Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010

Με τη γλωσσα του τοπου μας»

"Με τη γλώσσα του τόπου μας"


Αφηγήσεις, εξιστορήσεις, καταθέσεις βιωμάτων από ανθρώπους που διατηρούν το γλωσσικό μας ιδίωμα ατόφιο, όπως ακριβώς το παρέλαβαν από τους προγόνους μας. Αυτόν τον ιδιαίτερο τρόπο ομιλίας και προφοράς του τόπου μας θέλουμε να τον καταγράψουμε να τον αναδείξουμε και να τον διασώσουμε.
Τις παρακάτω αφηγήσεις μας τις έκανε ο κ. Νίκος Απόχας, τις οποίες παρουσιάζουμε ατόφιες, χωρίς να αλλάξουμε ή να διορθώσουμε κάτι, διατηρώντας έτσι την ιδιωματική προφορά και την αυθεντικότητα της γλώσσας του τόπου μας.



Πρώτη αφήγηση
«Πάμι Αγληγόρη», του λέου ιγώ, «στα Λάδια».
«Θα βρούμι δλειά ρε Νίκο»; λέει αυτός.
«Α ρε πάμι» του λέου ιγώ, «σαματ'τι έχουμι να χάσουμι».

Ε, πήγαμι όλου το χωριό, απ λες, είκοσι - τριάντα άτομα.
Πάμι κατιβένουμι τς' Γαργαλιάν, ακριβώς τς' εικοσιωκτό Οκτωβρίου.
Οι ελιές, δεν είχε βρέξει να πάρουν να ραβδίσουν, γιατί άμα ήταν άβρεχτες έσπαζαν, περίμεναν βροχή.
Δλειά ντιπ. Είχαμαν κάτι λίγα λεφτουδάκια, τα φάγαμι, απ λες, ύστερα ντιπ δλειά. Ε, όπως κατέφκα εκεί στου μαγαζί, με λέει ένας. «Ερχόσι να ξικλαρίσ' κάτι ελιές» πούταν εκεί, τς είχε κομένες. «Ερχουμι» του λέου.
Πέρνου ιγώ τς κλαρίζου εκεί τα φκιάχνου τρακάδες, απ λες, έτοιμα ντιπ.
Τ' απόγεμα κατά τς' τέσσιρις η ώρα τέλειωσα.
Με πληρώνει ο άνθρωπος ένα χιλιάρκου, ου Αγληγόρς καθόταν στην πλατέα τς' Γαργαλιάν. Μι βλέπει κάνα φορά. «Α ρε λέει που έισι»; Του λέου
«Εφαγες»; «Που να φάου». «Εγώ έφαγα», του λέου «δεν θέλου να φάου. Ελα να πάμι εκεί στου εστιατόριου να φας, να πληρώσουμι και να φίγουμι». «Τι δούλιψεις»; «Δούλεψα» του λέου «πήρα ένα χιλιάρκου».
«Μη μαρτυράς» λέει ου Αγληγόρς, «αύριο δεν θάχουμι δλειά και δεν θα'χουμι φράγκου» λέει, «όλοι είπαν σήμερα ότι δλέυ'ς εσύ», Χα! Χα! Χα!
Την άλλη μέρα παίρνουμι του λειουφορίου, κατιβένουμι κατ' ήταν ένα μαγαζάκι, μπαίνουμι μέσα. «Ε γειά σας τα παιδιά, τι έγινε!!! Δλειά λέει δεν έχουμι, δεν ραβδίζουμι, αλλά θαρθήτε λέει να κόψουμι κάτ' ξύλα»; λέει.
«Ναι» του λέου «Τι ξύλα»; «Α ρε, λέει, κάτι πουρνάρια στην άκρη τς' Ελεώνες εκεί»! «Ναι, θα έρθουμι» του λέου.
Οι άλλοι οι Βαλτσινιώτες περίμεναν τώρα να ρθούμι εμείς απάν τς' Γαργαλιάν. Χα! Χα! Χα!
Ε ρε ύστερα κι αρχινάει απ' λες του λιοτρίβι. Αρχίντσαν ράβδιζει ο κόσμους.
Εμείς με τουν Αγληγόρη δεν πήγαμι ντιπ.
«Δεν πάμι τώρα εμείς», λέει ου Αγληγόρς «καλά είμαστε, τώρα έχουμε, τρώμε, άμα πάμε να ραβδίσουμι, λέει, θα πιαστούμι μέσα, ύστερα θα μας πονέσουν τα χέρια, δεν θα μπορουμι», λέει, Χα! Χα! Χα!
Κι αρχνάμει ύστερα απ' λες, απ' τς έξι η ώρα μέχρι τς' έξι του πρωί.
Ούλ' τη νύχτα. Τη μέρα είχει άλλοι ντόπιοι απ' εκεί, δεν δούλευαν την νύχτα εκείνοι οι μάγκες. Κοιμάνταν τη νύχτα εκείνοι και δ'λέυαμαν εμείς.
Εγώ, ο Αγληγόρς, κι ου Χρήστους Σταμούλ'ς, ούλ'τη νύχτα.
Στου λιουτριβίου εκεί ο Χρήστους Σταμούλ'ς έριχνι στη σπαστήρα τσ' ελιές με τα τσιουβάλια. Κουβαλούσι απ'έξω κι τά 'ριχνι μέσα.
Εγώ με τον Αγληγόρη είμασταν στη σβούρα, ήταν μια σβούρα στρόγκυλη, πατούσεις με το πόδι κι έφερνε αυτό γύρα.
Έφιρι τρώιρα σ'ένα μεγάλο καζάνι. Απου κατ' είχει νερό ζεστό και ζεστένονταν, έβαζις το χέρι μέσα κι ήταν ζεστό. Γέμουνι ο τρουβάς απάν του χαμούρι απ' τς ελιές, τό'παιρνες και τόβαζες απάν με τα χέρια.
Αυτή τη δ'λειά ούλ'τη μέρα, όχι μια ώρα, δώδεκα ώρες.
Τη μέρα λίγου, λίγου, περνούσι, απ' λές η ώρα, ερχόταν κόσμος είχες κουβέντα.
Τη νύχτα ήσαν εσύ μοναχά μέσα, εμείς απού 'μασταν εργάτες κι τ'αφεντικό.
Εφυγνάμαν του πρωί τς'έξι απ'εκεί, παεινάμαν, που να παένεις. Πάς να κοιμθείς; Παεινάμαν στου μαγαζάκι εκεί, ήπινάμαν λίγου καφέ, εδώ τα παντελόνια έσταζαν λάδια σιακάτ. Το βγάζαμι του μαγκούφκου το κρεμούσαμι σ' ένα καρφί μέσα εκεί, εβάζαμι άλλο, απ' λες, να μη γεμώσουν κι οι κουβέρτες λάδια. Κοιμόμασταν, σ'κονόμασταν να του βάλουμε δεν μπορούσαμε.
Μέχρι να ζεσταθούν εδώ τα ποδάρια έλεγάμαν αμάν. Χα! Χα! Χα!

Δεύτερη αφήγηση

Εγώ ουλουένα έπαιρνα μαζί με τον Αγληγόρη αυτού ια, επαίρναμι από δώδεκα δοχεία κι τα υπόλοιπα τα ΄παιρνάμι λεφτά.
Επιρνάμι δώδεκα δοχεία ακριβώς ένα βαρέλι. Δεν τα πέρναμι στο βαρέλι, το βάζαμι στα δοχεία. Καλύτερα στα δοχεία γιατί από δω ήθελες να το βγάλ'ς πάλι απ'το βαρέλι να το βάλ'ς στο δοχείο. Κι ύστερα πάγουνι το Χειμώνα. Το Χειμώνα αν δεν έπαιρνες το δοχείο να το βάλ'ς στη σόμπα να ξεπαγώσει δεν έτρωγες λάδι. Χα! Χα! Χα!
Μια χρονιά, ήρθε κι ο Γιώργος ου Πράτας μια χρονιά μαζί με τον Λία Στάθη κι α οι δυό μακαρίτες. Είμασταν εκεί με τον Αγληγόρη.
Εμείς πάεινάμαν απ'τσ'εικοσιωχτό οχτωβρίου εκεί σαν να ήταν δικό μας το σπίτι, τα κρεβάτια μέσα εντάξει. Αλλά πότε δλεύαμαν πότε δεν δλεύαμαν. Εδώ δεν είχαμαν δλειά. Σαράντα, πενήντα μέρες στην Πελοπόνησο.
Βλέπουμε κάνα βολά τον Γιώργου Πράτα με τον Λία. Κατέφκαν απ του λεοφορίου εκεί απ'λες. «Ρε»! του λέου τον αγληγόρη, «ο Γιώργους Πράτα με τον Λία Στάθη». «Που ρε»; «Να τις». «Κάτσε να δούμε που θα παέν».
Κατέφκαν εκεί. Α τσ' Γαργαλιάνοι είχει κανα δεκαριά σπίτια.
Ακούου κανα βολά, απ'λες, πού'πε εκεί στου μπακάλικου ο Γιώργος.
«Εδώ είναι κάνα δυο Τρικαλινοί. Που είντις»; «Α, μέσα στο κτίριο αυτού», λέει αυτός. Βγαίνουμε έξω εμείς «Βρε τι γένιτι; Kαλά; Τι γένιτι απάν, έβρεξε»; «Που, δεν έβρεξε». Δεν είχαμε σπείρει στιάρια, εδώ δεν είχει βρέξει.
«Τι έγινι εμείς θα δλέψουμι»; «Δλεύουμι εμείς του λέου να δλέψτει και 'σείς. Τώρα κάτσι λέου άμα ρθεί τ'αφεντικό τώρα κι σας θέλει θα καθίσστει».
Ε, έφτασι κανα ώρα τ'αφεντικό κει πέρα, τον λέει ο Αγληγόρς,
«Κλάρη ήρθαν δυο χωριανοί μας, χρειάζισει άλλοι εργάτες»;
«Είστει τρεις εσείς», λέει - εγώ ο Χρήστος κι ο Αγληγόρς – «Α! Ας κάτσουν κι αυτοί οι δυο, πέντι», λέει, «άλλος θα κουβαλάει τσιουβάλια απ έξου», λέι, «άλλος έτσι, άλλος αλλιώς».
Ο Γιώργος ου Πράτας μόλις δούλιψει λίγου, κι έκανε να πάρει τέσιρα δοχεία τα γιόμσει με λάδι κι μας λέει «Αιντι γειά σας παιδιά». «Βρε Γιώργου».
Κι ήταν μέσα στη φούργια, στη δλειά. «Φτάνει λέει, τέσσιρα δοχεία λάδι» λέει «Ι, ά»! Τα γεμίζει. «Βρε Γιώργου εμείς, Λία». Πάτσαν, έφυγαν.
Την άλλη τη χρονιά ξαναήρθε ου Γιώργους.
«Τι να σι κάνου ρε Γιώργη. Ρε Γιώργη, τι να σι κάνου, εσύ κάθισι, μόλις παίρνς τέσσιρα δοχεία λάδι, τα γιομόζει φεύγ'ς. Τι να σι κάνου; Ο Αγληγόρς με το Νίκο εδώ κάθουντι μέχρι τα Χριστούγεννα. Τα Χριστούγεννα τελειώνουν τα σχολεία, τα γυμνάσια, παίρνω παιδιά από κει κι γένιτι η δλειάμ'».
Την άλλη τη χρονιά πεθένει η γ'ναίκα τ'. Παίρνει τηλέφωνο απ' εδώ ου Γιώργους τον Κλάρη.
«Ελα, Γαργαλιάνοι αυτού»; «Ναι». «Σύ 'σαι Κλάρη»; «Ναι».
«Τι έγινε θα 'ρθούμε για δουλειά»; «Ειναι αγλήγορα ακόμα λέει, αλλά πέθανε η γ'ναίκα μ'». «Κι τι θα κάνουμι τώρα εμείς από δουλειά»; λέει. Χα! Χα! Χα!

Τρίτη αφήγηση

Ωρέ χειρότερα απ τς' Αλβανοί ήμασταν εκεί! Μονάχα που δεν φοβάμασταν απ' την αστυνομία κι έβγινάμαν στα μαγαζιά.
Πάω απ' λες εκεί για να φάμι. Α! ήρθε η ώρα για φαί βγάζι κάνα δυό ελιές, μι φέρνει εκεί τουν τρουβά, τουν ανοίγω, ένας τρουβάς τραγίσιους, ούλου τρίχα.
Τειράου απ'λες ούντι έτσι του ψωμί μέσα.
Ε! γαμώ την καντίλα τ', πούθε να καθαρίσς, εδώ είχε τρίχες το ψωμί.
Έβγαλα όλη τη πέτσα απου παν κι απου κάτ κι έτρωγα το μαλακό μέσα.
Μι λέει μένα «γιατί του καντς έτσι»; «Τι να φάου ρε»; του λέου. «Τς' τρίχες θα φάου»; Καθόταν κι τειρούσι έτσι στα μάτια.
«Θα φάου τς' τρίχες σιακάτ αρέ!» του λέου, «δεν είχες μια εφημερίδα να του τυλίξεις κάνειμ' ή ένα μισάλι» του λέου.
«Α!», λέει «η γυναίκα τόβαλε». Του λέου «αύριο δεν έρχουμι για δουλειά» του λέου. «Γιατί»; λέει. «Α ρε, θα ψουφίσου απ την πείνα!» του λέου.
«Έλα ρε μι λέει θα κάνου ετοιμασία, δεν ήξιρε σήμερα η γυναίκα μ' κι ξέρω γω»… «Α, θα έρθου του λέου να δούμι τι ετοιμασία θα έχ'ς.»
«Α ρε θα μι φάει η δ'λειά λέου και το ψωμί μέσα στον τρουβά ούλου τρίχα».
Αμάν - ζαμάν να τα ξαναφκιάξουμι!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας