Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

Αφιέρωμα στον μεγάλο Τρικαλινό στιχουργό Γιώργο Σαμολαδά

ΜΕΛΕΤΗ: Λίλια Τσούβα, φιλόλογος


Αποτελούσε ίσως αναγκαιότητα των τελευταίων ετών ένα αφιέρωμα στο μεγάλο τρικαλινό στιχουργό Γιώργο Σαμολαδά, ψηφίδα μεγάλη και ξεχωριστή στο μωσαϊκό των Τρικαλινών δημιουργών που λάμπρυναν την πόλη και σφράγισαν τη ζωή της χώρας. Ο Γιώργος Σαμολαδάς κατατάσσεται επάξια ανάμεσα στους μεγάλους τρικαλινούς, όπως είναι ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Απόστολος Καλδάρας και ο Κώστας Βίρβος, χωρίς να ξεχνάμε βέβαια τους λιγότερο ίσως γνωστούς Μήτσο Παπασίκα και Χρήστο Κολοκοτρώνη. Όλοι τους, καλλιτέχνες σπουδαίοι, σφράγισαν με τις δημιουργίες τους την ελληνική μουσική και δόξασαν τα Τρίκαλα, ώστε να χαρακτηρίζονται δικαιολογημένα «η νερομάνα του λαϊκού μας πολιτισμού».


Ο Γάλλος συγγραφέας Φρανσουά Σατομπριάν, θέλοντας να τονίσει την αξία της μνήμης, είχε πει πως «πεθαίνουμε, όταν πεθαίνει και ο τελευταίος μάρτυρας». Επομένως, ορίζουμε τη ζωή και την ύπαρξή μας, ορίζουμε την ιστορία μας, επειδή θυμόμαστε. Και όλος ο πολιτισμός μας δεν είναι παρά η διαχείριση της μνήμης μας, της παράδοσής μας. «Λαός» εξάλλου, «που αποκόβεται από την παράδοσή του είναι σαν τον άνθρωπο που έχει χάσει τη μνήμη του», είχε πει ο Φώτης Κόντογλου.


Αναμφίβολα στις μνήμες της πόλης μας ανήκει και ο στιχουργός Γιώργος Σαμολαδάς. Γεννήθηκε στις 22 Ιουλίου του 1922, στα Τρίκαλα, σε μια εποχή πολύ σημαδιακή για τον Ελληνισμό.

Η χρονιά αυτή σηματοδοτεί μια ανεπανόρθωτη και επώδυνη καταστροφή για τη χώρα μας. Ανοίγει όμως και νέους ορίζοντες πολιτισμού, γιατί οι Έλληνες πρόσφυγες που καταφθάνουν από τη Μικρά Ασία φέρνουν το δικό τους προσωπικό αέρα στη μουσική μας κουλτούρα.



Τα πρώτα βήματα της ζωής του
Ο Γιώργος Σαμολαδάς λοιπόν γεννιέται στα δύσκολα εκείνα χρόνια και μεγαλώνει στη Μπάρα, στη συνοικία Άγιος Αθανάσιος. Εκεί τελειώνει και το δημοτικό. Παίζει στις αλάνες της Μπάρας, όπως όλα τα παιδιά, και συναναστρέφεται με τους συνομηλίκους του με τους οποίους αποκτά δυνατή φιλία. Ο πατέρας του ήταν ο Δημήτριος Σαμολαδάς που διατηρούσε καροποιείο στην οδό Λαρίσης. Είχε παντρευτεί την Ολυμπία Λάπα που καταγόταν από το Βόλο και απέκτησαν τέσσερα παιδιά. Δύο κορίτσια, τη Σούλα και την Άλκηστη, και δύο αγόρια, το Θανάση και το Γιώργο.


Ένα πραγματικό χωνευτήρι πολιτισμών ήταν τα Τρίκαλα τις πρώτες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα, με Βλάχους, Καραγκούνηδες, Εβραίους, Οθωμανούς και -από το 1922 και μετά- με Μικρασιάτες πρόσφυγες. Όπως είναι φυσικό, πλούσια ήταν και τα μουσικά ακούσματα των Τρικαλινών. Ο τοπικός τύπος, από την άλλη, βοηθούσε στην προβολή του λαϊκού τραγουδιού, δημοσιεύοντας μάλιστα και στίχους. Τον Ιούλιο του 1936, στο καφενείο του σταθμού, ονόματι «Θεσσαλικόν», κάνει την εμφάνισή του ο Βασίλης Τσιτσάνης με τον Δημήτρη Περδικόπουλο. 


Την ίδια πάλι ώρα, ο μαθητής γυμνασίου Γιώργος Σαμολαδάς μαζί με το συνομήλικο φίλο του Απόστολο Καλδάρα ακούνε μαγεμένοι τον πλανόδιο παγωτατζή Μήτσο Παπασίκα να τραγουδάει ρεμπέτικα. Βέβαια, η κυκλοφορία στους δρόμους της πόλης απαγορευόταν για τους μαθητές μετά τις 8 το βράδυ. Την απαγόρευση όμως της κυκλοφορίας ανήγγειλε με τη σάλπιγγά του ο μαθητής Χρήστος Κολοκοτρώνης, δημιουργός αργότερα αριστουργηματικών τραγουδιών. Την ίδια εποχή, ο ελάχιστα χρόνια μικρότερος Κώστας Βίρβος ακούει δημοτικά και μικρασιάτικα, τραγουδάει Μάρκο Βαμβακάρη και διαβάζει Καρυωτάκη. Όλος αυτός ο πλούτος των ακουσμάτων είναι φυσικό να επηρεάζει το νεαρό Γιώργο Σαμολαδά και να αποτυπώνεται στην ψυχή του.


Ο πατέρας του, όμως, εκτός από καροποιός, ήταν και θαυμάσιος αθλητής ρίψεων και αλμάτων κατά την περίοδο 1908-1925, και μάλιστα πρωταθλητής Θεσσαλίας. Φαίνεται πως από αυτόν πήρε την κλίση προς τον αθλητισμό ο γιός του. ‘Έτσι, μαθητής ακόμη, αρχίζει να ασχολείται με το στίβο. Τον κέρδισε το ακόντιο στο οποίο επιδόθηκε με ζήλο πολύ, τόσο που πρώτευσε στο πανελλήνιο πρωτάθλημα εφήβων, το 1940, μια άλλη δύσκολη χρονιά, αφού η χώρα μας μπαίνει για μια ακόμη φορά στη δίνη του πολέμου. Παρά τις δυσκολίες των καιρών όμως, ο νεαρός Σαμολαδάς παίρνει το ένα μετά το άλλο τα μετάλλια, τα διπλώματα και τις πρωτιές στους αγώνες, σε διάφορους νομούς της Ελλάδας, όπου συμμετέχει. 


Όταν, λοιπόν, ήρθε η στιγμή να δώσει εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο, διάλεξε, όπως ήταν αναμενόμενο, τη γυμναστική ακαδημία και πέτυχε στη σχολή της Αθήνας, στην οποία και φοίτησε ως το 1947, όταν πήρε και το πτυχίο του.
Δυστυχώς, η γενιά του Σαμολαδά επωμίστηκε ένα πολύ βαρύ φορτίο της ιστορίας στους ώμους της. Μεγάλωσε με τον απόηχο της μικρασιατικής καταστροφής, του πιο επώδυνου γεγονότος στη νεώτερη ιστορία μας, έζησε τα νεανικά της χρόνια μέσα στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και γεύτηκε το πικρό ποτήρι ενός εμφυλίου. Ο Σαμολαδάς γεννήθηκε το 1922, είναι μαθητής το 1940 και αποφοιτά από το πανεπιστήμιο το 1947, μέσα στον εμφύλιο…
Στη δίνη του πολέμου, ο νεαρός Σαμολαδάς υπηρέτησε στο στρατό ως έφεδρος ανθυπολοχαγός. Τραυματίστηκε όμως από όλμο στην κοιλιά και απολύθηκε ως ανάπηρος πολέμου.


Όταν τελείωσε ο εμφύλιος, συγκεκριμένα το έτος 1950, τον βρίσκουμε να δίνει εξετάσεις και να φεύγει με υποτροφία του Ιδρύματος κρατικών υποτροφιών στη Σουηδία. Εκεί έμεινε δύο χρόνια. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Στοκχόλμη και επέστρεψε στην Ελλάδα με το δίπλωμα των μεταπτυχιακών σπουδών. Στη Σουηδία, οι καθηγητές και οι συμφοιτητές του τον θαύμαζαν, γιατί παρά το τραύμα του από τον πόλεμο, συνέχιζε να κάνει αθλητισμό. Ανοιχτός και καλόκαρδος, όπως ήταν, στην μακρινή αυτή χώρα έγινε πολύ αγαπητός. Απέκτησε πολλούς και καλούς φίλους, μερικοί από τους οποίους τον επισκέπτονταν στην Ελλάδα μέχρι τα γεράματα.


Μετά τις μεταπτυχιακές σπουδές, διορίστηκε καθηγητής φυσικής αγωγής στο πρώτο Γυμνάσιο Αρρένων Τρικάλων. Εκεί εργάστηκε με ζήλο και αγάπη για τον αθλητισμό. Πιστεύοντας στο κλασικό αθλητικό ιδεώδες, εκτός της γυμναστικής, την οποία δίδασκε, ασχολήθηκε και με την προπόνηση αθλητών στο στίβο. Ανέδειξε αθλητές σημαντικούς, μεταξύ των οποίων και τον παγκόσμιο πρωταθλητή Χρήστο Παπανικολάου. Στη συνέχεια, διορίστηκε καθηγητής στη Γυμναστική Ακαδημία Αθηνών. Μετά από 10 χρόνια πανεπιστημιακής καριέρας, έγινε γενικός επιθεωρητής σωματικής αγωγής και με την ιδιότητα αυτή συνταξιοδοτήθηκε. Όλη αυτή η γνώση και η πείρα του στον αθλητισμό τον οδήγησε να γράψει δύο βιβλία. Το πρώτο αφορά την εξέλιξη της γυμναστικής και το δεύτερο το στίβο, τον οποίο και λάτρεψε.


Οι αξίες του «ευ αγωνίζεσθαι» είναι σίγουρο πως σφυρηλάτησαν τη ζωή του Γιώργου Σαμολαδά σε μια εποχή που ο αθλητισμός ήταν ιδεώδες. Σηματοδοτούσε τον «άριστο» άνθρωπο, την ολοκληρωμένη προσωπικότητα, τον ανιδιοτελή χαρακτήρα. Δεν είχε αλωθεί από την εμπορευματοποίηση. Διατηρούσε ακόμη το πνεύμα της ευγενούς άμιλλας, που οδηγεί σε μια κοινωνία συνεργασίας και διαλόγου και συμβάλλει στην ειρηνική συνύπαρξη ατόμων και λαών, όπως ακριβώς και στην αρχαία Ελλάδα, στην οποία γεννήθηκε το πνεύμα του ολυμπισμού.



Και θεατρικός συγγραφέας
Ο Γιώργος Σαμολαδάς, φύση ανήσυχη, από τα γυμνασιακά του χρόνια, παράλληλα με τον αθλητισμό, συμμετέχει σε χορωδίες και σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Διαβάζει ποίηση, διαβάζει εξωσχολικά βιβλία και περιοδικά της εποχής. Θαυμάζει τον ποιητή Γιώργο Σουρή, ο οποίος αν και έχει φύγει από τη ζωή το 1919, παραμένει πολύ αγαπημένος ποιητής της Ελλάδας. Ο Σουρής εξέδιδε το «Ρωμιό», μια εβδομαδιαία έμμετρη σατιρική εφημερίδα την οποία διάβαζε τότε όλη η Ελλάδα! Διαβάζει επίσης τον Αλέξανδρο Σούτσο, πεζογράφο αλλά και σατιρικό ποιητή, ο οποίος με την αιχμηρή του πένα δεν άφησε αλώβητο ούτε τον Καποδίστρια, τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας, τον αδελφό του τον Αυγουστίνο, και αργότερα … ούτε και το βασιλιά Όθωνα!


Ο Σούτσος όμως έγραφε και θέατρο. Είναι τυχαίο, λοιπόν, που και ο Σαμολαδάς έγραψε θέατρο; Τρία θεατρικά έργα εμπνεύστηκε στη διάρκεια της ζωής του. Το ένα από αυτά που μου παραχώρησε η οικογένεια Σαμολαδά -γιατί είναι δακτυλογραφημένο και γι’ αυτό ευανάγνωστο- έχει τον τίτλο «Ο μπάσταρδος» και είναι εμπνευσμένο από τις συνέπειες του εμφυλίου πολέμου. Διέπεται από τον πόθο της συμφιλίωσης των ανθρώπων. Παρουσιάζει μια έντονη λαϊκότητα, έναν ελκυστικό ρομαντισμό που ο εξορθολογισμένος και αφυδατωμένος συναισθηματικά άνθρωπος του καιρού μας ίσως τον θεωρήσει αφελή. Όμως το έργο σε μαγεύει με την απλότητα και με τη δίψα της ανάγκης για συναδέλφωση που εκπέμπει, αποτέλεσμα των ταραγμένων χρόνων που βίωσε.


Επίσης, με τόση αγάπη που έτρεφε για τη λογοτεχνία και τα βιβλία, δεν είναι τυχαίο που ο μικρός Γιώργος Σαμολαδάς ως μαθητής έγραφε πολύ καλές εκθέσεις στο σχολείο. Όμως, όπως μου αφηγήθηκε η κ. Σαμολαδά, δεν αγόραζε ποτέ τετράδιο και ο δάσκαλος τον μάλωνε κάθε φορά, γιατί πήγαινε την έκθεσή του σε ένα φύλλο χαρτιού. Βέβαια πού να βρεθούν χρήματα να αγοράσει τετράδιο! Ο δάσκαλος όμως, παρότι τον μάλωνε, πάντα κρατούσε τις εκθέσεις του, γιατί τις έβρισκε υπέροχες.


Ο Σαμολαδάς αρχίζει να γράφει στίχους περίπου το 1947, μέσα δηλαδή στον εμφύλιο. Το πρώτο του τραγούδι είχε τον τίτλο, όπως ίσως ήταν αναμενόμενο, «Ο πόλεμος». Δεν τραγουδήθηκε πολύ και δεν έγινε ευρέως γνωστό. Το γνώριζαν μερικοί φίλοι του, αλλά και ο διοικητής της μονάδας στην οποία υπηρετούσε στην περίοδο του εμφυλίου. ‘Ένα άλλο τραγούδι του ήταν «Η κατασκήνωση», ένα παιδικό κατασκηνωτικό τραγούδι που πολλοί κατασκηνωτές του ΠΙΚΠΑ Τρικάλων θυμούνταν έως πρόσφατα. 


Στην κατασκήνωση του ΠΙΚΠΑ, στην Ελάτη, στην οποία αρχηγός ήταν ο Σαμολαδάς περίπου το 1946, ήταν κατασκηνωτής και ο 12χρονος τότε Δημήτρης Μητροπάνος, ένας άλλος μεγάλος τρικαλινός. Εκεί τον άκουσε τυχαία να τραγουδά ο Απόστολος Καλδάρας. «Έχεις ωραία φωνή», του είπε, «όμως είσαι μικρός και πρέπει να τη δουλέψεις». Αλλά δεν ήταν στα σχέδιά του Μητροπάνου τότε το τραγούδι. Την καριέρα του την άρχισε λίγα χρόνια αργότερα, με το Γιώργο Ζαμπέτα. Μερικά ακόμη τραγούδια του Σαμολαδά της εποχής αυτής δεν είδαν το φως της δημοσιότητας και χάθηκαν.


Η επιτυχία του ήρθε μετά το 1950. Έστειλε με ταχυδρομική επιστολή κάποιους στίχους του στον Απόστολο Καλδάρα, στην Αθήνα, ο οποίος διέκρινε μια σπίθα ποιητική στο γράψιμο του παιδικού του φίλου και τον παρακίνησε να συνεχίσει. Μετά από λίγο καιρό, οι δυο τους συναντήθηκαν στην Αθήνα. Τότε ο Καλδάρας διάλεξε ανάμεσα στα 15 τραγούδια που του έφερε ο φίλος του το «Αν είναι η μοίρα μου σακατεμένη», το οποίο είναι και η πρώτη του μεγάλη επιτυχία. Συνέθεσε ωστόσο πάνω από 3000 τραγούδια. Τα 50 περίπου έγιναν μεγάλες επιτυχίες. Τα έχουμε χιλιοτραγουδήσει και τα τραγουδάμε ακόμη. Συνόδευσαν τις αγωνίες και τους πόθους μας, τους έρωτες και τους προβληματισμούς μας.


Ο στιχουργός μας, αυτοδίδακτος και αυθεντικός, λαϊκός, έρχεται να δυναμώσει την παράδοσή μας με πλήθος τραγουδιών τα οποία μελοποιεί ο μεγάλος συνθέτης και φίλος του Απόστολος Καλδάρας. Όλα τα τραγούδια του Σαμολαδά είναι βιωματικά. Είναι εμπνευσμένα από στιγμές της ζωής, από καταστάσεις που βίωσε. Τους στίχους τούς σημείωνε στο πακέτο των τσιγάρων του.
Το τραγούδι «Αν είναι η μοίρα μου σακατεμένη» βασίζεται στο παρακάτω περιστατικό:
Στο Α’ Αρρένων Τρικάλων όπου υπηρετούσε ως καθηγητής, υπήρχε ένας επιστάτης, ονόματι Λαλάς, με μια ελαφρά αναπηρία στο πόδι. Μια μέρα, όταν έφτασε το πρωί στο σχολείο ο Σαμολαδάς, καλημέρισε τον επιστάτη, όπως κάθε μέρα, και τον ρώτησε «πώς πάει». Εκείνος του απάντησε «πώς να πάει… μοίρα σακατεμένη…». Τότε ο Σαμολαδάς έγραψε στο πακέτο των τσιγάρων του τους στίχους «κι αν είναι η μοίρα μου σακατεμένη, δεν φταίει ο κόσμος ούτε και συ». Τα λόγια του Σαμολαδά μπήκαν μέσω της μουσικής του Καλδάρα στο στόμα του Καζαντζίδη και σε λίγο στην καρδιά του λαού. Το τραγούδι γνώρισε μεγάλη επιτυχία.


Ο Σαμολαδάς από τότε έγινε ευρύτερα γνωστός. Είναι η εποχή που συνεργάστηκε με σπουδαίους τραγουδιστές, όπως με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και το Στέλιο Καζαντζίδη, ο οποίος τραγούδησε με τη Μαρινέλλα το πολύ γνωστό «Ό, τι αγαπάωεγώ, πεθαίνει». Τραγούδια του τραγούδησαν επίσης ο Πάνος Γαβαλάς με τη Ρία Κούρτη (το «Περιφρόνα με γλυκιά μου»), η Βίκυ Μοσχολιού (το «Ένα αστέρι πέφτειπέφτει»), ο Μανώλης Αγγελόπουλος, η Γιώτα Λύδια, ο Στράτος Διονυσίου, η Χαρούλα Λαμπράκη, ο Μιχάλης Μενιδιάτης με τη Φούλη Δημητρίου και η Χάρις Αλεξίου.
Όλα τα τραγούδια βασίζονται σε αληθινά περιστατικά. Το ίδιο και το τραγούδι «Άσε πρώτα να ξεχάσω»

Ανύπαντρος ο Σαμολαδάς, κάποιο καλοκαίρι, πήγε για παραθέριση στη Χαλκιδική με το φίλο του Γιώργο Πατσιά και τη γυναίκα του. Ο Πατσιάς την περίοδο εκείνη ζούσε στη Γερμανία και ήρθε στην Ελλάδα φέρνοντας μαζί του ένα ζευγάρι Γερμανών. Στο Σαμολαδά όμως άρεσε, από την πρώτη στιγμή, η κόρη του ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου στο οποίο έμεναν όλοι μαζί. Όταν, λοιπόν, έφυγε το ζευγάρι των Γερμανών για την πατρίδα του, ο Σαμολαδάς, πλησίασε το κορίτσι και του εξέφρασε τον έρωτά του, χωρίς να γνωρίζει όμως ότι το κορίτσι είχε ερωτευτεί το Γερμανό. Εκείνη τότε του απάντησε: «Άσε πρώτα να ξεχάσω»…. Τη φράση αυτή ο Σαμολαδάς την έκανε στίχο και εμπνεύστηκε το τραγούδι με τον ομώνυμο τίτλο, το οποίο γνώρισε πολύ μεγάλη επιτυχία.


Ο Γιώργος Σαμολαδάς είναι ένας από τους μύθους του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Ένας σπουδαίος στιχουργός, από εκείνους που διαμόρφωσαν και καθιέρωσαν το λαϊκό τραγούδι, που αγωνίστηκαν δηλαδή για το νεοελληνικό πολιτισμό, γιατί στο νεοελληνικό πολιτισμό ανήκει το λαϊκό τραγούδι. Πηγάζει από τα σπλάχνα της Ελλάδας, είναι γέννημα θρέμμα της κουλτούρας μας. Το λαϊκό είναι η συνέχεια του δημοτικού τραγουδιού και του ρεμπέτικου. Μέσα στο ρεμπέτικο ζει η βυζαντινή μουσική εμπλουτισμένη με δυτικά στοιχεία από το μεσαίωνα και τα νεώτερα χρόνια, όπως και με στοιχεία από άλλους πολιτισμούς, με τους οποίους έρχονταν σε επαφή οι κάτοικοι στις πόλεις, και ιδιαίτερα στα λιμάνια, λόγω της γεωγραφίας της χώρας μας.


Όλοι οι στίχοι του Σαμολαδά είναι πηγαίοι, αυθεντικοί. Γι’ αυτό και άντεξαν στο χρόνο. Η λαϊκή ποιητική του δεινότητα είναι αξιοθαύμαστη. Δεν καταφεύγει σε ανούσιες σχοινοτενείς και σύνθετες αναλύσεις. Τους στίχους του τους διακρίνει η λιτότητα, όπως και τους στίχους του δημοτικού τραγουδιoύ. Γράφει σχεδόν μονολεκτικά.


Ο ίδιος σε μια συνέντευξή του δηλώνει: « Οι αρετές του λαϊκού τραγουδιού είναι τα απλά του λόγια, που γίνονται κατανοητά από όλους τους ανθρώπους. Λόγια που αναφέρονται στον πόνο, τη χαρά, τη λύπη, την αγάπη, την παλικαριά και προπαντός στον έρωτα».
Ο λαϊκός βέβαια στιχουργός Γιώργος Σαμολαδάς δεν είναι αγράμματος. Είναι σπουδασμένος. Γι’ αυτό και εντάσσεται επάξια μέσα στους ελάχιστους λόγιους και κοινωνικά καταξιωμένους δημιουργούς του λαϊκού μας τραγουδιού, όπως ασφαλώς και ο Κώστας Βίρβος. Το είδος αυτό, στα προηγούμενα χρόνια, το υπηρέτησαν και το συντήρησαν απλοί λαϊκοί άνθρωποι, με μόνο τους προσόν τη φλόγα στην ψυχή, ολιγογράμματοι και καταφρονεμένοι, που δεν είχαν στο ήλιο μοίρα. 

Όμως, αν και εγγράμματος ο Σαμολαδάς, κατάφερε να εκφράσει με καθαρότητα τη λαϊκή ψυχή και να την αποτυπώσει στους στίχους του. Λίγοι καλλιεργημένοι στιχουργοί της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς κατόρθωσαν κάτι ανάλογο. Αυτό όμως που κυρίως κατάφερε ήταν να αποτυπώσει αισθητικά το κλίμα της εποχής μετά τον εμφύλιο, που άφησε, όπως χαρακτηριστικά είπαν, πολύ πόνο, πολλή λύπη, πολύ φτώχεια και λίγο έρωτα. Κατάφερε επίσης με τους στίχους του να καλύψει την ψυχική ανάγκη του απλού λαϊκού ανθρώπου για εκτόνωση και για ψυχαγωγία, ενός ανθρώπου πνιγμένου στα βάσανα αυτής της γενιάς, της πολυβασανισμένης από τους πολέμους, το μίσος και τον όλεθρο.



Αλλά με ένα βιωματικό περιστατικό συνδέεται και το τραγούδι «Άμα θες να φύγεις, φύγε»…
Ένα πρωινό, ο Σαμολαδάς έκανε το μάθημά του στο σχολείο, στο Α Αρρένων Τρικάλων. Ένας μαθητής του τσακώθηκε έντονα με έναν συμμαθητή του στο μάθημα της γυμναστικής. Ο Σαμολαδάς τους μάλωσε και τους δύο, αλλά ο πιο ευαίσθητος από τους δύο μαθητές έβαλε τα κλάματα. Βλέποντάς τον ο Σαμολαδάς να κλαίει, εν τη ρύμη του λόγου, του είπε: «Άμα θες να φύγεις, φύγε. Άμα θες να κάτσεις, κάτσε». Το περιστατικό όμως μάλλον τον επηρέασε πολύ, η φράση τον ενέπνευσε, έγινε στίχος τραγουδιού που γνώρισε μεγάλη επιτυχία, με την ποιητική μούσα ωστόσο να τη μετουσιώνει σε ερωτικό τραγούδι!


Ο Σαμολαδάς, λένε αυτοί που τον γνώριζαν, ήταν ντόμπρος άνθρωπος, ευθύς και φιλότιμος, περήφανος και απροσποίητος, λεβέντης. Άνδρας απλός, χωρίς επιτήδευση στη συμπεριφορά, καθαρός στην εμφάνιση και διαυγής στη σκέψη. Άνθρωπος ήθους δηλαδή. Επίσης, όσοι ήρθαν σε επαφή μαζί του ομολογούν πως ήταν ευχάριστος ομιλητής και συγκεντρωμένος στους στόχους του. Τύπος, με λίγα λόγια, του κλασικού αθλητισμού και των ιδεωδών του, πριν το χώρο τον λαβώσει η εμπορευματοποίηση. Και με φανερή αγάπη για τον τόπο καταγωγής του. Την καταγωγή του, και αυτός και ο Καλδάρας, ποτέ δεν την απαρνήθηκαν αλλά ήταν περήφανοι για αυτή. Καμάρωναν.

Να αναφέρουμε επίσης ότι ο Σαμολαδάς συνεργάστηκε και με τον αξιόλογο τρικαλινό στιχουργό Κώστα Βίρβο, δημιουργό μεγάλων επιτυχιών και εκείνον. Εξάλλου, όπως ήδη αναφέραμε, στις ίδιες στράτες βάδιζαν, στις ίδιες γειτονιές, με τα ίδια ακούσματα μεγάλωσαν…
«Η ταυτότητα ενός λαού δημιουργείται από τα καινούργια στοιχεία που καταφέρνει να δημιουργήσει αυτός ο λαός, αν μένει ζωντανός», είχε πει ο μεγάλος μας ιστορικός, Νίκος Σβορώνος. Ο Σαμολαδάς κατάφερε να δημιουργήσει καινούργια στοιχεία και να κάνει πλουσιότερη τη στιχουργική μας παράδοση, αποδεικνύοντας τη ζωντάνια της φυλής μας, την ανανεωτική της τάση, τη δυνατότητά της να εξελίσσεται και να προσαρμόζεται. Μπόρεσε με τη δυναμική της ψυχής του να δημιουργήσει καλλιτεχνικό έργο καταθέτοντας το δικό του δυναμικό του παρών στον κοινωνικό μας χώρο.

Αγαπώντας το λαϊκό τραγούδι έκανε αγώνα κατά της εμπορευματοποίησής του. Για το σκοπό αυτό ίδρυσε το 1963 μαζί με το Θόδωρο Δερβενιώτη τη δισκογραφική εταιρία «Κολοφών». Το λαϊκό ευτυχώς δεν χάθηκε. Είναι μια μουσική εξελισσόμενη μέχρι σήμερα. Έχει βέβαια χάσει την παλιά μαζικότητα και αυθεντικότητά του λόγω του διαδικτύου, της παγκοσμιοποίησης αλλά και της εμπορευματοποίησης της μουσικής, ωστόσο διατηρεί ακόμη κάποιους αξιόλογους εκπροσώπους και ερμηνευτές. Είναι δε τόσο μεγάλη η δύναμη του λαϊκού τραγουδιού, που στοιχεία του στις μέρες μας έχουν εισχωρήσει στην ποπ, τη ροκ, ακόμη και στη σύγχρονη εμπορική χιπ χοπ μουσική. Όλα αυτά δείχνουν πόσο καταλυτικό ρόλο ασκεί ακόμη στην ψυχή του νεοέλληνα και πόσο επηρεάζει τη διασκέδασή του.


Ο Σαμολαδάς στην τελευταία συνεργασία του με τον Απόστολο Καλδάρα έκανε έναν απολογισμό της ζωής του με ένα τραγούδι πραγματικό αριστούργημα, δείγμα λεπτού λαϊκού γούστου. Μέσα στα λόγια του κατόρθωσε όχι μόνο να καθρεφτίσει τα πάθη της δικής του γενιάς, αλλά με την εκφραστικότητά του κατάφερε να σφραγίσει και τη σύγχρονη εποχή. Οι στίχοι του είναι άμεσοι και αυθεντικοί, λαϊκοί. Το τραγούδι αυτό ήταν η κατάθεση ψυχής του Γ. Σαμολαδά. Τραγουδήθηκε από τον Πάριο, αλλά απαγορεύτηκε την περίοδο της δικτατορίας, (όπως και το τραγούδι «Αχ καναρινάκι μου»).


Να πώς περιγράφει τη ζωή του και τη στάση του απέναντί της:
«Εγώ από παιδί πετροβολούσα τη ζωή,
κι όπου αντάμωνα τον πόνο, τον εκέρναγα κρασί.
Για της γυναίκας την καρδιά έπεφτα μέσα στη φωτιά
και της μοίρας τα χαστούκια τα πετροβόλαγα κι αυτά.
Μα οι πέτρες που ’ριξα, απάνω μου όλες πέφτουν.
Μετράω τα χτυπήματα, που τελειωμό δεν έχουν».
Ο λαϊκός στιχουργός Γιώργος Σαμολαδάς χάρισε στην πατρίδα μας πλούσιο έργο προικίζοντας τη λαϊκή μας στιχουργική. Παράλληλα, δόξασε τη γενέτειρά του, τα ωραία Τρίκαλα και γέμισε τις καρδιές μας με περηφάνια, ως συμπολίτες του. Κυρίως μας δώρισε στιγμές χαράς και ψυχαγωγικής απόλαυσης με τα τραγούδια του. Και μας δωρίζει ακόμη! Του οφείλουμε την τιμή και την ευγνωμοσύνη μας!


Ο Γιώργος Σαμολαδάς έφυγε από τη ζωή το 1999, λίγο πριν την αυγή του 21ου αιώνα, αφού έζησε μια πλήρη και ευλογημένη ζωή γνωρίζοντας την επιτυχία και την αναγνώριση. Μέχρι το τέλος της ζωής του έμεινε ελεύθερος και περήφανος, γνήσιος εκφραστής των πόθων και των ανησυχιών της λαϊκής ψυχής.





Μελέτη: Λίλια Τσούβα, φιλόλογος
Πηγές: στοιχεία που παραχωρήθηκαν από την οικογένεια Σαμολαδά (έντυπος τύπος, φωτογραφίες) καθώς και μικρή αναφορά του μελετητή Χρήστου Μηλιώνη για τα Τρίκαλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας