Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

Το καλαμπόκι

Του Ευαγγέλου Στάθη φιλολόγου

Στο όργωμα και στη σπορά του καλαμποκιού δε θα αναφερθούμε, αφού ισχύουν περίπου και ανάλογα τα όσα γράψαμε για το στάρι. Ούτε στο φύτρωμα, το άρεμα και το πότισμα, γιατί τα ίδια σχεδόν ισχύουν και σήμερα. Θα αναφερθούμε στο μάζωμα του καλαμποκιού που ήταν μια διαδικασία επίπονη και χρονοβόρα, καθώς και στο ρομαντικό ξεφλούδισμα και σε κάποιες άλλες λεπτομέρειες.
Δείγμα ότι το καλαμπόκι έγινε για σπάσιμο, για μάζωμα, αποτελούσαν το στάχυ, τα φύλλα και βεβαίως η ρόκα. Το στάχυ τίναζε εντελώς τη γύρη του και άρχιζε να ξεραίνεται, να γίνεται «ζιουζιούνι». Τα φύλλα της καλαμποκιάς της ρόκας (τα ροκόφυλλα ή μπουκόφυλλα) έπαιρναν ένα ασπριδερό χρώμα και ο τσιαμπάς (το μουστάκι) της άρχιζε να ξεραίνεται και να τρίβεται.

Τώρα το καλαμπόκι είναι έτοιμο για μάζωμα. Έσπασαν τα πρώτα τα φύλλα. Φύλλα λέγανε το μίσχο, το στέλεχος του φυτού από το σημείο της τελευταίας ρόκας και πάνω. Σε κείνο το σημείο υπάρχει ένας κόμπος και κει ακριβώς σπάζεται το φύλλο, κάνοντας ένα κρατς!


Τα φύλλα τα έκαναν δεμάτια, τα έδεναν με ένα ευλύγιστο φυτό, όπως ήταν η βούλιαρη, ή η αγριοβαμπακιά (απαλούτσικο) ή κάποια άλλα φυτά που τα λέγανε γενικώς ζιουζιούνια. Επίσης τα έδεναν με βέργες από ευλύγιστο θάμνο, όπως είναι η αραποϊτιά.

Φόρτωναν τα δεμάτια στο κάρο και τα κουβαλούσαν στον αχυρώνα. Εκεί, ή τα αποθηκεύανε σε στοίβες ή τα στρώνανε στα ματέρια σε παχύ στρώμα. Μ’ αυτόν τον τρόπο γινόταν ένα φάτνωμα, ένα ταβάνωμα που δημιουργούσε ζέστη για τα ζώα, το χειμώνα, και μια σχετική δροσιά, λίγο μποέτι, το καλοκαίρι. Ύστερα έκοβαν τα άλλα τα φύλλα, τα κάτω από τη ρόκα, αυτά τα λέγανε πατώφυλλα. Τα πατώφυλλα ήταν πιο χλωρά, πράσινα και τρυφερά και αποτελούσαν πολύ καλή τροφή για το βοοειδή.
Το φυτό τώρα, γυμνωμένο από τα φύλλα, ξεραίνεται περισσότερο και γρηγορότερα, ξεραίνεται και το κοτσιάνι της ρόκας για να σπάσει πιο εύκολα. Κι ύστερα αρχίζει το σπάσιμο του καλαμποκιού, το μάζωμα, μια δουλειά δε θα λέγαμε ιδιαίτερα δύσκολη και κουραστική. Αν τύχαινε να έχεις μεγάλη παρέα, να φυσάει και λίγο κάνα αεράκι, να παίρνεις και κάνα τραγούδι, έ, τότε γινόταν μάλλον παιχνίδι και διασκέδαση η δουλειά. «Έπαιρνε μπροστά η παρέα μια εξάρα ή μια σποριά, ανάλογα τα άτομα που είχε, και κατακράπ! Κατακράπ! Έσπαζαν ασταμάτητα τις ρόκες. Τις έπαζαν και τις έκαναν σωρούδα για να περάσει το κάρο να τις φορτώσουν. Από μπροστά από το κάρο, από πίσω και από τις παραπέτες έπεφταν βροχή οι ρόκες. Και προχωρούσε το κάρο και προσπαθούσαν οι αγελάδες ν’ αρπάξουν καμιά ρόκα και φώναζε ο γεωργός: Ώου! Ώου! Ψοφίμι!»


Το κάρο είναι φορτωμένο και έτοιμο για το σπίτι να ξεφορτωθεί στη ρούγα του σπιτιού. Καρ! καρ! καρ! Το σέρνουν αργοκίνητα οι αγελάδες απ’ το πολύ το βάρος. Ο καροτσέρης κάθεται στον αρμό του κάρου, «φκεντράει» λίγο τις γελάδες και συνοδεύει τον αργόσυρτο ρυθμό του κάρου με το δικό του τραγούδι: «που έχεις πάντα συννεφιά, συννεφιά, Χριστέ και Πα- Χριστέ και Παναγιά μου». Ύστερα το άλλο κάρο, η άλλη στράτα κι όταν τελειώσουν όλες οι στράτες το καλαμπόκι συγκεντρώνεται όλο στη ρούγα, έτοιμο για ξεφλούδισμα.


Τώρα η «καλαμπκιά», λέμε και έτσι ό,τι επέμεινε στο χωράφι, παραδίνεται στα ζώα. Θεωρείται η καλύτερη «αμαλαϊά», η καλύτερη βοσκή. Οι αγελάδες θα φαν τα μπουκόφυλλα, τα «ρουγκλιά», καμιά ξεχασμένη ρόκα. Αλλά και η πράσινη τροφή: βλήτα, μουχρίτσα, μαγκρίτσα, αγριάδα, κύπερη. Προσοχή όμως στη βούλιαρη. Και τα πρόβατα θα φαν τα μικρότερα χόρτα, τα στρωτά, που δεν τα πιάνουν τα γελάδια. Το ξεσπυρισμένο καλαμπόκι, εκείνο που είναι σκόρπιο και κρυμμένο στο χώμα και στα χόρτα, θα το φαν τα κοπάδια από γαλοπούλες ή άλλα πετούμενα πουλιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας