Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

Ο πατέρας και η μάνα


Του Ευαγγέλου Στάθη φιλολόγου

Η θέση του πατέρα ήταν πάντοτε υψηλή στη μικρή κοινωνία του χωριού. Ήταν ο στύλος του σπιτιού, η παρηγοριά κι η απαντοχή της οικογένειας. Ο ρόλος του ήταν εξουσιαστικός, επομένως ήταν σχεδόν πάντα σοβαρός, αυστηρός και πολλές φορές σχεδόν απρόσιτος κι αμίλητος. Σπάνια ο πατέρας ήταν στοργικός και προσιτός στα παιδιά. Έτσι, εμποδιζόταν η ανάπτυξη στενών προσωπικών σχέσεων. Σπάνια ήταν τρυφερός και σχεδόν σπάνια εκδήλωνε την αγάπη του προς αυτά. Λίγες φορές τα κράτησε μικρά στην αγκαλιά του. Εκείνα πειθαρχούσαν και υπάκουαν σαν στρατιωτάκια σε κάθε πρόσταγμά του.


Τα αγόρια, όταν μεγάλωναν και γίνονταν έφηβοι και νεαροί, δεν πλησίαζαν στο καφενείο, αν ήταν εκεί ο πατέρας τους, ούτε στη μάζωξη. Αν συναντούσε τον νεαρό γιο του στο καφενείο «να παίζει χαρτάκια», μπορεί να τον έβριζε ή να τον κτυπούσε και μπροστά στον κόσμο ακόμα. Έτσι, υπήρχαν καφενεία για μεγάλους και γέρους και καφενεία για νεαρούς. Στο καφενείο του Γιώργου Τζατζά οι μεγάλοι, στου Βασίλη Σταμούλη οι νέοι.


Τα κορίτσια, λόγω των σπιτικών και αγροτικών εργασιών, δεν μπορούσαν να έχουν σχέσεις με τον πατέρα. Δούλευαν κυρίως με τη μητέρα τους, γι’ αυτό και δένονταν στενότερα μαζί της. Στον αργαλειό, στο κέντημα, στην ετοιμασία της προίκας, στο μαγειριό μαζί. Σπάνια έπιαναν κουβέντα με τον πατέρα τους. «Να ζγώσει’ κορίτσ’ στον πατέρα τ’ τότε και να τον πει τα θκά τ’; Μπα, ποτέ».


Ποτέ δεν έπαιρναν το μέρος των παιδιών τους οι πατεράδες τότε. «Καλά σε λέει», «καλά σ’ έκανε», «δίκιο έχει» έλεγαν συνέχεια. «Καλά σ’ έκανε και σε βάρεσε ο δάσκαλος». «Να μάθς, να βάλς μυαλό». Και τα παιδιά τις πιο πολλές φορές μάθαιναν κι έβαζαν μυαλό, πολλές φορές όμως πληγώνονταν κιόλας, τα κακόμοιρα.

«Τότε οι άντροι ήταν αφέντες τά ‘θελαν όλα. Πάαιναν στο χωράφι οι άντροι, έκαναν το χωράφι, δούλευαν όλη τη μέρα. Το βράδυ έρχονταν με τ’ αλτσίδια, με τον τροβά στον ώμο, έπρεπε να βγει η γυναίκα στην πορτοξλιά να πάρει τ’  αλτσίδια, να πάρει τα σέα ούλα. Κι άμα η γυναίκα δεν έβγαινε… κι όταν έτρωγάμαν κότα, αυτοί έτρωγαν το «σαμάρι», τον «κόπανο» κι εμείς οι γυναίκες και τα παιδιά έτρωγάμαν τς φτερούγες και τα ποδάρια. 25 νομάτοι ήμασταν με τς τσιουμπαναραίοι μαζί». (Γεωργία Βαγγελού, συζ. Αντων. Τσιγάρα).

Η μάνα

Η μάνα! η μάνα ήταν άλλο. Δεν ήταν σαν τον πατέρα που «δεν τον ζύγωναν εύκολα τα παιδιά. Ήταν πάντοτε καλοσυνάτη, προσιτή, με ζεστή αγκαλιά και λόγια γλυκά και τρυφερά. Ήταν το πιο αγαπητό πρόσωπο μέσα στην οικογένεια. Ό,τι ήθελαν τα παιδιά, σ’ αυτήν το ‘λεγαν, απ’ αυτήν το ζητούσαν. Κι αυτή εύρισκε τον τρόπο να μεσολαβήσει στον πατέρα. Έβρισκε τον τρόπο να τον ημερέψει, όταν εκείνος τα αγρίευε. «Άσ’ το παιδί», έλεγε, «μικρό κι άπραγο είναι ακόμα, θα μεγαλώσει και θα μάθει». Πάντοτε «έμπαινε μπροστά» ή κακομοίρα η μάνα.


Η αρρώστια των παιδιών της και τα ξενύχτια πάνω από το προσκέφαλό τους ήταν σχεδόν πάντα δική της δουλειά. Το χαρτζηλίκι των παιδιών δική της δουλειά. «Πάντοτε θα είχε παραμερισμένο ένα δίφραγκο, ένα τάληρο ό,τι». Άμα γύριζε απ’ τα Τρίκαλα τη Δευτέρα, έβγαζε ένα από τα ψώνια απ’ το δισάκι και, όσα τρώγονταν στη στιγμή, τα μοίραζε στα παιδιά με άκρα δικαιοσύνη. Τα προικιά, η αρμάτα της κόρης ήταν ξεχωριστή φροντίδα της. «Το μόρφαινε το σπίτι η μάνα τότε. Άμα έλειπε ξεήσκιωνε ντιπ το σπίτι, τι λες τώρα».


Τις προλάβαινε όλες τις δουλειές αυτή η ηρωίδα, αυτή η δωρική κολώνα τους σπιτιού. Όλες χειμώνα καλοκαίρι κι απ’ το πρωί ως το βράδυ. «Άξια μάνα. Πρωί, πρωί έχει τη ρούγα σκουπισμένη και την κόρη χτενισμένη. Ύστερα να φροντίσει τα πράματα (τα ζώα), να ποτίσει τα λουλούδια, να νιαστεί για το μαέρεμα (μαγείρεμα), για το νανούρισμα των μικρών παιδιών».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας