Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

Ο Παππούς

Του Ευαγγέλου Στάθη φιλολόγου

Άλλο σεβαστό και σεβάσμιο πρόσωπο της οικογένειας και πολύ αγαπητό. Ο παππούς παλιά στο χωριό είχε μια σοβαρότητα πάνω του, μια πείρα και μια θυμοσοφία, μια σύνεση και φρόνηση, αλλά και μια καλοσύνη, πραότητα και αγαθότητα. Τύχαινε καμιά φορά να είναι και λίγο αυστηρός και λίγο «ζαβός», αλλά το κανε αυτό για το καλό, το καλό των παιδιών, των εγγονιών και όλου του σπιτιού γενικότερα.
Μέσα στην οικογένεια είχε την πρώτη θέση. Όλοι τον υπολόγιζαν και τον εκτιμούσαν. Τα παιδιά τον σέβονταν, κι ας τον φοβόνταν και λιγάκι, οι νύφες πειθαρχούσαν και υπάκουαν σ’ όλα τα προστάγματά του. Όλο «όρ’σε» και «όρ’σε» ήταν. Κι ο παππούς όριζε ό,τι ήθελε και του γίνονταν αμέσως. Όλους τους ορμήνευε, τους συμβούλευε, τους «έδειχνε το ίσιο».


Τα εγγόνια δεν τον αγαπούσαν απλώς, τον λάτρευαν, γιατί δεν τους χαλούσε κανένα χατήρι. Δεν υπήρχε αγγόνι που είχε παππού και να μην έκατσε στα γόνατά του, που να μην το γκιζερούσε ο παππούς, παίρνοντάς το «τζιτζίνα» ή «στ’ αυτιά του». Στα αγόρια αγγόνια έφτιαχνε φούρκα για το λάστιχο, καλάθι για τα κάλαντα. Στους μαθητές, αγόρια και κορίτσια, έφερνε από τα Τρίκαλα πλάκα και πλακοκόντυλο, τετράδια και αναγνωστικά. Τους έφερνε από το μαγαζί καραμέλες, χαλβά, θρεψίνη και άλλα ζαχαρέματα. Τους έλεγε μύθια, παραμύθια, ιστορίες. Για να δοκιμάσει «πόσα ξέρουν» τους έβαζε προβλήματα και αινίγματα.


Στη μάζωξη και στα καφενεία είχαν πάλι την τιμητική τους θέση οι παππούδες. Όταν μιλούσαν, όλοι τους κοιτούσαν στα μάτια κι όλο κουνούσαν συγκαταβατικά το κεφάλι τους γι αυτά που έλεγαν. Ορισμένοι μάλιστα παππούδες αφηγούνταν, εξιστορούσαν και περιέγραφαν τα πράγματα παραστατικά, ζωντανά, γραφικά και όσοι τους άκουγαν, κρέμονταν κυριολεκτικά από τα χείλια τους. Στην εκκλησία είχαν μια προτεραιότητα στα στασίδια. Στις διάφορες εκδηλώσεις ήταν στην πρώτη θέση.


Λογής λογής ήταν τότε οι παππούδες. Με σκούτινο σακάκι, με σκούτινο παντελόνι κιλότα, με κοντό (πουκάμισο χωρίς γιακά), με γιλέκο, και με τραγιάσκα με ματσούκι ή μπαστούνι στο χέρι, με κομπολόι.

Παππούδες με μακριά γένια ως τα μισά κουμπιά του πουκαμίσου τους, με κοντότερα γένια ή και ξυρισμένοι, με μουστάκια στριφτά ή και αμούστακοι. Όλοι όμως ξερακιανοί, κατάμαυροι από τον ήλιο, με αυλακιές στο μέτωπο και ρόζους στα χέρια. Κουτσουνάτοι όμως και ψυχωμένοι, γελαστοί και χαρούμενοι, έτοιμοι να αρχίσουν χωρατά και μαραπάδες, αλλά και συμβουλές και ορμήνιες και σοφίες. 


Από μας τους παλαιοτέρους ποιος μπορεί να ξεχάσει τον παππού τον Σκρέκα, τον παππού τον Τάσιο, τον παππού τον Γενάτο, τον παππού τον Μπαρούτα. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τον παππού τον Φίλιππα, τον Γάκη, τον Νικολάκη (Στάθη), τον Γούσια. Κι άλλοι παππούδες που θεωρούνταν κάπως «σοφοί»: ο παππούς ο Μήτρος, ο Σαϊάς, ο Αναγνωστάκος, ο Κώστας Σταμούλης, ο Μήτσιος Καραμήτσιος, ο Νικόλας Καραθανάσης, ο Κολοβελώνης, ο Ψύχος, ο παπά- Χήρας, ο Γιώργος Σταυρέκας και άλλοι.


Οι σημερινοί παππούδες είναι όλοι ίδιοι. Ντύνονται με τον ίδιο τρόπο, δεν κρατάν κομπολόι ούτε ματσούκι, τ’ αγγόνια τους δεν τα «γκιζεράν στ’ αυτιά», αλλά τους κάνουν βόλτα με το μηχανάκι ή με την κούρσα.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας