάρα: αστένЕα κακιά να σι μάσει – σε φράση είνι μνια αστένεια αυτός (όχι καλός χαρακτήρας)

αστουχάου και αστουχνάου ρ. μεταβ. και αμετάβ. αόρ. αστόχσα και αστόησα, αστοχάω, ξεχνάω, λησμονώ: τουν λέου τουν λέου κι ούλου αστουχάει – τουν αστόησι (λησμόνησε) η θχιός (θεός)

αστουχνιάρς επίθ. η αστουχνιάρς η αστουχνιάρα τ’αστουχνιάρκου, αυτός που αστοχάει, που ξεχνάει

αστράγγστους επίθ. η αστράγγστους η αστράγγστην τ’αστράγγστου, ο αστράγγιστος

αστραπόβουλους η αρσ. ουσ. και ’στραπόβουλους, το αστραπόβροντο, ο κεραυνός, το αστροπελέκι

αστρέχα θηλ. ουσ. το γείσωμα που δημιουργεί η κορυφή του τοίχου με το μέρος της στέγης που προεξέχει, το μέρος αυτό προστατεύει από τις σταλαματιές της βροχής: άπλουσα στην αστρέχα τα ρούχα μη βραχούν – οι κότις πήγαν στην αστρέχα να στριχιάσουν απ’ τη βρουχή

αστρίτς η αρσ. ουσ. 1) είδος φιδιού με μάτι γυαλιστερό και οξύτατη όραση 2) μεταφ. για άνθρωπο πολύ έξυπνο, πολύ εύστροφο: αστρίτς, δεν τουν γλεπς πώς αστράφτει του μάτι τ’ κι πώς κοιτάει ;

αστριχιάζου ρ. αόρ. αστρέχιασα, στέκομαι ή κάθομαι κάτω από την αστρέχα για να μη βραχώ

ασυλλόιαστους επίθ. η ασυλλόιαστους η ασυλλόιαστην τ’ασυλλόιαστου, αυτός που δεν έχει καμιά «συλλουή» (συλλογή = σκέψη), που δεν τον νιάζει, δεν ενδιαφέρεται για τίποτε: έχει κουρίτσια για παντρειά κι αυτήν κάθιτι ασυλλόιαστην,δεν κοιτάει να φκιάσει τα προικιά τς

ατάιαστους επίθ. η ατάιαστους η ατάιαστην τ’ατάιαστου, ο ατάιστος, ο νηστικός

ατζιάκ και ατζιάκ μπαμπατζιάκ επίρρ. ακριβώς, διάνα

ατόφχιους επίθ. η ατόφχιους η ατόφχια τ’ ατόφχιου, ολόκληρος, γνήσιος, ολόιδιος: ένα ατόφχιου καρβέλι – ατόφχιου χρυσάφι – ατόφχιους η παππούς τ’ είνι (ολόιδιος) η αγγουνός τ’

ατσάκστους επίθ. η ατσάκστους η ατσάκστην τ’ατσάκστου 1) ο ατσάκιστος, ο ατσαλάκωτος 2) μεταφ. αυτός που δε δουλεύει, ο τεμπέλης: ντιπ δλειά δεν κάνει, στέκιτι ούλη μέρα ατσάκστους 3) άνθρωπος που δεν επηρεάζεται από τις δυστυχίες ή τα γηρατιά: παρά τα ιβδουμήντα χρόνια τ’ κι παρά τς δυστυχίις απ’ απέρασι, τουν γλεπς ατσάκστουν πάλι

ατσιατσιάλτστους επίθ. η ατσιατσιάλτστους η ατσιατσιάλτστην τ’ ατσιατσιάλτσου, αυτός που δεν έχει τσατσαλιστεί, ζουμμπηχτεί, συνθλιβεί: έχου λίγα ακόμα σταφύλια ατσιατσιάλτστα – μεταφ. στη φρ. ατσιατσιάλτστου μνυαλό (που δεν έχει βασανιστεί λίγο για να σκεφτεί σωστά)

λουβίδι του ουδ. ουσ. στη φράση ένα λουβίδι σκόρδου (ένα ποδαράκι, μια σκελίδα)

λουβουδγιά η θηλ. ουσ. είδος λαχανικού που χρησιμοποιείται στη λαχανόπιτα

λούγκα η θηλ. ουσ. αδένας, συνήθως με απόστημα, που εμφανίζεται στην παιδική ηλικία στη μασχάλη κυρίως ή στο εσωτερικό μέρος των ποδιών, εκεί όπου αυτά ενώνονται με τη λεκάνη, στα σκέλη, δημιουργώντας οξύ πόνο, παλιά, για να φύγει, την εξόρκιζαν με το ξόρκι: λούγκα, δρούγκα πάει στην πόλη, δρούγκα γύρσι, λούγκα έκατσι στην πόλη (τό’λεγαν τρεις φορές και «περνούσε»!)

λουγκατζάργια τα ουδ. ουσ. ομάδα 10-15 νέων μεταμφιεσμένων με παλιόρουχα και με αρμαθιές κουδούνια ζωσμένα στη μέση, γύριζαν στο χωριό από σπίτι σε σπίτι των Φώτων και τα Γιαννιού για να διώξουν τους καλλικάτζαρους. Στην ομάδα αυτή γίνονταν και πρόχειρα δρώμενα, με απαραίτητους τους ρόλους νύφης και γαμπρού

λουεάζου ρ. μεταβ. και αμετάβ. παρατ. λόεαζα αόρ. λόεασα 1) σκέφτομαι, σχεδιάζω: λουεάζου να πάου στου παζάρι ταχειά Διφτέρα 2) λογαριάζω, υπολογίζω λόεαζάμαν να τα βγάλουμι πέρα στου γάμου, αλλά τα έξουδα ήταν πλειότιρα 3) βλέπω, θεωρώ: πέρασι απού μπρουστά μ’, αλλά ντιπ δεν τουν λόεασα

λουεός η επίθ. λουεός λουεά λουεό, συνήθως το χρησιμοποιούμε με την ερωτηματική αντωνυμία τι ως τι λουεός (βλ. λέξη) στη φράση λουεών λουεών κόσμους (λογής λογής)

λουζιάζου ρ. αόρ. λόζιασα (για γουρούνι), μένω στο λόζιου μου (βλ. λ.)

λουήν του λουήν φρ. για να δείξουμε μεγάλη ποικιλία: στου παζάρι στα Τρίκαλα τη Δευτέρα βρισκς κι γλεπς πράγματα λουήν του λουήν

λουιόμι ρ. παρατ. λουιόμαν αόρ. λουίσκα, λογιούμαι, συλλογίζομαι, σκέφτομαι: κάθουμαν κι γω κι λουιόμαν τι κι πώς να κάνω – έτσι μ’είπι κι γω η χαζεά δε λουίσκα ότι μι κουρόιδιψι (κορόιδεψε)

παταμσιά η θηλ. ουσ. πληθ. οι παταμσιές, η πατημασιά, το ίχνος ποδιού ανθρώπου ή ζώου

παταρεά η θηλ. ουσ. και αρσ. η πάταρους, δυνατό και ηχηρό χτύπημα με την παλάμη στο πρόσωπο ή στο κεφάλι: τουν αστράφτει κανα δγυό παταρές στς μπούκις τ’ που τά ειδι ούλα πράσινα γαλάζια

παταρνάου ρ. μεταβ. και αμετ. αόρ. πατάρσα, παταρνιώμι παταρήσκα παταρσμένους, λαχταράω, τρομάζω, ξαφνιάζομαι: τι μπουμπούνημα ήταν αυτό τώραεά, πατάρσα ’π’ του φόβου μ’ – α, ρε παταρσμένι, κάνι παρέκεια, που νευριάσκις ένα ένα (εκνευρίστηκες, ερεθίστηκες)

πάτα τράβα επιρρημ. φράση από τα ρ. πατώ και τραβώ, η διαδικασία κατά την οποία παίρνουμε το μούστο απ’ευθείας από το πάτημα των σταφυλιών και τον ρίχνουμε στο βαρέλι για να γίνει κρασί

πατήθρα η θηλ. ουσ. εξάρτημα του αργαλειού το οποίο πατάει η υφάντρα και αλλάζει στα στημόνια τη σαΐτα

πατιρίτσα η θηλ. ουσ. πληθ. οι πατιρίτσις, η πατερίτσα 1) το δεσποτικό ραβδί 2) το δεκανίκι στο οποίο στηρίζεται ο ανάπηρος από τα πόδια του 3) καθένα από τα δυο ξύλινα δοκάρια που στο κάτω μέρος έχουν πατήθρα, πάνω στην οποία ισορροπεί κάποιος και περπατάει, με τις δυο αυτές πατιρίτσες περπατούσαν τα μικρά παιδιά παίζοντας ως ξυλοπόδαρα

πάτιρου του ουδ. ουσ. το πάτερο, ξύλο πατώματος, νταβανιού ή στέγης 2) μεταφ. στη φράση κολοκύθχια στου πάτιρου (ειρων. για λόγια και πράξεις χωρίς σημασία)

πατλεά η θηλ. ουσ. η πατουλιά, συστάδα από αγκαθωτούς θάμνους (βάτα, παλιούρια κ.λ.π.), πατλεά λέγονταν και ο φράχτης που φτιάχνονταν από τέτοιους θάμνους στους κήπους και στα οικόπεδα των σπιτιών

πατμασιά η θηλ. ουσ. βλ. λ. παταμσιά

πατόκουρφα επίρρ. από τα νύχια ως την κορφή: γίνκι μούσκιμα πατόκουρφα – χέσκι (χέστηκε) πατόκουρφα (για κάποιον που τα έκανε επάνω του ή φοβήθηκε πολύ)

πατούλι του ουδ. ουσ. πληθ. τα πατούλια βλ.λ. πατλεά

χαϊάτι του ουδ. ουσ. το χαγιάτι, υπόστεγο, ανοιχτό στέγαστρο εξωτερικού παραδοσιακού σπιτιού (κυρίως δίπατου): μαζεύκαν στου χαϊάτι οι κότις να στριχιάσουν απ’ τη βρουχή – άπλουσα στου χαϊάτι τα ρούχα μη βραχούν

χαϊβάνι του ουδ. ουσ. 1) το ζώο (το ήμερο και άκακο κυρίως): αχ, του χαϊβάνι μ’, πώς βιλάζει κι κλουτσάει τα πουδαράκια τ’ (για το αρνάκι που το σφάζουν το Πάσχα) – ξέζιψ’ τα λίγου τα χαϊβάνια να ξεαπουστάσουν (για καματερά που απόσταιναν στο ζυγό) 2) ο κουτός, ο αφελής: ήταν απού ήταν αυτήν, πήρι κι αυτό του χαϊβάνι τουν άντρα τς κι άντι να κάνουν χουργιό 3) για μικρό και αθώο παιδί: τι του μαλώντς του καημένου που έσπασι του πχЅάτου, τι ξέρει του χαϊβάνι – έλα δω, χαϊβάνι μ’ ισύ, έλα δω, αρνάκι μ’

χαϊρι του ουδ. ουσ. ευεργεσία, πρόοδος, προκοπή: του γλέπου ντιπ μαραμένου του δέντρου που φύτιψα, δεν πιστεύου να κάνει χαϊρι (θα ξεραθεί) – α, π’ θα ιδείς χαΐρι απ’ τεαυτόν τουν ανηπρόκουπουν

χαϊρλίτικους επίθ. η χαϊρλίτικους η χαϊρλίτικην του χαϊρλίτικου, αυτός που κάνει χαΐρι, ο προκομένος: αγόρασις πρόβατα; άντι χαϊρλίτικα να είνι, να σι ζήσουν

χαίρουμι (χαίρισι χαίριτι χαίρουμέστι χαίρισέστι χαίρουντι) ρ. αόρ. χάρκα στις φράσ. πώς τα χάρκαταν ιψέ μι τα συβάσματα απού’χαταν σπίτι; – ήρθαν τα ’γγόνια μας ιχτέ κι τα χάρκαμαν λιγάκι – να τα χαίρισέστι τα νέα (τους νιόπαντρους) – πήραμαν ένα πιγνίδι για του κούτσικου, δεν του χάρκι ντιπ, τό ’σπασι γλήγουρα

χάκι του ουδ. ουσ. ικανοποίηση που παίρνω για κάτι, για το οποίο αδικήθηκα, παίρνω εκδίκηση: καλά έπαθι κι τιμουρήθκι, του πήρα του χάκι μ’ – δεν τουν παιρς εύκολα του χάκι αυτόν (για άνθρωπο που δε δίνει δικαίωμα ούτε μπορείς να τον εκδικηθείς για κάτι)

χαλαλίζου ρ. μεταβ. αόρ. χαλάλτσα, κάνω κάτι χαλάλι, θεωρώ ότι κάτι καλώς έγινε, άξιζε να γίνει έτσι, συγχωρώ: τα κλιψιμαίικα δεν τα χαλαλίζει η θεος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας