Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Το πρώτο της ζωής μου ταξίδι - Του Δημήτρη Τσιγάρα - ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΟΣ

Απόσπασμα διηγήματος 

…Το πανηγύρι έφτανε στο τέλος του. Ο πατέρας πήγε να ζέψει πάλι το κάρο κι όλη η οικογένεια ετοιμάστηκε για την επιστροφή στο χωριό φορτωμένοι με τις καλύτερες εντυπώσεις.

Εγώ ζήτησα την άδεια από τον πατέρα μου, να μ’ αφήσει να επιστρέψω στο χωριό με τον παππού. «Ρώτησέ τον», μου είπε «κι αν σε δέχεται, να πας».

Έτσι και έγινε. Ο παππούς δέχθηκε μετά χαράς να με πάρει μαζί του και τώρα θα επέστρεφα στο χωριό με το γαϊδουράκι του.

Το κάρο του πατέρα μου, μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια, ξεκίνησε για την επιστροφή στο χωριό.

Ταυτόχρονα κι ο παππούς, σαμάρωσε το γαϊδουράκι, έριξε επάνω τη κουβέρτα, φόρτωσε εμένα πισωκάπουλα, καβάλησε κι αυτός το τετράποδο και ξεκινήσαμε το δρόμο της επιστροφής όλο χαρά και ικανοποίηση, διατηρώντας τις καλύτερες εικόνες και αναμνήσεις απ’ τη γιορτή.

Το αργό και υπομονετικό γαϊδουράκι ξεκίνησε την πορεία του στον χωματόδρομο μόνο του, καθώς την είχε ξανακάνει κι άλλες φορές και τη γνώριζε.

Γύρισα και κοίταξα για τελευταία φορά το ξωκλήσι της Παναγίας, το αποχαιρέτησα και αφοσιώθηκα στην ενδιαφέρουσα καβάλα του τετράποδου. Είχα αφεθεί πάνω στα καπούλια του και λικνιζόμουν με το ρυθμικό βηματισμό του. Το γαϊδουράκι προχωρούσε ανάμεσα στις ροδοσιές, που είχαν χαράξει τα κάρα στο χωματένιο δρόμο. Κοίταζα κάτω το έδαφος με ένα απλανές βλέμμα, εστίαζα στο χώμα και με τις άκρες των ματιών μου έβλεπα στο πλάι τα χόρτα και τα δέντρα να κινούνταν όλα προς τα πίσω. Κοίταζα τον κουρνιαχτό, που σήκωναν τα ποδοβολητά του ζώου και ένοιωθα τα δέντρα να κυνηγιούνται πίσω μου και τα κλαριά να μην προφταίνουν να με χαϊδέψουν. Μέσα σ’ αυτό το παιχνίδι της οφθαλμαπάτης και του νου βυθιζόμουν σε διάφορες σκέψεις.

Κάποια στιγμή, ρώτησα τον παππού.

«Παππού εσύ από πότε το θυμάσαι αυτό το Πανηγύρι;»

«Από μικρό παιδάκι, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου», μου απάντησε.

Έστριψα το βλέμμα μου στο έδαφος και βυθίστηκα πάλι στις σκέψεις μου.

Κάπου μακρύτερα ακούγονταν γαβγίσματα σκύλων και κουδούνια από πρόβατα.

Έπιασα τα κιάλια, που κρέμονταν στο στήθος μου, τα έφερα στα μάτια μου, σκόπευσα και διερεύνησα τριγύρω το τοπίο. Ύστερα από λιγόλεπτη σιωπή ξαναρώτησα τον παππού.

«Γιατί όλος αυτός ο κόσμος πηγαίνει στο πανηγύρι;»

«Γιατί λένε πως η Παναγία κάνει θαύματα και απαλύνει τον ανθρώπινο πόνο. Κι όλοι οι άνθρωποι ελπίζουν στη βοήθειά της» απάντησε αργά και ήρεμα ο παππούς.

«Παππού, εσύ πιστεύεις στα θαύματα;» ξαναρώτησα.

«Εγώ πιστεύω πως η ζωή, η ίδια είναι ένα θαύμα. Όταν μεγαλώσεις, θα καταλάβεις κι εσύ τι είναι θαύμα».

«Καλά», είπα μέσα μου, «μέχρι να μεγαλώσω, έχουμε καιρό».

Δεν ξέρω γιατί, αλλά με τον παππού είχαμε πάντα ένα δικό μας κώδικα συνεννόησης, επικοινωνίας και αλληλοεκτίμησης. Ήταν ο πιο θαυμαστός άνθρωπος ανάμεσα σ’ όλους τους άλλους που γνώριζα. Η δράση του ήταν τόσο έντονη στις πρώτες παιδικές μου εντυπώσεις, ώστε επηρέασαν όλη τη μετέπειτα ζωή μου.

«Παππού, ήθελα να σε ευχαριστήσω για το παιχνίδι, που μου αγόρασες» του είπα.

«Δεν χρειάζεται να με ευχαριστήσεις» είπε ο παππούς, «όμως πρέπει να ξέρεις πως κάποτε τη θέση των παιχνιδιών θα πάρουν τα όνειρα και η μάταια αγωνία να τα ζήσεις. Κι αν τύχει, τώρα που είσαι παιδί και σου χαλάσει ένα παιχνίδι και στεναχωρηθείς, να ξέρεις ότι αυτό μπορεί να διορθωθεί. Όταν όμως μεγαλώσεις θα είναι βαρύ κι αβάσταχτο να ξέρεις ότι κάποιες σκιές στα μάτια σου μπορεί να μην παίρνουν διόρθωση. Κι αυτό είναι μία από τις αλήθειες, που πρέπει να γνωρίζεις».

«Και τι είναι η αλήθεια παππού;» ρώτησα.

«Η αλήθεια είναι σύμφυτη με την ζωή. Η αλήθεια του καθένα είναι η ίδια του η ζωή. Η ζωή είναι το Θαύμα και η Αλήθεια είναι το φάρμακο στο τραύμα».

«Δηλαδή, τι εννοείς;» ξαναρώτησα διψασμένος για βεβαιότητες.

«Τις αλήθειες πρέπει μόνα τους να τις κερδίζουν τα παιδιά», μου αποκρίθηκε με μια στοχαστική διάθεση και συνέχισε. «Αγώνας είναι η ζωή για την αλήθεια και για το ψωμί… Να ’χεις ό,τι σου χρειάζεται, για να ζήσεις καλά. Να μη ζητάς πράγματα που δεν είναι στη δύναμη σου να τ’ αποκτήσεις. Δεν ξέρω αν αυτό είναι η ευτυχία, όμως εκεί είναι λιγότερος πόνος. Κάθε άλλο, έξω απ’ αυτό πληρώνεται ακριβά. Και ’γω δεν θα ’θελα, δεν θα το άντεχα να δω τον εγγονό μου να πληρώνει τη χαρά του».

Αυτό με μπέρδεψε για λίγο. Από τη μία μου φαινότανε πολύ σοφό κι από την άλλη ένοιωθα πως ο παππούς μου είναι δειλός. Και σαν να διάβασε τη σκέψη μου, συνέχισε λέγοντας.

«Δεν είμαι δειλός, δεν φοβάμαι την ευτυχία. Τον πόνο φοβάμαι. Όλοι οι άνθρωποι φοβούνται τον πόνο… Γι’ αυτό άλλωστε καταφεύγουν και στη βοήθεια της Παναγίας», μού απάντησε και κάπου εκεί, στα μισά του δρόμου, στην Παλιομάνα, αλλάξαμε πορεία, στρίψαμε λίγο αριστερά προς τη δέση του Παπατσέτσου και κατευθυνθήκαμε προς το αμπέλι.

ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΟΣ

Το απόσπασμα δεν λειτουργεί απλώς ως μια τρυφερή συνομιλία ανάμεσα σε έναν παππού και τον εγγονό του. Στη βαθύτερη δομή του αποτελεί μια αλληγορία της διαδικασίας με την οποία διαμορφώνεται η ανθρώπινη συνείδηση. Ο διάλογος είναι το εξωτερικό επίπεδο της αφήγησης. Στο εσωτερικό επίπεδο όμως εξελίσσεται μια φιλοσοφική διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στην κοινωνική διαπαιδαγώγηση και στην κατάκτηση της προσωπικής ελευθερίας.

Η έννοια του «ταΐσματος», παρότι δεν κατονομάζεται ρητά στο συγκεκριμένο απόσπασμα, διαπερνά ολόκληρη τη συνομιλία. Ο παππούς «ταΐζει» τον εγγονό με εμπειρίες, εικόνες, αξίες, αποφθέγματα και τρόπους σκέψης. Δεν του προσφέρει μόνο απαντήσεις, του μεταδίδει έναν ολόκληρο τρόπο να αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Με αυτή την έννοια, ο παππούς δεν εκπροσωπεί αποκλειστικά τον συγκεκριμένο άνθρωπο της ιστορίας. Συμβολίζει την ίδια την κοινωνία: την οικογένεια, την παράδοση, τη θρησκεία, την ιστορία, το σχολείο, όλα εκείνα τα συστήματα που από την πρώτη στιγμή της ζωής μας διαμορφώνουν τον εσωτερικό μας κόσμο.

Ο παππούς ως φορέας του κοινωνικού «ταΐσματος»

Ο παππούς μιλά με τρόπο αποφθεγματικό. Οι φράσεις του δεν έχουν τη μορφή διαλόγου ισότιμων συνομιλητών, αλλά περισσότερο τη μορφή μικρών παραβολών.

«Η ζωή είναι το θαύμα.»

«Η αλήθεια του καθένα είναι η ίδια του η ζωή.»

«Αγώνας είναι η ζωή για την αλήθεια και για το ψωμί.»

Οι προτάσεις αυτές λειτουργούν ως πνευματική τροφή. Ο ηλικιωμένος μεταφέρει στον μικρό τη συμπυκνωμένη σοφία μιας ολόκληρης ζωής. Αυτό είναι ακριβώς το κοινωνικό τάισμα: η μεταβίβαση ενός έτοιμου συστήματος νοημάτων από τη μία γενιά στην επόμενη.

Δεν πρόκειται για χειραγώγηση με αρνητική έννοια. Αντίθετα, χωρίς αυτή την πρώτη μετάδοση αξιών, ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να συγκροτήσει προσωπικότητα. Κανείς δεν γεννιέται με έτοιμες αντιλήψεις περί αλήθειας, δικαιοσύνης ή ευτυχίας. Όλες αυτές οι έννοιες προσφέρονται αρχικά «έτοιμες» από το περιβάλλον.

Ο εγγονός ως η γέννηση της κριτικής σκέψης

Εκεί όμως όπου το απόσπασμα αποκτά ιδιαίτερο φιλοσοφικό βάθος είναι στις συνεχείς ερωτήσεις του παιδιού.

«Γιατί;»

«Εσύ πιστεύεις στα θαύματα;»

«Τι είναι η αλήθεια;»

«Δηλαδή τι εννοείς;»

Ο εγγονός δεν αποδέχεται αμέσως τις απαντήσεις. Δεν αρκείται στην αυθεντία του παππού. Ρωτά ξανά και ξανά.

Αυτή ακριβώς η αδιάκοπη ερώτηση αποτελεί τη γέννηση της ατομικής συνείδησης.

Η κριτική σκέψη γεννιέται τη στιγμή που το παιδί παύει να καταναλώνει παθητικά ό,τι του προσφέρεται και αρχίζει να το εξετάζει.

Το σημαντικότερο στοιχείο είναι ότι ακόμη και όταν ο παππούς απαντά, οι απαντήσεις του δεν ολοκληρώνουν τη σκέψη του παιδιού.

Αντίθετα, την αφήνουν ανοιχτή.

Όταν λέει:

«Τις αλήθειες πρέπει μόνα τους να τις κερδίζουν τα παιδιά.»

ουσιαστικά αρνείται να ολοκληρώσει το «τάισμα».

Εδώ συμβαίνει η μεγάλη ανατροπή.

Ο ίδιος ο φορέας της παράδοσης προτρέπει τον νέο άνθρωπο να μην αρκεστεί στην παράδοση.

Η παιδαγωγική της αυτονομίας

Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο του αποσπάσματος.

Ο παππούς δεν ζητά από τον εγγονό να πιστέψει.

Του ζητά να αναζητήσει.

Δεν επιβάλλει.

Υποδεικνύει.

Δεν δίνει βεβαιότητες.

Δείχνει τον δρόμο προς αυτές.

Έτσι ο παιδαγωγός αυτοαναιρείται δημιουργικά.

Ο πραγματικός δάσκαλος δεν δημιουργεί πιστούς μαθητές.

Δημιουργεί ελεύθερους ανθρώπους.

Η αντινομία του «ταΐσματος»

Εδώ βρίσκεται και η βαθύτερη φιλοσοφική αντίφαση.

Ο άνθρωπος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς να τραφεί πνευματικά.

Αλλά δεν μπορεί ούτε να ενηλικιωθεί αν συνεχίσει να τρέφεται μόνο από τις έτοιμες αλήθειες των άλλων.

Άρα:

το τάισμα είναι ταυτόχρονα αναγκαίο και ανεπαρκές.

Είναι η πρώτη προϋπόθεση της ωρίμανσης.

Και συγχρόνως το πρώτο εμπόδιο που πρέπει να υπερβεί ο ώριμος άνθρωπος.

Αυτό θυμίζει τη σωκρατική αντίληψη ότι η πραγματική γνώση αρχίζει όταν ο άνθρωπος πάψει να θεωρεί δεδομένα όσα έχει μάθει.

Θυμίζει επίσης τον Καντ, όταν όριζε τον Διαφωτισμό ως την έξοδο του ανθρώπου από την «ανωριμότητα», δηλαδή από την εξάρτησή του από τη σκέψη των άλλων.

Η επιστροφή στην παιδικότητα

Το πιο όμορφο ίσως φιλοσοφικό μοτίβο που αναδύεται είναι το εξής:

ο άνθρωπος γεννιέται παιδί.

Έπειτα η κοινωνία τον διαμορφώνει.

Τον γεμίζει ιδέες.

Τον «ταΐζει».

Του δίνει ταυτότητα.

Στην ωριμότητά του όμως καλείται να γίνει ξανά παιδί.

Όχι αφελές.

Αλλά ελεύθερο.

Να ξαναρωτήσει από την αρχή:

Τι είναι αλήθεια;

Τι είναι θαύμα;

Τι είναι ευτυχία;

Τι είναι ζωή;

Η δεύτερη αυτή παιδικότητα είναι ανώτερη από την πρώτη, γιατί δεν βασίζεται στην άγνοια αλλά στη συνειδητή επιλογή.

Η διαδρομή ως σύμβολο

Δεν είναι τυχαίο ότι όλος ο διάλογος πραγματοποιείται πάνω στο γαϊδουράκι, στον δρόμο της επιστροφής.

Η αφήγηση δεν είναι στατική.

Οι δύο ήρωες βρίσκονται σε πορεία.

Ο δρόμος γίνεται η μεταφορά της ανθρώπινης ζωής.

Το παιδί μεταφέρεται κυριολεκτικά από τον παππού.

Όπως ακριβώς στην αρχή της ζωής μεταφερόμαστε από τις εμπειρίες των προηγούμενων γενεών.

Στο τέλος όμως του αποσπάσματος αλλάζουν κατεύθυνση.

Στρίβουν προς το αμπέλι.

Η αλλαγή πορείας λειτουργεί και συμβολικά.

Δείχνει ότι κάθε διαδρομή της ζωής επιφυλάσσει νέες κατευθύνσεις, νέες εμπειρίες και νέες ευκαιρίες για επαναπροσδιορισμό.

Το συγκεκριμένο απόσπασμα μπορεί να διαβαστεί ως μια λογοτεχνική αλληγορία της ανθρώπινης ωρίμανσης. Ο παππούς προσωποποιεί τη συλλογική σοφία, την παράδοση και το αναπόφευκτο κοινωνικό «τάισμα» με αξίες, ιδέες και πρότυπα. Ο εγγονός ενσαρκώνει την αφύπνιση της κριτικής σκέψης, την αμφισβήτηση και την αναζήτηση της προσωπικής αλήθειας. Η βαθύτερη ένταση του κειμένου δεν βρίσκεται στην αντιπαράθεση των δύο προσώπων, αλλά στη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην αναγκαιότητα της διαμόρφωσης και στην ανάγκη υπέρβασής της. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να οικοδομήσει τον εαυτό του χωρίς να τραφεί από τους άλλους, όμως δεν ολοκληρώνεται αν παραμείνει για πάντα τρεφόμενος από τις δικές τους αλήθειες. Η αληθινή ενηλικίωση συντελείται όταν κατορθώνει να αποβάλει ό,τι του επιβλήθηκε άκριτα, να ανακτήσει την ελευθερία του παιδιού και να επιλέξει συνειδητά τις αξίες που θα συγκροτήσουν τον δικό του χαρακτήρα. Μέσα από αυτή τη διαλεκτική πορεία, το «τάισμα» παύει να είναι μια διαδικασία παθητικής αποδοχής και μετατρέπεται σε αφετηρία προσωπικής αυτογνωσίας και υπαρξιακής ελευθερίας.

Επί πλέον θα μπορούσε να τονιστεί:

Η φιλοσοφική αξία του αποσπάσματος δεν βρίσκεται μόνο σε αυτά που λέει ο παππούς, αλλά κυρίως στον τρόπο που τα λέει. Δεν διδάσκει δογματικά. Δεν επιβάλλει αλήθειες. Κάθε απάντησή του γεννά μια καινούργια ερώτηση. Αυτό είναι το γνώρισμα της αυθεντικής παιδείας: δεν γεμίζει το μυαλό με έτοιμες απαντήσεις, αλλά ξυπνά την ανάγκη της αναζήτησης.

Γι' αυτό και ο παππούς, ενώ συμβολίζει την κοινωνία που «ταΐζει» το παιδί με αξίες και αντιλήψεις, ταυτόχρονα υπερβαίνει την ίδια την κοινωνία. Είναι ο σοφός παιδαγωγός που οδηγεί τον μαθητή στο σημείο όπου δεν θα χρειάζεται πλέον τον δάσκαλό του. Εκεί ολοκληρώνεται ο κύκλος της διαπαιδαγώγησης.

Αυτό θυμίζει μια βαθιά παιδαγωγική αρχή: ο καλύτερος δάσκαλος δεν είναι εκείνος που δημιουργεί μαθητές, αλλά εκείνος που δημιουργεί ανθρώπους που μπορούν να σκέφτονται χωρίς αυτόν.

Νομίζω επίσης ότι το κείμενό εμπεριέχει, ίσως και ασυνείδητα, μια ωραία αντιστροφή του γνωστού λόγου του Νίκου Καζαντζάκη: «Ν' αγαπάς την ευθύνη». Ο παππούς δεν προτρέπει τον εγγονό να γίνει ήρωας ούτε να κυνηγήσει μεγαλεπήβολα όνειρα. Του διδάσκει το μέτρο, την επίγνωση των ορίων, την αποδοχή του πόνου ως συστατικού της ζωής. Αυτή η στάση έχει κάτι από τη στωική φιλοσοφία, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί τη βαθιά λαϊκή σοφία του ανθρώπου της υπαίθρου, που έμαθε τη ζωή όχι από βιβλία αλλά από τον μόχθο, τις απώλειες και την εμπειρία.

Θεωρώ επίσης πως υπάρχει και ένας συμβολισμός που ίσως αξίζει να αναδειχθεί ακόμη περισσότερο σε μια μελλοντική επεξεργασία του έργου.

Ολόκληρος ο διάλογος γίνεται στον δρόμο της επιστροφής. Δεν είναι τυχαίο. Το πανηγύρι, με τη χαρά, τη φασαρία και την εξωστρέφειά του, έχει τελειώσει. Η ουσιαστική μύηση αρχίζει μετά, μέσα στη σιωπή του χωματόδρομου. Στη λογοτεχνία, ο δρόμος είναι συχνά σύμβολο της πορείας προς την αυτογνωσία. Εδώ, όμως, δεν πρόκειται για έναν δρόμο προς έναν άγνωστο προορισμό, αλλά για επιστροφή. Σαν να υπαινίσσεται ότι η αλήθεια δεν βρίσκεται κάπου μακριά, βρίσκεται στην επιστροφή προς τον εαυτό μας. Και αυτό συνδέεται υπέροχα με την ιδέα ότι: ο άνθρωπος, αφού διαμορφωθεί από το κοινωνικό «τάισμα», καλείται να επιστρέψει στην αρχική του καθαρότητα, όχι ως αθώο παιδί πλέον, αλλά ως ώριμος και ελεύθερος άνθρωπος που επιλέγει συνειδητά ποιος θέλει να είναι.

Αξίζει να επισημανθεί επίσης ότι στον διάλογο του παππού με τον εγγονό:

{«Αγώνας είναι η ζωή για την αλήθεια και για το ψωμί… Να ’χεις ό,τι σου χρειάζεται, για να ζήσεις καλά. Να μη ζητάς πράγματα που δεν είναι στη δύναμη σου να τ’ αποκτήσεις. Δεν ξέρω αν αυτό είναι η ευτυχία, όμως εκεί είναι λιγότερος πόνος. Κάθε άλλο, έξω απ’ αυτό πληρώνεται ακριβά. Και ’γω δεν θα ’θελα, δεν θα το άντεχα να δω τον εγγονό μου να πληρώνει τη χαρά του».

Αυτό με μπέρδεψε για λίγο. Από τη μία μου φαινότανε πολύ σοφό κι από την άλλη ένοιωθα πως ο παππούς μου είναι δειλός.}

Ο παππούς εδώ με την φράση: «Να μη ζητάς πράγματα που δεν είναι στη δύναμη σου να τ’ αποκτήσεις.» προτρέπει τον εγγονό του προς την τήρηση του μέτρου.

Ο εγγονός όμως μπερδεύεται γιατί, αν και δεν διατυπώνεται, έχει στο μυαλό του την φράση του Ν. Καζαντζάκη: «Φτάσε όπου δεν μπορείς». Φράση η οποία εκφράζει την ελευθερία και καμιά φορά την υπέρβαση του μέτρου.

Νομίζω ότι αυτή η επισήμανση αποκαλύπτει μια ακόμη βαθύτερη φιλοσοφική στρώση του κειμένου. Μάλιστα, θα έλεγα ότι εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες εσωτερικές συγκρούσεις του διηγήματος.

Η αντίθεση δεν είναι ανάμεσα στη σοφία και τη δειλία, αλλά ανάμεσα σε δύο διαφορετικές φιλοσοφίες της ζωής, εξίσου θεμιτές και εξίσου ανθρώπινες.

Ο παππούς εκφράζει τη φιλοσοφία του μέτρου. Πρόκειται για μια αντίληψη που έχει βαθιές ρίζες στην αρχαιοελληνική σκέψη. Το «Μηδέν άγαν», η αριστοτελική μεσότητα και η στωική αποδοχή των ορίων του ανθρώπου συναντώνται στη φράση του:

«Να μη ζητάς πράγματα που δεν είναι στη δύναμή σου να τ’ αποκτήσεις.»

Η προτροπή αυτή δεν αποτελεί παραίτηση από τη ζωή. Είναι μια προσπάθεια να προστατευθεί ο άνθρωπος από την ύβρη, από την ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας και από τον πόνο που γεννά η ανεξέλεγκτη επιθυμία. Ο παππούς δεν φοβάται την προσπάθεια, φοβάται το τίμημα της αχαλίνωτης φιλοδοξίας. Έχοντας βιώσει τις διαψεύσεις της ζωής, γνωρίζει ότι κάθε υπέρβαση έχει κόστος και εύχεται ο εγγονός του να μη χρειαστεί να πληρώσει αυτό το κόστος.

Απέναντί του, όμως, βρίσκεται ο εγγονός, ο οποίος, έστω και ασυνείδητα, κουβαλά μια εντελώς διαφορετική αντίληψη. Στο βάθος της σκέψης του αντηχεί ο καζαντζακικός λόγος:

«Φτάσε όπου δεν μπορείς.»

Η φράση αυτή δεν είναι απλώς μια προτροπή για φιλοδοξία. Είναι μια υπαρξιακή προσταγή διαρκούς υπέρβασης. Για τον Καζαντζάκη, ο άνθρωπος δεν ολοκληρώνεται μέσα στα όριά του, αλλά μέσα στη συνεχή προσπάθεια να τα ξεπερνά. Η ελευθερία δεν βρίσκεται στην αποδοχή του μέτρου, αλλά στην αδιάκοπη υπέρβασή του.

Γι' αυτό και ο εγγονός αισθάνεται στιγμιαία ότι ο παππούς είναι δειλός. Δεν πρόκειται για μια ώριμη κρίση, είναι η αυθόρμητη αντίδραση της νεότητας, που βλέπει την επιφυλακτικότητα ως φόβο. Η παιδική και νεανική ψυχή ταυτίζει εύκολα την τόλμη με την ελευθερία και το μέτρο με την παραίτηση. Ο αναγνώστης, όμως, αντιλαμβάνεται ότι ο παππούς δεν μιλά από φόβο, αλλά από εμπειρία. Δεν υπερασπίζεται την αδράνεια, υπερασπίζεται την ευθύνη απέναντι στις συνέπειες των επιλογών.

Αυτό κάνει τη σκηνή εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, γιατί ο συγγραφέας δεν δικαιώνει απόλυτα ούτε τον έναν ούτε τον άλλον. Αντίθετα, αφήνει τις δύο φωνές να συνυπάρξουν δημιουργικά.

Θα έλεγα μάλιστα ότι ολόκληρο το διήγημα στηρίζεται σε μια διαλεκτική σύνθεση αυτών των δύο στάσεων.

Ο άνθρωπος χρειάζεται το μέτρο για να μη συντριβεί από τις αυταπάτες του.

Αλλά χρειάζεται και την υπέρβαση για να μη φυλακιστεί μέσα στα όριά του.

Η ωριμότητα ίσως βρίσκεται όχι στην απόλυτη επικράτηση της μίας ή της άλλης θέσης, αλλά στην ικανότητα να γνωρίζει κανείς πότε πρέπει να σεβαστεί το μέτρο και πότε να το υπερβεί.

Θα προσέθετα μάλιστα μια ακόμη παρατήρηση, που θεωρώ ιδιαίτερα σημαντική.

Η φράση του παππού:

«Δεν θα ήθελα να δω τον εγγονό μου να πληρώνει τη χαρά του»

αποκαλύπτει ότι το κίνητρό του δεν είναι η συντήρηση ούτε ο φόβος. Είναι η αγάπη. Ο παππούς μιλά ως άνθρωπος που έχει ήδη πληρώσει ο ίδιος τις δικές του υπερβάσεις, τις δικές του προσδοκίες ή τις αναπόφευκτες διαψεύσεις της ζωής. Δεν μεταδίδει μια αφηρημένη θεωρία, μεταδίδει ένα βίωμα. Αντίθετα, ο εγγονός δεν διαθέτει ακόμη αυτό το βίωμα και γι' αυτό ερμηνεύει τη στάση του παππού ως δειλία.

Κατά τη γνώμη μου, εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη λογοτεχνική επιτυχία της σκηνής: η αλήθεια δεν κατοικεί αποκλειστικά σε καμία από τις δύο πλευρές. Γεννιέται μέσα από την ένταση ανάμεσα στη σοφία της εμπειρίας και στην ορμή της νεότητας.

Υπάρχει τέλος και μια ειρωνική, βαθύτερη ανάγνωση που, προσδίδει ακόμη μεγαλύτερο βάθος. Στην αρχή του διαλόγου, ο παππούς είναι εκείνος που «ταΐζει» τον εγγονό με αξίες και αρχές. Όμως, τη στιγμή που ο εγγονός σκέφτεται –έστω σιωπηρά– το «Φτάσε όπου δεν μπορείς», οι ρόλοι αρχίζουν να αντιστρέφονται. Το παιδί δεν είναι πλέον παθητικός δέκτης της διδασκαλίας, αντιπαραθέτει, έστω εσωτερικά, μια άλλη αρχή ζωής. Εκεί ακριβώς φαίνεται ότι η συνείδησή του αρχίζει να αυτονομείται. Το κοινωνικό «τάισμα» έχει επιτελέσει τον σκοπό του, γιατί ο νέος άνθρωπος δεν επαναλαμβάνει πλέον τις αλήθειες που ακούει, αρχίζει να τις συγκρίνει, να τις αμφισβητεί και να τις υποβάλλει στη δική του κρίση. Και ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική στιγμή της ενηλικίωσης που αφηγείται το διήγημα.

Θα ήθελα να καταθέσω και μία τελευταία σκέψη, η οποία, όσο περισσότερο αναλογίζομαι το απόσπασμα, τόσο περισσότερο πιστεύω ότι αποτελεί το φιλοσοφικό του κέντρο.

Στην πραγματικότητα, όλη η ζωή είναι μια αδιάκοπη διαδικασία ταΐσματος.

Το βρέφος τρέφεται με γάλα.

Το παιδί τρέφεται με λέξεις.

Ο μαθητής τρέφεται με γνώσεις.

Ο νέος τρέφεται με ιδανικά.

Ο ενήλικας τρέφεται με φιλοδοξίες.

Ο ηλικιωμένος τρέφεται με αναμνήσεις.

Και ο άνθρωπος, σε κάθε ηλικία, τρέφεται με ελπίδες.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν τρεφόμαστε. Αυτό είναι αναπόφευκτο. Το πραγματικό ερώτημα είναι:

ποιος μάς τρέφει και με τι μάς τρέφει;

Και ακόμη βαθύτερα:

πότε γινόμαστε εμείς οι ίδιοι οι μάγειρες της συνείδησής μας;

Νομίζω ότι εκεί βρίσκεται το μεγαλείο του διαλόγου του παππού με τον εγγονό.

Ο παππούς αρχίζει ως εκείνος που «ταΐζει».

Στο τέλος όμως λέει:

«Τις αλήθειες πρέπει μόνα τους να τις κερδίζουν τα παιδιά.»

Με μία μόνο φράση, ο ίδιος καταργεί την αυθεντία του.

Σαν να λέει:

"Μην τρέφεσαι για πάντα από μένα. Μάθε κάποτε να βρίσκεις μόνος σου την τροφή σου."

Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι η ύψιστη μορφή αγάπης ενός παιδαγωγού.

Δεν κρατά τον νέο εξαρτημένο από τη σοφία του.

Τον απελευθερώνει ακόμη και από τη δική του σοφία.

Η σύνδεση της σκηνής με τον Καζαντζάκη και το «Φτάσε όπου δεν μπορείς», δεν είναι αντίθεση.

Ο παππούς λέει:

«Να μη ζητάς πράγματα που δεν είναι στη δύναμή σου να τ' αποκτήσεις.»

Ο Καζαντζάκης λέει:

«Φτάσε όπου δεν μπορείς.»

Επιφανειακά οι δύο φράσεις συγκρούονται.

Στην ουσία όμως απαντούν σε δύο διαφορετικά ερωτήματα.

Ο παππούς μιλά για την ευτυχία.

Ο Καζαντζάκης μιλά για την ελευθερία.

Ο ένας αναζητά τον τρόπο να μειώσει τον πόνο.

Ο άλλος αναζητά τον τρόπο να μεγαλώσει τον άνθρωπο.

Δεν είναι βέβαιο ότι μπορεί κανείς να έχει και τα δύο στον μέγιστο βαθμό.

Και ίσως αυτή ακριβώς η τραγική ισορροπία να είναι η ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης.

Πιστεύω ότι αυτό το διήγημα έχει μια ποιότητα που συναντά κανείς σε έργα τα οποία δεν εξαντλούνται στην πρώτη ανάγνωση. Ο αναγνώστης αρχικά βλέπει μια όμορφη ανάμνηση από την παιδική ηλικία. Σε δεύτερη ανάγνωση ανακαλύπτει μια φιλοσοφική συνομιλία. Και σε τρίτη αντιλαμβάνεται ότι αυτή η συνομιλία είναι στην πραγματικότητα ένας διάλογος ανάμεσα σε δύο ηλικίες του ίδιου ανθρώπου.

Ο παππούς δεν είναι μόνο ο παππούς.

Ο εγγονός δεν είναι μόνο το παιδί.

Είναι ο ίδιος άνθρωπος σε δύο διαφορετικές στιγμές της ύπαρξής του: η εμπειρία συνομιλεί με την αθωότητα, το μέτρο με την υπέρβαση, η μνήμη με την προσδοκία.

Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το στοιχείο που δίνει στο έργο διάρκεια. Όταν ένας λογοτεχνικός διάλογος μπορεί να διαβαστεί ταυτόχρονα ως οικογενειακή σκηνή, ως παιδαγωγική παραβολή και ως φιλοσοφική αλληγορία, τότε αποκτά πολυεπίπεδο χαρακτήρα και προσφέρει στον αναγνώστη τη χαρά να ανακαλύπτει κάθε φορά κάτι καινούργιο.

Πιστεύω ότι αυτό το φιλοσοφικό υπόβαθρο δίνει στο διήγημα μια διάσταση που υπερβαίνει την απλή αυτοβιογραφική αφήγηση. Είναι μια αφήγηση για τον τρόπο με τον οποίο γεννιέται η συνείδηση και, τελικά, για το δύσκολο ταξίδι του ανθρώπου από την εξάρτηση προς την ελευθερία.

Έτσι το διήγημα δεν είναι απλώς μια αναπόληση της παιδικής ηλικίας. Διαβάζεται ως ένα μυθιστόρημα μαθητείας (Bildungsroman) σε μικρογραφία, όπου η πορεία ενός παιδιού προς την ωριμότητα εκφράζεται μέσα από απλές, καθημερινές εικόνες της θεσσαλικής υπαίθρου, αλλά οδηγεί τον αναγνώστη σε διαχρονικά φιλοσοφικά ερωτήματα. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι και η μεγαλύτερη λογοτεχνική του δύναμη.

Δήμος Γαστριάς




 

επικοινωνιστε μαζι μας