Τρίτη 8 Μαΐου 2018

Η βράβευση του ποιητή Ηλία Κεφάλα από τον Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Τρικάλων




Στην κατάμεστη, από το φιλότεχνο κοινό των Τρικάλων, αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου, απονεμήθηκε το Βραβείο Φιλίας Τρικάλων στον ποιητής Ηλία Κεφάλα.
Η όμορφη αυτή εκδήλωση πραγματοποιήθηκε το βράδυ της Κυριακής, 6-5-2018 στην αίθουσα «Δημήτρης Καβράκος» του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου «Αθανάσιος Τριγώνης», από τον Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Τρικάλων και υπό την αιγίδα του Δήμου Τρικκαίων.
Την έναρξη της βραδιάς έκανε ο Αντιπρόεδρος του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. (Φιλολογικός Ιστορικός Λογοτεχνικός Σύνδεσμος) Τρικάλων κ. Δημήτριος Κωνσταντινίδης, κάνοντας μια σύντομη αναφορά στο θεσμό του βραβείου φιλίας του συνδέσμου, τονίζοντας ότι πρόκειται για το βραβείο που καθιερώθηκε από το 1986, σε τρικαλινούς δημιουργούς που με το έργο τους τίμησαν και πρόβαλαν την περιοχή των Τρικάλων.
Στη συνέχεια η Πρόεδρος κ. Ναυσικά Μουλά ανέπτυξε την εργογραφία του ποιητή σε ομιλία της με θέμα «Χρώμα χρώματα στα αόρατα όνειρα της αβύσσου».
Ακολούθησε η απονομή του βραβείου Φιλίας 2017 στον Τρικαλινό λογοτέχνη Ηλία Κεφάλα, από την πρώην Πρόεδρο του ΦΙΛΟΣ Τρικάλων κ. Παρασκευή Λάππα-Πουλιανίτη, επί της θητείας της οποίας είχε συμφωνηθεί η απονομή του βραβείου στο τιμώμενο πρόσωπο της βραδιάς.
Μετά τον σύντομο χαιρετισμό από τον τιμώμενο ποιητή Ηλία Κεφάλα, η ορχήστρα του ΔΩΤ απέδωσε με θαυμάσιο και ξεχωριστό τρόπο μελοποιημένα ποιήματα του Ηλία Κεφάλα, σε σύνθεση του μαέστρου του ΔΩΤ Ανδρέα Τσέγα. Τα τραγούδια ερμήνευσαν ο Θωμάς Σιώμος και η Ιφιγένεια Καραγκούνη σε μια εξόχως κορυφαία πολιτιστική βραδιά, την οποία απόλαυσαν πολλοί φιλόμουσοι συμπολίτες που βρέθηκαν στο Πνευματικό Κέντρο Τρικάλων.
Παρακάτω παρουσιάζουμε την αναφορά στο πολυσχιδές έργο του Ηλία Κεφάλα, από την πρόεδρο του Φ.Ι.ΛΟ.Σ., φιλόλογο Ναυσικά Μουλά:

Κυρίες και Κύριοι
Ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος, κριτικός, παραμυθάς, χαρακτηρισμοί που δόθηκαν στον Τρικαλινό Ηλία Κεφάλα, για το εντυπωσιακό και κατά ποσόν και ιδιαιτέρως κατά ποιόν έργο του. Μετά τα τελευταία 37 χρόνια καταξιώθηκε στον λογοτεχνικό χώρο με μια γραπτή προσωπική σφραγίδα ξεκάθαρα sui generis που εξ αρχής απέπνεε ωριμότητα, εστιαζόμενη παντοιοτρόπως στην ανθρώπινη ύπαρξη και ανέπτυξε την ικανότητα της ευέλικτης κίνησης σε πολλά είδη λόγου. Ο ίδιος όμως θεωρεί εαυτόν κατεξοχήν ποιητή. Τον κατατάσσουν στην πρώτη σειρά των σπουδαίων ποιητών της γενιάς του ΄70 και τους πρωτοπόρους του μεταμοντερνισμού. Ο ποιητής Ηλίας Κεφάλας εκλαμβάνει την ποίηση, κατά το μάλλον ως ουσία και κατά το ύφον ως μορφή. Ξεπερνώντας τα πολυγερμένα εκφραστικά μέσα απαιτεί την έκταση του βιώματος, την εξωτερίκευση της μύχιας μνήμης, την ποίηση ζωή και όχι την ποίηση γλώσσα. Πορεύεται οδηγώντας την ποίηση και όχι μεταφερόμενος απ’ αυτή. Ο λιτός αλλά περιεκτικός λόγος, η εικονοκλαστική δύναμή του, ο ενίοτε συγγενικός χαρακτήρας του δεν διαγράφουν μια εύκολη ποίηση, όμως προβάλει ξεκάθαρα μέσα απ’ αυτήν το αβέβαιο και το σχετικό, το ασήμαντο και μικρό της ανθρώπινης ύπαρξης και δράσης μέσα απ’ το αφανές του στίχου.
Ο Ηλίας Κεφάλας ζει στο χωριό Μέλιγος, τη γενέθλια γη που του προσφέρει άφθονα τα ερεθίσματα. Ξεχειλίζει από φύση η ποίησή του, περιγεγραμμένη λεπτομερώς και μέσα σ’ αυτή ο άνθρωπος ίσταται ενώπιος ενωπίω με το πεπρωμένο του. Γεφυρώνοντας το πρόσκαιρο με το διηνεκές, τον χρόνο με το άχρονο, τον χώρο με το άχωρο. Τα βιώματά του στη θεσσαλική φύση γεννούν έναν ποιητικό στοχασμό, έμπλεο στο φως και σκότους φλεγόμενο και υδάτινο απ’ όπου αναδύονται υπαρξιακές και οντολογικές ανησυχίες, επίγειας σύμπλευσης έμβιων και άβιων όντων, έλλογων και άλογων.  Ένας ποιητικός στοχασμός, φιλοσοφικός και προσγειωμένος συνάμα. Με την ποίησή του σμίγει την καθημερινότητα με την αιωνιότητα. Ο κόσμος του Ηλία Κεφάλα δεν είναι κεκλεισμένος, αναπνέει στην απαντοχή με τις φύσεις, πορεύεται καθώς τα στοιχεία της φύσης, ξανανιώνει στην δημιουργία και μελαγχολεί στη φθορά. Πολιτικά και κοινωνικά στίγματα διάσπαρτα σε μια φυσιοκρατική και ανθρωπολογική επιφάνεια διαμορφώνουν μια ποίηση που προσανατολίζει την γλώσσα και τον χαρακτήρα, στις καθολικές αξίες του ανθρώπου, που συμβιώνει αρμονικά με τη φύση.
Στα «Μαστίγια», την πρώτη του ποιητική συλλογή με μια δυνατή γραφή στηλιτεύει την καταβαράθρωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και καταγγέλλει την κοινωνική αδικία δίνοντας στο στίγμα του, πολιτικό και κοινωνικό, την απαρχή της συνθήκης της δημιουργίας. Μέσα σε ένα αχτικό σκηνικό ο άνθρωπος αντιπαλεύει την απομόνωση μέσα στο πλήθος. Την πραγματικότητα μέσα στην ονειρική φαντασία και όλο και επανέρχεται το δίλλημα: Αυτή ή ύπαιθρος. Η λάμψη του ποιήματος αντανακλά τις αγωνίες του όντος πάνω στο διάφανο του νερού, κυρίαρχο μοτίβο στην ποίησή του.
Ο κύκλος της ζωής και του θανάτου. Πόσο συχνά επανέρχεται στην ποίησή του ο θάνατος. Η μεταλλαγή στο απροσδόκητο οριοθετεί τον κόσμο και μέσα εκεί το ποιητικό εγώ συναντά το εσύ, μια συνάντηση προσέγγισης και καθόλου αντιπαλότητας. Το ποίημα έχει χρώμα και ήχο που σηματοδοτούν την προέλευση. 
Ο θεσσαλικός κάμπος. Ο χώρος και ο χρόνος εκπεφρασμένοι από μια γλώσσα ιδιαίτερα καλλιεργημένη αποκαλύπτουν το ποιητικό ύφος, που δουλεύτηκε και μέσα στον υπερρεαλισμό. Στα φύα του νερού εντοπίζεται ένας υπερρεαλιστικός τόπος, όπου μόνο εκεί και μόνο τότε, ο άνθρωπος αναπτύσσει εξωπραγματικές ικανότητες και οι λέξεις παίζουν με τις δικές τους δυνάμεις, όπως πολύ πετυχημένα παρατήρησε ο Θεοδόσης Πιλαρινός.  Οδυσσεύ (Ο –δυς –ευ) η κλητική προσφώνηση (Ο), στρέφετε στο (δυς) δύσχυμος, δυστυχής και κλείνει με το (ευ) εύθυμος, ευτυχής. Η συμφωνική χρήση των επιθέτων τον χαρακτηρίζει προσδίδοντας σ’ αυτό το ιδιαίτερο ύφος την ποίησή του. Το επίθετο δεν είναι κοσμητικό ασκεί μια μεταμορφωτική επίδραση στο ουσιαστικό που συνοδεύει, ώστε να το οδηγεί στην υπέρβαση της πραγματικής ουσίας του, αποκαλύπτοντας άλλες εσώτερες πτυχές.
Με τα τέσσερα εμπεδόκλεια υλικά του σύμπαντος γη, αέρα, νερό, φωτιά, ο Ηλίας Κεφάλας δημιουργεί τον δικό του ποιητικό κόσμο και κρύβει μέσα του έμβια και άβια όντα, ζωγραφίζοντας έτσι θαυμάσιες εικόνες του θεσσαλικού κάμπου. Οπτικές, με τα ζώα και τα πουλιά, τα φυτά και τα δέντρα. Ηχητικές, με τα θροΐσματα των φύλλων τα κελαρύσματα των νερών, τα τιτιβίσματα των πουλιών. Οσφρητικές, με μυρουδιές βγαλμένες απ’ τη μνήμη και αναβιωμένες. Ο αέρας εδώ δεν καθαίρει απλώς, ανανεώνει την επικοινωνία των όντων του δάσους, που κι αυτό είναι αρχετυπικό στοιχείο στην ποίησή του.  Ειρήνια και εναγώνια αναδύεται η φροντίδα του ποιητή να μην αποκοπεί. Σκοτεινή μαγνητική έλξη κρατάει τον ποιητή στον θεσσαλικό κάμπο και ενισχύει την καρτερικότητά τους και εκείνο του θανάτου το αναπόφευκτο, όπου η ίδια η ζωή σε οδηγεί.
Το 1992, το Έρημο λυκόφως τιμήθηκε με το βραβείο Νικηφόρου Βρετάκου. Το γιαπωνέζικο χαικού, με την ποιητική μαεστρία του Ηλία Κεφάλα, εμβαπτίζεται στην μνήμη του και βγαίνει μελαγχολικό, αλλά στοχαστικό, όπως μαρτυράει η λιτή δομή του. Εδώ τα επίθετα είναι λιγοστά κι ανέκφραστα. Δομή στηριγμένη στα ουσιαστικά μάλλον και τα ρήματα που σκηνογραφούν επιβλητικά και αποφέρουν μια λεκτική διάδραση, χωρίς όμως ποτέ να ξεπερνά το μέτρο. Τα ποιήματά του συνείρονται με τα αρχαιοελληνικά επιγράμματα, είναι ουσιωδώς περιεκτικά και συνάμα άρτια τεχνητά. Δεν θορυβούν, ίστανται αξιοπρεπέστατα και ελαφρώς θλιμμένα. Η μοναξιά, ο χρόνος, η γλώσσα συμπλέκονται μέσα στα ποιήματά του. Οι λέξεις επιλεγμένες προσεκτικά μέσα από τον κόσμο του, κάνουν την περιστασιακή μοναξιά, προϊόντος του χρόνου που βαραίνει αμείλικτος στον άνθρωπο, να οδηγείται ολοταχώς και απαρεγκλίτως στην αιώνια μοναξιά. Η συνεχής προσμονή της άνοιξης η αναποφάσιστη μετεώρισή του πάνω στη ζωή και το θάνατο απάγουν την ποιητική του σκέψη και η παλάντζα γέρνει προς τη φθορά, απαυγάζοντας μελαγχολία μεν, όχι όμως να καθιστά την ποίησή του φύση θάνατου. Τον αποκάλεσαν ποιητή του ρυθμού, ενώ γράφει σε ελεύθερο στίχο. Ο αφηγηματικός ρυθμός δίνει, στον λόγο για την αβεβαιότητα, ονειρικό περιβάλλον, μαγικές δυνάμεις που επικοινωνούν το φθαρτό της αβεβαιότητας με το άφθαρτο του θανάτου και αναζωογονούν τον ποιητή αφού προέρχονται απ’ τη θεσσαλική φύση.
Η άβυσσος ανεξιχνίαστη και ατέρμονη. Η φύση, φθαρτή - άφθαρτη, στο μέρος και στο όλον αντίστοιχα, αναγεννώμενη σε μια κυκλική πορεία. Τα στοιχεία της, τα δέντρα, τα βουνά, ο αέρας, το νερό, το λυκαυγές και το λυκόφως, ποιητικές οντότητες και ο άνθρωπος, το μόνο έλλογο, βιώνει τη θετική αναγέννηση, ατενίζοντας τη φθορά του μέσα από ενίοτε υπαρξιακές ανησυχίες, τα μνήστρα της Αβύσσου. Έτσι ο ποιητής τείνει να ενωθεί με την άβυσσο, με όχημα τον θάνατο πάντα απόντα σε αυτά τα ποιήματα, που απλώς θα κλείσει τον κύκλο της ζωής. Δεν είναι ο θάνατος το τέλος, είναι η ώθηση για τον εναγκαλισμό με το άπειρο, το εισιτήριο της μεταρσίωσης εις το διηνεκές, αλλά δεν είναι και εύκολος. Είπαν πως ο Ηλίας Κεφάλας ζει την ποίηση των απλών πραγμάτων και ζωγραφίζει με λέξεις υπέροχες εικόνες.
Στα 134 νεότερα χαικού η μελαγχολική διάθεση, η αίσθηση της ερήμωσης, της μοναξιάς, όχι όμως και του φόβου ή της αγωνίας που συνήθως τα φυλλοδέρνει, είναι διάχυτα και παλεύουν να χτίσουν έναν συναισθηματικό διάλογο με τον αναγνώστη. Με απλές καθημερινές λέξεις, που νοηματοδοτούνται από τη ρίζα τους, για μια ακόμη φορά ζωγραφίζει εικόνες ζωντανές, που σε καταλαμβάνουν, σε απορροφούν, σε εντάσσουν μέσα τους. Εικόνες με χρώμα ξεκάθαρο, ενίοτε λαμπρό, που σου αφήνουν μια αίσθηση γλυκιάς ηρεμίας. Τα χαικού του Ηλία Κεφάλα, η Κριτική τα χαρακτήρισε ιμπρεσιονιστικούς πίνακες με πλούσια χρώματα σαν του Ματίς. Με τις εικόνες του δεν συλλαμβάνει τη μοναδική στιγμή, αλλά εκφράζει την επαναλαμβανόμενη στιγμή και το καταφέρνει να εσοδέψει τα απέραντα χωράφια του θεσσαλικού κάμπου. Σε λιτά και απέριττα καλλιεργημένα τρίπτυχα στέκεται όρθιος και αταλάντευτος, ακροβατώντας από το πρώτο γράμμα ως το τελευταίο, πάνω στη λεπτή σχεδόν αόρατη κλωστή του κανονιστικού σχήματος των χαικού, που σχεδόν σου κόβεται η ανάσα.
Ο Ηλίας Κεφάλας πήρε το Γιαπωνέζικο χαικού και με τον ποιητικό του χρωστήρα, το σιωπητήριο του χιονιού, το πολιτογράφησε θεσσαλικό, Τρικαλινό, έμπλεο Μέλιγου.
Η ποίηση ορίζει την ποίηση και είναι η κινητήρια λειτουργία, ανασύρει το χώρο, τον ενδύει ξανά με τα χρώματα του θεσσαλικού κάμπου, τον στολίζει με λεπτές αποχρώσεις συναισθήματος ή πάλι του δίνει τη δύναμη της αλληγορίας και άλλοτε η ματαιότητα ασφαλίζεται από αναλαμπές της αιωνιότητας, μέσα σε μικρά πυγμιαία θαύματα στη φύση, στην ψυχή, στο πνεύμα, στο σώμα. Έτσι η φιλοσοφική του διάθεση, ο προσεγμένος, λιτός κι απέριττος αλλά ουσιαστικός λόγος του εικονοποιεί εκπληκτικά το απόσταγμα μιας βαθιάς καλοδουλεμένης σκέψης και το δέντρο που έγνεθε τη βροχή και τραγουδούσε, ορίζει την ποίηση.
Πολύχρωμα τα λιλιπούτια τρυφερά, δροσερά, ανάλαφρα, μελαγχολικά, από την απώλεια της ζωής που επιστρέφει στο χώμα φυσιολογικά κλείνοντας τον κύκλο. Το κατανοεί ο ποιητής. Μικρά ποιήματα σε δίγλωσση εμφάνιση ελληνική – Γαλλική με πλήρες νόημα. Θέλει βαθύ και πηγαίο ταλέντο να κλείσεις την ψυχή σου σε λίγες γραμμές χωρίς να ασφυκτιά, να περιχαρακώσεις με λίγες λέξεις το συναίσθημα και την αγωνία, αφήνοντάς τα να ξεπηδάνε μέσα από δυνατές εικόνες. Είναι αποσπάσματα σύνολα. Αποσπάσματα μιας ενιαίας συγκροτημένης σκέψης, του ποιητή και σύνολα που στέκονται μόνα τους αυτονοηματοδοτούνται και ερεθίζουν οπτικά, ακουστικά, νοητικά, αφήνοντας τον αναγνώστη να δει τις δικές του στιγμές μέσα από τις στιγμές του ποιητικού υποκειμένου. Εδώ ο ποιητής αφουγκράζεται τη φύση που του μιλάει με τα στοιχεία της, και με κάθε τρόπο και κάθε στιγμή δεν τον αφήνει να ξεχάσει ότι η στιγμή είναι το παν. Είναι η ουσία, ή αλήθεια, ότι οι μικρές στιγμές κάνουν τον κόσμο μας Μέγα. Η θεσσαλική φύση τον αναζωογονεί, αλλά την αντιμετωπίζει με μελαγχολία και θλίψη, για τη φθορά που επέρχεται. Όμως καμία απελπισία, καμία μεμψιμοιρία δεν βαραίνει το στίχο. Αντιθέτως, με θετική αθωότητα και έκσταση, αντιμετωπίζει το υπερφυσικό και το μακάβριο. Με θαυμασμό και έκπληξη αναφωνεί μπροστά στα μικρά θαύματα της φύσης. Με όχημα τη φαντασία τρέχει στα απέραντα χωράφια και με κάθε τρόπο στέλνει το μήνυμα της μέθεξης στα ουσιώδη ελάχιστα.
Στην τελευταία του ποιητική συλλογή, «Λεζάντες για τα αόρατα» ο ποιητής, ζώντας πια στη γενέθλια γη, αποπνέει λυρισμό ευτυχίας, συνδιαλεγόμενος με την φύση και τα στοιχεία της και από αυτή τη συνομιλία νοιώθει υπέρτερος έναντι όσων αναζητούν την ευτυχία, εν τη συναλλαγματική προ τους ανθρώπους στις καθημερινές τους αγχώδεις δράσεις.
Ο Ηλίας Κεφάλας υπηρετεί το ίδιο λιτά την ποίηση όπως και την πεζογραφία. Η γη με ότι κουβαλάει επάνω της και ότι κρύβει μέσα της, το νερό σε κάθε του μορφή: βροχή, ποτάμι, χιόνι. Η ζωή των φυτών των δέντρων, των λουλουδιών επηρεάζουν διαφορετικά την έμπνευσή του στην πεζογραφία απ’ ότι στην ποίηση.
Τρία μικρά διηγήματα και μια νουβέλα ακτινοβολούν την λάμψη του βεγγαλικού καλοκαιρού, που σε τυφλώνει και εμφανίζει μπροστά σου μεσημβρινά δαιμόνια, που διαπερνούν το εις πεπτικό ιδεολογικό και στροβιλίζονται στο όνειρο ως οπτασίες υπερφυσικές. Με την πρώτη του συλλογή πεζογραφημάτων, χαρακτηρίστηκε σπουδαίος ποιητικός αφηγητής και συνάμα αφηγηματικός ποιητής.
Ο Παναγιώτης Χατζηγάκης, στα «Θαύματα της ερημιάς» διαπιστώνει πως, ο Ηλίας Κεφάλας ακόμα και όταν εκφράζεται σε πεζό λόγο, πάλι την ποίηση υπηρετεί. Η μνήμη με τη φαντασία διαπλέκονται και επικάθονται πάνω στο στέρεο έδαφος των επιλεγμένων λέξεων και της καλοδουλεμένης έκφρασης και όλα αυτά προβάλλουν σαν ονειροφαντασίες. Όχι επίπλαστες και αίολες αφού αναδύονται από γνήσια ποιητική ψυχή. Η μνήμη διατρέχει το χρόνο και η ύλη εξαϋλώνετε στον κόσμο του ονείρου. Το αφήγημά του κρύβει κάτι από την ψυχή του. Ο θάνατος και εδώ παρόν, αλλά ως μια εσώτερη ανάγκη επικοινωνίας με το αγαπημένο πρόσωπο, που έφυγε και ξανά ζει ονειρικά, για να συνομιλήσει με αυτούς που έμειναν πίσω. Η μνήμη παρούσα, πηκτική, θυμάται, εσχατολογεί, απορεί, αναζητά την αλήθεια. Η μνήμη μεταμορφώνει τη σιωπή σε λόγο απλό, στοιχειώνει στα όνειρα.
Με ζωντανούς διαλόγους με ιδιαίτερα καλλιεργημένο και υπαινικτικό λόγο, ενίοτε ερωτηματικό που προσμένει την απάντηση, το ομώνυμο βιβλίο, «Χώμα χώματα» να αντιμετωπίζει τον θάνατο ως διαφορετικό βίωμα, ως επιστροφή του ειδικού χώματος εκεί απ’ όπου προήλθε, στη γη, στο χώμα, στα χώματα. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα νοσταλγίας, ονείρου. Η κριτική είδε εμπρός της διαβασμένη την ποίηση, το δοκίμιο και την πεζογραφία με τις ιστορίες νουάρ, επιστημονικής φαντασίας και τρόμου, κάτι μεταξύ Έντγκαρ Άλλαν Πόε και Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, έγραψαν.
Ο συγγραφέας, Ηλίας Κεφάλας στην ωριμότητά του εστιάζει στην πόλη που γεννήθηκε, τα Τρίκαλα.  Αυτοβιογραφείται για τα χρόνια 1951 έως 1969 και εδώ δουλεύει μήνες. Ο τόπος είναι τα Τρίκαλα. Ο χρόνος όμως γυρνάει πίσω στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια και αποκαλύπτει, πως έγινε συγγραφέας. Συμπλέκει τα βιώματά του με τη ζωή της πόλης μας και με το στοχαστικό και εικονοκλαστικό του λόγο αρχίζει η περιπλάνηση στη φύση, στις αγροτικές εργασίες, στην πόλη, στους ανθρώπους της, μέσα από χρώματα και ήχους μιας άλλης εποχής, υπό το πρίσμα όμως της διαμορφωμένης από την απόσταση του χρόνου. «Ένα σημείωμα καταβυθίσεων στην μνήμη» χαρακτηρίζει το έργο αυτό ο συγγραφέας.
Και ο λόγος για την ποίηση συνεχίζεται στο δοκιμιακό έργο του, «Χαμένο ποίημα».
Η ποίηση είναι πανταχού παρούσα. Η ίδια η ζωή είναι ποίηση. Ευφράδεια προς ποίηση, διόγκωση προς ποίηση και οι στίχοι και ως όλον και ως μέρος αποτελεί το σκηνικό όπου γεννιέται η ποίησή του. Ο κριτικός του λόγος χαρακτηρίστηκε διεκδικητικός και τραχυλός και οι επισημάνσεις του, οξείες και καίριες σε εκατοντάδες βιβλία. Ο ίδιος εισηγήθηκε τον όρο «ιδιωτικό όραμα» θέλοντας να ονοματίσει τη γενιά των τύπων του, που τους χαρακτηρίζει η αυτοπροστασία και η μη κοινή συμπόρευση. Με τον δοκιμιακό λόγο και η «Κυριακή των ποιητών». Σε ένα στοχαστικό δοκίμιο πραγματεύεται τη λειτουργία της Κυριακής στην ποίηση και την απαισιόδοξη κατά βάση οπτική γωνία απ’ την οποία αυτή θεάται απ’ τους τεχνίτες του λόγου.
Εύκολα κινείται όμως και στο χώρο της αισθητικής, όπου μέσα από τα παράθυρα ονείρου επιχειρεί βαθύτερες διερευνήσεις και ερμηνευτικές προσεγγίσεις, με κέντρο την εικαστική τέχνη της ζωγράφου Μαρίας Χατζηγάκη.
Αναφέρθηκε στην αρχή ότι ο Ηλίας Κεφάλας είναι Παραμυθάς. Πράγματι με τα πέντε παιδικά του βιβλία, θητεύει και στην παιδική λογοτεχνία. Οι ήχοι απ’ τη μαγική τρομπέτα, το αχόρταγο λαίμαργο γουρουνάκι, η γλυκιά ευωδία που αναδύουν οι  ανθισμένες καρδούλες, η επιμονή της ιστορίας που δεν πρέπει να ξαναπούν και τα τραγούδια του μικρού πρίγκιπα, όλα αποκτούν υπόσταση μαγική, με χαρούμενους ρυθμούς, με στίχους που αναπάντεχα ομοιοκαταληκτούν, με λέξεις που ακούγονται τον ίδιο και ξαφνιάζουν με τη διαφορετική σημασία τους και εκείνες που κλείνουν μέσα τους πολλές σημασίες. Με χιούμορ που πηγάζει από απίθανες πηγές και όλα αυτά σκορπίζουν χαρά και γέλιο σε μικρά και μεγάλα παιδιά.
Κυρίες και κύριοι ο Ηλίας Κεφάλας, ποιητής της γενιάς του ΄70 και θεράπον και της λογοτεχνίας, της εντοπιότητας αποκαλύπτει με το έργο του το βαθύ δέσιμο με τον τόπο. Η χτίση σε εγρήγορση και ο άνθρωπος εκεί, να παρακολουθεί, να συνομιλεί, να θλίβεται και να χαίρετε. Να αγωνιά και να απορεί, να ακούει, να αγγίζει, να αισθάνεται και να μη ξεφεύγει απ’ το μέτρο. Να χρωματίζει πολύχρωμη τη μουντή και άχρωμη καθημερινότητα, να αποκηρύσσει το μάταιο στις μικρές όμορφες στιγμές και να αντικρίζει την αιωνιότητα στην απόλαυση της στιγμής. Ο ίδιος ο ποιητής ομολογεί ότι είναι αναλφάβητος μπροστά στα μυστήρια της φύσης και της ανθρώπινης ψυχής.

Σημείωση: Επειδή η ομιλία προέκυψε από απομαγνητοφώνηση ζητούμε την κατανόησή σας για τυχόν λάθη.

1 σχόλιο:

επικοινωνιστε μαζι μας