Τρίτη, 5 Ιουλίου 2011

Οι πριονοκορδέλες του Βαλτινού



Ακόμη και την πιο οικονομική λύση για θέρμανση, τις παραδοσιακές ξυλόσομπες και τα τζάκια, έχει «χτυπήσει» η οικονομική κρίση, αφού οι ελληνικές οικογένειες παραμένουν «μουδιασμένες» και με δυσκολία αντεπεξέρχονται στα έξοδα της καθημερινότητας.
Οι καταναλωτές ακούν με αγωνία και φόβο τις πληροφορίες για την αύξηση της τιμής του πετρελαίου και το κόστος της θέρμανσης το οποίο αποτελεί ένα μεγάλο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού κατά την διάρκεια του χειμώνα και προσανατολίζονται πάλι προς τα καυσόξυλα.


Έτσι, ενώ μέχρι πριν λίγα χρόνια είχαν «εγκαταλειφθεί» οι σόμπες και τα τζάκια χρησιμοποιούνταν κυρίως για διακόσμηση, πλέον η κατάσταση έχει αλλάξει και πολλοί είναι εκείνοι που τα χρησιμοποιούν πάλι αποκλειστικά για θέρμανση.
Αυτή η εναλλακτική λύση ξαναφέρνει στο προσκήνιο τις πριονοκορδέλες με τις οποίες έκοβαν τα καυσόξυλα
Η προμήθεια των καυσόξυλων γίνεται από διάφορους εμπόρους οι οποίοι πουλάνε τα ξύλα σε μέγεθος κούτσουρων και στη συνέχεια την κοπή σε κανονικά καυσόξυλα αναλαμβάνουν οι διάφορες πριονοκορδέλες.


Ο κορδελάς είναι ένα παλιό επάγγελμα το οποίο ασκείται κάτω από δύσκολες συνθήκες κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, μέχρι το φθινόπωρο. Απαιτεί ισχυρές αντοχές και δυνάμεις από τους εργαζόμενους, αφού η ζέστη, η κούραση, ο θόρυβος, αλλά και η επικινδυνότητα της εργασίας το κάνουν ένα από τα εξαιρετικά δύσκολα επαγγέλματα.


Στο Βαλτινό ασχολήθηκαν κατά καιρούς αρκετοί συγχωριανοί με αυτή την εργασία.
Πριονοκορδέλα, απ΄ ότι θυμάμαι, είχαν οι:

Χρήστος Κατσιούλης, Παναγιώτης Πέτρου, Στέφανος Μαντέλας, και Αθανάσιος Απόχας.
Ο κορδελάς, ξεκινούσε με την αγορά της μηχανοκίνητης πριονοκορδέλας. Διαπραγματεύονταν με τον πελάτη την τιμή κοψίματος, με τον τόνο και αφού έκλεινε την δουλειά, μαζί με τον βοηθό του άρχιζαν το κόψιμο. Η εργασία άρχιζε πρωί πρωί και τελείωνε αργά το σούρουπο. Οι εργαζόμενοι ήταν από πάνω μέχρι κάτω γεμάτοι πριονίδι.


Και μερικές χρήσιμες πληροφορίες.
Η φωτιά στο τζάκι εξαρτάται λοιπόν σε μεγάλο βαθμό από το είδος και το μέγεθος των καυσόξυλων που θα επιλέξετε. Η καύσιμη ύλη παίζει καθοριστικό ρόλο στη λειτουργία και την απόδοση του τζακιού. Δεν ενδείκνυνται όλα τα είδη ξύλου για το τζάκι σας. Επιλέξτε λοιπόν τα καυσόξυλα που επιθυμείτε και προμηθευτείτε τα έγκαιρα ώστε να είναι στεγνά και ξερά. Συνήθως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες βρίσκουμε στην αγορά τα πιο ικανοποιητικά ξερά ξύλα. Πρέπει να σημειωθεί πως το ιδανικό ξύλο είναι αυτό που έχει κοπεί από το δέντρο προ διετίας, καθώς και ότι υπάρχουν σοβαρές διαφορές στη θερμαντική απόδοση εναλλάσσοντας ποικιλίες ξύλων. Ορισμένα είδη ξύλου παράγουν πολύ καπνό και αναδίδουν δυσάρεστες μυρωδιές. Αλλά δεν καίγονται τόσο εύκολα, με αποτέλεσμα να μην παράγουν τη ζητούμενη θερμότητα. Το ξύλο της οξιάς και της ελιάς είναι χωρίς αμφιβολία από τα πιο δημοφιλή, επειδή ξεπερνούν αυτά τα προβλήματα, αλλά και αυτή ακόμα δεν είναι η μόνη ξυλεία που μπορείτε να χρησιμοποιήσετε.


Ανάλογα με το μέγεθος του δωματίου που θέλετε να ζεστάνετε, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μαλακό ή σκληρό ξύλο. Μαλακό θεωρείται το πεύκο, που «αρπάζει» πιο γρήγορα και δίνει μεγαλύτερη φλόγα, αλλά έχει το μειονέκτημα ότι σκάει και καίγεται πιο γρήγορα. Το σκληρό ξύλο είναι πυκνό και καίει με ήρεμη και μακριά φλόγα. Το μαλακό ξύλο, αντίθετα, καίγεται γρήγορα, τρίζει και σκάζει. Η φλόγα είναι πολύ ζωηρή, αλλά τα κάρβουνα κρυώνουν γρήγορα και τα υπολείμματα στάχτης είναι περισσότερα.


Μια φωτιά με σποραδικό τρίξιμο και πολλή ενέργεια ακτινοβολίας μπορεί να δημιουργηθεί με ξύλο δρυός, φράξου ή ακακίας (ή, για του λόγου το ακριβές, της ροβίνιας της ψευδακακίας). Την πιο ήρεμη καύση έχουν το ξύλο της οξιάς, των οπωροφόρων, του σφενταμιού και της σημύδας. Το ξύλο του έλατου και της ερυθρελάτης καπνίζουν λιγότερο στο τζάκι από το ξύλο του πεύκου. Το ξύλο της σημύδας, λόγω του άσπρου φλοιού του, είναι από τα πιο δημοφιλή είδη ξύλου, της οξιάς παράγει ιδιαίτερη ζέστη, όπως επίσης και του σφενταμιού και των οπωροφόρων δέντρων, ενώ το ξύλο δρυός δίνει μία ζωντανή φωτιά και φλόγες που σιγοτρίζουν και συμβάλλουν στη δημιουργία ρομαντικής ατμόσφαιρας.


Πάντως, δεν είναι κατάλληλα για το τζάκι σας τα διάφορα επεξεργασμένα ξύλα από κατεστραμμένα έπιπλα, τελάρα ή δομικές κατασκευές. Το βερνίκι και τα χημικά που έχουν χρησιμοποιηθεί για την επεξεργασία τους πιθανόν να παραγάγουν τοξικές ή επικίνδυνες αναθυμιάσεις. Αντίθετα, για μία διακριτική, ευχάριστη μυρωδιά στον χώρο όπου βρίσκεται το τζάκι σας, μπορείτε να επιλέξετε ξύλα που όταν καούν ευωδιάζουν. Για παράδειγμα, τα αφρόξυλα σκορπούν μυρωδιά λεβάντας, ενώ η ελιά ευωδιάζει ευχάριστα. Το ξύλο της μηλιάς έχει μία διακριτική μυρωδιά, ενώ της μυρτιάς είναι πιο έντονη.


Ο τρόπος αποθήκευσης των καυσόξυλων είναι ένας ακόμα εξαιρετικά σημαντικός παράγοντας επιτυχίας για να πιάσει καλά η φωτιά στο τζάκι. Τα ξύλα πρέπει να αποθηκεύονται σε στεγασμένο και καλά αεριζόμενο χώρο. Τα καλύτερα ξύλα για κάψιμο είναι αυτά που έχουν αποθηκευτεί σε προστατευόμενους αεριζόμενους χώρους για περίπου δύο χρόνια και το ποσοστό υγρασίας τους δεν υπερβαίνει το 20%. Αξίζει να σημειωθεί ότι όταν το ξύλο κόβεται από το δέντρο περιέχει περίπου 75% υγρασία (περίπου όσο και ο ανθρώπινος οργανισμός), ενώ ύστερα από αποθήκευση 18 μηνών, η υγρασία πέφτει στο 25%. Όλα αυτά βέβαια εξαρτώνται και από τις συνθήκες που επικρατούν κατά την κοπή και την αποθήκευση.


Αν τα καυσόξυλα βραχούν ή νοτίσουν, μπορεί να σαπίσουν ή να γίνουν πόλος έλξης εντόμων και τρωκτικών. Γι αυτό καλό είναι τα ξύλα να αποθηκεύονται σε σκεπασμένο χώρο με τις μύτες προς τα πάνω. Αν θέλετε να αφαιρέσετε άμεσα την υγρασία από τα καυσόξυλα, μπορείτε να τα τοποθετήσετε για λίγη ώρα σε ένα καλάθι δίπλα στο αναμμένο τζάκι.


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας