Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2026

Ο μύθος της Χανντέ και της φωνής που έσωσε την Κόπραινα (Αύρα)

 Του Δημήτρη Τσιγάρα

Τα παλιά τα χρόνια, στην Κόπραινα, ένα χωριό της θεσσαλικής γης, που σήμερα λέγεται Αύρα, υψωνόταν στη μέση του τόπου μια μεγάλη πέτρινη Κούλια.

Ήταν το αρχοντικό του Νταΐλάν-Αγά, ενός πλούσιου Τούρκου άρχοντα που κατοικούσε στα Τρίκαλα, μα συχνά κατέβαινε στην Κόπραινα, όπου είχε την εξοχική του κατοικία.

Η Κούλια ήταν χτισμένη σαν κάστρο, με χοντρούς τοίχους, βαριές ξύλινες πόρτες και μικρά παράθυρα που αγνάντευαν τα σπίτια και τα χωράφια του χωριού.

Μα περισσότερο κι από την Κούλια, οι χωριανοί θαύμαζαν το βαθύ πηγάδι της αυλής. Ήταν χτισμένο με καλοπελεκημένη πέτρα και το νερό του ανάβλυζε καθαρό και παγωμένο, σαν να ερχόταν από τα σπλάχνα της γης.

Από εκείνο το πηγάδι έπαιρνε νερό όλο το χωριό.

Κι έτσι, όσο κι αν η Κούλια ήταν του Αγά, το πηγάδι ήταν σαν να ανήκε σε όλους.

Ο Νταΐλάν-Αγάς είχε πλούτη, χωράφια, ζώα και ανθρώπους στη δούλεψή του. Μα ένα πράγμα δεν μπορούσε να αγοράσει με όλο του το χρυσάφι: τη χαρά της καρδιάς του.

Είχε μια μοναχοκόρη, τη Χανντέ, που είχε γεννηθεί κωφάλαλη. Δεν είχε ακούσει ποτέ τη φωνή της μάνας της, το κελάηδημα των πουλιών ούτε το θρόισμα των φύλλων. Και δεν είχε προφέρει ποτέ της ούτε μία λέξη.

Ο πατέρας της είχε κάνει τα πάντα για να τη θεραπεύσει. Την είχε πάει σε γιατρούς από τα Τρίκαλα, την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη. Είχε φέρει πρακτικούς, βοτανολόγους και γυναίκες που γνώριζαν παλιά γιατροσόφια. Μα τίποτε δεν άλλαξε.

Κάθε βράδυ ο Νταΐλάν-Αγάς στεκόταν στο παράθυρο της Κούλιας και κοιτούσε τα σκοτεινά χωράφια.

«Τι τα θέλω όλα τα πλούτη του κόσμου», έλεγε, «αν δεν μπορώ να ακούσω τη φωνή του παιδιού μου;»

Ώσπου μια μέρα έφτασε στ' αυτιά του η φήμη για τον παππά-Παναγιώτη Παρασκευά, τον ιερέα της Κόπραινας. Ήταν άνθρωπος απλός, μα τον θεωρούσαν σοφό και βαθιά πιστό.

Ο Νταΐλάν-Αγάς τού μίλησε για την κόρη του.

Ο παπάς τον άκουσε σιωπηλός και ύστερα είπε:

«Μην απελπίζεσαι, Αγά. Ο Θεός ανοίγει δρόμους εκεί όπου ο άνθρωπος βλέπει μόνο τοίχους. Θα προσπαθήσω».

Κι επειδή ο παππά-Παναγιώτης, όταν έδινε τον λόγο του, τον κρατούσε, άρχισε να συλλογιέται πώς θα βοηθούσε το κορίτσι.

Μια κρύα μέρα πήρε τη Χανντέ και την οδήγησε στην παλιά εκκλησία του χωριού. Ο ναός ήταν ήσυχος, γεμάτος λιβάνι και υγρασία. Στο βάθος βρισκόταν η παλιά κολυμπήθρα, γεμάτη παγωμένο νερό από το πηγάδι.

Κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς είχε στο μυαλό του ο παπάς εκείνη τη στιγμή.

Ξαφνικά πήρε τη Χανντέ και τη βούτηξε στο κρύο νερό.

Το κορίτσι συγκλονίστηκε.

Και τότε συνέβη το αναπάντεχο.

Από το στήθος της ξέφυγε μια κραυγή. Μια πρώτη, δυνατή κραυγή, που έσκισε τη σιωπή τόσων χρόνων.

Η Χανντέ φώναξε.

Και μαζί με εκείνη την κραυγή ήταν σαν να ξυπνούσε ένας ολόκληρος κόσμος μέσα της.

Η φωνή είχε βρεθεί.

Όταν ο Νταΐλάν-Αγάς έμαθε το νέο, δεν πίστευε στα αυτιά του. Εκείνο το βράδυ, για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια, η Κούλια γέμισε γέλια.

Η Χανντέ μιλούσε.

Και λένε πως από εκείνη τη μέρα η Χανντέ ασπάστηκε τη χριστιανική πίστη. Μα μαζί με την κόρη του άλλαξε και ο πατέρας της.

Ο Νταΐλάν-Αγάς άρχισε να βλέπει διαφορετικά τους ανθρώπους της Κόπραινας. Δεν τους έβλεπε πια μόνο ως κολλήγους του, αλλά ως ανθρώπους που είχαν μοιραστεί μαζί του τη μεγάλη χαρά της ζωής του.

Και θέλησε να ανταποδώσει το καλό.

Παραχώρησε οικόπεδο για να χτιστεί η νέα εκκλησία του Αγίου Αθανασίου. Έκτισε ακόμη τρεις μεγάλες σύρτες, τρεις σειρές από σπίτια για τους ανθρώπους του, και παραχώρησε μικρές εκτάσεις γης, άλλες δωρεάν και άλλες με μικρό τίμημα, για σπίτια, κήπους, αλώνια, αμπέλια και μαντριά.

Έτσι οι άνθρωποί του μπορούσαν να δουλεύουν τη γη και να ζουν καλύτερα.

«Τον Αγά δεν τον φοβόμαστε πια», έλεγαν στην Κόπραινα. «Η καρδιά του μαλάκωσε από τη φωνή της Χανντέ».

Και για χρόνια το χωριό έζησε ήσυχα.

Ώσπου μια μέρα έφτασαν στην Κόπραινα ληστές.

Ήρθαν ξαφνικά, με άλογα, φωνές και πυροβολισμούς. Οι κάτοικοι έτρεξαν να κρυφτούν. Γυναίκες, παιδιά, γέροντες και άντρες κλείστηκαν στον Άγιο Αθανάσιο. Οι βαριές πόρτες έκλεισαν πίσω τους.

Έξω οι ληστές λεηλατούσαν το χωριό. Έσπαγαν πόρτες, άρπαζαν ζώα και έβαζαν φωτιές.

Μέσα στην εκκλησία ο φόβος είχε γίνει βουβός.

Και τότε η Χανντέ θυμήθηκε την πρώτη εκείνη κραυγή της.

Πλησίασε την πόρτα και κοίταξε από μια χαραμάδα.

Είδε τους ληστές, τα άλογα και τις φωτιές.

Πήρε βαθιά ανάσα και φώναξε:

«Βαστάτε, χωριανοί! Έρχεται απόσπασμα!»

Οι άνθρωποι γύρισαν και την κοίταξαν.

Κανένα απόσπασμα δεν ερχόταν.

Η Χανντέ όμως συνέχισε:

«Έρχονται πολλοί! Κρατήστε γερά!»

Έξω οι ληστές σταμάτησαν.

Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Ένας έτρεξε προς τον δρόμο. Άλλος ανέβηκε σε ύψωμα για να κοιτάξει μακριά.

Τότε ακούστηκε ξανά η φωνή της:

«Φτάσανε! Είναι κοντά!»

Ο φόβος μπήκε στις καρδιές των ληστών.

Άρπαξαν τα όπλα τους, ανέβηκαν στα άλογα και άρχισαν να φεύγουν βιαστικά. Έφυγαν όπως είχαν έρθει, μόνο που τώρα η ορμή τους είχε γίνει πανικός.

Η μπλόφα της Χανντέ είχε πετύχει.

Το πλιάτσικο είχε κρατήσει πέντε ώρες. Πέντε ώρες φωτιάς, τρόμου και αγωνίας. Πέντε άνθρωποι όμως είχαν χαθεί, εφτά σπίτια είχαν καεί και σαράντα γελάδια είχαν αρπαχτεί από τους ληστές.

Μα η Κόπραινα είχε σωθεί.

Όταν άνοιξαν οι πόρτες του Αγίου Αθανασίου, οι χωριανοί βγήκαν αργά και κοίταξαν γύρω τους σαν να ξυπνούσαν από εφιάλτη.

Ύστερα όλοι στράφηκαν στη Χανντέ.

Ο παππά-Παναγιώτης την πλησίασε και της είπε:

«Βλέπεις, κόρη μου; Ο Θεός σου έδωσε τη φωνή σου για να τη χρησιμοποιήσεις όταν θα τη χρειαστούν οι άλλοι».

Και λένε πως από τότε οι άνθρωποι της Κόπραινας πίστευαν πως η φωνή της Χανντέ δεν ήταν πια μόνο δική της.

Ήταν η φωνή που κάποτε έσπασε τη σιωπή.

Και ύστερα έγινε η φωνή που έσπασε τον φόβο.

Για πολλά χρόνια, μέχρι την κατεδάφιση της παλιάς εκκλησίας του Αγίου Αθανασίου, πάνω στις πόρτες της φαίνονταν τα σημάδια από τις σφαίρες των ληστών. Οι παλιοί τα έδειχναν στα παιδιά τους και τους διηγούνταν την ιστορία.

Και όταν περνούσαν από την Κούλια, θυμούνταν το βαθύ πηγάδι.

Γιατί έλεγαν πως τρία πράγματα κράτησαν ζωντανή την Κόπραινα εκείνα τα χρόνια: το νερό του πηγαδιού, η πίστη του παππά-Παναγιώτη και η φωνή της Χανντέ.

Κι έτσι ο θρύλος πέρασε από γενιά σε γενιά.

Πως κάποτε, στην Κόπραινα, μια άλαλη κόρη βρήκε τη φωνή της μέσα σε μια κολυμπήθρα με παγωμένο νερό.

Και χρόνια αργότερα, η ίδια εκείνη φωνή στάθηκε απέναντι στους ληστές και τους έκανε να φύγουν κυνηγημένοι από έναν στρατό που δεν υπήρχε.

Κανείς δεν ξέρει αν εκείνη τη νύχτα ακούστηκε πράγματι καλπασμός στον δρόμο. Κανείς δεν ξέρει αν κάποιος από τους ληστές είδε μέσα στο σκοτάδι σκιές ανθρώπων που δεν υπήρχαν.

Οι παλιοί όμως έλεγαν πως, όταν η ανάγκη σμίξει με την πίστη, ακόμη και μια μικρή φωνή μπορεί να γίνει μεγάλη σαν καμπάνα.

Κι όταν φυσά δυνατός βοριάς πάνω από την Κόπραινα, κάποιοι λένε πως, αν σταθείς και αφουγκραστείς καλά, μπορεί ακόμη να ακούσεις μέσα στη νύχτα μια μακρινή γυναικεία φωνή:

«Βαστάτε, χωριανοί! Έρχεται απόσπασμα!»

Και τότε ο αέρας περνά ανάμεσα από τις παλιές πέτρες και μοιάζει σαν να απαντά:

«Η Κόπραινα σώθηκε…»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας