Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

Η σημασία της ορθοφωνίας



Ορθοφωνία είναι το μάθημα που ασχολείται με τη σωστή άρθρωση, όχι μόνο στο τραγούδι, αλλά σε όλα τα είδη του προφορικού λόγου.
Μια μεγάλη γκάμα επαγγελματιών που εκτίθενται δημόσια με τον προφορικό λόγο, όπως οι ηθοποιοί, οι εκφωνητές, οι πολιτικοί, οι παρουσιαστές κ.ά., πιστεύω ότι είναι αναγκαίο να ενδιαφερθούν ώστε να αποκτήσουν καλή άρθρωση, καθώς και ευχάριστο και αβίαστο λόγο. Ομοίως μια άλλη κατηγορία επαγγελματιών, όπως καθηγητές, δάσκαλοι, τηλεφωνητές, πωλητές κ.ά., στον βαθμό που κουράζεται εύκολα ο λαιμός τους ή που προσβάλλονται συχνά από φαρυγγίτιδα λόγω κακής χρήσης της φωνής.
Όσον αφορά στους τραγουδιστές τώρα, πιστεύω ότι χρειάζονται την ορθοφωνία περισσότερο από όλες τις προαναφερθείσες κατηγορίες επαγγελμάτων.


Έχω παρατηρήσει, ακούγοντας επί χρόνια πολλούς τραγουδιστές, ότι δεν έχουν εντοπίσει πως προβλήματα στον τρόπο που τραγουδούν, σχετίζονται με την άρθρωσή τους και προσπαθούν να τα λύσουν με τη φωνητική.
Η φωνητική μας μαθαίνει να τραγουδάμε σωστά τα φωνήεντα• όχι όμως πώς να τα προφέρουμε. Ο τρόπος που μιλάμε με τον τρόπο που τραγουδάμε, συναντιούνται σ' ένα σημείο: στην άρθρωση. Αν δεν μπορεί κάποιος να προφέρει σωστά μια λέξη κατά την ομιλία, θα δυσκολευτεί πολύ περισσότερο όταν θα την τραγουδήσει.
Το μάθημα της ορθοφωνίας διδάσκεται κυρίως σε θεατρικές σχολές, λιγότερο δε έως καθόλου στα μαθήματα τραγουδιού (φωνητική). Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα οι περισσότεροι τραγουδιστές (τουλάχιστον στην εποχή μας) να υστερούν ως προς τη σωστή άρθρωση.
Επί της ουσίας τώρα.
Η σωστή άρθρωση αποτελεί συνισταμένη αρκετών παραμέτρων. Να διευκρινίσουμε καταρχήν ότι, όταν τραγουδάμε, τραγουδάμε τα φωνήεντα. Τα σύμφωνα τα προφέρουμε. Ο τρόπος όμως που τα προφέρουμε επηρεάζει και την εκφορά των φωνηέντων που ακολουθούν. Αφού λοιπόν το τραγούδι και ο λόγος γενικά είναι μια συνεχής εναλλαγή συμφώνων και φωνηέντων, η σωστή προφορά των συμφώνων γίνεται αναγκαία προϋπόθεση για να τραγουδήσει κάποιος καλά.
Αλλά ας ξεκινήσουμε πρώτα από τα φωνήεντα.
Το πιο εύκολο φωνήεν είναι το «α». Το οποίο προκύπτει αν απλώς βγάλουμε μια κραυγή, έχοντας χαλαρό και ανοιχτό το στόμα μας. Αν την ώρα που εκφέρουμε το «α», κλείσουμε το στόμα μας τότε γίνεται «μ».
Η λέξη «μαμά», η πρώτη που λέει ένα μωρό, μ' αυτόν τον τρόπο προκύπτει. Τα μωρά βγάζουν αυθόρμητα μια κραυγή, ανοιγοκλείνοντας το στόμα τους.
Τα υπόλοιπα φωνήεντα αρχίζουμε να τα αρθρώνουμε στο βαθμό που μαθαίνουμε να χρησιμοποιούμε το στόμα, τη γλώσσα και το σαγόνι μας. Επειδή όμως τα μαθαίνουμε αργότερα και ίσως κάπως ατελώς (ανάλογα πώς μιλάνε τα πρόσωπα που μας περιβάλλουν), τις περισσότερες φορές κουράζουμε το λαιμό μας περισσότερο σ’ αυτά απ' ό,τι στο «α» (με πιο δύσκολο από όλα το «ου»).
Δηλαδή επειδή δεν έχουν μάθει το στόμα και η γλώσσα να παίρνουν το σωστό σχήμα για να αρθρωθεί κάποιο φωνήεν, αναγκαζόμαστε να το φωνάζουμε δυνατότερα για να ακουστεί.
Είναι -για να δώσω ένα παράδειγμα- σαν να μην έχουμε καλό σήμα στο ραδιόφωνο και να ανεβάζουμε την ένταση του ήχου για να ακούσουμε. Ασφαλώς ο ήχος θα ακουστεί πιο δυνατά, αλλά όχι και πιο καθαρά, αφού θα ενισχυθούν και τα παράσιτα.
Το σωστό θα ήταν ο λαιμός μας να λέει «α», το οποίο θα μετατρέπεται σε «ε», «ο», «ι» ή «ου» με τις κινήσεις της γλώσσας, των χειλιών και του σαγονιού. Συνήθως, αντ’ αυτού, οι περισσότεροι πιέζουν το λαιμό τους, αυξάνοντας την ένταση ανάλογα με το φωνήεν. Όσοι τραγουδούν, θα έχουν παρατηρήσει ότι είναι δυσκολότερο να τραγουδήσει κανείς το «η» ή το «ου» σε κάποιο ψηλό σημείο, από ό,τι το «α».
Ακόμη και επαγγελματίες τραγουδιστές, όταν έχουν να αντιμετωπίσουν κάποιο ψηλό «ου» για παράδειγμα, το μετατρέπουν ασυναίσθητα σε «ο» -που είναι ευκολότερο- εις βάρος βέβαια της ποιότητας της ερμηνείας τους. Αλλά και το «ο» σε μερικά ψηλά σημεία υπάρχει η τάση να μετατραπεί σε «α».
Όταν λέω ότι βάζουμε μεγαλύτερη δύναμη στο λαιμό μας, εννοώ ότι σπρώχνουμε περισσότερο αέρα για να καταφέρουμε να ακουστεί η φωνή μας. Αυτό είναι το μεγάλο μας σφάλμα. Στον παραπανίσιο αέρα που περνάει από το λαιμό μας, οφείλονται όλα τα προβλήματα.


Έτσι καταπονείται ο λαιμός, παράγεται σκληρός και φωναχτός ήχος και θολώνει η καθαρότητα της φωνής, αφού ένα μέρος του αέρα που εκπνέουμε δεν γίνεται φωνή αλλά δημιουργεί έναν παράπλευρο ήχο -ένα φύσημα. Επίσης ο λαιμός γίνεται περισσότερο δύσκαμπτος και μειώνονται τα όρια της φωνής μας και στα πρίμα και στα μπάσα.
Η λύση είναι:
1) Ο έλεγχος της εκπνοής μας, ώστε να μην βγαίνει αέρας που δεν γίνεται φωνή.
2) Η άρθρωση με τις κινήσεις της γλώσσας, των χειλιών και του σαγονιού έτσι ώστε να σχηματίζονται καθαρά όλα τα φωνήεντα, και, τέλος,
3) η τοποθέτησή τους σε τρόπο ώστε να ενισχύεται η έντασή τους από το φυσικό ηχείο, δηλαδή το στόμα μας.
Υ.Γ. Σε όσους δεν ξέρουν τι είναι η τοποθέτηση, είναι δύσκολο να το εξηγήσω με δυο λόγια. Μερικές φορές η υπεραπλούστευση οδηγεί σε λάθος εντυπώσεις και δημιουργεί περισσότερα προβλήματα απ’ όσα προσπαθεί να λύσει.
Τα σύμφωνα
Η ρίζα των προβλημάτων είναι πάνω κάτω η ίδια: δηλαδή ο εκπνεόμενος αέρας ή πιο σωστά ο αέρας που διαφεύγει κατά την προφορά των συμφώνων.
Αν βάλουμε το χέρι μας πολύ κοντά στο στόμα μας ενώ μιλάμε, θα νιώσουμε φυσηματάκια, που θα παρατηρήσουμε ότι σε μερικά σύμφωνα είναι πιο έντονα. Κυρίως στα «π», «β», «φ», αλλά, ανάλογα με τον τρόπο ομιλίας, και στα «σ», «ξ», «τ» ή «ζ».
Οι περισσότεροι θα έχετε παρατηρήσει ένα διχτάκι τοποθετημένο μπροστά στα μικρόφωνα ηχογράφησης. Αυτό λέγεται ποπ (πήρε το όνομά του από το γράμμα «π», που δημιουργεί και το μεγαλύτερο φύσημα) και βρίσκεται εκεί για να κόβει τα φυσήματα εκφωνητών και τραγουδιστών.
(Παλαιότερα οι δάσκαλοι ορθοφωνίας έβαζαν τους μαθητές να διαβάζουν ένα κείμενο έχοντας μπροστά στο στόμα τους τη φλόγα ενός κεριού. Έπρεπε η φλόγα να μην κουνηθεί, όσο θα διάβαζαν).


Όταν εκφέρει κανείς ένα σύμφωνο, η ένταση που έβαλε κατά την εκπνοή παραμένει και για το φωνήεν που ακολουθεί, αφού δεν προλαβαίνει να το «μαζέψει». Όταν αυτή η ένταση είναι μεγαλύτερη απ’ όση χρειάζεται το φωνήεν για να βγει (κάτι που συνήθως συμβαίνει), τότε προκύπτουν όλα όσα είπαμε προηγουμένως, αναφερόμενοι στα φωνήεντα.
Ακόμη κι αν μάθει να τραγουδά κάποιος ή να εκφέρει τα φωνήεντα σωστά, όταν θα επιχειρήσει, για παράδειγμα, να τραγουδήσει «Πήγα στα μέρη», στην πρώτη συλλαβή, η οποία είναι και ψηλά στο συγκεκριμένο τραγούδι, αν «χτυπήσει» το «π» τότε το «η» δεν πρόκειται να βγει καλό. Ή θα το φωνάξει ή θα το θαμπώσει, ή θα συμβούν και τα δύο μαζί.
Ο κανόνας για τα σύμφωνα είναι ότι πρέπει να εκφέρονται με όση ένταση αέρα χρειάζεται το επόμενο φωνήεν, ή και με μικρότερη.
Γενικά η ορθολογική διαχείριση της εκπνοής είναι το κλειδί για την καλή και αβίαστη άρθρωση που, με τη σειρά της, γίνεται μια από τις βασικές προϋποθέσεις του καλού τραγουδίσματος.


Για να βγουν καθαρά τα σύμφωνα, -εκτός από τον έλεγχο της εκπνοής- απαιτείται να κάνει το στόμα μας τις σωστές κινήσεις για το καθένα. Όπως επίσης και να μπορεί, όσο γρήγορα χρειάζεται, να πάρει τη θέση που πρέπει για το επόμενο φωνήεν ή σύμφωνο. Λέγοντας «το στόμα», εννοώ και τη γλώσσα και το σαγόνι.
Όταν το στόμα μας είναι ανεκπαίδευτο ή «οκνηρό», τότε δεν προλαβαίνει να κάνει όλες τις κινήσεις που χρειάζεται η σωστή άρθρωση, με αποτέλεσμα να μην ακουγόμαστε καθαρά.
Επειδή όμως ακούμε τη φωνή μας όταν μιλάμε, αντιλαμβανόμενοι ότι δεν ακουγόμαστε όσο πρέπει, ενστικτωδώς ενισχύουμε την έντασή της (όπως ακριβώς και με τα φωνήεντα) με αποτέλεσμα να αυξάνουμε την ένταση του εκπνεόμενου αέρα. Ο οποίος, ως επακόλουθο, δημιουργεί αυτά τα φυσήματα, όταν βγαίνει από το στόμα, ή δημιουργεί αυτό που λέμε ένρινη προφορά, όταν βγαίνει από τη μύτη.


Από τα σύμφωνα πιο δύσκολο να τραγουδηθεί είναι το «π», αλλά πιο δύσκολο ως προς την άρθρωση είναι το «ρ». Είναι το τελευταίο που μαθαίνουμε να εκφέρουμε. Αλλά αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι πολλοί δεν κατάφεραν να το εκφέρουν σωστά ποτέ.
Είμαι σίγουρος ότι αν κάποιος τους εξηγούσε τι πρέπει να κάνουν, στην κατάλληλη ηλικία, θα το κατάφερναν πολύ εύκολα.
Θα δώσω ένα παράδειγμα για το πώς μπορούμε να επέμβουμε συνειδητά στον τρόπο που αρθρώνουμε:
Αν κάποιος Αθηναίος θέλει να πει το «λ» πιο παχύ (όπως θα το έλεγε ένας Σαλονικιός), τότε πρέπει να βάλει τη γλώσσα του πιο πίσω στο ουρανίσκο και, την ώρα που το λέει, να την ξεδιπλώνει προς τα εμπρός.


Στην αντίθετη περίπτωση, για να πει ένας Σαλονικιός το «λ» όπως ένας Αθηναίος, θα πρέπει να βάλει τη γλώσσα του λίγο ψηλότερα από τα πάνω δόντια. Έτσι το «λ» θα βγει πιο λεπτό.
Προσπάθησα, όσο γινόταν πιο συνοπτικά, να παρουσιάσω τους σκοπούς της ορθοφωνίας και τα προβλήματα που επιχειρεί να αντιμετωπίσει. Αυτό, επειδή έχω την αίσθηση ότι ενώ στο θέμα του τραγουδιού και της φωνητικής υπάρχει μια αρκετά μεγάλη φιλολογία, με την ορθοφωνία μάλλον δεν έχουμε ασχοληθεί όσο θα έπρεπε, υποτιμώντας τη σημασία της.


Η φωνή είναι ένα μουσικό όργανο που είναι κομμάτι του εαυτού μας. Κάθε προσπάθεια να την αλλάξουμε και να τη βελτιώσουμε, σκοντάφτει σε παγιωμένες συνήθειες και σε ενστικτώδεις συμπεριφορές που έχουμε αποκτήσει στη διάρκεια της ζωής μας. Βέβαια με τον καιρό όταν κανείς κατακτά κάτι καινούργιο με κόπο και με συγκέντρωση, αυτό μετατρέπεται σταδιακά σε «σωματική μνήμη» αντικαθιστώντας προοδευτικά τις παλιές συνήθειες. Θέλω όμως να επισημάνω ότι πρόκειται για μια δύσκολη διαδικασία, που απαιτεί υπομονή και επιμονή.


Δίνω έμφαση σ' αυτό, επειδή συναντώ συχνά νέα παιδιά κυρίως, που νομίζουν ότι για να μάθεις να τραγουδάς δεν απαιτούνται κόπος και μεγάλη προσπάθεια.
O Δημοσθένης, ο μεγαλύτερος ρήτορας της αρχαιότητας δυσκολευόταν να προφέρει καθαρά το «ρ» και το «λ» και γι’ αυτό δεν μπορούσε να εκφωνήσει δημοσίως τους λόγους του. Μετά από μεγάλη προσπάθεια και επίπονη άσκηση (πότε ανεβαίνοντας στο Λυκαβηττό και πότε κατεβαίνοντας στο Φάληρο κάνοντας εξάσκηση στους λόγους του) νίκησε τις δυσκολίες που είχε στην άρθρωση και κατάφερε τελικά να θριαμβεύσει από το βήμα της Εκκλησίας του Δήμου.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΡΑΒΑΡΙΩΤΗΣ
Δάσκαλος μουσικής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας